Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΔΡΙΚΟ ΒΛΕΜΜΑ

marionett_gul

Posted by ek-fyles

 

Το πρόσημο του φύλου επισκιάζει τόσο απόλυτα την ταυτότητα της γυναίκας ώστε ανά πάσα στιγμή οφείλει να επιβεβαιώνει τον εαυτό της ως γυναίκα και να κάνει εμφανή στους άλλους τα αποτελέσματα αυτής της επιβολής που ενσωματώνεται και ως αυτοδέσμευση. Η διαδικασία αυτή κλέβει φυσικά από την ίδια κάθε στιγμή της ατομικότητάς της.

Γράφει ο Roland Barthes στις Μυθολογίες: «Διαβάζουμε τα βιογραφικά στο περιοδικό Εlle: “H Jacqueline Lenoir: ένα μυθιστόρημα, δύο παιδιά”. Τι σημαίνει αυτό; Ο συγγραφέας είναι καλλιτέχνης. Του αναγνωρίζεται το δικαίωμα να ζει κάπως μποέμικα. Προσοχή όμως! Οι γυναίκες δεν πρέπει να πιστεύουν πως μπορούν να επωφελούνται από την σύμβαση αυτή χωρίς πρώτα να είναι υποταγμένες στον αιώνιο νόμο της θηλυκότητας. Οι γυναίκες ήρθαν στον κόσμο για να κάνουν παιδιά. Μπορούν να γράφουν όσο θέλουν, φτάνει η βιβλική τους μοίρα να μη διαταράσσεται από το δικαίωμα που τους παραχωρείται. Απευθυνόμενο στις γυναίκες το περιοδικό Εlle λέει: είστε αντάξιες των ανδρών. Απευθυνόμενο στους άνδρες: η γυναίκα σας θα παραμείνει πάντα γυναίκα».

Για τον άνδρα οποιαδήποτε συνθήκη απέναντι στην οποία οφείλει να ανταποκριθεί δεν είναι παρά προσθετική στην ατομικότητά του, η οποία είναι κεκτημένη και αυτονόητη. Το αυτονόητο δικαίωμα του άνδρα στον αυτοπροσδιορισμό και τον καταναγκαστικό ετεροπροσδιορισμό της γυναίκας περιγράφει ο John Berger στο Η εικόνα και το βλέμμα:

«Η κοινωνική παρουσία μιας γυναίκας είναι διαφορετικού είδους από εκείνη ενός άντρα. Η παρουσία ενός άνδρα εξαρτάται από την υπόσχεση δύναμης που ενσωματώνει. Αν η υπόσχεση είναι μεγάλη και πειστική, η παρουσία του εντυπωσιάζει. Αν είναι μικρή ή ελάχιστα πειστική, θεωρείται πως έχει ασήμαντη παρουσία. Η υποσχεμένη δύναμη μπορεί να είναι ηθική, σωματική, ιδιοσυγκρασιακή, οικονομική, κοινωνική, σεξουαλική – αλλά το αντικείμενό της είναι πάντα εξωτερικό ως προς τον άνδρα. Η παρουσία ενός άνδρα υποβάλλει το τι είναι ικανός να κάνει σε σένα ή για σένα. Η παρουσία του μπορεί να είναι φτιαχτή, με την έννοια ότι προσποιείται πως είναι ικανός για ό,τι δεν είναι. Αλλά η προσποίηση είναι πάντα για μια δύναμη που αυτός ασκεί πάνω στους άλλους.

la_femme_piege_ecran_16

Αντίθετα, η παρουσία μιας γυναίκας εκφράζει τη στάση της απέναντι στον εαυτό της και προσδιορίζει το τι μπορούν ή δεν μπορούν να της κάνουν. Η παρουσία της εκδηλώνεται στις χειρονομίες, τη φωνή, τις γνώμες, τις εκφράσεις, το ντύσιμό της, στα πράγματα που έχει επιλέξει να την περιβάλλουν, στο γούστο της – δεν υπάρχει πράγματι τίποτε απ’ όσα μπορεί να κάνει που να μη συμβάλλει στην παρουσία της. Η παρουσία μιας γυναίκας είναι τόσο σύμφωνη με το πρόσωπό της ώστε οι άνδρες τείνουν να την αντιλαμβάνονται σαν κάτι σχεδόν υλικό που αναδίνεται από αυτήν.

Το να έχεις γεννηθεί γυναίκα, ισοδυναμούσε με το να έχεις γεννηθεί σε έναν προσδιορισμένο και περιορισμένο χώρο, κάτω από τη φύλαξη των ανδρών. Η κοινωνική παρουσία των γυναικών αναπτύχθηκε σαν αποτέλεσμα της αφέλειάς τους να ζουν κάτω από μια τέτοια κηδεμονία μέσα σε έναν τόσο περιορισμένο χώρο. Αλλά τούτο ακριβώς ήταν που κόστισε στο γυναικείο εγώ το διχασμό του. Μια γυναίκα πρέπει συνεχώς να παρατηρεί τον εαυτό της. Συντροφεύεται σχεδόν συνεχώς από την εικόνα του ίδιου της του εαυτού. Από την πρώτη παιδική ηλικία την έχουν διδάξει και πείσει να επιθεωρεί συνεχώς τον εαυτό της.

Κι έτσι φτάνει να θεωρεί τον επιθεωρητή και τον επιθεωρούμενο μέσα της σαν δυο συστατικά αλλά και πάντα ξεχωριστά στοιχεία της ταυτότητάς της ως γυναίκας. Πρέπει να εξετάζει καθετί που είναι και καθετί που κάνει, γιατί το πώς εμφανίζεται στους άλλους, και τελικά το πώς εμφανίζεται στους άνδρες, έχει κρίσιμη σημασία γι’ αυτό που κατά κανόνα θεωρείται σαν επιτυχία στη ζωή της. Η δική της αίσθηση του να είναι ο εαυτός της υποκαθίσταται από μια αίσθηση ότι εκτιμάται ο εαυτός της από κάποιον άλλο.

Οι άνδρες εξετάζουν τις γυναίκες πριν εκδηλώσουν τη συμπεριφορά τους προς αυτές. Επομένως το πώς μια γυναίκα εμφανίζεται σ’ έναν άνδρα καθορίζει ενδεχομένως και το πώς αυτός θα της συμπεριφερθεί. Για να αποκτήσουν κάποιον έλεγχο πάνω σ’ αυτή τη διαδικασία, οι γυναίκες πρέπει να τη συγκρατούν και να την εσωτερικεύουν. Το μέρος εκείνο του εγώ μιας γυναίκας που είναι ο επιθεωρητής μεταχειρίζεται το άλλο μέρος που είναι ο επιθεωρούμενος με τέτοιο τρόπο ώστε να δείχνει στους άλλους πώς ολόκληρος ο εαυτός της θα ήθελε να του συμπεριφέρεται. Και αυτή η παραδειγματική μεταχείριση του εαυτού της από τον εαυτό της είναι που συνιστά την παρουσία της. Κάθε γυναικεία παρουσία ρυθμίζει το τι είναι και τι δεν είναι «επιτρεπτό» μέσα στην παρουσία της. Κάθε πράξη της –οποιοδήποτε άμεσο σκοπό ή κίνητρο κι αν έχει– διαβάζεται επίσης σαν μια ένδειξη του πώς θα ήθελε να της συμπεριφερθούν. Αν μια γυναίκα κάνει κάποιο καλό αστείο, αυτό είναι ένα παράδειγμα του πώς η ίδια αντιμετωπίζει τον αστειευόμενο εαυτό της και, κατ’ αναλογία, του πώς θα ήθελε να την αντιμετωπίσουν οι άλλοι σαν αστειευόμενη γυναίκα. Μόνο ένας άνδρας μπορεί να κάνει ένα καλό αστείο για χάρη του ίδιου του αστείου.

Θα μπορούσε κανείς να απλοποιήσει όλα αυτά λέγοντας: Οι άνδρες δρουν και οι γυναίκες εμφανίζονται. Οι άνδρες κοιτάζουν τις γυναίκες. Οι γυναίκες παρατηρούν τον εαυτό τους όταν τις κοιτάζουν. Αυτό καθορίζει όχι μόνο τις περισσότερες σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών, αλλά και τη σχέση των γυναικών με τους εαυτούς τους. Ο επιθεωρητής της γυναίκας μέσα στο εγώ της είναι αρσενικός: ο επιθεωρούμενος θηλυκός. Έτσι η γυναίκα μετατρέπει τον εαυτό της σε αντικείμενο, και πιο ιδιαίτερα σε αντικείμενο θέασης: σε θέαμα».

