Ζήσης Σαρίκας, “Στίρνερ και Νίτσε: Τα όρια του μηδενισμού”

Ηλεκτρονική μεταφορά εισήγησης σε εκδήλωση στη Θεσ/νίκη

Η εποχή των δύο μεγάλων γερμανών στοχαστών για τους οποίους θα συζητήσουμε σήμερα είναι ο 19ος αιώνας. Ο πρώτος τον ανοίγει και ο δεύτερος τον κλείνει. Ο Μαξ Στίρνερ γεννήθηκε το 1806 (ένα χρόνο μετά, το 1807, εκδόθηκε η Φαινομενολογία του πνεύματος του Χέγκελ) και δημοσίευσε το μοναδικό έργο του Ο μοναδικός και η ιδιοκτησία του το 1844, έτος κατά το οποίο γεννήθηκε ο Φρίντριχ Νίτσε. Ο Στίρνερ πέθανε το 1856 σε ηλικία 50 ετών. Με τη σειρά του, ο Νίτσε έγραψε το σπουδαιότερο έργο του, το Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, το 1883, έτος θανάτου του Καρλ Μαρξ. Ο Νίτσε έχασε τα λογικά του από το 1899 και πέθανε το 1900, σε ηλικία 56 ετών, έτος κατά το οποίο κυκλοφόρησε η Ερμηνευτική των ονείρων του Ζίγκμουντ Φρόυντ. (Προφανώς, οι συμπτώσεις αυτές δεν παραπέμπουν σε κάποιο μυστηριώδη «δόλο» της ιστορίας, αλλά είναι απλώς σημαδιακές «στιγμές» μέσα σε ένα ιστορικό και πνευματικό γίγνεσθαι.)

Λίγα λόγια τώρα, σχηματικά, για την εποχή. Ο 19ος αιώνας σημαδεύτηκε από τεράστιες ανατροπές και ανακατατάξεις σε κάθε επίπεδο και σε παγκόσμια κλίμακα. Ουσιαστικά, παρατηρείται στις αναπτυσσόμενες χώρες της Ευρώπης και στην Αμερική ο σταδιακός εκθρονισμός μιας αγροτικής παράδοσης αιώνων και η αντικατάστασή της από μια αστική, εκβιομηχανισμένη, τεχνοκρατική κοινωνία. Οι ιδέες της Γαλλικής αστικής επανάστασης του 1789 περί ελευθερίας, ισότητας και αδελφοσύνης μεταφράζονται στην αναγκαιότητα και τη δυνατότητα αυτοκαθορισμού του έθνους και στον φιλελευθερισμό, με την έμφασή του στην ατομική ελευθερία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ελεύθερη αγορά, δηλαδή στην αλματώδη και απρόσκοπτη ανάπτυξη του καπιταλισμού. Ένα αποτέλεσμα της εξέλιξης αυτής είναι η δημιουργία των εθνών-κρατών, όπως είναι η Γερμανία (που ενοποιήθηκε ανάμεσα στο 1828 και το 1888), η Ιταλία, το Βέλγιο, οι βαλκανικές χώρες (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα), η κατάρρευση παλιών αυτοκρατοριών, όπως είναι η αυστροουγγρική και η οθωμανική, και η εξάπλωση των ΗΠΑ προς τα δυτικά, η εκβιομηχάνισή της και η εντόπια επανάσταση της αγοράς, καθώς και η επέκταση και ο εκσυγχρονισμός της Ρωσίας. Ένα δεύτερο αποτέλεσμα, στενά συνδεδεμένο με το προηγούμενο είναι η ακμή της αποικιοκρατίας: μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, οι δυτικές αυτοκρατορίες μοιράζονται ολόκληρη σχεδόν την Αφρική, τη νοτιοανατολική Ασία και πολλά νησιά του Ειρηνικού ωκεανού.

Η ανάπτυξη του καπιταλισμού συμβαδίζει και προωθείται από τις εντυπωσιακές και ραγδαίες προόδους της επιστήμης και της τεχνολογίας και την παρεπόμενη έκρηξη της βιομηχανικής επανάστασης, η οποία στηρίζεται αρχικά στη χρήση του κάρβουνου, του σίδηρου και του σιδηρόδρομου, αλλά προς τα τέλη του αιώνα, από το 1874 και εξής, στο ατσάλι, στα χημικά, στον ηλεκτρισμό και στο πετρέλαιο. Όψεις ή επακόλουθα της ανάπτυξης αυτής είναι ο πολλαπλασιασμός των μεγάλων βιομηχανικών συγκροτημάτων, η γιγάντωση των πόλεων και η αστυφιλία, η άνοδος του επιπέδου ζωής, αλλά και το μεγάλωμα του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών, και τέλος η γένεση ενός ογκώδους βιομηχανικού προλεταριάτου και η εμφάνιση και δράση σοσιαλιστικών, κομουνιστικών και αναρχικών κινημάτων.

Οι αντίστοιχες εξελίξεις στο ιδεολογικό επίπεδο (με την ευρύτερη έννοια του όρου) είναι εξ ορισμού τόσο πολύπλοκες και ετεροβαρείς που δεν επιδέχονται ανάλογη σχηματοποίηση. Θα περιοριστώ να πω ότι ο φιλελευθερισμός, με την έμφασή του τόσο στον ατομικισμό όσο και στην αναγκαιότητα και τη δυνατότητα της συνεχούς «προόδου» του ανθρώπου συνολικά, με την επιμονή του σε μια δήθεν πραγμάτωση των ιδεών του Διαφωτισμού περί ισότητας, δικαιοσύνης και ελευθερίας, αποτελεί μια προσχηματική επικάλυψη τόσο της κυριαρχίας του κράτους και της «αντιπροσωπευτικής» ψευδοδημοκρατίας όσο και της διαιώνισης της ταξικής κοινωνίας και της ανισότητας των ανθρώπων. Αντίθετα, οι σοσιαλιστικές, κομουνιστικές και αναρχικές θεωρίες, πρεσβεύουν μια άλλη αντίληψη περί προόδου και μια ουσιαστική υλοποίηση των ιδεών του Διαφωτισμού (είναι αυτονόητο πως η διαπίστωση αυτή δεν θέλει σε καμιά περίπτωση να τις εξομοιώσει και να εξαλείψει τα ιδιαίτερα και συχνά αντιφατικά χαρακτηριστικά τους). Οι θεωρίες αυτές θέλουν να καταρρίψουν, η καθεμιά με τον τρόπο της, τόσο την ταξική κοινωνία όσο και τις θεωρίες που τη νομιμοποιούν και πιστεύουν στη δυνατότητα ενός ριζικού και πρωτόφαντου ιστορικά μετασχηματισμού της κοινωνίας. Τέλος, το αντίβαρο στις δύο αυτές «αισιόδοξες» τάσεις με τα πολυάριθμα παρακλάδια είναι ο μηδενισμός, η έλλειψη πίστης στη δυνατότητα της προόδου, της βελτίωσης του ανθρώπου, της μεταρρύθμισης εν γένει, που φτάνει σε σημείο, αντλώντας ακόμη και από θεολογικές πηγές, να αρνηθεί κάθε νόημα στην ύπαρξη. Ο μηδενισμός μπορεί να είναι πεσιμισμός, μπορεί όμως να εκφράζει και ένα στρεβλό οπτιμισμό (για να το πω στην κοινή γλώσσα: αν δεν μένει πια τίποτε να ειπωθεί και αν τίποτε δεν έχει νόημα, κοιτώ τουλάχιστον να «περνώ καλά»).

Έρχομαι τώρα στους δύο στοχαστές που αποτελούν αντικείμενο της ομιλίας μου. Αφού σημειώσω πως και οι δύο παρακολουθούσαν εκ του σύνεγγυς τα γεγονότα της ιδιαίτερα δραματικής εποχής τους (π.χ. ο Στίρνερ τις κοινωνικές εξεγέρσεις του 1848 και ο Νίτσε την Κομούνα των Παρισίων του 1871), θα δώσω λίγα βιογραφικά στοιχεία του Στίρνερ. Αυτός γεννήθηκε το 1806 και πέθανε το 1856 στη Γερμανία. Σπούδασε φιλοσοφία, θεολογία και κλασική φιλολογία (ευτύχησε να έχει δάσκαλο τον ίδιο τον Χέγκελ), εργάστηκε για ένα διάστημα ως καθηγητής σε ιδιωτικό λύκειο θηλέων και κατόπιν (μετά το δεύτερο γάμο του και με το κεφάλαιο της γυναίκας του) επιχείρησε να γίνει, ανεπιτυχώς, έμπορος γάλατος. Στη συνέχεια μετέφρασε κάποια έργα άγγλων οικονομολόγων στα γερμανικά και τελείωσε τη διαδρομή του ως φτωχός παραγγελιοδόχος, που αναγκαζόταν να αλλάζει πόλεις επειδή τον κυνηγούσαν οι πιστωτές του.

Ο Στίρνερ ανδρώθηκε διανοητικά μέσα στο χώρο των νέων εγελειανών ή εγελειανών της αριστεράς, όπως ο Φόυερμπαχ, οι αδελφοί Μπάουερ, ο Νταβίντ Στράους, ο Ρούγκε, ο Ες και τελικά ο Μαρξ και ο Ένγκελς, οι οποίοι προσπάθησαν να αποτινάξουν από πάνω τους, ο καθένας με τον τρόπο του, τη βαριά σκιά του Χέγκελ, προτάσσοντας ταυτόχρονα τη δική τους άποψη για τον άνθρωπο και τον κόσμο.

Ο Στίρνερ υπήρξε συγγραφέας ενός και μοναδικού ογκώδους βιβλίου με τον τίτλο Ο μοναδικός και η ιδιοκτησία του. (Έγραψε και κάποια πολύ βραχύτερα κείμενα μικρότερης σημασίας.). Το βιβλίο αυτό ορθά παρομοιάστηκε με «κομήτη». Έλαμψε για λίγο έντονα στο ευρωπαϊκό πνευματικό στερέωμα, δέχτηκε δριμείες κριτικές, εξαφανίστηκε και επανεμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, σπρωγμένο από την αίγλη που είχαν αποκτήσει διεθνώς τα έργα του Νίτσε. Έκτοτε παραμένει ορατό. Στα αγγλικά έχει μεταφραστεί δύο φορές, στα γαλλικά επίσης δύο, στα ιταλικά έξι κτλ. (Στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί μόνον αποσπάσματά του.).

Ας δούμε από πιο κοντά το βιβλίο αυτό. Ήδη από τον τίτλο του θέλει να δείξει ότι το άτομο, το εγώ, κάθε μεμονωμένο άτομο και μεμονωμένο εγώ, είναι μοναδικό και δεν μπορεί να αναχθεί σε καμιά κοινωνική, πολιτική ή θρησκευτική διάσταση. Ως τέτοιο, μπορεί λοιπόν να θεωρεί, δικαιωματικά, όλα τα υπόλοιπα πράγματα, τον κόσμο και τους ανθρώπους, «ιδιοκτησία» του.

Το εγώ είναι η πρώτη αρχή, αλλά δεν μπορούμε να το ορίσουμε, διότι βρίσκεται σε μια συνεχή διαδικασία ροής και διάλυσης. Αν προσπαθήσουμε να το σκεφτούμε (δηλαδή να το ορίσουμε), τού στερούμε ακριβώς τη μοναδικότητά του, εφόσον, θέλουμε δεν θέλουμε, θα το κλείσουμε μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, σε κάποια γενική ουσία ή καθορισμό. Το εγώ βγαίνει μέσα από ένα δημιουργικό μηδέν, στο οποίο κάθε τόσο επιστρέφει.

Το πεπερασμένο αυτό εγώ διαθέτει αυτοκατοχή, μια ιδιότητα την οποία έχει πάντα και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμη και όταν είναι δούλος ή υφίσταται βασανιστήρια. Σε αντίθεση με την αυτοκατοχή, η πολυδιαφημισμένη ελευθερία είναι για τον Στίρνερ πλασματική έννοια, καθώς σημαίνει πάντα την «ελευθερία από κάτι». Όσο πιο ελεύθεροι όμως γινόμαστε, τόσο περισσότερους καταναγκασμούς ανακαλύπτουμε. Όσο για την «εσωτερική ελευθερία», την οποία μπορεί να έχει ακόμη και ένας δούλος (όπως υποστήριζαν ήδη από την αρχαιότητα οι στωικοί φιλόσοφοι), κι αυτή δεν είναι, για τον Στίρνερ, παρά φενάκη.

Ο μοναδικός, το εγώ, κινείται μέσα στον κόσμο μόνο και μόνο για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά του. Για να το πετύχει αυτό, χρησιμοποιεί μέσα όπως η πειθώς, ο εξαναγκασμός, το παρακάλιο ή η υποκρισία. Ποιος δεν είπε ψέματα σε έναν χωροφύλακα που τον συνέλαβε κάποτε; λέει ο Στίρνερ. Γι’ αυτό βλέπει τον κόσμο και τους ανθρώπους ως ιδιοκτησία του, ως κάτι που χρησιμοποιεί για την προσωπική του απόλαυση, ως κάτι που μπορεί να διαθέσει όπως θέλει, ακόμη και να το χαλάσει, ανάλογα με τις επιθυμίες του και τις επιταγές της ελεύθερης θέλησής του. (Έννοιες όπως γενική βούληση, γενικό συμφέρον, καλό του συνόλου κτλ. είναι ψευδείς και αλλοτριωτικές κατά τον Στίρνερ.) Η έκταση και ο βαθμός στον οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει την ιδιοκτησία του το εγώ εξαρτώνται από την ποσότητα της δύναμής του. Αυτό είναι και το μόνο δικαίωμα του μοναδικού, ο οποίος δεν αναγνωρίζει κανένα άλλο δικαίωμα, υποχρέωση ή καθήκον, όπως τα λεγόμενα ανθρώπινα δικαιώματα ή τα πάσης φύσεως ιερά και αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα.