Αναδημοσίευση από: http://ek-fyles.blogspot.gr/2007/11/blog-post_9984.html

Οι τέσσερις λέξεις *

Του Κ. Καστοριάδη

1. Φαντασία

Ποιο είναι το ίδιον του ανθρώπου; Τι είναι αυτό που μας διαφοροποιεί από τα ζώα; Επαναλαμβάνουν, εδώ και αιώνες, ότι είναι ο ορθός λόγος. Αρκεί όμως να προσέξουμε τη συμπεριφορά των άλλων γύρω μας αλλά και τη δική μας, για να αντιληφθούμε ότι αυτό δεν αληθεύει. Οι ατομικές και οι συλλογικές συμπεριφορές πολύ συχνά είναι παράλογες. Τα ζώα είναι πιο “λογικά” από εμάς· δεν σκοντάφτουν, δεν τρώνε δηλητηριώδη μανιτάρια, κάνουν αυτό που πρέπει, για να συντηρηθούν και να αναπαραχθούν. Ποιο είναι το ίδιον του ανθρώπου; Είναι το πάθος και οι επιθυμίες; Ναι, πράγματι. Τα ζώα από ό,τι μπορούμε να ξέρουμε δεν έχουν πάθη ούτε πραγματικές επιθυμίες τα ζώα έχουν ένστικτα. Τι όμως συνιστά την ιδιαιτερότητα του πάθους και των επιθυμιών; Είναι ακριβώς το γεγονός ότι το πάθος και οι επιθυμίες -ο έρωτας, η δόξα, το κάλλος, η εξουσία, ο πλούτος- δεν είναι «φυσικά» αλλά φαντασιακά αντικείμενα.

Η φαντασία, λοιπόν, είναι το ίδιον του ανθρώπου. Η φαντασία μάς διαφοροποιεί από τα ζώα. Η φαντασία, ακόμη και εάν κλείσουμε τα μάτια και τα αυτιά, δεν αναχαιτίζεται. Υπάρχει πάντα μια εσωτερική ροή από εικόνες, ιδέες, αναμνήσεις, επιθυμίες, αισθήματα. Μια ροή που δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Δεν μπορούμε καν να την ελέγξουμε, τουλάχιστον όχι πάντα. Κάποιες φορές το κατορθώνουμε, λίγο ως πολύ, προκειμένου να σκεφτούμε λογικά και συστηματικά. Αλλά ακόμη και σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αναπάντεχες αναμνήσεις και επιθυμίες διακόπτουν τον στοχασμό μας. Η φαντασία μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην παραφροσύνη, στη διαστροφή, στην τερατωδία αλλά, επίσης, στην αυταπάρνηση και σε κάθε μεγαλειώδη δημιουργία. Χάρη στη φαντασία το ένστικτο έπαψε να είναι ο μοναδικός ρυθμιστής της συμπεριφοράς μας. Χάρη στη φαντασία μπορούμε να δημιουργούμε. Χάρη σ’ αυτήν δημιουργήσαμε την τέχνη, την επιστήμη, τη φιλοσοφία. Η φαντασία δεν γνωρίζει όρια και κανόνες, ούτε ηθικούς και λογικούς νόμους. Πάντως, εάν είχαμε αφεθεί χωρίς περιορισμούς στη φαντασία, ασφαλώς δεν θα είχαμε επιβιώσει ως είδος. Ο άνθρωπος επιβίωσε ως είδος, επειδή δημιούργησε κοινότητες, κοινωνίες, θεσμούς, κανόνες που οριοθετούν και περιορίζουν τη φαντασία, αλλά και που συχνά επίσης την καταπνίγουν.

2. Φαντασιακό
Το ανθρώπινο ον υπάρχει μόνον ως κοινωνικό ον. Αυτό σημαίνει ότι ζει σε μια κοινωνία με θεσμούς, με νόμους, με ήθη, με έθιμα, κ.λ.π. Ερώτημα: Από πού έρχονται αυτοί οι θεσμοί, οι νόμοι, τα έθιμα; Είναι αδύνατον να πούμε, όπως συχνά πίστευαν οι λαοί, ότι υπάρχει ένας δημιουργός, ένας νομοθέτης όλων αυτών. Σε μιαν ήδη θεσμισμένη κοινωνία, τα άτομα μπορούν να προτείνουν νόμους, κάποιους ιδιαίτερους νόμους. Τούτο όμως είναι δυνατόν να γίνει, επειδή υπάρχει ήδη ένα σύστημα νόμων, επειδή αυτά τα άτομα έχουν ζήσει ήδη σε μια κοινωνία με νόμους. Ένας συγγραφέας μπορεί να επινοήσει μια νέα λογοτεχνική μορφή και ένας περιθωριακός μια λέξη της αργκό. Αυτά είναι δυνατόν να γίνουν, επειδή υπάρχει ήδη η γλώσσα και η αργκό. Όμως ποιος θα μπορούσε μόνος του να δημιουργήσει εκ προοιμίου τη γλώσσα και να την επιβάλει στους υπόλοιπους; Και με ποια γλώσσα θα επικοινωνούσε;

Όλα αυτά – οι νόμοι, οι θεσμοί, τα ήθη, τα έθιμα, η γλώσσα – είναι συλλογικές δημιουργίες. Προσπάθησαν να ερμηνεύσουν την καταγωγή της κοινωνίας βάσει ενός συμβολαίου (το “κοινωνικό συμβόλαιο” ). Όμως ένα συμβόλαιο προϋποθέτει άτομα κοινωνικά, τα οποία γνωρίζουν τι είναι ένα τέτοιο συμβόλαιο. Προσπάθησαν επίσης να ερμηνεύσουν την καταγωγή της κοινωνίας με τους φυσικούς και τους βιολογικούς νόμους. Όμως κανένας φυσικός ή βιολογικός νόμος δεν μπορεί να ερμηνεύσει την καταγωγή των θεσμών, που είναι ένα καινούργιο φαινόμενο μέσα στο δημιουργημένο σύμπαν. Κανένας φυσικός και βιολογικός νόμος δεν απαντά στα ερωτήματα: Γιατί οι Εβραίοι δημιούργησαν τον μονοθεϊσμό; Γιατί οι ‘Ελληνες δημιούργησαν τις δημοκρατικές πόλεις; Γιατί η Δύση δημιούργησε τον καπιταλισμό; Για να συλλάβουμε την ύπαρξη της ανθρώπινης κοινωνίας, καθώς επίσης τις αλλαγές της μέσα στον χρόνο αλλά και τις διαφορές της μέσα στον χώρο, πρέπει να δεχτούμε ότι αυτές οι ίδιες οι ανθρώπινες κοινότητες διαθέτουν μιαν χωρίς προηγούμενο δημιουργική ικανότητα. Αυτή τη δημιουργική ικανότητα μπορούμε να την ονομάσουμε: κοινωνικό φαντασιακό.

Το κοινωνικό φαντασιακό είναι η πηγή των θεσμών που ρυθμίζουν και οργανώνουν τη ζωή των ανθρώπων. Αυτό επίσης δημιουργεί κάτι πολύ σημαντικό: τις φαντασιακές κοινωνικές σημασίες.Oι φαντασιακές κοινωνικές σημασίες καθορίζουν τις αξίες της κοινωνίας δηλαδή καθορίζουν τι είναι καλό και τι κακό, τι είναι αληθές και τι ψευδές, τι είναι δίκαιο και τι άδικο. Οι φαντασιακές κοινωνικές σημασίες δίνουν νόημα στη ζωή των ατόμων και, τελικά, δίνουν νόημα ακόμη και στον θάνατο τους. Το κοινωνικό φαντασιακό δεν είναι σταθερό και αμετάβλητο. Αλλάζει. Και οι αλλαγές του δηλώνουν την ύπαρξη αλλαγών στην κοινωνία, το γεγονός δηλαδή ότι υπάρχει ιστορία της ανθρωπότητας. Το κοινωνικό φαντασιακό, άπαξ και δημιούργησε τους θεσμούς, μπορεί είτε να παραμείνει κατά κάποιον τρόπο σε λήθαργο (έτσι συμβαίνει στις πρωτόγονες, τις αρχαϊκές, τις παραδοσιακές κοινωνίες), είτε να προκαλέσει αλλαγές, λιγότερο ή περισσότερο γρήγορες (έτσι συμβαίνει στην εποχή μας, η οποία γνωρίζει έναν γρήγορο ρυθμό από ιστορικές μεταβολές, ανήκουστο στην μέχρι τώρα ιστορία της ανθρωπότητας).