Για να μπορέσει να ζήσει ο μοναδικός ως ιδιοκτήτης, πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή κατάσταση εξέγερσης, προκειμένου να μπορεί να απαλλάσσεται από όλες τις μεγάλες και καθαγιασμένες φενάκες που στοχεύουν στην αλλοτρίωσή του. Αυτές είναι η ιδιοκτησία με τη γνωστή (όχι τη στιρνερική) έννοια του όρου, η οικογένεια, το κράτος, ο λαός, η κοινωνία, οι κοινωνικές τάξεις, η ανθρωπότητα, η κοινότητα, η ομάδα (κάθε ομάδα). Όλες αυτές είναι ψευδείς υποστάσεις και τάξεις εξάρτησης, ξένοι αφέντες που αποβλέπουν στην υποδούλωση του μοναδικού, στον ευνουχισμό του, στο να μη γίνει αυτό που είναι, στο να μην ζήσει τον εαυτό του. Για παράδειγμα, το δημιουργημένο από την αστική τάξη κράτος είναι ο κατεξοχήν απόλυτος μονάρχης που, με βάση ένα σύστημα δικαίου, καθορίζει τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι (δικαιώματα και υποχρεώσεις), καθώς και τις συνθήκες νομιμότητας της ιδιοκτησίας. Το αποτέλεσμα όμως, που δεν το καταλαβαίνουν ούτε οι ίδιοι οι δημιουργοί του, οι αστοί, είναι η αυτονόμηση του κράτους. Το κράτος γίνεται μια εξωτερική, αυτοδύναμη βαθμίδα που βάζει φραγμό στα συμφέροντα του μοναδικού και συγχρόνως προσδιορίζει άπαξ διά παντός τα συμφέροντα των δικών του δημιουργών, των αστών. Συνεπώς, αυτοί είναι ευνουχισμένα εγώ, φυλακισμένοι στην ιδεοληψία που οι ίδιοι κατασκεύασαν. Εξυπηρετούν βέβαια μέσω του κράτους τα συμφέροντά τους, αλλά τα συμφέροντα αυτά είναι περιορισμένα, καθορισμένα, συρρικνωμένα, αιώνια και ανάλλακτα.

Τα ίδια ισχύουν και για τις άλλες φενάκες, τον λαό, την πατρίδα, την οικογένεια κτλ. Όλα αυτά τα νοητικά κατασκευάσματα αυτονομούνται, επιτυγχάνουν την αλλοτρίωση του εγώ, το κάνουν να θυσιάζεται για σκοπούς άλλους από τον δικό του. Στην αρχαία Αθήνα, για παράδειγμα, ο λαός, το σώμα των αθηναίων πολιτών, είχε αυτονομηθεί, με συνέπεια να καταπιέζεται και να μένει ανυπεράσπιστο το μεμονωμένο άτομο. Οι Αθηναίοι επινόησαν τονοστρακισμό, την αποπομπή των ανεπιθύμητων πολιτών, ακριβώς την εποχή που ο λαός απολάμβανε της μεγαλύτερης εκτίμησης. Θύμα αυτής της αυταπάτης έπεσε και ο ίδιος ο Σωκράτης, ο οποίος δεν άκουσε τις παραινέσεις των μαθητών του και δεν το έσκασε από τη φυλακή. Ήπιε το κώνειο, αποδεικνύοντας περίτρανα πως ήταν κορόιδο, θύμα της πιο συντριπτικής φαντασίωσης των ανθρώπων της εποχής του. (Εξίσου κορόιδο φάνηκε, κατά τον Στίρνερ, και ο Χριστός, που άφησε να τον σταυρώσουν, ενώ είχε ήδη πετύχει την ανατροπή του «εθνικού» ειδωλολατρικού κατεστημένου.)

Αντίθετα, ο «αντιουτοπιστής» μοναδικός δεν πιστεύει σε κανένα «πρέπει». Δεν πιστεύει στις ηθικές αξίες, στην ισότητα, στη δικαιοσύνη, στη φιλία, στην αγάπη, είτε υπό κάποια υπαρκτή μορφή τους είτε υπό κάποια ιδεατή. Δεν πιστεύει σε καμιά θεωρία που μιλά για δυνατότητα βελτίωσης του ανθρώπου, για πρόοδο του ανθρώπου ή για δυνατότητα έκφρασης της αληθινής φύσης του, αν γκρεμιστούν τα τείχη και σηκωθούν τα πέπλα που την καταστέλλουν και τη συσκοτίζουν. Οι κομουνιστικές ή αναρχικές ιδέες της κατάργησης της ιδιοκτησίας, της ίσης κατανομής του πλούτου και της καθαίρεσης του κράτους, που, αν πραγματωθούν, θα επιτρέψουν στους ανθρώπους να ζήσουν με αλληλεγγύη, ισότητα και ελευθερία, είναι γι’ αυτόν απάτες και παραπλανήσεις. Τόσο η «τυπική» ισότητα του φιλελευθερισμού (όπου όλα τα άτομα είναι «τυπικά» ίσα έναντι των νόμων, αλλά άνισα ως προς τον πλούτο και την εξουσία) είναι για τον Στίρνερ εξίσου κατακριτέα και απορριπτέα με την ιδέα της ουσιαστικής ισότητας, που θα προκύψει, κατά τους κομουνιστές και τους αναρχικούς, από την κατάργηση της ιδιοκτησίας, διότι και στις δύο περιπτώσεις εκείνο που θα κυριαρχήσει είναι μια «απρόσωπη» κοινωνία, με τους νόμους και την ηθική της, η οποία συνεπάγεται εξ ορισμού την εκμηδένιση της μοναδικότητας του εγώ, την εξαφάνισή του ως προσώπου. Ισότητα μεταξύ των ανθρώπων δεν μπορεί να υπάρξει, αφού αυτοί διαθέτουν (και θα διαθέτουν εσαεί) διαφορετική ποσότητα δύναμης. Η ελευθερία δεν μπορεί να νοηθεί μέσα σε κοινωνικά πλαίσια. Αυτό θα ήταν αντίφαση στους όρους. Κάθε μορφή κοινωνίας, φιλελεύθερη, κομουνιστική ή αναρχική, επιβάλλει στο άτομο όρια που το εμποδίσουν να αντιδράσει απέναντι στους άλλους όπως του αρέσει. Το σλόγκαν «η ελευθερία μου τελειώνει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου» δείχνει εύγλωττα πως με κοινωνικούς όρους η ελευθερία είναι πάντα σχετική, ελευθερία μέσα στον περιορισμό, στην καθυπόταξη ή και στη δουλεία. Επομένως, καμιά πολιτική επανάσταση ή ανατροπή δεν μπορεί να «ελευθερώσει» τον άνθρωπο.

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν όμως ότι ο μοναδικός είναι ερημίτης ή ασκητής. Συνάπτει σχέσεις (π.χ. φιλικές ή επαγγελματικές), ποτέ όμως δεν παραδίνεται σ’ αυτές, δεν αφήνει να τον ορίσουν, δεν θυσιάζει το συμφέρον του για χάρη τους. Ίσα ίσα, τις χρησιμοποιεί για το συμφέρον του. Οι σχέσεις του χαρακτηρίζονται από προσωρινότητα και διαρκή αμφισβήτηση, διότι μέριμνά του είναι να αξιολογεί τον εαυτό του με βάση την αποκλειστικότητά του και όχι τις σχέσεις του. Μπορεί να αγαπάει (φιλικά ή ερωτικά) κάποιον ή κάποιαν, απεχθάνεται όμως τη ρομαντική ή αλτρουιστική αγάπη, την παράδοση στον άλλο, τη θυσία δηλαδή του εαυτού του. Αγαπάει μόνο στο βαθμό που αυτό εξυπηρετεί τους δικούς του σκοπούς. Η ιδιοτέλεια είναι το μόνο πράγμα που υπάρχει, ακόμη και σ’ εκείνους που ισχυρίζονται πως είναι ανιδιοτελείς. (Κατά τον Στίρνερ, και αυτοί είναι εγωιστές, αλλά, για να το πούμε έτσι, ασύνειδοι.) Έννοιες όπως φιλανθρωπία, οίκτος, αλληλεγγύη εκφράζουν, κατά τον Στίρνερ, κλασικές μορφές αυτοαλλοτρίωσης και αυτοπροδοσίας.

Ο μοναδικός του Στίρνερ είναι λοιπόν ο απόλυτος μηδενιστής (οπτιμιστής μηδενιστής)-εγωιστής, ο οποίος βλέπει τον εαυτό του και τον κόσμο ως ιδιοκτησία του, ως κάτι που μπορεί να μπορεί να απολαύσει σπαταλώντας το, διαλύοντάς το, ζώντας το, χρησιμοποιώντας το όπως του αρέσει. Κι αυτό το κάνει μόνος του, δίχως να θέλει να το μοιραστεί με κανέναν άλλο. Τον ενδιαφέρει μόνον το παρόν και δεν ζει με ελπίδες για το μέλλον ούτε αναγνωρίζει κανέναν ανώτερο σκοπό ή προορισμό. Ο μοναδικός μπορεί λοιπόν να κινηθεί όπως επιθυμεί ή κρίνει, αφήνοντας και τους άλλους να κάνουν το ίδιο. Στόχος του δεν είναι η ανατροπή του κατεστημένου, του κράτους, της οικογένειας και των άλλων αλλοτριωτικών θεσμών, αλλά το ξεγέλασμά τους και η χρησιμοποίησή τους. Συνεπώς, ο μοναδικός μπορεί να είναι οτιδήποτε, τρομοκράτης, βομβιστής, κρατικός αξιωματούχος, άνθρωπος της θρησκείας κτλ., αν κρίνει και για όσο κρίνει ότι αυτό εξυπηρετεί καλύτερα την επιδίωξη της προσωπικής ευχαρίστησής του. Ξέρει τι είναι οι θεσμοί, αλλά δεν αφήνει να «τον πιάσουν κορόιδο». Αντίθετα, τους εξαπατά αυτός. Είναι ένας «προηγμένος» κυνικός.

Τι είναι όμως η ευχαρίστηση, οι επιθυμίες, τα συμφέροντα, η ελεύθερη θέληση του μοναδικού; Είναι πράγματα αυθύπαρκτα και αυτοκαθοριζόμενα; Και γιατί είναι η ηδονή κάτι αυτοφυές και αληθές, ενώ η παραγωγή αξιών και ιδανικών κάτι ετεροκαθοριζόμενο και ψευδές; Επιπλέον, δεν μπορεί να αντλείται ηδονή από οράματα ή ιδανικά; Γιατί είναι αυτοσκοπός η ηδονή; Ο Στίρνερ, αυτός ο μακρινός συγγενής του μαρκήσιου ντε Σαντ, εξετάζει ανεπαρκώς τα εύλογα αυτά ερωτήματα που σηματοδοτούν, μεταξύ άλλων, και τα όρια της σκέψης του, τα όρια του βιβλίου του, που εύστοχα χαρακτηρίστηκε «οδηγός επιβίωσης μέσα στον καπιταλισμό».

Όλα λοιπόν ξεκινούν από τον εαυτό και καταλήγουν σ’ αυτόν. Για τον Στίρνερ, το γενικό ερώτημα «τι είναι ο άνθρωπος;» δεν έχει καμιά απολύτως σημασία και πρέπει να αντικατασταθεί από το ερώτημα «ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος;». Ωστόσο, παρόλο που ο Στίρνερ δεν ιλιγγιά μπροστά στην απομόνωση, στο μηδέν, στο κενό που πρεσβεύει, αλλά θέλει αντίθετα να το «χαρεί», και παρόλο που πιστεύει ότι οι αλήθειες του είναι «σχετικές» και μη ανακοινώσιμες (τότε όμως γιατί έγραψε το βιβλίο του;), κάνει μια περίεργη υποχώρηση. Υποστηρίζει ότι, αφού η κοινωνία είναι κάτι ψευδές και καταπιεστικό, θα έπρεπε να αντικατασταθεί από τον «συνασπισμό» ή «ένωση» των εγωιστών, μοναδικών δηλαδή ατόμων, που θα συνέχιζαν όμως να αποβλέπουν, εντός της ένωσης, στην ικανοποίηση των προσωπικών επιθυμιών τους. Η ένωση αυτή θα ήταν βέβαια ένας «πόλεμος όλων εναντίον όλων», με σκοπό την αύξηση της δύναμης του καθένα σε βάρος, φυσικά, των άλλων. Τα ερωτήματα που εγείρονται αμέσως μετά την αλλόκοτη αυτή σύλληψη είναι πολλά και σπουδαία. Θα περιοριστώ να πω ότι πρώτος ο νεοεγελειανός Μόζες Ες κατηγόρησε τον Στίρνερ γι’ αυτήν τονίζοντας ότι όλες οι κοινωνίες μέχρι τώρα δεν ήταν παρά παρόμοιες «ενώσεις» ή «συνασπισμοί εγωιστών», που απέβλεπαν και κατέληγαν στην εκμετάλλευση των πολλών από τους λίγους. Ο Ες δεν έλαβε πάντως υπόψη του ότι ο συνασπισμός του Στίρνερ θα λάμβανε χώρα ανάμεσα σε «μοναδικούς», δηλαδή σε αποφενακισμένα άτομα, σε άτομα που θα είχαν προβεί προηγουμένως σε καθολική απομυθοποίηση των πάντων και θα είχαν απαλλαγεί από κάθε είδος αυταπάτης. Ίσως η ιδέα της ένωσης ή του συνασπισμού των εγωιστών ή μοναδικών να είναι τελικά ένα «αντίδοτο» που δίνει ο ίδιος ο Στίρνερ στον απόλυτο ατομικισμό και μηδενισμό του. Όσο κι αν ο συγγραφέας ισχυρίζεται το αντίθετο, ίσως ο «συνασπισμός των εγωιστών» να είναι ένα σκιώδες κοινωνικό πρόταγμα, κάτι που ξεφεύγει δηλαδή από το παρόν και κατοικοεδρεύει στο μέλλον.