3.Δημιουργία
Οι φιλόσοφοι έχουν αναρωτηθεί: Γιατί να υπάρχει κενό; Θα μπορούσε να μην υπάρχει τίποτα. Το ερώτημα αυτό, σε κάθε περίπτωση, δεν έχει απάντηση. Ίσως μάλιστα να μην έχει καν νόημα. Υπάρχει όμως ένα άλλο ερώτημα που μας βασανίζει και δεν μπορεί παρά να μας βασανίζει: Πώς γίνεται και υπάρχει μια τέτοια πολυμορφία πραγμάτων; Και φυσικά δεν εννοώ μόνον την ποσοτική πολυμορφία. Πώς γίνεται και υπάρχει αυτή η απέραντη ποικιλία μορφών, από τη μη έμβια φύση, μέχρι τις πολυάριθμες ακαθόριστες μορφές ζωής, ακόμη και μέχρι τις μορφές που ακατάπαυστα η ανθρώπινη ιστορία παράγει και δημιουργεί; Έχει υποστηριχθεί ότι η δημιουργία είναι θεία πράξη. Δεν είναι θεία πράξη. Η δημιουργία είναι αυτό ακριβώς που χαρακτηρίζει το ον. Κάθε ον. Το παν υπόκειται συνεχώς σε αλλαγή και αναδημιουργία. Δεν μπορούμε να σκεφτούμε πως ό,τι παρουσιάζεται μπροστά μας είναι μια ατέρμων επανάληψη της ίδιας μορφής, διότι αμέσως ανακύπτει το ερώτημα: Μήπως, κάθε τι είναι καταδικασμένο να επαναλαμβάνει τις μορφές που έχουν ήδη υπάρξει από καταβολής χρόνου; Είναι όμως σαφές ότι υπάρχει ένας αληθινός χρόνος· ο χρόνος της μεταβολής. Και αληθινή μεταβολή είναι η ανάδυση νέων μορφών. Τα φαινόμενα, τα οποία παρατηρούμε μπροστά μας, προσπαθούμε να τα ερμηνεύσουμε μέσα από τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Αυτές οι ερμηνείες είναι ασφαλώς πολύτιμες αλλά είναι πάντα μερικές. Γιατί; Διότι έχουν σημασία μόνον στις περιπτώσεις όπου τα φαινόμενα επαναλαμβάνονται (οι ίδιες αιτίες δίνουν τα ίδια αποτελέσματα), αλλά δεν μπορούν να ερμηνεύσουν τις περιπτώσεις όπου υπάρχει ανάδυση νέων μορφών.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την περίπτωση της ζωής. Η βιολογία μας λέει ότι σε μιαν ορισμένη στιγμή, μέσα στον «πρωταρχικό χυλό» που υπήρχε στη γη, ενας μεγάλος αριθμός μορίων συνενώθηκε τυχαία και, στη συνέχεια, κάτω από ευνοϊκές συνθήκες -θερμοκρασίας, ακτινοβολίας, πίεσης- αναδύθηκαν μορφές ζωής. Αυτή όμως η απάντηση δεν στέκει. Γιατί; Διότι μια μορφή ζωής είναι κάτι άλλο από μιαν απλή συνένωση μορίων. Επί πλέον, πρόκειται για μια σύνθεση μορίων τελείως ιδιαίτερη ανάμεσα στα δισεκατομμύρια των δισεκατομμυρίων που θα μπορούσαν να συντεθούν. Είναι μια συνένωση που κατορθώνει να οργανώνεται, να συντηρείται, να αναπαράγεται. Το ίδιο ισχύει, με τρόπο πολύ πιο πυκνό και έντονο, στην ιστορία της ανθρωπότητας. Η Ιστορία δεν είναι αποτέλεσμα συνδυασμού ίδιων στοιχείων. Η Ιστορία είναι δημιουργία νέων στοιχείων. Είναι δημιουργία της μουσικής, της ζωγραφικής, της τέχνης, της φιλοσοφίας, της δημοκρατίας. Και φυσικά δεν μπορούμε να εξηγήσουμε με τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος τη μουσική του Μπαχ ή του Μπετόβεν. Αυτή η μουσική είναι μεγάλη, διότι είναι πρωτότυπη. Και λέγοντας πρωτότυπη, σημαίνει ότι ακριβώς δεν μπορούμε να την εξηγήσουμε.

4. Αυτονομία
Υπάρχει ανθρώπινη ελευθερία και σε τι συνίσταται; Ελευθερία δεν σημαίνει να κάνουμε ό,τι μας κατεβαίνει στο κεφάλι, ούτε, όπως νόμιζαν ορισμένοι φιλόσοφοι, να δρούμε χωρίς κίνητρα. Ελευθερία σημαίνει κατ’ αρχάς να έχουμε διαύγεια απέναντι, σ’ αυτό που σκεφτόμαστε και σ’ αυτό που κάνουμε. Μπορούμε όμως να είμαστε ελεύθεροι, όταν ζούμε σε μια κοινωνία και κάτω από τον κοινωνικό νόμο; Θα διατυπώσω την απάντηση ως εξής: Μπορώ να είμαι ελεύθερος, εφόσον συμμετέχω στη διαμόρφωση αυτού του νόμου, εφόσον αποφασίζω ισότιμα μαζί με τους άλλους για τη δημιουργία αυτού του νόμου και, τέλος, εφόσον είμαι σύμφωνος με τον τρόπο που ο νόμος αυτός θεσμίστηκε. Για πολύ μεγάλο διάστημα οι ανθρώπινες κοινωνίες πίστευαν ότι τους νόμους και τους θεσμούς τους δεν τους είχαν δημιουργήσει οι ίδιες. Αλλά τότε ποιος; Οι θεοί, ο Θεός, οι πρόγονοι. Σε τέτοιες συνθήκες αυτοί οι νόμοι και οι θεσμοί προφανώς θεωρούνται ιεροί. Αδύνατον να τους αμφισβητήσει κανείς. Πώς είναι δυνατόν να πω ότι ο νόμος που τον έχει δώσει ο Θεός (αν ο Θεός είναι η πηγή κάθε δικαίου) είναι άδικος;

Σε μιαν τέτοια κοινωνία, που θα την αποκαλέσουμε ετερόνομη -επειδή είναι υπόδουλη στους δικούς της θεσμούς- τα ίδια τα άτομα είναι ετερόνομα. Δεν μπορούν να σκεφτούν μόνα τους, εκτός από τελείως τετριμμένα και δευτερεύοντα θέματα. Δεν μπορούν να ελέγξουν κριτικά τη συμπεριφορά τους. Δεν μπορούν να κρίνουν τι είναι καλό και τι κακό, τι είναι δίκαιο και τι άδικο, τι είναι αληθές και τι ψευδές. Αυτή ήταν η μοίρα της κοινωνίας επί χιλιετίες. Κάποια στιγμή όμως έγινε μια ιστορική ρήξη, η οποία άλλαξε την κατάσταση των πραγμάτων. Η ρήξη αυτή παρατηρείται για πρώτη φορά στην Αρχαία Ελλάδα (στις πόλεις που δημιούργησαν τη δημοκρατία και τη φιλοσοφία) και μετά, αφού μεσολάβησαν είκοσι αιώνες έκλειψης, ξαναξεκίνησε για δεύτερη φορά στη Δυτική Ευρώπη (με την Αναγέννηση, τον Διαφωτισμό, το μεγάλο δημοκρατικό κίνημα χειραφέτησης, το εργατικό κίνημα κ.λ.π.). Αυτά τα κινήματα -με το πρόταγμα της αυτονομίας- δημιούργησαν τις κάποιες ελευθερίες που διαθέτει η κοινωνία, στην οποία ζούμε. Όμως το πρόταγμα της αυτονομίας, το οποίο έφθασε στο κορύφωμα του ανάμεσα στο 1750 και το 1950, επί του παρόντος μοιάζει να είναι εξουδετερωμένο. Σήμερα ζούμε σε μια κοινωνία, στην οποία η απάθεια, ο κυνισμός και η ανευθυνότητα ολοένα επεκτείνονται. Το κίνημα της αυτονομίας πρέπει να ξαναξεκινήσει και να προσπαθήσει να εγκαθιδρύσει μιαν αληθινή δημοκρατία. Μια δημοκρατία όπου όλοι θα συμμετέχουν στη ρύθμιση και τον καθορισμό των κοινωνικών δραστηριοτήτων. Και αυτό είναι το μόνο πολιτικό πρόταγμα, για το οποίο αξίζει τον κόπο να εργαστούμε και να αγωνιστούμε.

*Τέσσερις λέξεις: Φαντασία, Φαντασιακό, Δημιουργία, Αυτονομία. Τέσσερις έννοιες-κλειδιά στο έργο του Κορνηλίου Καστοριάδη. Αυτές τις τέσσερις λέξεις τις “παρουσίασε” ο ίδιος στη γαλλική τηλεόραση -στην καθημερινή εκπομπή Inventer Domain του δημοσίου και με εκπαιδευτικό χαρακτήρα σταθμού La Cinquicnic-,σε τέσσερις συνεχείς ημέρες (2,3,4,5.12.1996). Τέσσερις λέξεις, τέσσερις εκπομπές διάρκειας τεσσάρων λεπτών κάθε μία, κάθε εκπομπή για μία λέξη. Αυτό εδώ το κείμενο είναι η μετάφραση, με ελάχιστες συντομεύσεις, των τεσσάρων εκπομπών, από το βιβλίο “Είμαστε η Ιστορία μας”, του Κ.Καστοριάδη

Η σημασία του συνομοσπονδισμού

 Του Murray Bookchin   

 

Ελάχιστα επιχειρήματα έχουν χρησιμοποιηθεί πιο αποτελεσματικά για την αμφισβήτη­ση της άμεσης συμμετοχικής δημοκρατίας από τον ισχυρισμό ότι ζούμε σε μια “πολύπλο­κη κοινωνία”. Τα σύγχρονα αστικά κέντρα, μας λένε, είναι πολύ μεγάλα και πολύ συγκε­ντρωμένα για να επιτρέψουν τη λήψη αποφάσεων απευθείας από το λαό. Και η οικονο­μία μας είναι, ενδεχομένως, πολύ “διεθνοποιημένη” για να ξεμπερδέψει τους δαιδάλους της παραγωγής και του εμπορίου.

Στο σημερινό υπερεθνικό, συχνά ιδιαίτερα συγκεντρω­τικό κοινωνικό μας σύστημα είναι προτιμότερο, μας συμβουλεύουν, να αυξήσουμε την αντιπροσώπευση μέσα στον κρατικό μηχανισμό, να βελτιώσουμε την αποδοτικότητα των γραφειοκρατικών θεσμών, από το να προωθήσουμε ουτοπικά “τοπικιστικά” σχήματα λαϊ­κού ελέγχου επί της πολιτικής και οικονομικής ζωής.

Σε τελευταία ανάλυση, καταλήγουν συχνά αυτά τα επιχειρήματα, οι υποστηρικτές του συγκεντρωτισμού είναι στην πραγματικότητα “τοπικιστές”, με την έννοια ότι πιστεύουν στην παραχώρηση “περισσότερης εξουσίας στο λαό” — ή, τουλάχιστον, στους αντιπρο­σώπους του. Και βέβαια ένας καλός βουλευτής είναι πάντοτε πρόθυμος να πληροφορηθεί τις επιθυμίες των “ψηφοφόρων” του (για να χρησιμοποιήσουμε ένα ακόμα αυθάδες  υπο­κατάστατο του όρου “πολίτης”).

Άμεση δημοκρατία; Ξεχάστε το όνειρο ότι στο σύγχρονο “πολύπλοκο” κόσμο μας μπο­ρούμε να έχουμε οποιαδήποτε άλλη -δημοκρατική εναλλακτική λύση, εκτός από το έθνος- κράτος! Πολλοί πραγματιστές, συμπεριλαμβανομένων και των σοσιαλιστών, συχνά απορ­ρίπτουν ως ουτοπικά τα επιχειρήματα που υποστηρίζουν αυτή τη μορφή “τοπικισμού” — με καλοπροαίρετη συγκατάβαση στην καλύτερη περίπτωση και ολοκληρωτικό χλευασμό στη χειρότερη. Ενδεικτικά, αρκετά χρόνια πριν, το 1972, ο σοσιαλδημοκράτης  Jeremy Brecher, μέσα από τις σελίδες του περιοδικού Root and Branch  με προκάλεσε να εξηγήσω με ποιον τρόπο οι απόψεις περί αποκεντρωτισμού που είχα εκφράσει στο Post Scarcity Anarchism θα απέτρεπαν, παραδείγματος χάριν, τους κατοίκους  της Νέας Υόρκης από το να ρίχνουν ακατέργαστα απόβλητα στον ποταμό Ηudson από τον οποίο άλλες πόλεις, όπως το Perth Amboy, αντλούν το πόσιμο νερό τους.

Σε επιφανειακή εξέταση, επιχειρήματα όπως αυτά του Brecher υπέρ της συγκεντρωτι­κής διακυβέρνησης φαίνονται σχεδόν ακαταμάχητα. Και πράγματι, μια “δημοκρατική”, αλλά βασικά κάθετη δομή, θεωρείται απαραίτητη ώστε να εμποδίζεται η μια περιοχή να προξενεί οικολογική βλάβη στην άλλη. Τα συνηθισμένα, όμως, οικονομικά και πολιτικά επιχειρήματα κατά της αποκέντρωσης, που ποικίλλουν από τη μοίρα του πόσιμου νερού του Perth Amboy μέχρι τη δήθεν “εξάρτηση” μας από το πετρέλαιο, στηρίζονται σε μια σειρά πολύ προβληματικών υποθέσεων. Ακόμα πιο ενοχλητικό, μάλιστα, είναι το γεγο­νός ότι στηρίζονται στην ασυνείδητη αποδοχή της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων στον οικονομικό τομέα.

Αποκεντρωτισμός και Αυτό-συντήρηση

Η υπόθεση πως ότι υπάρχει σήμερα πρέπει αναγκαστικά να υπάρχει και στο μέλλον είναι το οξύ που διαβρώνει κάθε πρωτοποριακή σκέψη (όπως φανερώνει η πρόσφατη τά­ση των ριζοσπαστών να ασπάζονται το “σοσιαλισμό της αγοράς”, αντί να ασχολούνται με τις αποτυχίες τόσο της οικονομίας της αγοράς όσο και του κρατικού σοσιαλισμού). Αναμ­φίβολα, θα πρέπει να συνεχίσουμε την εισαγωγή καφέ για όσους χρειάζονται τη δόση τους κάθε πρωί, ή εξωτικών μετάλλων για εκείνους που θέλουν να έχουν τα υπάρχοντα τους μεγαλύτερη διάρκεια ζωής από τα άχρηστα πράγματα, που παράγονται σε μια οικο­νομία συνειδητά οργανωμένη γύρω από τη φιλοσοφία της “μιας χρήσης”. Αφήνοντας κα­τά μέρος, όμως, τον παντελή παραλογισμό της συγκέντρωσης δεκάδων εκατομμυρίων αν­θρώπων σε συνωστισμένες, πραγματικά ασφυκτικές αστικές ζώνες, αναρωτιόμαστε κατά πόσο η ύπαρξη του σημερινού εξωφρενικού καταμερισμού εργασίας είναι απαραίτητη για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών; Ή μήπως (ο καταμερισμός αυτός) έχει δημιουργηθεί για να αποδίδει υπέρογκα κέρδη στις πολυεθνικές εταιρείες; Είναι δυνα­τόν, λοιπόν, να αγνοήσουμε τις οικολογικές συνέπειες της λεηλασίας του Τρίτου Κόσμου από τους πλουτοπαραγωγικούς του πόρους, τις συνέπειες της παράλογης εξάρτησης της σύγχρονης οικονομικής ζωής από τις πλούσιες σε πετρέλαιο χώρες, τα βασικά προϊόντα των οποίων περιλαμβάνουν ατμοσφαιρικούς ρύπους και καρκινογόνες ουσίες από τα πα­ράγωγα του πετρελαίου; Το να αγνοεί κανείς το γεγονός ότι η “πλανητική οικονομία” μας είναι το αποτέλεσμα μιας ακμάζουσας βιομηχανικής γραφειοκρατίας και μιας αντα­γωνιστικής οικονομίας της αγοράς που κινείται με την αρχή “ανάπτυξη ή θάνατος” είναι απίστευτα κοντόφθαλμο.

Είναι ελάχιστα αναγκαίο να ερευνήσουμε τους βάσιμους οικολογικούς λόγους που επι­βάλλουν την επίτευξη ενός βαθμού αυτο-συντήρησης. Οι περισσότεροι οικολογικά σκε­πτόμενοι άνθρωποι γνωρίζουν ότι ο υπερμεγέθης εθνικός και διεθνής καταμερισμός ερ­γασίας είναι κυριολεκτικά περιττός. Ένας τέτοιος καταμερισμός εργασίας, όχι μόνο συμ­βάλλει στην υπερ-οργάνωση με τη μορφή τεράστιων γραφειοκρατιών και τρομερής σπα­τάλης πόρων στη μεταφορά υλικών σε μεγάλες αποστάσεις, αλλά και μειώνει επίσης τις πιθανότητες για αποτελεσματική ανακύκλωση των αποβλήτων, για αποφυγή της μόλυν­σης που δημιουργείται σε ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένα βιομηχανικά και αστικά κέντρα, καθώς και για ικανοποιητική χρήση των κατά τόπους πρώτων υλών.

Εξάλλου, δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι στις σχετικά αυτο-συντηρούμενες κοι­νότητες (όπου η χειροτεχνία, η γεωργία και οι άλλοι παραγωγικοί τομείς εξυπηρετούν καθορισμένα δίκτυα συνομοσπονδιακά οργανωμένων κοινοτήτων) αυξάνονται σημαντι­κά οι ευκαιρίες και τα ερεθίσματα των μελών τους, με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση πιο ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων με ανεπτυγμένη την αίσθηση της ατομικότητας και αποδοτικότητας. Το ελληνικό ιδεώδες του ολοκληρωμένου πολίτη σ’ ένα ολοκληρωμένο περιβάλλον – κάτι που επανεμφανίσθηκε στα ουτοπικά κείμενα του Charles Fourier – ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα το αγαπημένο θέμα των αναρχικών και σοσιαλιστών του προηγούμενου αιώνα.

Η δυνατότητα του ατόμου να αφιερώνει την παραγωγική του/της δραστηριότητα σε πολλές διαφορετικές εργασίες κατά τη διάρκεια μιας μειωμένης εργασιακής εβδομάδας (ή στην ιδανική κοινωνία του Fourier, κατά τη διάρκεια μιας δεδομένης ημέρας) θεωρή­θηκε ζωτικός παράγοντας για το ξεπέρασμα του καταμερισμού μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής δραστηριότητας, την υπέρβαση της κοινωνικής ιεραρχίας που δημιουρ­γούσε αυτός ο σημαντικός καταμερισμός εργασίας, και για την αύξηση του πλούτου εμπειριών που δημιουργούσε η ελεύθερη κίνηση εργασίας από τη βιομηχανία και βιοτε­χνία μέχρι τη γεωργία. Η αυτο-συντήρηση, επομένως, συνέβαλε στη διαφόρφωση μιας πλουσιότερης προσωπικότητας, ισχυροποιημένης από μια ποικιλία ικανοτήτων κι εμπει­ριών. Το όραμα αυτό έχει, δυστυχώς, εξαφανισθεί σήμερα από τις τάξεις πολλών αριστε­ρών και περιβαλλοντολόγων, μετά τη στροφή τους προς έναν πραγματιστικό φιλελευθε­ρισμό αλλά και την τραγική άγνοια του ριζοσπαστικού κινήματος για τα οράματα του πα­ρελθόντος του.