Στη συνέχεια θα αναφερθώ σε κάποιους από τους υποτιθέμενους αντιπάλους και διαδόχους του Στίρνερ. Οι κριτικές που δέχτηκε ο Στίρνερ αμέσως μετά την εμφάνιση του «μοναδικού» του βιβλίου ήταν περισσότερες από τους επαίνους και προέρχονταν κυρίως από τους παλιούς του ομοϊδεάτες, τους εγελειανούς της αριστεράς, όπως τον Φόυερμπαχ, τον Ες και τον Μπάουερ. Την πιο δριμεία κριτική του άσκησαν όμως οι Μαρξ και Ένγκελς, το 1845-1846, με το βιβλίο τους Η γερμανική ιδεολογία, το οποίο πρωτοδημοσιεύτηκε όμως σε δύο φάσεις, το 1903-1904 και το 1932, και έμεινε συνεπώς για πάντα άγνωστο στον Στίρνερ. Σημειώνω ότι ο Ένγκελς έκανε για πολύ καιρό παρέα με τον Στίρνερ στο Βερολίνο, στην ομάδα Die Freien, και είναι αυτός που τον κατέταξε το 1886 με το ατυχές βιβλίο του Ο Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας, στην ίδια κατηγορία με τους αναρχικούς Μπακούνιν και Προυντόν.

Στηριζόμενοι στην πεποίθηση ότι ο εαυτός, η συνείδηση, η αυτοσυνειδησία είναι πράγματα κοινωνικά καθορισμένα και δεν μπορούν να εξεταστούν έξω από τα πλαίσια κάθε συγκεκριμένης εποχής και κοινωνικού περιβάλλοντος, ο Μαρξ και ο Ένγκελς κατηγορούν τον Στίρνερ ότι οι έννοιές του τού μοναδικού και της αυτοσυνειδησίας είναι κενές αφαιρέσεις, απλοϊκός υλισμός και συνάμα απενσαρκωμένος ιδεαλισμός. Τονίζουν ότι, παρόλο που απεχθάνεται το κράτος, δεν μπορεί να το γκρεμίσει, διότι η εξέγερσή του είναι καθαρά «κατ’ όνομα», πλασματική. (Παραβλέπουν όμως το γεγονός ότι ο Στίρνερ δεν θέλει να καταργήσει το κράτος αλλά να το «εξαπατήσει».) Απορρίπτουν επίσης την έννοια των μοναδικών για κάθε άνθρωπο συμφερόντων, των καθαρά ατομικών συμφερόντων (για αυτούς ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον, άρα υπάρχει πάντα, έστω και διαστρεβλωμένο, κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί «γενικό συμφέρον»). Υποστηρίζουν, βεβιασμένα και άστοχα είναι αλήθεια, ότι οι απόψεις του Στίρνερ για την ιδιοκτησία τον καθιστούν εκπρόσωπο των γερμανών μικροαστών, που μόνη τους λαχτάρα ήταν να γίνουν αστοί και να καρπωθούν τα προνόμια των τελευταίων. Τέλος, μέμφονται, ορθά από μια ορισμένη οπτική γωνία, τον Στίρνερ για το ότι ανάγει τελικά όλες τις ανθρώπινες σχέσεις σε σχέσεις ωφελιμισμού και εκμετάλλευσης.

Είναι φανερό πως άβυσσος χωρίζει τον Στίρνερ από τη μια και τους Μαρξ και Ένγκελς από την άλλη. Αρκούμαι εδώ να επισημάνω ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς αφήνονται να παρασυρθούν από την ούτως ή άλλως συζητήσιμη πεποίθησή τους ότι «δεν καθορίζει η συνείδηση τη ζωή, αλλά η ζωή τη συνείδηση» και βλέπουν τον μοναδικό του Στίρνερ ως μια απόπειρα πλήρους ανεξαρτητοποίησης του εγώ, του εαυτού, από τα κοινωνικο-ιστορικά δεδομένα. Ο Στίρνερ όμως αφήνει να εννοηθεί, υπόρρητα κατά τη γνώμη μου, ότι ο μοναδικός δεν είναι αλλά γίνεται. Γίνεται, όταν συνειδητοποιήσει και διώξει όλα τα φαντάσματα που τον κατατρύχουν (κοινωνία, θρησκεία, ανθρώπινη φυλή, κράτος, έθνος, τάξεις κτλ.), τα οποία δεν έχουν κατεβεί από κάπου σαν από μηχανής θεοί αλλά είναι, ασφαλώς, κοινωνικο-ιστορικά κατασκευάσματα. Μπορεί να μη θέλει να τα εξαλείψει, σίγουρα όμως θέλει να τα ξεπεράσει, «να ανεβεί ψηλότερα απ’ αυτά», όπως λέει ο ίδιος. (Εξ ου και η «μόνιμη» εξέγερσή του.). Επομένως, ο χαρακτηρισμός του Στίρνερ ως ενός είδους «αυτιστικού ιδεαλιστή» είναι ανεπιτυχής και μαρτυρεί τη σφοδρή επιθυμία του Μαρξ και του Ένγκελς να τελειώνουν μια για πάντα με μια πολύ προκλητική (έστω και προβληματική) σκέψη. (Αυτό φαίνεται και από τον τεράστιο αριθμό των σελίδων που αντιστοιχούν στη Γερμανική ιδεολογίαστον «άγιο Μαξ», δηλαδή στον Στίρνερ.) Πάντως, η βασική διαφορά μεταξύ των τριών έγκειται στο ότι στη σύλληψη του Μαρξ και του Ένγκελς σχετικά με την πράξη μιας ανθρώπινης συλλογικότητας (ομάδας, κοινωνικής τάξης κτλ.), η οποία αφορά το σύνολο των ανθρώπινων όντων, αντιπαρατίθεται η σύλληψη του Στίρνερ σχετικά με τη «δημιουργικότητα» του καλλιτέχνη, ο οποίος πραγματώνει και εκφράζει μόνον τον εαυτό του.

Για να περάσω σε ένα άλλο ζήτημα, μια από τις πιο παράξενες και βεβιασμένες ταυτίσεις που έχουν γίνει είναι εκείνη του Στίρνερ με τους αναρχικούς. Η άποψη αυτή, που ανάγεται στον Ένγκελς και επαναλαμβάνεται αργότερα από τον αναρχικό ποιητή και βιογράφο του Στίρνερ Μακάυ, παγιώθηκε με τον χαρακτηρισμό του Στίρνερ ως αριστοκράτη ή ατομικιστή αναρχικού, μολονότι δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν αναρχικοί στοχαστές άμεσα επηρεασμένοι από τις ιδέες του Στίρνερ. Οι μόνοι που ονοματίστηκαν «επίγονοι» του Στίρνερ ήταν ο αμερικανός αναρχικός Μπέντζαμιν Τάκερ, κάποιοι κύκλοι καλλιτεχνών και λογοτεχνών του «τέλους του αιώνα», ιδίως Γάλλοι, και τέλος ορισμένες «τρομοκρατικές» ομάδες αναρχικών που έδρασαν στη Γαλλία και στην Ιταλία τη δεκαετία του 1890, καθώς και διάφορες «γκανγκστερικές» συμμορίες της Αμερικής του 1920.

Οι «εκλεκτικές» αυτές συγγένειες είναι, κατά τη γνώμη μου, πολύ αμφίβολες. Ανυπόστατη ή στην καλύτερη περίπτωση εξαιρετικά χαλαρή φαίνεται για παράδειγμα η σύνδεση του Στίρνερ με τη δράση των αναρχικών «ντεσπεράντος», που ζούσαν εκτός νόμου, σαν μοναχικοί λύκοι, κάνοντας ένοπλες ληστείες, βάζοντας βόμβες και σκοτώνοντας εκπροσώπους του κατεστημένου. Θεωρητικά, ο Στίρνερ δεν θα είχε αντίρρηση για τις ένοπλες ληστείες, αφού αυτές θα ήταν απλώς ένα από τα «πρόσφορα» μέσα που θα μπορούσε να επιλέξει και να χρησιμοποιήσει κάποιος για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά του, θα έβρισκε όμως άνευ νοήματος τη σύγκρουση με το κατεστημένο με βόμβες ή δολοφονίες, είτε αυτές γίνονταν από αυτοτροφοδοτούμενο μίσος είτε με σκοπό να «αφυπνίσουν» τον κόσμο.

Από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Στίρνερ μοιάζει με τους αναρχικούς στην απόρριψη κάθε καθαγιασμένης αυθεντίας (θρησκευτικής, πολιτικής ή ευρύτερα κοινωνικής), στην άρνηση του κράτους ως μέσου εδραίωσης της κοινωνικής τάξης και επιβολής του δικαίου στα μέλη του (ενός δικαίου που καθορίζει με αυστηρούς κανόνες και με τη βία την ατομικότητά τους και τη δράση τους) και στη μη παραδοχή των «αναπαλλοτρίωτων» δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Σε γενικές γραμμές όμως, οι αναρχικοί πιστεύουν ότι αν μέσω της επανάστασης συντριβεί το κράτος και οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του, αν αρθούν οι ιδεολογικές αγκυλώσεις της θρησκείας και της παγιωμένης, αμετακίνητης ηθικής, καθώς και οι κοντόφθαλμες ιδεολογίες όπως π.χ. ο εθνικισμός, ο ρατσισμός και ο σεξισμός, αν τέλος καταργηθεί η ιδιοκτησία ως εργαλείο οικονομικής εκμετάλλευσης και κοινωνικής ανισότητας, οι άνθρωποι θα μπορέσουν να πραγματοποιήσουν δυνατότητες κρυμμένες ή φιμωμένες ώς εκείνη τη στιγμή και να χτίσουν μια κοινωνική οργάνωση δίχως αυθεντίες και διακυβέρνηση εκ των άνω, στηριγμένη στην αυτονομία, στην αλληλοβοήθεια και τη συνεργασία. Το πρόταγμα αυτό εμπεριέχει τις εξής πεποιθήσεις: α) ότι ο άνθρωπος είναι, όπως είπε ο Μπακούνιν, βαθύτατα κοινωνικό και συνάμα βαθύτατα ατομικό ον· β) ότι ο άνθρωπος έχει έμφυτη ηθική αίσθηση και αίσθηση δικαίου, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν έρεισμα της συνεργασίας και του αμοιβαίου σεβασμού, χωρίς βέβαια να εξαλείφονται ως διά μαγείας οι διαφορές και οι συγκρούσεις, και γ) ότι ο άνθρωπος μπορεί να πειστεί από το ίδιο του το λογικό και να το χρησιμοποιήσει έτσι ώστε να υλοποιήσει στην πράξη, να δώσει σάρκα και οστά στις ιδέες της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Κατά τους αναρχικούς λοιπόν, ο άνθρωπος είναι ένα ον που διαθέτει δυνατότητα ριζικής βελτίωσης ή αναμόρφωσης του εαυτού του και του κόσμου (περφεξιονισμός).

Αντίθετα, ο μοναδικός του Στίρνερ δεν δέχεται την ύπαρξη μιας ιδεώδους ανθρώπινης φύσης, που απλώς δεν έχει πραγματωθεί ακόμα, ούτε την πιθανότητα για την επίτευξη κάποιας κοινωνικής αρμονίας. Περιφρονεί κάθε ηθική αρχή (είναι δηλαδή αμοραλιστής) και δεν πιστεύει στη συλλογική δράση ή στην επανάσταση. Θέλει απλώς να απαλλαχτεί από τις αλλοτριώσεις που του έχουν επιβάλλει και να «ζήσει τον εαυτό του», μόνος του, αν και ανάμεσα σε άλλους, εδώ και τώρα. Αμφισβητεί τα δικαιώματα ιδιοκτησίας μόνο και μόνο επειδή του απαγορεύουν να χρησιμοποιήσει ο ίδιος πράγματα που δεν του «ανήκουν». Επειδή όμως τα θέλει, θα χρησιμοποιήσει τη δύναμη που διαθέτει (κάθε μέσο που κρίνει λυσιτελές) για να τα αποκτήσει. Το ίδιο μπορούν να κάνουν και όλοι οι άλλοι. Ανάλογη με τη δύναμη του καθένα θα είναι και η ιδιοκτησία του. Γι’ αυτό ο Στίρνερ απορρίπτει την άποψη του Προυντόν ότι «η ιδιοκτησία είναι κλοπή». Ο μοναδικός είναι εξ ορισμού εγκληματίας. Επίσης, ο μοναδικός εχθρεύεται το κράτος, όχι επειδή αυτό βιάζει την αυτονομία του ατόμου, αλλά επειδή είναι απειλή για τα ιδιωτικά συμφέροντα του τελευταίου. Το κράτος ασκεί τη δύναμή του πάνω μου, αλλά και εγώ θα ασκήσω τη δική μου. Θα προσπαθήσω με κάθε τρόπο να εξαπατήσω το κράτος και να αποφύγω τους νόμους του. Επομένως, ο μοναδικός είναι ένας κυνικός ατομικιστής που πιστεύει μόνο στη δύναμη και στον ανταγωνισμό και προσβλέπει μόνο στην ικανοποίηση των συμφερόντων και των επιθυμιών του. (Υπενθυμίζω πάντως την αντίφαση που αντιπροσωπεύει η σύλληψη της ένωσης, του συνασπισμού των εγωιστών.). Τέλος, ο μοναδικός αρνείται ουσιαστικά την ελευθερία, την ισότητα και τη δικαιοσύνη, αφού βλέπει τους πάντες και τα πάντα σαν αντικείμενα προς ιδιοποίηση και αφού θεωρεί καθετί συλλογικό υπαρκτή ή δυνητική αλλοτρίωση για το «εγώ».

Είπα ήδη πως ο Μοναδικός του Στίρνερ ξαναπρόβαλε στον ορίζοντα όταν έγινε ευρέως γνωστό το έργο του Φρίντριχ Νίτσε και ιδίως το βιβλίο του Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, που γράφτηκε το 1883, σαράντα περίπου χρόνια μετά τον Μοναδικό. (Σημειώνω εν παρόδω πως στο ογκώδες έργο του Νίτσε δεν γίνεται καμιά μνεία στον Στίρνερ. Το μόνο που έχουμε στη διάθεσή μας σχετικά με κάποια ενδεχόμενη συγγένεια μεταξύ τους είναι δυο τρεις μαρτυρίες που λένε πως ο Νίτσε γνώριζε το έργο του Στίρνερ. Προσωπική μου γνώμη, την οποία δεν θα στηρίξω με επιχειρήματα τώρα, είναι ότι ο Νίτσε το γνώριζε.

Ο Νίτσε γεννήθηκε το 1844 και πέθανε το 1900 στη Γερμανία σε ηλικία 56 ετών. Σπούδασε φιλολογία, θεολογία και φιλοσοφία και εργάστηκε ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας για 6 χρόνια. Παραιτήθηκε από τη θέση του για λόγους υγείας (ο Νίτσε πέρασε όλη σχεδόν τη ζωή του άρρωστος) και, χάρη σε μια μικρή σύνταξη που κατόρθωσε να βγάλει, πέρασε δεκαπέντε χρόνια ως εργένης πλάνης, γράφοντας τα βιβλία του και αλλάζοντας συνεχώς τόπο διαμονής (μέρη που προτιμούσε ήταν η Ελβετία και ο «Νότος», δηλαδή η βόρεια Ιταλία και η νότια Γαλλία). Το 1888, σε ηλικία 44 ετών, είχε ήδη γράψει ένα τεράστιο έργο (15 πολυσέλιδοι τόμοι στην πιο πρόσφατη έκδοση των απάντων του). Τον ίδιο χρόνο εκδηλώθηκε η ψυχική νόσος που θα τον βύθιζε σε πνευματικό σκοτάδι για 11 ολόκληρα χρόνια, ώς τη στιγμή του θανάτου του.

Επιφανειακά, υπάρχουν ομοιότητες ανάμεσα στη σκέψη του Νίτσε και σ’ εκείνη του Στίρνερ. Τέτοιες είναι:

α) Η έμφαση στο υπάρχον άτομο, που πασχίζει εδώ και τώρα να «βγάλει άκρη» με την άμεση εμπειρία του. Η οργάνωση του χάους της άμεσης εμπειρίας είναι για τον Νίτσε «αισθητικό» φαινόμενο. Ο κόσμος δικαιώνεται μόνον ως αισθητικό φαινόμενο.

β) Ο άνθρωπος αναζητά διαρκώς την «αλήθεια», αυτή όμως είναι πάντα σχετική. Εκείνο που μετράει είναι συνεπώς η συνεχής αναζήτησή της, δηλαδή η μόνιμη άσκηση της κριτικής και της αμφισβήτησης σε όλες τις διαστάσεις και τις πτυχές τους.

γ) Η στροφή στον παρόντα κόσμο και συνεπώς η απόρριψη κάθε υπερβατικής, εξωκοσμικής ή αλλοκοσμικής ουσίας και λύσης. Για τον Νίτσε είναι απαράδεκτη κάθε μορφή θρησκείας και ανυπόστατη κάθε μορφή τέλειας, ιδεώδους και δυνάμενης να πραγματοποιηθεί στο μέλλον ανθρώπινης ουσίας και κοινότητας (σαν αυτές που πρεσβεύουν λ.χ. ο κομουνισμός ή ο αναρχισμός).

δ) Η εξονυχιστική εξέταση του ηθικού σύμπαντος, ο εντοπισμός και η καταγγελία των ηθικών συμβάσεων, κοινοτοπιών και αποκρύψεων. Για παράδειγμα, η ηθική αρχή του οίκτου μπορεί να είναι στην ουσία αυτοπροστασία και εκείνη της φιλανθρωπίας φιλαυτία, αγάπη για τον εαυτό.

ε) Η άρνηση κάθε θεσμισμένης αυθεντίας και, φυσικά, της ύψιστης μορφής της, του σύγχρονου κράτους.

στ) Η απολάκτιση ιδεολογιών και πραγματικοτήτων όπως ο φιλελευθερισμός, η αντιπροσωπευτική, κοινοβουλευτική δημοκρατία, ο εθνικισμός, ο φυλετισμός κτλ. αφενός επειδή τείνουν να αρνηθούν την ατομικότητα, να ομοιογενοποιήσουν τους ανθρώπους, να τους μετατρέψουν σε αγέλη, σε κοπάδι (αυτό κάνει κατά τον Νίτσε κάθε μορφή εξισωτισμού, κάθε θεωρία ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι) και αφετέρου επειδή ανάγουν σε ύψιστες και καθοριστικές αρχές ιδιότητες που είναι απλά προσαρτήματα, όπως το χρώμα του δέρματος, το φύλο, η εθνικότητα, η ηλικία κτλ. (Ο Νίτσε ήταν υπέρμαχος μιας μορφής κοσμοπολιτισμού που καμιά σχέση δεν έχει φυσικά μ’ αυτό που είναι γνωστό σήμερα ως παγκοσμιοποίηση.)

ζ) Η ανάδειξη της δύναμης και της σύγκρουσης ως των μόνων πανταχού παρουσών και σίγουρων πραγματικοτήτων στη ζωή και στον κόσμο. (Θυμίζω ότι ο Στίρνερ υποστηρίζει ότι μόνον η δύναμη υπάρχει και η ζωή είναι ο «πόλεμος όλων εναντίον όλων».)

Περνώντας στη θεωρία του Νίτσε, θα ήθελα να τονίσω πως γι’ αυτόν η θέληση για δύναμη είναι η μόνη δύναμη πάνω στη γη, αυτή που κινεί όλα τα όντα και τα κάνει να αλληλοσυγκρούονται, να συνδυάζονται, να ενώνονται, να ανακατεύονται αέναα. Όπως λέει ο ίδιος στο Πέρα από το καλό και το κακό, «η ζωή είναι κατ’ ουσίαν ιδιοποίηση, παράβλαψη, καθυπόταξη του ξένου και του ανίσχυρου, καταπίεση, σκληρότητα, εκμετάλλευση… δηλαδή θέληση για δύναμη». Επειδή τα όντα δεν έχουν την ίδια δύναμη (δεν είναι ίσα), ο κόσμος είναι μια τάξη ιεραρχίας από το ανώτερο στο κατώτερο, μια τάξη όμως ρευστή και επιδεχόμενη συνεχείς αμφισβητήσεις και ανακατατάξεις. Στην κορυφή της πυραμίδας αυτών των θελήσεων για δύναμη βρίσκεται φυσικά ο άνθρωπος, ο οποίος έχει επιβάλλει και θα επιβάλλει πάντα την εξουσία του πάνω στη φύση και στους ομοίους του. Αυτό που διέπει τις ανθρώπινες σχέσεις είναι ο ανταγωνισμός (ο αρχαίος ελληνικός αγών, αυτό που δεν άφηνε τον Θεμιστοκλή να κοιμηθεί όταν σκεφτόταν «το του Μιλτιάδου τρόπαιον»). Σας θυμίζω στο σημείο αυτό ότι ο Στίρνερ θεωρούσε τον οστρακισμόπου λάμβανε χώρα στην αρχαία Αθήνα εκμηδένιση του ατόμου. Αντίθετα, ο Νίτσε υποστηρίζει ότι ο θεσμός του οστρακισμού ήταν θετικός: όταν ένα άτομο ξεπερνάει όλα τα άλλα, παραμερίζεται από την κοινότητα «προκειμένου να ξαναρχίσει το παιχνίδι των ανταγωνιζόμενων δυνάμεων». (Εδώ ίσως θα ήταν ενδιαφέρουσα μια σύγκριση με την ένωση, τον συνασπισμό των εγωιστών του Στίρνερ. Ίσως μέσα σ’ αυτόν τον «συνασπισμό» να κρύβεται η ιδεώδης μορφή αγώνος.)

Για τον Νίτσε, η πιο ισχυρή θέληση για δύναμη είναι η πιο πνευματική, δηλαδή εκείνη που χαρακτηρίζει τους «μεγάλους εφευρέτες καινούργιων αξιών» ή δημιουργούς. Τέτοιοι άνθρωποι προβαίνουν, μαζί με τους μαθητές/οπαδούς τους, σε καινούργιες αξιολογήσεις των ανθρώπινων αξιών, ιδεών και πραγμάτων και έτσι προτείνουν ένα καινούργιο «αγαθό» για την πλειονότητα των ανθρώπων (για τον λαό), αναπόσπαστο από έναν πίνακα «υπερνικήσεων», δηλαδή έναν πίνακα που περιέχει όλα εκείνα που πρέπει να ξεπεραστούν τη δεδομένη στιγμή. Οι δημιουργοί μπορούν να εκφράζουν μια «θετική» ή μια «αρνητική» θέληση για δύναμη. Θετική είναι κάθε θέληση για δύναμη που είναι καταφατική προς τη ζωή, που «ευλογεί τα πράγματα και τον άνθρωπο», και αρνητική κάθε θέληση για δύναμη που δεν σέβεται, δεν εκτιμά και δεν αναδεικνύει την αξία της ζωής. Για παράδειγμα, ο χριστιανισμός, η πανίσχυρη αυτή θρησκεία, υποτιμά και δυσφημεί τη ζωή και τον κόσμο εδώ κάτω εν ονόματι ενός «επέκεινα», ενός άλλου κόσμου τιμωρίας ή ανταμοιβής (κόλαση και παράδεισος). Με τις έννοιες της αμαρτίας και της τιμωρίας ταπεινώνει και κουτσουρεύει το ανθρώπινο σώμα και πνεύμα. Με τον χριστιανισμό ανεβαίνουν στην εξουσία οι αδύναμοι, οι αρνητές της ζωής. Ο Χριστός ήταν βέβαια ένας μεγάλος δημιουργός, εξέφρασε όμως την ηθική και επέβαλε την κυριαρχία των «αδύναμων», των «δούλων», δηλαδή των αρνητών της ζωής.