Δεν πρέπει, πιστεύω, να χάσουμε από τα μάτια μας το νόημα του οικολογικού τρόπου ζωής, ούτε αρκεί να ακολουθούμε απλώς ορθές οικολογικές πρακτικές. Η πληθώρα εγ­χειριδίων που μας διδάσκουν πώς να συντηρούμε, να επενδύουμε, να τρώμε και να αγο­ράζουμε με “οικολογικά υπεύθυνο” τρόπο αποτελούν παρωδία της βασικότερης ανάγκης να αναλογισθούμε τι σημαίνει να σκεφτόμαστε – ναι, διαλογισμός — και να ζούμε οικο­λογικά με την πλήρη έννοια του όρου. Θα υποστήριζα, επομένως, ότι η οργανική κηπο- καλλιέργεια δεν είναι απλά και μόνο ένα καλό είδος αγροτικής οικονομίας και μια καλή πηγή θρεπτικών ουσιών είναι, πάνω απ’ όλα, ένας τρόπος να συνδέσει κανείς άμεσα τον εαυτό του με το δίκτυο τροφίμων, καλλιεργώντας προσωπικά τις ίδιες τις ουσίες που κα­ταναλώνουμε για να ζήσουμε και επιστρέφοντας στο περιβάλλον οτιδήποτε αποσπούμε από αυτό.

Έτσι, το φαγητό γίνεται κάτι πολύ σημαντικότερο από μια μορφή διατροφής. Το χώμα που οργώνουμε, οι ζώντες οργανισμοί που καλλιεργούμε και καταναλώνουμε, το φουσκί που παρασκευάζουμε — όλα ενώνονται σ’ ενα οικολογικό συνεχές που τρεφει τόσο το πνεύμα όσο και το σώμα — εντείνοντας την ευαισθησία μας στον μη-ανθρώπινο και αν­θρώπινο κόσμο γυρω μας. Πολλές φορές, με διασκεδάζουν κάποιοι ενθουσιώδεις “πνευ­ματιστές”, πολλοί από τους οποίους είναι είτε παθητικοί θεατές φαινομενικά “φυσικών” τοπίων ή θιασώτες ιεροτελεστιών, μαγείας, και παγανιστικών θεοτήτων (ή όλων αυτών μαζί), που αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν ότι μια κατ’ εξοχήν ανθρώπινη δραστηριό­τητα – η καλλιέργεια τροφίμων, συγκεκριμένα — μπορεί να συμβάλει πολύ περισσότερο στη διαμόρφωση οικολογικής ευαισθησίας (και πνευματικότητας, αν προτιμάτε) από όλα τα ξόρκια και τις ακατάλληπτες βουδιστικές φράσεις που χρησιμοποιούνται στο όνομα του οικολογικού πνευματισμού.

Κατά συνέπεια, τέτοιες μνημειώδεις αλλαγές, όπως η διάλυση του έθνους-κράτους και η αντικατάσταση του από μια συμμετοχική δημοκρατία, δεν συμβαίνουν σ’ ένα ψυχολογι­κό κενό, όπου το μόνο που αλλάζει είναι η πολιτική δομή. Η διαφωνία μου με τον Jeremy Brecher συνίστατο στο ότι σε μια κοινωνία που θα επιχειρούσε ριζοσπαστική στροφή προς μια αποκεντρωτική, συμμετοχική δημοκρατία, βασισμένη σε κοινοτικές και οικολο­γικές αρχές, είναι απλά λογικό να υποθέσει κανείς ότι οι άνθρωποι δεν θα επέλεγαν ένα τόσο ανεύθυνο σύστημα που θα επέτρεπε τη σοβαρή μόλυνση του ποταμού Hudson. Ο αποκεντρωτισμός, η άμεση συμμετοχική δημοκρατία, και μια τοπικιστική έμφαση στις κοινοτικές αξίες θα πρέπει να θεωρηθούν ως ένα αδιάσπαστο “όλον” — όπως ακριβώς υπάρχουν στο όραμα που υπερασπίζομαι πάνω από τριάντα χρόνια. Αυτό το “όλον” δεν περιλαμβάνει απλά και μόνο μια νέα πολιτική, αλλά μια νέα πολιτική κουλτούρα που αγκαλιάζει νέους τρόπους σκέψης και αίσθησης, και νέες διαπροσωπικές σχέσεις, συμ­περιλαμβανομένων και των τρόπων με τους οποίους αντιλαμβανόμαστε το φυσικό κόσμο. Όροι όπως “πολιτική” και “ιδιότητα του πολίτη” θα επαναπροσδιορίζονταν με βάση το πλούσιο νόημα που είχαν στο παρελθόν, και θα διευρύνονταν για τις ανάγκες του παρό­ντος.

Δεν είναι δύσκολο να δειχθεί — θέμα προς θέμα — ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να αμβλυνθεί σε μεγάλο βαθμό ο διεθνής καταμερισμός εργασίας χρησιμοποιώντας τοπι­κούς και περιφερειακούς πόρους, εφαρμόζοντας οικοτεχνολογίες, διαμορφώνοντας νέα κλίμακα ανθρώπινης κατανάλωσης σε ορθολογική (πραγματικά υγιεινή) βάση, και δίνο­ντας έμφαση στην ποιοτική παραγωγή που παρέχει διαρκή (κι όχι “μιας χρήσης”) μέσα συντήρησης της ζωής. Είναι λυπηρό που η πολύ σημαντική καταγραφή αυτών των προο­πτικών, τις οποίες συγκέντρωσα και αξιολόγησα το 1965 σ’ ένα δοκίμιο με τίτλο “Προς μια Απελευθερωτική Τεχνολογία”, γράφτηκε πολλά χρόνια πριν για να είναι προσιτή στη σημερινή γενιά ανθρώπων με οικολογικό προσανατολισμό. Πράγματι, σε εκείνο το δοκί­μιο υποστήριξα επίσης την ενοποίηση των περιφερειών και την ανάγκη διασύνδεσης των πόρων μεταξύ των οικο-κοινοτήτων. Διότι οι αποκεντρωμένες κοινότητες είναι αναπό­φευκτα αλληλεξαρτημένες.

Προβλήματα Αποκεντρωτισμού

Εάν πολλοί πραγματιστές αρνούνται να δουν τη σπουδαιότητα του αποκεντρωτισμού, πολλοί οικολόγοι τείνουν να αγνοούν τα αληθινά προβλήματα που προκύπτουν από τον “τοπικισμό” — προβλήματα που δεν είναι λιγότερο ανησυχητικά από αυτά τα οποία θέ­τει μια διεθνοποίηση που ευνοεί την πλήρη διασύνδεση της οικονομικής και πολιτικής ζωής σε παγκόσμια βάση. Χωρίς τις ολικές πολιτιστικές και πολιτικές αλλαγές που έχω υποστηρίξει, οι αντιλήψεις περί αποκεντρωτισμοΰ, που δίνουν έμφαση στην τοπικιστική απομόνωση και σ’ ένα βαθμό αυτάρκειας, μπορεί να οδηγήσουν σε πολιτιστικό επαρχιω­τισμό και σωβινισμό. Ο επαρχιωτισμός μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα τόσο σοβαρά όσο η “διεθνοποιητική” νοοτροπία που παραβλέπει τη μοναδικότητα των πολιτισμών, τις ιδιομορφίες των οικο-συστημάτων και οικο-περιφερειών, και την ανάγκη για ένα τρόπο οργάνωσης της κοινοτικής ζωής σε ανθρώπινη κλίμακα που καθιστά τη συμμετοχική δη­μοκρατία εφικτή. Αυτό δεν είναι δευτερεύον ζήτημα σήμερα, σ’ ένα οικολογικό κίνημα που τείνει να ταλαντεύεται προς καλοπροαίρετες αλλά μάλλον απλοϊκές ακρότητες. Δεν μπορώ παρά να επαναλάβω κατηγορηματικά ότι πρέπει να βρούμε τρόπο να μοιραζόμα­στε τον κόσμο τόσο με τους άλλους ανθρώπους όσο και με μη ανθρώπινες μορφές ζωής, μια άποψη που είναι συχνά δύσκολο να πραγματοποιηθεί σε υπερβολικά “αυτάρκεις” κοινότητες.

Όσο κι αν σέβομαι τις προθέσεις εκείνων που υποστηρίζουν την τοπική αυτοδυναμία και αυτο-συντήρηση, οι έννοιες αυτές μπορεί να αποδειχθούν εξαιρετικά παραπλανητι­κές. Μπορώ βεβαίως να συμφωνήσω με τον David Morris του Ινστιτούτου Τοπικής Αυτο­δυναμίας, για παράδειγμα, ότι εάν μια κοινότητα μπορεί να παράγει τα προϊόντα που χρειάζεται, θα πρέπει ίσως και να το κάνει. Οι αυτο-συντηρούμενες κοινότητες, όμως, δεν μπορούν να παράγουν όλα τα πράγματα που χρειάζονται — εκτός κι αν συζητάμε για επιστροφή στον εξαντλητικό τρόπο ζωής του χωριού, που, ιστορικά, γερνούσε πρόωρα τους άντρες και τις γυναίκες, και τους παραχωρούσε ελάχιστο χρόνο για πολιτική ζωή πέρα από τα άμεσα σύνορα της ίδιας της κοινότητας.