Μιλώντας για την εποχή του, την εποχή της Δύσης του 19ου αιώνα, ο Νίτσε υποστηρίζει πως είναι παρακμιακή, μηδενιστική, εποχή της κυριαρχίας των αδύναμων και της αρνητικής θέλησης για δύναμη. Το κοινωνικό πρόταγμά του (κι εδώ έγκειται μια από τις ουσιώδεις διαφορές του με τον Στίρνερ) είναι να επικρατήσει πάλι, όπως συνέβη πολλές φορές στην ιστορία, η θετική θέληση για δύναμη, η θέληση για δύναμη των δυνατών. (Το «πάλι» διασώζει ώς ένα βαθμό τον Νίτσε από την κατηγορία ότι προσβλέπει κι αυτός σε μια μελλοντική «τέλεια» κοινωνία.) Παρόλο που διατείνεται πως είναι αμοραλιστής και βρίσκεται «πέρα από το καλό και το κακό», θέλει την εγκαθίδρυση μιας καινούργιας ηθικής, που θα στηρίζεται στην επαναξιολόγηση όλων των δεδομένων μέχρι τώρα αξιών. Το ζητούμενο είναι να βρεθούν οι δημιουργοί, εκείνη η ελίτ που θα προωθήσει και θα επιβάλλει μέσα από ένα νικηφόρο αγώνα έναν τέτοιο σκοπό. Είναι ολοφάνερο ότι ο Νίτσε διαφοροποιείται ευθέως από οποιοδήποτε σοσιαλιστικό ή αναρχικό όραμα μιας μελλοντικής κοινωνίας, η οποία θα ερείδεται κυρίως στη συνεργασία και στην αλληλοβοήθεια ίσων ατόμων. Επιπλέον, ακόμη κι αν νικήσει η θετική θέληση για δύναμη, η κυριαρχία της δεν μπορεί παρά να είναι προσωρινή, όπως διδάσκει η νιτσεϊκή θεωρία της αιώνιας επιστροφής όλων των πραγμάτων –μια δυσνόητη και νεφελώδης θεωρία με την οποία δεν μπορώ να ασχοληθώ εδώ παραπάνω. Εξίσου διαφοροποιείται όμως ο Νίτσε και από τον Στίρνερ, εφόσον πιστεύει σε κάποια μορφή, έστω και αριστοκρατική, συλλογικής δράσης –πράγμα απαράδεκτο και αλλοτριωτικό για τον «Μοναδικό».

Επιγραμματικά, ο μηδενιστικός χαρακτήρας της σύγχρονης εποχής φαίνεται για τον Νίτσε α) από την κυριαρχία του κράτους και των ψεύτικων και παραπλανητικών ιδεωδών της ισότητας, της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, καθώς και των γελοίων τυπικών ενσαρκώσεών τους (η ισότητα π.χ. δεν είναι παρά ισότητα έναντι του νόμου και στηρίζεται στην οικονομική και κοινωνική ανισότητα), β) από την κυριαρχία της θρησκείας και των πάσης φύσεως ασφυκτικών και αποστερητικών ιδεολογιών, γ) από την παντοδυναμία του πνεύματος του καπιταλισμού ή του «μικρέμπορου», όπως έλεγε ο ίδιος, με τις αξίες του τού πλουτισμού, της ακατάπαυστης και μηχανικής εργασίας, της επιβεβλημένης σχόλης, του ζωώδους καταναλωτισμού και ηδονισμού. Όλα τα παραπάνω σε καμιά περίπτωση όμως δεν αυτοαποκαλούνται «μηδενισμός», αλλά αυτοπαρουσιάζονται ως πρόοδος και συνεχής βελτίωση της ανθρώπινης κατάστασης. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι για τον Νίτσε αντιπροσωπεύουν τον «κρυφό», αλλά πανίσχυρο, μηδενισμό –αν και ο χαρακτηρισμός αυτός δεν είναι δικός του αλλά δικός μου. Στον «φανερό», τώρα, μηδενισμό ανήκουν όλες εκείνες οι ιδεολογίες και οι φιλοσοφίες που ισχυρίζονται απερίφραστα ότι τίποτε δεν αξίζει, ότι η ζωή είναι μια σειρά επαναλαμβανόμενων κύκλων δίχως νόημα, ότι όλα κανονίζονται, όπως έλεγε π.χ. ο γερμανός φιλόσοφος Άρτουρ Σοπενάουερ, από μια ανώτερη δύναμη, μια «θέληση», που θα μείνει για πάντα άγνωστη στον άνθρωπο και που συνεχώς εξαντικειμενικεύεται δημιουργώντας τις μορφές του υλικού και του πνευματικού κόσμου. Φαντάζομαι πως σ’ αυτήν την κατηγορία θα κατέτασσε ο Νίτσε και την κατά τα άλλα πολύ διαφορετική φιλοσοφία του Μαξ Στίρνερ και παρά τα κοινά στοιχεία που είχε μ’ αυτόν. Μολονότι ο Στίρνερ δεν δεχόταν καμιά υπερβατική αρχή (και προφανώς δεν θα δεχόταν πως μια παντοδύναμη εξωανθρώπινη θέληση σοπεναουερικού ή άλλου τύπου καθορίζει όπως αυτή θέλει τη ζωή των ανθρώπων), ο ατομικισμός και ο ηδονισμός του δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός από τον Νίτσε, τον αριστοκράτη φιλόσοφο της κατάφασης στη ζωή, τον υποστηρικτή της υπέρβασης και της επαναξιολόγησης όλων των αξιών, από τον ψυχολόγο που θέλει βέβαια να δρουν και να μην φιμώνονται τα ένστικτα και οι ενορμήσεις, αλλά που τονίζει παράλληλα πως αυτά μετουσιώνονται και πρέπει να μετουσιώνονται διοχετεύοντας την ενέργειά τους σε άλλης τάξης δημιουργήματα. (Σημειώνω εν παρόδω πως στην ιδέα αυτή –και όχι μόνον– στηρίχτηκε αργότερα ο Φρόυντ.)

Ο Νίτσε ζητά λοιπόν μια πνευματική επανάσταση που θα επιφέρει την κυριαρχία της θετικής θέλησης για δύναμη, την οποία αντιπροσωπεύουν οι «δυνατοί». Ωστόσο, τόσο αυτή η σύλληψη για την επανάσταση όσο και η θέληση για δύναμη και το δυαδικό σχήμα «κατάφαση στη ζωή» και «άρνηση της ζωής» παραμένουν για μένα εξαιρετικά προβληματικά, όπως άλλωστε και το αντιδιαφωτιστικό μένος του Νίτσε –με την παντελή απαξίωση της ισότητας, της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Είναι όμως αναπόφευκτο να ισοδυναμεί η δύναμη με την επιβολή της κυριαρχίας, δηλαδή την ανισότητα και την ανελευθερία; Με άλλα λόγια, γιατί να μη συμβαδίζει η διαφορά στη δύναμη με μια θεσμισμένη ισότητα και ελευθερία; (Με τη λέξη δύναμη δεν εννοώ φυσικά καμιά μορφή κοινωνικής, οικονομικής κτλ. δύναμης.)

Στα δυσκολότατα αυτά ερωτήματα δεν θα αποπειραθώ να δώσω κάποια απάντηση τώρα. Αυτό που κρατώ πάντως από τους δύο μεγάλους στοχαστές που μας απασχόλησαν σήμερα, τον Στίρνερ και τον Νίτσε, είναι η συμβολή τους στην κριτική και την απομαγικοποίηση της δυτικής κοινωνίας, η άρνηση κάθε υπερβατικότητας, η απαράμιλλή τους ικανότητα να απομυθοποιούν πεποιθήσεις, ιδέες και αξίες παγιωμένες και ατράνταχτες για αιώνες και η επιμονή τους στην αναζήτηση της αλήθειας, έστω κι αν θεωρούν την τελευταία «σχετική». Αναζήτηση της αλήθειας σημαίνει όμως κριτική, αμφισβήτηση, διερώτηση, αποφενακισμός. Τα στοιχεία αυτά είναι για μένα οι κινητήριοι μοχλοί για μια καινούργια σύλληψη της ατομικότητας και της συλλογικότητας και για μια υπερκέραση της σημερινής παντοδυναμίας του μηδενισμού.

Αναδημοσίευση από: http://www.vrahokipos.gr/bookcase/65-sarikas-zisis/93-stirner-kai-nitse-ta-oria-tou-midenismou.html

Jacques Rancière – Επτά κανόνες για την καλύτερη διάδοση των ρατσιστικών ιδεών

ranc

 Το σχέδιο νόμου του Γάλλου υπουργού εσωτερικών Jean-Louis Debré, σχετικά με την είσοδο και τη διαμονή ξένων και το δικαίωμα ασύλου, συζητήθηκε στη Βουλή τον χειμώνα του 1997 και ψηφίστηκε τον Απρίλιο του ίδιου έτους. Οι διατάξεις του, οι οποίες προέβλεπαν τον διπλασιασμό του χρόνου κράτησης των χωρίς χαρτιά και άδεια παραμονής αλλοδαπών αλλά και υποχρέωναν τους ιδιοκτήτες να δηλώνουν στην Αστυνομία την άφιξη ή την αναχώρηση κάθε ξένου ενοικιαστή, προκάλεσαν ένα κύμα διαμαρτυρίας που κορυφώθηκε με μια δημόσια έκκληση για ανυπακοή, πρωτοβουλία μιας ομάδας 59 σκηνοθετών. Η παρέμβαση, με άρθρο στην εφημερίδα Le Monde, του φιλοσόφου Jacques Rancière, παλαιού μαθητή και συνεργάτη του Louis Althusser και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Paris VIII, διατηρεί και σήμερα την επικαιρότητά της: ιδιαίτερα για την Ελλάδα, με τη συζήτηση σχετικά με το νομοσχέδιο για την απόδοση ιθαγένειας στους μετανάστες, όπου με ευθύνη κυρίως του ΛΑΟΣ και δευτερευόντως της Νέας Δημοκρατίας είναι σε πλήρη εξέλιξη μια επιχείρηση καλλιέργειας ξενοφοβικών και ρατσιστικών αντανακλαστικών στην κοινή γνώμη.

Jacques Rancière

• Η διάδοση των ρατσιστικών ιδεών στη Γαλλία φαίνεται να είναι σήμερα εθνική προτεραιότητα. Την επιχειρούν οι ρατσιστές, κι αυτό είναι το λιγότερο. Όμως, σε μια εποχή δύσπιστη απέναντι στις ιδέες, η προσπάθεια των προπαγανδιστών μιας ιδέας έχει κάποια όρια, και, προκειμένου να ξεπεράσει αυτά τα όρια, έχει συχνά την ανάγκη της συνδρομής των αντιπάλων της. Κι εδώ είναι η αξιοπρόσεκτη πλευρά της κατάστασης στη Γαλλία: πολιτικοί, δημοσιογράφοι και ειδικοί κάθε λογής έχουν καταφέρει να βρούν τα τελευταία χρόνια αρκετά αποτελεσματικούς τρόπους ώστε να θέσουν τον αντιρατσισμό τους στην υπηρεσία της διάδοσης των ρατσιστικών ιδεών,  και μάλιστα με αύξουσα ένταση. Έτσι λοιπόν όλοι οι κανόνες που διατυπώνονται εδώ είναι ήδη σε χρήση. Αλλά αυτό γίνεται συνήθως με εμπειρικό και άναρχο τρόπο, χωρίς σαφή συνείδηση της εμβέλειάς τους. Φαίνεται λοιπόν ευκταίο, προκειμένου να εξασφαλιστεί η μέγιστη αποτελεσματικότητά τους, να τους παρουσιάσουμε στους δυνητικούς τους χρήστες με μορφή ρητή και συστηματική.
Κανόνας 1 

Αναφερθείτε καθημερινά σε ρατσιστικές δηλώσεις και δώστε τους τη μέγιστη δυνατή δημοσιότητα. Σχολιάστε τις εκτενώς, θέστε ερωτήματα στους εκφραστές τους, επώνυμους κι ανώνυμους. Υποθέστε, παραδείγματος χάρη, ότι καθώς ένας ρατσιστής ηγέτης, απευθύνεται στους οπαδούς του, του ξεφεύγει ότι έχουμε πολλούς τραγουδιστές με σκούρο δέρμα και πολλούς ποδοσφαιριστές στην Εθνική Γαλλίας με ονόματα που ηχούν ξενόφερτα. Θα μπορούσατε να θεωρήσετε ότι η πληροφορία αυτή δεν αποτελεί καμιά συνταρακτική αποκάλυψη αλλά μάλλον κοινοτοπία, πολλώ δε μάλλον αφού ένας ρατσιστής, όταν μιλάει σε ρατσιστές, τους λέει ρατσιστικά πράγματα. Η στάση αυτή θα είχε μια διπλή δυσάρεστη συνέπεια: πρώτον, θα παραλείπατε έτσι να εκδηλώσετε την αδιάλειπτη επαγρύπνησή σας απέναντι στη διάδοση των ρατσιστικών ιδεών, δεύτερον, οι ίδιες αυτές ιδέες θα διαδίδονταν λιγότερο. Όμως το σημαντικό είναι να μιλάμε πάντοτε γι αυτές, ώστε αυτές να καθορίζουν το μόνιμο πλαίσιο για το ό,τι βλέπουμε και το ό,τι ακούμε. Μια ιδεολογία δεν είναι πρωτίστως θεωρητικές θέσεις, αλλά χειροπιαστές και πρόδηλες πραγματικότητες. Δεν είναι απαραίτητο να εγκρίνουμε τις ιδέες των ρατσιστών. Αρκεί να βλέπουμε ακατάπαυστα όσα αυτοί μας κάνουν να δούμε, να μιλάμε ακατάπαυστα για όσα αυτοί μας μιλάνε, να αρνούμαστε αυτές τις “ιδέες” αποδεχόμενοι το δεδομένο που αυτές μας επιβάλλουν.