Μετά λύπης μου αναφέρω ότι υπάρχουν άνθρωποι στο οικολογικό κίνημα που, στην ουσία, υπερασπίζονται την επιστροφή σε μια οικονομία υψηλής έντασης εργασίας, για να μην πω (την επιστροφή) πίσω στη Λίθινη Εποχή. Προφανώς, πρέπει να δώσουμε στα ιδε­ώδη του τοπικισμού, αποκεντρωτισμού και αυτο-συντήρησης βαθύτερο και πληρέστερο νόημα.

Σήμερα μπορούμε να παράγουμε τα βασικά μέσα ζωής – και πολύ περισσότερα — σε μια οικολογική κοινωνία που θα στόχευε στην παραγωγή χρήσιμων αγαθών υψηλής ποιό­τητας. Ωστόσο, κάποιοι άλλοι οικολόγοι καταλήγουν πολύ συχνά να υπερασπίζονται ένα είδος “κολλεκτιβικού” καπιταλισμού, στα πλαίσια του οποίου μια κοινότητα λειτουργεί ως μεμονωμένος επιχειρηματίας, με μια αίσθηση ιδιοκτησίας ως προς τις πλουτοπαραγω­γικές πηγές της. Ένα τέτοιο σύστημα συνεταιρισμών για μια ακόμα φορά σημειώνει την απαρχή ενός συστήματος διανομής με βάση την αγορά, καθώς οι συνεταιρισμοί εμπλέκο­νται στο δίχτυ των “αστικών δικαιωμάτων” — δηλαδή, σε συμβόλαια και λογιστική κατα­γραφή που επικεντρώνονται στα ακριβή ποσά που θα λαμβάνει μια κοινότητα σε “ανταλ­λαγή” των προϊόντων που παραδίδει στις άλλες. Παρόμοια δείγματα εκφυλισμού συνέβη­σαν στη Βαρκελώνη μεταξύ ορισμένων επιχειρήσεων εργατικού ελέγχου που, μετά την απαλλοτρίωση τους από τους εργάτες τον Ιούλιο του 1936, λειτούργησαν ως καπιταλιστι­κές επιχειρήσεις – μια πρακτική που πολέμησαν οι αναρχο-συνδικαλιστές της CΝΤ στις αρχές της Ισπανικής Επανάστασης.

Αποτελεί πρόβλημα το γεγονός ότι ούτε η αποκέντρωση ούτε η αυτο-συντήρηση από μόνες τους είναι απαραίτητα δημοκρατικές. Η ιδανική πόλη στην Πολιτεία του Πλάτωνα σχεδιάσθηκε πράγματι να είναι αυτάρκης, η αυτάρκειά της όμως στόχευε στη διατήρηση μιας ελίτ πολεμιστών και φιλοσόφων. Πράγματι, η ικανότητά της να διαφυλάσσει την αυ­τάρκειά της εξαρτάτο από την ικανότητα της να αντιστέκεται, όπως η Σπάρτη, στις φαι­νομενικά “φθοροποιούς” επιδράσεις των εξωτερικών πολιτισμών (ένα χαρακτηριστικό που, μπορώ να πω, ότι εμφανίζεται ακόμα σε πολλές κλειστές κοινωνίες της Ανατολής). Παρομοίως, η αποκέντρωση από μόνη της δεν παρέχει καμιά εξασφάλιση ότι θα έχουμε μια οικολογική κοινωνία. Μια αποκεντρωμένη κοινωνία μπορεί εύκολα να συνυπάρξει με υπερβολικά άκαμπτες ιεραρχίες. Κτυπητό παράδειγμα, σχετικά, είναι η φεουδαρχία στην Ευρώπη και την Ανατολής μια κοινωνική τάξη πραγμάτων στην οποία οι ιεραρχίες των πριγκήπων, δουκών και βαρόνων βασίζονταν σε εξαιρετικά αποκεντρωμένες κοινό­τητες. Με όλο το σεβασμό στον Fritz Schumacher, το μικρό δεν είναι απαραίτητα και ωραίο.

Ούτε επίσης συνεπάγεται ότι οι κοινότητες που έχουν οργανωθεί σε ανθρώπινη κλίμα­κα και οι “κατάλληλες τεχνολογίες” αποτελούν από μόνες τους την εγγύηση κατά των εξουσιαστικών κοινωνιών. Στην πραγματικότητα, η ανθρωπότητα έζησε για αιώνες σε χωριά και μικρές πόλεις, συχνά με σφιχτά οργανωμένους κοινωνικούς δεσμούς, ακόμα και κομμουνιστικές μορφές ιδιοκτησίας. Όλα αυτά όμως παρείχαν την υλική βάση για εξαιρετικά δεσποτικές αυτοκρατορίες. Με οικονομικούς όρους, οι κοινότητες αυτές θα κέρδιζαν υψηλή θέση μεταξύ των κοινωνιών “μηδενικής ανάπτυξης” που προτείνουν οι­κονομολόγοι όπως ο Herman Daly. Εντούτοις, (οι κοινότητες αυτές) αποτέλεσαν τη βάση για την οικοδόμηση των πιο φοβερών ανατολικών δεσποτισμών στην Ινδία και Κίνα. Τέλος, οι αυτάρκεις και αποκεντρωμένες αυτές κοινότητες, ακόμα πιο πολύ κι από τους στρατούς που τους ρήμαζαν, φοβόντουσαν τους αυτοκρατορικούς φοροεισπράκτορες που τους κατάκλεβαν.

Εάν εκθειάζαμε τέτοιες κοινότητες με βάση το μέγεθος τους ή το βαθμό στον οποίο ήταν αποκεντρωμένες, αυτάρκεις, ή χρησιμοποιούσαν “κατάλληλες τεχνολογίες”, θα έπρεπε να αγνοήσουμε το βαθμό στον οποίο ήταν επίσης πολιτιστικά στάσιμες και ευά­λωτες στην εξουσία εξωγενών ελίτ. Ο φαινομενικά οργανικός, προσκολλημένος όμως στην παράδοση καταμερισμός εργασίας τους, μπορεί κάλλιστα να έχει διαμορφώσει τις βάσεις για εξαιρετικά καταπιεστικές και διεφθαρμένες κοινωνικές κάστες σε διαφορετι­κά μέρη του κόσμου — κάστες που μαστίζουν την κοινωνική ζωή της Ινδίας μέχρι σήμε­ρα.

Με κίνδυνο να φανώ ότι επαναλαμβάνομαι, αισθάνομαι υποχρεωμένος να τονίσω ότι ο αποκεντρωτισμός, ο τοπικισμός, η αυτάρκεια, ακόμα και η συνομοσπονδία — άν λη­φθούν το καθένα ξεχωριστά — δεν παρέχουν εγγυήσεις για την επίτευξη μιας ορθολογι­κής οικολογικής κοινωνίας. Στην πραγματικότητα, όλα αυτά σε διάφορες χρονικές περιό­δους έχουν στηρίξει ακραίες μορφές τοπικιστικών κοινοτήτων, ολιγαρχίες, ακόμα και δε­σποτικά καθεστώτα. Επομένως, χωρίς τη θεσμική σύνθεση των παραπάνω δομών δεν μπορούμε να ελπίζουμε στην επίτευξη μιας ελεύθερης κοινωνίας με οικολογικό προσα­νατολισμό.

Συνομοσπονδισμός και Αλληλεξάρτηση

Ο αποκεντρωτισμός και η αυτο-συντήρηση πρέπει να εμπεριέχουν μια αρχή κοινωνι­κής οργάνωσης πολύ ευρύτερη από τον απλό τοπικισμό. Μαζί με την αποκέντρωση, τη σχετική αυτάρκεια, την ανθρώπινη κλίμακα κοινοτικής οργάνωσης, τις οικοτεχνολογίες κ.λπ., υπάρχει επιτακτική ανάγκη για δημοκρατικές και αληθινά κοινοτικές μορφές αλ­ληλεξάρτησης — με δυο λόγια, για ελευθεριακές μορφές συνομοσπονδισμού.

Σε πολλά άρθρα και βιβλία έχω αναπτύξει λεπτομερώς την ιστορία των συνομοσπονδιακών δομών από τις αρχαίες και μεσαιωνικές μέχρι τις σύγχρονες συνομοσπονδίες, όπως στην Ισπανία στις αρχές του δέκατου έκτου αιώνα, οι Παρισινές συνελεύσεις των δεοΐΐοη το 1793, καθώς και πιο σύγχρονες απόπειρες για συνομοσπονδία, ιδιαίτερα από τους αναρχικούς στην Ισπανική Επανάσταση της δεκαετίας του ’30. Σήμερα, οι σοβαρές παρε­ξηγήσεις που δημιουργούνται συχνά μεταξύ των υποστηρικτών της αποκέντρωσης, οφεί­λονται στην πολύ συχνή αδυναμία τους να αντιληφθούν την ανάγκη για συνομοσπονδία — η οποία, τουλάχιστον, συντελεί στην αντιστάθμιση της τάσης των αποκεντρωμένων κοινοτήτων να παρασύρονται προς την απομόνωση και τον επαρχιωτισμό. Εάν δεν έχου­με μια σαφή αντίληψη της έννοιας του συνομοσπονδισμού — το ότι, δηλαδή, αποτελεί μια αρχή-κλειδί και δίνει πληρέστερο νόημα στον αποκεντρωτισμό — τότε η ατζέντα για ελευθεριακή τοπική αυτοδιεύθυνση μπορεί εύκολα, στην καλύτερη περίπτωση, να κατα­στεί κενή, ή να χρησιμοποιηθεί για την επίτευξη εξαιρετικά τοπικιστικών στόχων στη χει­ρότερη.

Τι είναι, επομένως, ο συνομοσπονδισμός; Πάνω απ’ όλα είναι ένα δίκτυο εκτελεστικών συμβουλίων, τα μέλη ή οι αντιπρόσωποι των οποίων εκλέγονται από άμεσα δημοκρατικές λαϊκές συνελεύσεις στα διάφορα χωριά, πόλεις, ακόμα και στις γειτονιές των μεγαλουπό­λεων. Τα μέλη αυτών των συνομοσπονδιακών συμβουλίων έχουν αυστηρή εξουσιοδότη­ση, είναι ανακλητά και υπεύθυνα ενώπιον των συνελεύσεων που τους επιλέγουν για το συντονισμό και την εφαρμογή της πολιτικής που διαφορφώνεται από τις ίδιες (τις συνε­λεύσεις). Η λειτουργία τους επομένως είναι καθαρά εκτελεστική και πρακτική, κι όχι πο­λιτική (με την έννοια της λήψης αποφάσεων για τη διαμόρφωση πολιτικής) όπως είναι η λειτουργία των αντιπροσώπων στα κοινοβουλευτικά συστήματα διακυβέρνησης.

Η άποψη περί συνομοσπονδίας εμπεριέχει μια σαφή διάκριση μεταξύ της διαμόρφω­σης πολιτικής, άφ’ ενός, και του συντονισμού και της εκτέλεσης της πολιτικής που έχει υι­οθετηθεί, αφ’ ετέρου. Η διαμόρφωση πολιτικής είναι αποκλειστικό δικαίωμα των λαϊκών κοινοτικών συνελεύσεων που βασίζονται στις πρακτικές της συμμετοχικής δημοκρατίας. Ο συντονισμός κι η διαχείριση είναι υπευθυνότητα των συνομοσπονδιακών συμβουλίων, που γίνονται όργανα για τη διασύνδεση των χωριών, πόλεων, γειτονιών και μεγαλουπό­λεων σε συνομοσπονδιακά δίκτυα. Η εξουσία επομένως ρέει από τη βάση προς την κορυ­φή κι όχι από την κορυφή προς τη βάση, και στις συνομοσπονδίες, η ροή της εξουσίας από τη βάση στην κορυφή ελαττώνεται ανάλογα με το πεδίο δράσεως του ομοσπονδια­κού συμβουλίου, που εκτείνεται εδαφικά από τοπικές κοινότητες σε περιφέρειες και από περιφέρειες σε ακόμα ευρύτερες εδαφικές περιοχές.

Το αποφασιστικό στοιχείο που δίνει υπόσταση στο συνομοσπονδισμό είναι η αλληλε­ξάρτηση των κοινοτήτων με στόχο την αυθεντική αλληλοβοήθεια που βασίζεται στη συμ­μετοχή σε σχέση με την κατανομή των πόρων, την παραγωγή και τη διαμόρφωση πολιτι­κής. Εάν μια κοινότητα δεν είναι υποχρεωμένη να βασίζεται σε κάποια άλλη, ή άλλες γε­νικότερα, για την ικανοποίηση σημαντικών υλικών αναγκών και την πραγματοποίηση κοινών πολιτικών στόχων, με τρόπο που να αποτελεί μέρος ενός μεγαλύτερου όλου, τότε η απομόνωση και ο ακραίος τοπικισμός είναι η πιθανότερη κατάληξη. Μόνο εφόσον αναγνωρίσουμε ότι η συνομοσπονδία πρέπει να θεωρηθεί ως η προέκταση ενός είδους συμμετοχικής διαχείρισης – δια μέσου συνομοσπονδιακών δικτύων — μπορεί η αποκέ­ντρωση και ο τοπικισμός να εμποδίσουν τις κοινότητες από το να αποσυρθούν μέσα στα τοπικιστικά τους όρια σε βάρος ευρύτερων συνασπισμών ανθρώπινης συνεργασίας.

Ο συνομοσπονδισμός είναι, επομένως, ένας τρόπος διαιώνισης της αλληλεξάρτησης που πρέπει να υπάρχει μεταξύ κοινοτήτων και περιφερειών — πράγματι, είναι ένας τρό­πος εκδημοκρατισμού αυτής της αλληλεξάρτησης χωρίς να εγκαταλειφθεί η αρχή του το­πικού ελέγχου. Αν και ένας λογικός βαθμός αυτάρκειας είναι επιθυμητός σε κάθε περιο­χή ή περιφέρεια, ο συνομοσπονδισμός αποτελεί μέσο αποφυγής του ακραίου τοπικισμού αφ’ ενός, καθώς και ενός εξωφρενικού εθνικού και παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας αφ’ ετέρου. Με δυο λόγια, είναι ένας τρόπος με τον οποίο μια κοινότητα μπορεί να δια­τηρήσει την ταυτότητα και την αυτονομία της ενώ, παράλληλα, συμμετέχει ισότιμα στο μεγαλύτερο σύνολο που συγκροτεί μια ισορροπημένη οικολογική κοινωνία.

Ο συνομοσπονδισμός ως αρχή κοινωνικής οργάνωσης φθάνει στο αποκορύφωμα της ανάπτυξής του όταν η ίδια η οικονομία λειτουργεί σε συνομοσπονδιακή βάση, θέτοντας τα αγροκτήματα, τα εργοστάσια και τις άλλες αναγκαίες επιχειρήσεις της περιοχής υπό τοπικό έλεγχο — όταν, δηλαδή, μια κοινότητα, όσο μικρή ή μεγάλη κι αν είναι, αρχίζει να διαχειρίζεται τους δικούς της οικονομικούς πόρους σ’ ένα αλληλένδετο δίκτυο με άλ­λες κοινότητες. Η επιβολή μιας επιλογής μεταξύ της αυτάρκειας, αφ’ ενός, και ενός συ­στήματος ανταλλαγών με βάση την αγορά, αφ’ ετέρου, αποτελεί υπερ-απλουστευμένη και μη αναγκαία διχοτόμηση. Προτιμώ να πιστεύω ότι μια συνομοσπονδιακή οικολογική κοι­νωνία θα βασίζεται στη συμμετοχή και στην ικανοποίηση που δίνει η κατανομή των αγα­θών μεταξύ των κοινοτήτων σύμφωνα με τις ανάγκες τους, κι όχι σε “συνεταιριστικές” καπιταλιστικές κοινότητες που βαλτώνουν στο δούναι και λαβείν των σχέσεων ανταλλα­γής·

Αδύνατον; Εκτός κι αν πιστέψουμε ότι η κρατικοποιημένη οικονομία (που ενισχύει με οικονομική δύναμη την πολιτική εξουσία του συγκεντρωτικού κράτους) ή μια ιδιωτική οι­κονομία της αγοράς (της οποίας ο νόμος “ανάπτυξη ή θάνατος” απειλεί με υπονόμευση την οικολογική σταθερότητα ολόκληρου του πλανήτη) είναι περισσότερο λειτουργική, μου είναι αδύνατο να δω ποια άλλη βιώσιμη εναλλακτική λύση διαθέτουμε πέρα από τη συνομοσπονδιακή τοπική αυτοδιεύθυνση της οικονομίας. Οπωσδήποτε, στην περίπτωση αυτή, δεν θα είναι πια οι προνομιούχοι γραφειοκράτες του δημοσίου ή οι άπληστοι αστοί επιχειρηματίες — ή ακόμα και οι “κολλεκτιβιστές” καπιταλιστές στις επωνομαζόμενες επιχειρήσεις εργατικού ελέγχου — προωθώντας όλοι τα δικά τους ειδικά συμφέροντα — εκείνοι που θα αντιμετωπίζουν τα προβλήματα μιας κοινότητας, αλλά οι πολίτες, ανεξάρ­τητα από το επάγγελμα και το χώρο εργασίας τους. Αυτή τη φορά, θα είναι απαραίτητο να ξεπερασθούν τα παραδοσιακά ειδικά συμφέροντα της εργασίας, του χώρου εργασίας, της κοινωνικής θέσης και των σχέσεων ιδιοκτησίας, και να δημιουργηθεί ένα γενικό συμ­φέρον βασισμένο σε αμοιβαία κοινοτικά προβλήματα.

Η συνομοσπονδία είναι η σύνθεση της αποκέντρωσης, του τοπικισμού, της αυτάρκειας, της αλληλεξάρτησης — και πολλών άλλων. Αυτά τα άλλα είναι η απαραίτητη ηθική εκ­παίδευση και δόμηση του χαρακτήρα – ότι, δηλαδή, οι Έλληνες αποκαλούσαν παιδεία — που οδηγεί στους ορθολογικούς και ενεργούς πολίτες της συμμετοχικής δημοκρατίας αντί για τους παθητικούς ψηφοφόρους και καταναλωτές της σημερινής “δημοκρατίας”. Τελικά, δεν υπάρχει υποκατάστατο για μια συνειδητή ανασυγκρότηση των μεταξύ μας σχέσεων και των σχέσεών μας με το φυσικό κόσμο.