Κανόνας 2 

Μην παραλείπετε ποτέ να συνοδεύετε την κοινοποίηση κάθε ρατσιστικής δήλωσης με μια όσο το δυνατόν πιο έντονη έκφραση αποτροπιασμού. Αυτός ο κανόνας είναι σημαντικό να γίνει απόλυτα κατανοητός, δεδομένου ότι εξασφαλίζει ένα τριπλό αποτέλεσμα: πρώτον, οι ρατσιστικές ιδέες πρέπει να γίνουν κοινός τόπος μέσω της ακατάπαυστης διάδοσής τους, δεύτερον, πρέπει να καταγγέλλονται συνεχώς ώστε να παραμένουν σκάνδαλο διατηρώντας ταυτόχρονα την ελκυστικότητά τους, τρίτον, η ίδια η καταγγελία τους πρέπει να εμφανίζεται ως δαιμονοποίηση, ώστε οι ρατσιστές να θεωρούνται κατακριτέοι επειδή λένε πράγματα τα οποία ωστόσο αποτελούν κοινότοπες και πρόδηλες αλήθειες. Ας θυμίσουμε το παράδειγμά μας: θα μπορούσατε να θεωρήσετε ανώδυνη την ανάγκη του κ. Le Pen να στρέψει την προσοχή μας σε ό,τι ο καθένας μας βλέπει δια γυμνού οφθαλμού, ότι δηλαδή ο τερματοφύλακας της Εθνικής Γαλλίας έχει μαύρο δέρμα. Θα χάνατε έτσι το ουσιαστικό αποτέλεσμα: να αποδείξετε ότι είναι έγκλημα οι ρατσιστές να μιλάνε για κάτι το οποίο όλος ο κόσμος βλέπει δια γυμνού οφθαλμού.

Κανόνας 3 

Επαναλάβετε σε όλες περιστάσεις: υπάρχει ένα μεταναστευτικό πρόβλημα που πρέπει να ρυθμίσουμε αν θέλουμε να βάλουμε φραγμό στον ρατσισμό. Οι ρατσιστές δεν σας ζητούν κάτι περισσότερο: να αναγνωρίσετε ότι το πρόβλημά τους είναι όντως ένα πρόβλημα και μάλιστα «το» πρόβλημα. Προβλήματα υπάρχουν πράγματι πολλά με τους ανθρώπους που έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό το χρώμα του δέρματός τους και το ότι έρχονται από τις παλιές γαλλικές αποικίες. Αλλά όλα αυτά δεν συνιστούν ένα μεταναστευτικό πρόβλημα, για τον απλό λόγο ότι «μετανάστης» είναι μια έννοια ρευστή που καλύπτει ετερογενείς κατηγορίες, όπως στην περίπτωση πολλών Γάλλων που έχουν γεννηθεί στη Γαλλία από Γάλλους γονείς. Το να διεκδικείς να ρυθμιστεί με νομικά και πολιτικά μέτρα το «πρόβλημα των μεταναστών» είναι σαν να διεκδικείς κάτι απολύτως αδύνατο. Ωστόσο, διεκδικώντας το, αφενός δίνεις υπόσταση στην απροσδιόριστη μορφή του ανεπιθύμητου, αφετέρου, αποδεικνύεις ότι είσαι ανίκανος να κάνεις το οτιδήποτε γι αυτό το ανεπιθύμητο και ότι μόνο οι ρατσιστές έχουν να προτείνουν λύσεις.

Κανόνας 4

Επιμείνετε στην ιδέα ότι ο ρατσισμός έχει ο ίδιος μια αντικειμενική βάση, ότι είναι αποτέλεσμα της κρίσης και της ανεργίας και ότι δεν μπορείς να τον εξαλείψεις παρά μόνο εξαλείφοντας την κρίση και την ανεργία. Με αυτό τον τρόπο του προσδίδετε επιστημονική νομιμοποίηση. Και καθώς η ανεργία αποτελεί πλέον μια διαρθρωτική απαίτηση για την καλή λειτουργία των οικονομιών μας, το συμπέρασμα συνάγεται απολύτως φυσικά: αν δεν μπορείς να εξαλείψεις τη «βαθιά» αιτία του ρατσισμού, το μόνο που σου μένει είναι να εξαλείψεις την περιστασιακή αιτία του, ξαποστέλνοντας τους μετανάστες στις χώρες προέλευσής τους με τη θέσπιση νηφάλιων και αντικειμενικών ρατσιστικών νόμων. Εάν κάποιος σκεπτόμενος επιπόλαια σάς αντιτείνει ότι σε άλλες χώρες, με παραπλήσια ποσοστά ανεργίας, δεν εκδηλώνονται ρατσιστικές εκτροπές όπως σε εμάς, παρακινείστε τον να ψάξει σε τι μπορεί να διαφέρουν αυτές οι χώρες από τη δική μας. Η απάντηση είναι αυτονόητη: ότι δεν έχουν όπως εμείς υπερβολικά πολλούς μετανάστες.

Κανόνας 5 

Προσθέστε ότι ο ρατσισμός εκδηλώνεται σε κοινωνικά στρώματα ευάλωτα από τον οικονομικό εκσυγχρονισμό, σε καθυστερημένους που δεν μπορούν να παρακολουθήσουν την πρόοδο, στον «λαουτζίκο» κ.λπ. Ο κανόνας αυτός συμπληρώνει τον προηγούμενο. Παρουσιάζει το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι αποδεικνύει πως οι αντιρατσιστές, στιγματίζοντας τους «καθυστερημένους» ρατσιστές, έχουν τα ίδια αντανακλαστικά με εκείνους που μιλούν για «κατώτερες φυλές», και ότι κάνει αυτούς τους «καθυστερημένους» να αισθάνονται πιο άνετα για την περιφρόνηση που τρέφουν τόσο για τις κατώτερες φυλές όσο και για τους αντιρατσιστές των καλών συνοικιών που θέλουν να τους κάνουν μάθημα αντιρατσισμού.

Κανόνας 6

Κάντε έκκληση για συστράτευση όλων των υπεύθυνων πολιτικών δυνάμεων ενάντια στις ρατσιστικές δηλώσεις. Καλέστε αταλάντευτα τους ανθρώπους της εξουσίας να τις αποδοκιμάσουν με τον πιο απόλυτο τρόπο. Αυτό που έχει πράγματι σημασία είναι να αποκτήσουν αυτοί οι πολιτικοί την πατέντα του αντιρατσισμού, πράγμα που θα τους επιτρέψει να εφαρμόσουν με αυστηρότητα και να βελτιώσουν, αν παραστεί ανάγκη, τους ρατσιστικούς νόμους, οι οποίοι βεβαίως προορίζονται να θέσουν φραγμό στον ρατσισμό. Σημαντικό είναι επίσης να παρουσιαστεί η ακραία ρατσιστική δεξιά ως η μόνη συνεπής δύναμη που τολμά να πει μεγαλόφωνα αυτό που άλλοι σκέφτονται σιωπηρά, η μόνη που προτείνει ευθέως ό,τι οι άλλοι κάνουν στα μουλωχτά. Είναι σημαντικό τελικά να εμφανιστεί, μόνη αυτή, ως το θύμα μιας συνωμοσίας όλων αυτών των ανθρώπων της εξουσίας.

Κανόνας 7 

Απαιτείστε νέους αντιρατσιστικούς νόμους που θα επιτρέπουν την ποινικοποίηση ακόμα και της ίδιας της πρόθεσης αναμόχλευσης ρατσιστικών παθών, ένα εκλογικό νόμο που θα εμποδίζει την άκρα δεξιά να καταλάβει έδρες στη Βουλή και μια σειρά μέτρα της ίδιας τάξεως. Καταρχήν, κατασταλτικοί νόμοι μπορούν πάντα να φανούν χρήσιμοι. Έπειτα, θα αποδείξετε ότι η προσήλωσή σας στη δημοκρατική νομιμότητα είναι αρκετά εύκαμπτη και προσαρμόσιμη στις αλλαγές των περιστάσεων. Τέλος, θα καθαγιάσετε τους ρατσιστές στον ρόλο τους ως μάρτυρες της αλήθειας που υφίστανται την καταστολή για αδικήματα γνώμης, που καταδιώκονται από αυτούς που φτιάχνουν τους νόμους όπως τους βολεύει.

Πρέπει, εν ολίγοις, να υποβοηθηθεί η διάδοση του ρατσισμού με τρεις τρόπους: διαφημίζοντας όσο το δυνατό περισσότερο το όραμα που έχει για τον κόσμο, προσδίδοντάς του το ακάνθινο στεφάνι του μάρτυρα, δείχνοντας ότι μόνον ο καθαρός ρατσισμός μπορεί να μας γλιτώσει από τον βρόμικο ρατσισμό. Ήδη για την εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος υιοθετούνται και οι τρεις τρόποι, με αξιόλογες επιτυχίες. Όμως, με τη μέθοδο, μπορούμε να τα καταφέρουμε ακόμα καλύτερα.
Αναδημοσίευση από: http://eagainst.com/articles/jacques-ranciere/

OCTAVIO PAZ, ΜΙΛΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ

 citt
                   Στον Έλιοτ Γουάινμπεργκερ
  Νέα του σήμερα και ερείπια αύριο κιόλας, θαμμένα και αναστημένα κάθε μέρα,
  συνυπάρχουν σε οδούς, πλατείες, λεωφορεία, ταξί, σινεμάδες, θέατρα, μπαρ, ξενοδοχεία, περιστερεώνες, κατακόμβες,
  η πόλη τεράστια και χωράει σε μιά κάμαρα τριών τετραγωνικών μέτρων ατελείωτη σαν γαλαξίας,
  η πόλη που μας ονειρεύεται όλους και που όλοι τη φτιάχνουμε και τη χαλάμε και την ξαναφτιάχνουμε όσο ονειρευόμαστε,
  η πόλη που όλοι ονειρευόμαστε και που ακατάπαυστα μεταβάλλεται όσο εμείς ονειρευόμαστε,
  η πόλη που ξυπνάει κάθε εκατό χρόνια και κοιτάζεται στον καθρέφτη μιάς λέξης και μη αναγνωρίζοντας τον εαυτό της ξαναρίχνεται ευθύς στον ύπνο,
  η πόλη που βλασταίνει στα βλέφαρα της γυναίκας που κοιμάται δίπλα μου και αφυπνίζεται,
  με τα μνημεία και τ’ αγάλματά της, με τις ιστορίες και τους θρύλους της
  σ’ έναν κρουνό φτιαγμένον από πάμπολλα μάτια και όπου το καθένα της καθρεφτίζει το ίδιο σταματημένο πάνω στη στιγμή τοπίο,
  πριν απ’ τα σχολεία και τις φυλακές, τους αριθμούς και τα αλφάβητα, τους ιερούς βωμούς και τον νόμο:
  ο ποταμός που είναι τέσσερα ποτάμια, ο κήπος, το δέντρο, η Γυναίκα και ο Άντρας ντυμένος άνεμο
  – να επιστρέφεις, να επιστρέφεις, να ξανάσαι πηλός, να λούζεσαι σ’ αυτό το φως, να κοιμάσαι κάτω από όλες τούτες τις φωτοχυσίες,
  να πλέεις στα νερά του χρόνου σαν το φλογισμένο σφενταμόφυλλο που το παρασέρνει το ρεύμα,
  να επιστρέφεις, κοιμόμαστε άραγε ή είμαστε ξύπνιοι; είμαστε, απλώς βρισκόμαστε εδώ, ξημερώνει, είναι νωρίς,
  βρισκόμαστε στην πόλη, αδύνατον να βγούμε απ’ αυτήν χωρίς να πέσουμε σε άλλην, ταυτόσημη και εν τούτοις διαφορετική, μια πόλη άλλη,
  μιλώ για την τεράστια πόλη, πραγματικότητα καθημερινή φτιαγμένη με δύο μόνο λέξεις: οι άλλοι,
  και σε καθέναν τους υπάρχει ένα εγώ κομμένο από ένα εμείς, ένα εγώ ασύδοτο,
  μιλώ για την πόλη που χτίστηκε απ’ τους νεκρούς, που κατοικείται από τ’ αδιάλλακτα φαντάσματά της, που κυβερνάται απ’ τη δεσποτική της μνήμη,
  η πόλη με την οποία μιλώ όσο δεν μιλώ με κανέναν και που τώρα μου υπαγορεύει τούτες τις άγρυπνες λέξεις,
  μιλώ για τους πύργους, τις γέφυρες, τους υπόγειους σιδηρόδρομους, τα υπόστεγα, θαύματα και όλεθρους,
  το αφηρημένο Κράτος και τις συγκεκριμένες αστυνομίες του, τους παιδαγωγούς του, τους δεσμοφύλακές του, τους ιεροκήρυκές του,
  τα καταστήματα που έχουν τα πάντα και που καταναλώνουμε τα πάντα και όλα γίνονται μεμιάς καπνός,
  τις αγορές με τις πυραμίδες των φρούτων τους, εναλλαγή των τεσσάρων εποχών, τα κρεμασμένα σφαχτάρια στα τσιγκέλια, τους λόφους των μπαχαρικών και τους πύργους με τα βαζάκια τουρσιών και τις κονσέρβες κρέατος,
  όλα τα χρώματα και τα αρώματα, όλες οι γεύσεις και όλα τα υλικά, η παλίρροια των φωνών –νερό, μέταλλο, ξύλο, λάσπη–, η φασαρία, η συναλλαγή και η κοροϊδία από την πρώτη-πρώτη ημέρα και εντεύθεν αδιαλείπτως,
  μιλώ για τα κτίρια από πέτρα πελεκητή και μάρμαρο, από τσιμέντο, γυαλί, σίδερο, για τον κοσμάκη στους προθάλαμους και τα κατώφλια, για τ’ ασανσέρ που ανεβαίνουνε και κατεβαίνουν σαν τον υδράργυρο στο θερμόμετρο,
  για τις τράπεζες και τα διοικητικά συμβούλιά τους, για τα εργοστάσια και τους διευθυντές τους, για τους εργάτες και τις αιμομικτικές τους μηχανές,
  μιλώ για την αμνήμονη παρέλαση της πορνείας σε δρόμους μεγάλους όπως ο πόθος και όπως η ανία,
  για το πηγαινέλα των αυτοκινήτων, καθρέφτη των μόχθων μας, των διαφόρων μορφών του χρέους και του πάθους (γιατί, προς τί, για πού;),
  για τα πάντοτε υπερπλήρη νοσοκομεία και όπου πάντοτε πεθαίνουμε μόνοι,
  μιλώ για το σκιόφως μερικών ναών και για τις τρεμάμενες φλόγες των κεριών στην αγία τράπεζα,
  γλώσσες δειλές, με τις οποίες μιλούν οι ανάπηροι με τους αγίους και με τις παρθένες σε μιά γλώσσα φλογισμένη και συνεχώς διακοπτόμενη,
  μιλώ για τον δείπνο κάτω απ’ το μονόφθαλμο φως, στο κουτσό τραπέζι και στα φαγωμένα γύρω-γύρω στα χείλη τους πιάτα,
  για τις αθώες φυλές που καταυλίζονται στους χερσότοπους με τα γυναικόπαιδά τους, με τα ζωντανά και τα φαντάσματά τους,
  για τους αρουραίους στον υπόνομο και για τους ατρόμητους σπουργίτες που κάνουνε φωλιά τους τα καλώδια, τα γεισώματα και τα μαρτυρικά δεντράκια,
  για τους διαλογιζόμενους γάτους και τις ελευθεριάζουσες διηγήσεις τους στο φως της σελήνης, της σκληρής θεάς των ταρατσών,
  για τους περιπλανώμενους σκύλους, που είναι οι δικοί μας φραγκισκανοί μοναχοί και οι δικοί μας μπχίκου, για τους σκύλους που ξεθάβουνε τα κόκαλα του ήλιου,
  μιλώ για τον αναχωρητή και για την κοινότητα των λιμπερτίνων, για τον όρκο των εκδικητών και για των κλεφτών τη συμμορία,
  για τη συνωμοσία των ισοτιστών και για την εταιρεία των Φίλων του Εγκλήματος, για τη λέσχη των αυτοχείρων και για τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη,
  για τον Φίλο των Ανθρώπων, ακονιστή της λαιμητόμου, και για τον Καίσαρα, Τέρψη του Γένους των Ανθρώπων,
  μιλώ για την παραλυτική συνοικία, για τη λαβωμένη μάντρα, τη στερεμένη πηγή, το μουντζουρωμένο άγαλμα,
  μιλώ για τους σκουπιδότοπους που έχουνε ανάστημα βουνού και για τον αμίλητο ήλιο που καθαρίζεται μέσα στην αιθαλομίχλη,
  για τα σπασμένα τζάμια και για την έρημο των παλιοσίδερων, για το έγκλημα της χθεσινής νύχτας και για το συμπόσιο του αθάνατου Τριμαλχίωνα,
  για το φεγγάρι ανάμεσα στις κεραίες των τηλεοράσεων και για μιά πεταλούδα πάνω σ’ έναν κάδο απορριμμάτων καθισμένη,
  μιλώ για ροδαυγές σαν πέταγμα γερανών στη λίμνη και για τον ήλιο με τις διάφανες φτερούγες που κουρνιάζει στα πέτρινα φυλλώματα των εκκλησιών και για το κελάρυσμα του φωτός στους γυάλινους κορμούς των ανακτόρων,
  μιλώ για κάτι σούρουπα στις αρχές φθινοπώρου, καταρράχτες άυλου χρυσού, μετασχηματισμούς αυτού του κόσμου, τα πάντα χάνουν το σώμα τους, τα πάντα μετεωρίζονται,
  το φως στοχάζεται και καθένας μας νιώθει νά ’ναι μέσα στον στοχασμό τούτου του φωτός που αντανακλάται, κι όσο διαρκεί μιά μεγάλη στιγμή ο χρόνος εξατμίζεται, και ξανάμαστε εκ νέου αέρας,
  μιλώ για το καλοκαίρι και για τη νύχτα την αργόσυρτη που μεγαλώνει στον ορίζοντα σαν βουνό καπνού που λίγο-λίγο καταρρέει και πέφτει επάνω μας σαν κύμα,
  συνδιαλλαγή των στοιχείων, η νύχτα έχει γείρει και το κορμί της είναι ποτάμι ορμητικό που μονομιάς κοιμήθηκε, εμείς κλυδωνιζόμαστε στα κύματα της ανάσας της, η ώρα είναι πια χειροπιαστή, μπορούμε να την πιάσουμε όπως πιάνουμε τους καρπούς στα δέντρα,
  ανάψανε τα φώτα, οι λεωφόροι καίγονται απ’ τη φλόγα του πόθου, το φως το ηλεκτρικό στα πάρκα διαπερνάει τα φυλλώματα και πέφτει πάνω μας βροχούλα πράσινη και φωσφορίζουσα που μας φωτίζει χωρίς να μας μουσκεύει, τα δέντρα μουρμουρίζουνε, μας λένε κάτι,
  υπάρχουν δρόμοι στο ημίφως που είναι χαμογελαστοί υπαινιγμοί, δεν ξέρουμε πού πάνε, ίσως τραβάνε την αποβάθρα των χαμένων νησιών,
  μιλώ για τ’ αστέρια πάνω στα ψηλά λιακωτά και για φράσεις δυσανάγνωστες που γράφουν στις πέτρες του ουρανού,
  μιλώ, ναι, για το ξαφνικό ανεμομπόρι που μαστιγώνει τα τζάμια και ταπεινώνει τις αλέες, κράτησε εικοσιπέντε λεπτά και τώρα πια υπάρχουν εκεί ψηλά γαλάζιες τρύπες και πίδακες φωτός, ο ατμός ανεβαίνει από την άσφαλτο, τ’ αυτοκίνητα λάμπουνε, έχει λούμπες εκεί όπου σαλπάρουν πλεούμενα φορτωμένα ανταύγειες,
  μιλώ για σύννεφα νομαδικά και για μιά λυγερή μουσική που φωτίζει ένα δωμάτιο σε κάποιον πέμπτον όροφο και για μιά θορυβώδη ροή γελώτων εν τω μέσω της νυκτός σαν νεράκι μακρινό που ρέει ανάμεσα σε ρίζες και σε χλόες,
  μιλώ για την προσδοκώμενη συνάντηση με αυτή την απροσδόκητη μορφή όπου το άγνωστο σαρκώνεται εμφανιζόμενο ανεξαιρέτως στον καθένα:
  μάτια που είναι η νύχτα που ανοιγοκλείνει και η μέρα που ξυπνάει, η θάλασσα που απλώνεται και η φλόγα που ομιλεί, στήθη γενναία: παλίρροια σεληνιακή,
  χείλη που λένε σουσάμι και ανοίγει ο χρόνος και η κάμαρα η μικρή γίνεται κήπος μεταμορφώσεων, ο δε αήρ και το πυρ συναρμόζονται, ενώ η γη και το ύδωρ συγχωνεύονται,
  ή μήπως είναι η έλευση της στιγμής, όπου ακριβώς εκεί πέρα, σ’ εκείνη την άλλη πλευρά που δεν είναι άλλη από τούτην εδώ, το κλειδί κλειδώνεται και ο χρόνος παύει εκπορευόμενος;
  στιγμή του ίσαμ’ εδώ, τέλος λόξυγκος, βόγκου και αγωνίας, η ψυχή χάνει σώμα και γκρεμίζεται από μιά τρύπα του πατώματος, πέφτει μες στον ίδιο της τον εαυτό, ο χρόνος δεν πατάει πουθενά, είναι ανεδαφικός, διαβαίνουμε έναν διάδρομο αχανή, λαχανιάζουμε σε κάποιαν αμμουδιά,
  η μουσική άραγε αυτή πλησιάζει ή απομακρύνεται, αυτά τα φώτα τα χλωμά σβήνουν ή ανάβουνε; τραγουδάει το διάστημα, ο χρόνος κατεδαφίζεται: πνέει τα λοίσθια, είναι το βλέμμα που γλιστράει στον λείο τοίχο, είναι ο τοίχος που σωπαίνει, ο τοίχος,
  μιλώ για τη δημόσια ιστορία μας και για τη μυστική ιστορία μας, τη δική σου και τη δική μου ιστορία,
  μιλώ για το πέτρινο δάσος, την έρημο του προφήτη, τη μυρμηγκοφωλιά των ψυχών, τη σύναξη των φυλών, τον οίκο των κατόπτρων, τον λαβύρινθο των αντιλάλων,
  μιλώ για τον μεγάλο αχό που έρχεται από τα βάθη των χρόνων, μουρμούρισμα ασυνάρτητο εθνών που ενώνονται ή απόλλυνται, κουτρουβάλα μαζών και των όπλων τους σαν τρόχαλα που σπάνε εκτοξευόμενα, ήχος κουφός οστών καθώς γκρεμίζονται στην τάφρο της ιστορίας μέσα,
  μιλώ για την πόλη, για μιά βοσκοπούλα αιώνων, για μιά μάνα που μας εγκυμονεί και μας καταβροχθίζει, που μας επινοεί και έπειτα μας ξεχνάει.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Το Double Bind του Κράτους Έκτακτης Ανάγκης

emerge

Εδώ και δύο χρόνια περίπου, το Κράτος Έκτακτης Ανάγκης υφαίνει στρατηγικά ένα διπλό δεσμό με τους δύο κρισιμότερους στη συγκυρία -γιατί και οι δύο είναι υποδοχείς των αρνητικών πολιτικών συναισθημάτων των υποτελών: της αγανάκτησης, της οργής, της απογοήτευσης, της απαξίωσης του πολιτικού συστήματος- πολιτικούς παίχτες, τη Χ.Α. και τον ΣΥΡΙΖΑ. Αιχμή αυτής της στρατηγικής είναι το εξής: και «θεωρία των δύο άκρων» από τους «ακροδεξιούς» της κυβέρνησης και υιοθέτηση της πρότασης των «φιλελεύθερων» ως προς την αντιμετώπιση της Χ.Α. Οι δύο σύμβουλοί του είναι διόλου τυχαία πρώην αριστεροί: o Χ. Λαζαρίδης και ο Ν. Αλιβιζάτος, συνταγματολόγος*. Ο πρώτος κλείνει το μάτι στον ακροδεξιό εξτρεμισμό, ο δεύτερος στην πολιτικά φιλελεύθερη και κρατικιστική αριστερά. Το Κράτος ενσωματώνει τους ιδεολογικά αντιδιαμετρικούς πολιτικούς παίχτες και τους διαχειρίζεται με γνώμονα τη δική του ισχυροποίηση.

Για την αξιοποίηση – διαχείριση της Χ.Α. (είτε αυτή αφορούσε τη δράση της είτε αφορά το άδειασμά της) έχουν ήδη γραφτεί πολλά σε προηγούμενα κείμενά μας, οπότε εδώ θα περιοριστούμε στη σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν, ως παίχτης του πολιτικού συστήματος και όχι ως κίνημα, είναι βέβαια κόμμα του Κράτους και του Κεφαλαίου. Αν τυχόν κυβερνήσει, θα προσπαθήσει να λειάνει τις γωνίες του Δικαίου Έκτακτης Ανάγκης και να εφαρμόσει μια πιο ήπια διαχείριση της κρίσης, θα χρησιμοποιήσει το κράτος ως μοχλό μερικής και προσωρινής αναδιανομής και θα ενσωματώσει τα παραγωγικά κοινά (commons). Επ΄ουδενί δεν θα αμφισβητήσει το Κρατικό Συμφέρον και την Εμπορευματική Οικονομία. Η διακυβέρνησή του θα είναι κατά πάσα πιθανότητα σύντομη όμως, γιατί δεν θα μπορέσει να διαχειριστεί τις αντιφάσεις, δεν θα καταφέρει να δώσει μακροπρόθεσμες λύσεις στα προβλήματα της ανάπτυξης και της ανεργίας.