Το επιχείρημα ότι η αναδιάρθρωση της κοινωνίας και της σχέσης μας με το φυσικό κό­σμο μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την αποκέντρωση ή τον τοπικισμό ή την αυτοσυντήρη­ση μας αφήνει με μια ελλιπή συλλογή λύσεων. Οτιδήποτε παραλείπαμε μεταξύ αυτών των προϋποθέσεων για μια κοινωνία βασισμένη στις συνομοσπονδιοποιημένες τοπικές κοινό­τητες, θα άφηνε μια τεράστια “μαύρη τρύπα” σε ολόκληρο το κοινωνικό οικοδόμημα που ελπίζουμε να δημιουργήσουμε. Η τρύπα αυτή θα μεγάλωνε και τελικά θα κατέστρεφε το ίδιο το οικοδόμημα — ακριβώς όπως η οικονομία της αγοράς, σε συνδυασμό με το “σο­σιαλισμό”, την “αναρχία”, ή οποιαδήποτε άλλη ιδέα έχει κανείς για μια “ιδεατή” κοινω­νία, θα εξουσίαζε τελικά την κοινωνία στο σύνολο της. Ούτε μπορούμε να παραλείψουμε τη διάκριση μεταξύ της διαμόρφωσης πολιτικής και της διαχείρισης, γιατί μόλις η διαμόρ­φωση πολιτικής ξεφύγει από τα χέρια του λαού, καταβροχθίζεται από τους αντιπροσώ­πους του, που δεν αργούν με τη σειρά τους να γίνουν γραφειοκράτες.

Ο συνομοσπονδισμός, ουσιαστικά, πρέπει να κατανοηθεί ως ένα όλον, ως ένα συνειδη­τά συγκροτημένο σώμα αλληλεξαρτήσεων που ενώνει τη συμμετοχική δημοκρατία σε το­πικές κοινότητες μ’ ένα επιμελώς ελεγχόμενο σύστημα συντονισμού. Εμπεριέχει τη δια­λεκτική εξέλιξη της ανεξαρτησίας και της εξάρτησης σε μια σύνθεση αλληλεξάρτησης, ακριβώς όπως το άτομο σε μια ελεύθερη κοινωνία αναπτύσσεται από την εξάρτηση της παιδικής ηλικίας στην ανεξαρτησία της νεότητας, απλά και μόνο για να συνθέσει και τις δύο σε μια συνειδητή μορφή αλληλεξάρτησης μεταξύ ατόμων και μεταξύ ατόμου και κοι­νωνίας.

Ο συνομοσπονδισμός είναι κατά συνέπεια ένα ευμετάβλητο και διαρκώς εξελισσόμενο είδος κοινωνικού μεταβολισμού, στα πλαίσια του οποίου η ταυτότητα μιας οικολογικής κοινωνίας διαφυλάσσεται μέσω των διαφορών της και της ενυπάρχουσας δυνατότητάς της για ακόμα μεγαλύτερη διαφοροποίηση. Ο συνομοσπονδισμός, στην πραγματικότητα, δεν σημειώνει το τέλος της ιστορίας (όπως πρόσφατα μας ωθούν να πιστέψουμε οι ιδεο­λόγοι του “τέλους της ιστορίας” για το φιλελεύθερο καπιταλισμό) αλλά μάλλον το σημείο εκκίνησης για μια νέα οικο-κοινωνική ιστορία που χαρακτηρίζεται από μια συμμετοχική εξέλιξη μέσα στην κοινωνία και μεταξύ της κοινωνίας και του φυσικού κόσμου.

Συνομοσπονδισμός και Δυαδική Εξουσία

Στο συγγραφικό μου έργο προσπάθησα, πάνω απ’ όλα, να δείξω πως η συνομοσπονδία σε τοπική βάση βρίσκεται σε οξεία ένταση με το συγκεντρωτικό κράτος γενικά, και με το έθνος-κράτος των ημερών μας. Ο συνομοσπονδισμός, προσπάθησα να τονίσω, δεν είναι απλώς μια μοναδική κοινωνική, ιδιαίτερα τοπική, μορφή διαχείρισης. Είναι μια σφύζου­σα παράδοση στις υποθέσεις της ανθρωπότητας, παράδοση που έχει πίσω της μια ιστορία αιώνων. Οι συνομοσπονδίες για γενιές επί γενεών προσπάθησαν να αντισταθμίσουν μια εξ ίσου σχεδόν μακρόχρονη ιστορική τάση προς το συγκεντρωτισμό και τη δημιουργία του έθνους-κράτους.

Εάν δεν αντιληφθούμε ότι ο συνομοσπονδισμός και ο κρατισμός βρίσκονται σε ένταση μεταξύ τους — μια ένταση στα πλαίσια της οποίας το έθνος-κράτος έχει χρησιμοποιήσει μια ποικιλία ενδιάμεσων λύσεων, όπως οι επαρχιακές κυβερνήσεις στον Καναδά και οι πολιτειακές κυβερνήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, για να δημιουργήσει την ψευδαίσθη­ση “τοπικού ελέγχου” — τότε η έννοια της συνομοσπονδίας χάνει κάθε νόημα. Η αυτονο­μία των επαρχιών στον Καναδά και τα δικαιώματα των πολιτειών στις Ηνωμένες Πολι­τείες δεν έχουν μεγαλύτερη σχέση με τη συνομοσπονδία απ’ ό,τι είχαν τα “σοβιέτ” ή συμ­βούλια, που ως φορείς λαϊκού ελέγχου υπήρχαν σε ένταση με το ολοκληρωτικό κράτος του Στάλιν. Τα ρωσικά σοβιέτ κατελήφθησαν από τους μπολσεβίκους και υποσκελίστη­καν από το κόμμα τους μέσα σ’ ένα ή δύο χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Επομένως η οπορτουνιστική κάθοδος “συνομοσπονδιστών” υποψηφίων στις εκλογές για πολιτειακές κυβερνήσεις – ή, ακόμα πιο εφιαλτικά, για τη θέση του κυβερνήτη σε φαι­νομενικά δημοκρατικές πολιτείες (όπως έχουν προτείνει ορισμένοι Αμερικανοί Πράσι­νοι) — αποδυναμώνει το ρόλο των συνομοσπονδιακών τοπικών κοινοτήτων ως δύναμης αντιστάθμισης του έθνους-κράτους και μειώνει τη σπουδαιότητα της ανάγκης για ένταση μεταξύ συνομοσπονδίας και έθνους-κράτους ενώ, συγχρόνως, συσκοτίζει το γεγονός ότι αυτά τα δύο δεν μπορούν να συνυπάρξουν σε μακροπρόθεσμη βάση.

Περιγράφοντας το συνομοσπονδισμό ως ένα όλον — ως μια δομή για αποκέντρωση, συμμετοχική δημοκρατία, και τοπικισμό — και ως δυνατότητα για ακόμα μεγαλύτερη διαφοροποίηση στη βάση μιας νέας εξέλιξης, θα ήθελα να τονίσω ότι η ίδια έννοια του όλου που ισχύει για τις αλληλεξαρτήσεις μεταξύ τοπικών κοινοτήτων ισχύει επίσης και για τις ίδιες τις τοπικές κοινότητες. Η τοπική κοινότητα, όπως έχω επισημάνει σε παλαιό­τερα κείμενα, είναι η πιο άμεση πολιτική αρένα του ατόμου, ο κόσμος που βρίσκεται κυ­ριολεκτικά ένα σκαλοπάτι πέρα από τον ιδιωτικό χώρο της οικογένειας και την οικειότη­τα των προσωπικών σχέσεων. Σ’ αυτή την πρωταρχική πολιτική αρένα, όπου η πολιτική θα πρέπει να γίνει αντιληπτή με την ελληνική έννοια της άμεσης διεύθυνσης των υποθέ­σεων της πόλης ή της κοινότητας, το άτομο μπορεί να μεταμορφωθεί από απλό πρόσωπο σε ενεργό πολίτη, από ιδιωτικό ον σε δημόσιο ον. Η σημαντική αυτή αρένα που κυριολε­κτικά διαμορφώνει τον πολίτη σε λειτουργικό ον με άμεση συμμετοχή στο μέλλον της κοι­νωνίας, συνιστά ένα επίπεδο ανθρώπινων αλληλεπιδράσεων που είναι πολύ πιο βασικό (με εξαίρεση την ίδια την οικογένεια) από κάθε επίπεδο που εκφράζεται με αντιπροσω­πευτικές μορφές διακυβέρνησης, όπου η συλλογική εξουσία κυριολεκτικά μετατρέπεται σε εξουσία συγκεντρωμένη σ’ ένα ή μερικά άτομα. Η τοπική κοινότητα είναι κατά συνέ­πεια η πιο αυθεντική αρένα δημόσιας ζωής, όσο κι αν έχει παραμορφωθεί μέσα στην πο­ρεία της ιστορίας….

Αναδημοσίευση από: http://eleftheriakos.gr/node/531