Το Κράτος (οι μηχανισμοί και τα think tanks του) τα γνωρίζει αυτά. Προφανώς προκρίνει μια άλλου τύπου διακυβέρνηση, αλλά αν οι ψηφοφόροι στη «γιορτή της Δημοκρατίας» ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ, δεν θα κατεβάσει τα τανκς στους δρόμους· κάτι τέτοιο θα ήταν εξόχως αντιπαραγωγικό και ταυτόχρονα θα έπληττε ανεπανόρθωτα το κύρος του στις συνειδήσεις των υποτελών. Πρέπει λοιπόν να είναι ήδη έτοιμο για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Γι΄αυτό και η στρατηγική του, που ίσως έχει ξενίσει πολλούς, είναι άλλοτε να εγκαλεί και να λοιδορεί τον ΣΥΡΙΖΑ και άλλοτε να τον προσεταιρίζεται, μια να τον εξαιρεί από το «συνταγματικό τόξο» και μια να τον εντάσσει σ’ αυτό. Η στάση του απέναντι στη Χ.Α. είναι ανάμεσα στα άλλα μια τέτοια κίνηση προσεταιρισμού του ΣΥΡΙΖΑ -ουσιαστικά τού «έκανε το χατήρι»-, αφού αυτός είχε λυσσάξει με τη δίωξη της Χ.Α. ως εγκληματικής οργάνωσης**. Για να το θέσουμε αλλιώς: ενώ αδειάζει τον ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτικό περιεχόμενο (γιατί ο αντιναζισμός βρισκόταν σε περίοπτη θέση στην αντζέντα του), ταυτόχρονα τον εναγκαλίζεται ως κόμμα του Κράτους, ως κοινοβουλευτική μορφή, ως ισότιμο συνομιλητή στην κεντρική πολιτική σκηνή (μακριά δηλαδή από τα κινήματα) και, γιατί όχι, ως μελλοντικό εναλλακτικό διαχειριστή της κρίσης· ενώ του κλείνει το στόμα (γιατί δεν μπορεί πια να ισχυρίζεται ότι η αστυνομία και η δικαιοσύνη δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους στο ζήτημα της Χ.Α.), ταυτόχρονα τον ανατιμά στα μάτια της κοινωνίας (γιατί τα Μ.Μ.Ε. μας υποδεικνύουν ότι ήταν αυτός -και προσοχή: μόνο αυτός· το διάχυτο, πολύμορφο, από τα κάτω αντιφασιστικό κίνημα δεν έχει καμία θέση εδώ- που «τόσο καιρό τα έλεγε»).

* Δυο λόγια μόνο για τον Ν. Αλιβιζάτο. Θιασώτης ενός αυταρχικού (νεο)φιλελευθερισμού, βρίσκεται πίσω από την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου και την εξυγίανση της ΕΡΤ και έχει προτείνει την περιστολή των διαδηλώσεων στο δήμο της Αθήνας, καθώς και την καθιέρωση ασυμβίβαστου μεταξύ υπουργού και βουλευτή και την μείωση του αριθμού των βουλευτών σε 200 που θα έχουν ως συνέπεια την περαιτέρω ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας. Ταυτόχρονα, είναι το think tank πίσω από το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο και τη δίωξη της Χ.Α. ως εγκληματικής οργάνωσης, που αθωώνουν το Κράτος – Έγκλημα και δημιουργούν το Θέαμα του Κράτος – Προστάτη. Η άποψή του για την αντιμετώπιση της Χ.Α. υιοθετήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ -την ώρα που κάποιοι αριστεροί (π.χ. Δ. Ψαρράς) ζητούσαν να τεθεί εκτός νόμου-, και κατόπιν και από την κυβέρνηση. Επιπλέον, γνωμοδότησε υπέρ της συνταγματικότητας – νομιμότητας του Δικαίου Έκτακτης Ανάγκης. Είναι με άλλα λόγια υπέρ ενός πανίσχυρου Κράτους που προσπερνά τις νομικίστικες κρατικοδικαϊκές ενστάσεις, με την έννοια ότι στην παρούσα κρίσιμη συγκυρία προκρίνει τη σκοπιμότητα και τον ντεσιζιονισμό, ήτοι το ποιος αποφασίζει, ποιος έχει την ισχύ να επιβάλει την πολιτική απόφαση στο όνομα της «σωτηρίας της πατρίδας». Υπέρτατος νόμος είναι η σωτηρία της πατρίδας (salus patriae suprema lex), έλεγαν οι αρχαίοι Ρωμαίοι. Στα σημερινά συμφραζόμενα, υπέρτατος νόμος είναι η σωτηρία της κρατικής – καπιταλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας, η προληπτική αντεπανάσταση, και όλα καθαγιάζονται στο βωμό της.

Θα τολμούσαμε λοιπόν να πούμε ότι ο Ν. Αλιβιζάτος είναι ο αντι-ναζί Καρλ Σμιτ της ελληνικής μορφής του Κράτους Έκτακτης Ανάγκης, ο ιδεολόγος του αντι-ολοκληρωτισμού που στην πράξη φλερτάρει με τον νέο ολοκληρωτισμό.

** Η Χ.Α. είναι de facto και εγκληματική οργάνωση, δηλαδή μια οργάνωση που διαπράττει εγκλήματα. Κανείς δεν το αμφισβητεί. Οι Κύριοι του ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσαν λοιπόν κάλλιστα να προκρίνουν την εφαρμογή των κλασικών άρθρων του Π.Κ. περί ηθικής αυτουργίας ως προς την ηγεσία της Χ.Α. και περί φυσικής αυτουργίας και συνέργειας ως προς τα μέλη της. Αντ’ αυτού, πρότειναν και επιδοκίμασαν τη δίωξη και την τιμωρία της με βάση το άρθρο 187 του ποινικού κώδικα περί «σύστασης και δράσης εγκληματικής οργάνωσης», μια ολοκληρωτική -με την έννοια της κατάργησης των εγγυήσεων του φιλελεύθερου κράτους δικαίου- νομική ρύθμιση και ένα υπερόπλο του υποτιθέμενου πολιτικού αντιπάλου τους, αφού προστέθηκε στον Π.Κ. με νόμο το 2001, στο πλαίσιο του παγκόσμιου «πολέμου κατά της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος». Από τη στάση του ΣΥΡΙΖΑ σ΄αυτό το ζήτημα και μόνο, ακόμα και ο πιο καλοπροαίρετος θα καταλάβαινε ότι αυτοί οι τύποι είναι, για να το πούμε λαϊκά, απατεώνες.

λάμπε ρατ

1/10/2013

Αναδημοσίευση από: http://eagainst.com/articles/stateofemergency/

Φωτογραφίες από την πορεία της Πέμπτης στη Χαλκίδα και το κείμενο που μοιράστηκε

12

Όταν το ένα άκρο είναι ο ρατσισμός, ο φασισμός, η ξενοφοβία, το μίσος, η απάθεια, το δολοφονικό ένστικτο, η κτηνωδία … τότε ναί! ΕΜΕΙΣ είμαστε το άλλο άκρο!!! Εκείνοι που προσπαθούν να κάνουν πράξη την  ισότητα, την αλληλεγγύη, τη συντροφικότητα, την προσωπική συμμετοχή, την άμεση δημοκρατία, την αυτοδιαχείριση, την αυτονομία, την ελευθερία.

 

Το ποτήρι έχει ξεχειλίσει εδώ και πολύ καιρό!

Δεν περιμένουμε κανένα δικαστή να μας πει αυτό που γνωρίζουμε ήδη.  Δεν έχουμε καμιά αυταπάτη ότι το φαινόμενο του ρατσισμού-φασισμού μπορεί να καταπολεμηθεί μέσα στα έδρανα της βουλής (μέχρι στιγμής, εξάλλου, όλοι εκεί μέσα έκαναν τα στραβά μάτια), γιατί ο φασισμός δεν περιορίζεται με νόμους, αφού προσπαθεί με τη βία και τον αυταρχισμό να γίνει ο ίδιος νόμος, στο δρόμο και παντού. Οι ναζιστές αντιπροσωπεύουν  την κτηνωδία, τη δολοφονία, την ξενοφοβία, το ρατσισμό στην πιο επαίσχυντη πολιτική και κοινωνική μορφή τους. Αυτά είναι γνωστά, δεν υπάρχει δικαιολογία για κανέναν. Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε κάθετοι απέναντί τους. Δεν είναι μόνο ο Μιχαλολιάκος και η συμμορία του ένοχοι εγκλημάτων αλλά κι αυτοί που τους ψήφισαν, αυτοί που τους στήριξαν και συνεχίζουν να τους στηρίζουν.  Στη Χαλκίδα οι φασίστες φώναζαν σε σύνθημα τους μαχαίρι στην καρδιά κάθε αντιφασίστα… Εδώ σταματάει κάθε συζήτηση. Αυτή είναι η ουσία κάθε φασισμού: δεν σηκώνει κουβέντες, τραβάει μαχαίρι και τις περισσότερες φορές πισώπλατα. Αυτό βέβαια  δεν είναι η αντιβία των εξεγερμένων (κάποιοι προσπαθούν να παραπλανήσουν με τη θεωρία της ‘’εξίσωσης των άκρων’’) αλλά η ωμή βία των τομαριών που χτυπάνε κατ’ εντολή των αφεντικών τους, όχι βέβαια, αυτούς που μας εκμεταλλεύονται, αλλά αυτούς που αντιστέκονται. Έφτασε ο καιρός να πούμε και να το κάνουμε πράξη:

ΚΑΜΙΑ ΣΠΙΘΑΜΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΑΣΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ

Τα Μέσα Μαζικής Εξαθλίωσης αφού προέβαλαν με κάθε τρόπο τους χρυσαυγίτες κι αφού από καιρό τα ίδια έχουν μεταβληθεί σε άκρως ρατσιστικούς, εθνικιστικούς, φασιστικούς, αντισημιτικούς προμαχώνες, πέφτουν τώρα από τα σύννεφα. Αηδία! Είναι κι αυτοί συνένοχοι γιατί διαφήμιζαν ανοικτά τη συμμορία του Μιχαλολιάκου και την προωθούσαν με τον γλοιωδέστερο τρόπο.  Ακόμη και τώρα με τη στάση τους, το ίδιο κάνουν. Ο ‘’αντιφασιστικός’’ τους αγώνας είναι ευκαιριακός, υποκριτικός, έτσι ενεργούν χρόνια τώρα, χωρίς αιδώ, σα να μην τους βλέπουμε. Μάλλον επειδή συνεχίζουμε να τους βλέπουμε. Και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε, στην απόλυτη ντροπή, γιατί οι νεκροί είναι πολλοί και  αυτό το ποτάμι δεν γυρνάει πίσω. Είναι  τραγωδία με όλη την αρχαιοελληνική σημασία του όρου.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον όταν δεν υπάρχει πραγματική συνειδητοποίηση, έστω και την τελευταία στιγμή, υπάρχει έλλειψη αιδούς, τσίπας. Οι όψιμοι αντιφασίστες της δεξιάς αλλά και της αριστεράς, εκείνοι που ενώ το μακελειό συνέβαινε γύρω τους και ενώ το ήξεραν δεν έκαναν απολύτως μα απολύτως τίποτα, σήκωσαν δήθεν αντιφασιστικές παντιέρες μετά την τελευταία δολοφονία. Ευαισθητοποιήθηκαν…. Δήθεν λέμε εμείς.  Είναι πολιτικάντηδες, θα έπρεπε πραγματικά να ντρέπονται με τη στάση τους γιατί είναι συνυπεύθυνοι. Κάνουν απλά σαν να ξύπνησαν τώρα για να κρύψουν ότι όλο αυτό τον καιρό κοιμούνταν. Το τραγελαφικό της υπόθεσης είναι ότι η αλλαγή τους ταυτίζεται με την αλλαγή τροπαρίου των καναλιών. Είναι για γέλια και για κλάματα μαζί.

Κάποιοι επίσης κρύβονται πίσω από το εγώ δεν είμαι με κανέναν. Είναι υπεκφυγή,  στην παρούσα κατάσταση πρέπει να πάρεις θέση, οποιαδήποτε άλλη στάση δηλώνει συνενοχή γιατί αφήνει το πεδίο ελεύθερο στους φασίστες. Η απάθεια και η ανοχή τους θρέφει, αφού αυτοί κινούνται επιθετικά και ύπουλα.

Κυρίως όμως πρέπει να ξεσκεπαστεί  η εμετική προβιά του ‘’δημοκρατικού’’ Κράτους που μας κυβερνά.  Το Κράτος έθρεψε τους φασίστες και συγκεκριμένα το κράτος της δεξιάς που κυβερνάει. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα είναι πολιτική δολοφονία της δεξιάς και είναι επανάληψη αυτού που έκανε πάντα η δεξιά σε αυτόν τον τόπο όταν στριμωχνόταν στον τοίχο: δολοφονίες. Τα φασιστόμουτρα  που κυβερνούν, σαν τον Σαμαρά, τον Δένδια, τον Πλεύρη, τον Βορίδη, τον Γεωργιάδη, είναι η καλύτερη απόδειξη της υποκρισίας τους. Όλοι τους, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σχετίζονται με τα χουντικά και ναζιστικά αποβράσματα. Γι’ αυτό δεν πρέπει να έχουμε καμία εμπιστοσύνη σε αυτούς και όσους τους συναναστρέφονται.

Για εμάς η  καλύτερη απάντηση στους φασίστες είναι η ανένδοτη στάση απέναντί τους και η  κλιμάκωση των αγώνων.  Πρέπει να αναλάβουμε συλλογικά δράση. Η δράση όμως απαιτεί οργάνωση. Γι’ αυτό επιμένουμε στην έννοια της αυτοδιαχείρισης/αυτοδιεύθυνσης και της αλληλεγγύης μεταξύ μας.

Στην παρούσα φάση, το ελάχιστο που πρέπει να κάνουμε  σε σχέση με τους φασίστες στην πόλη, είναι ένας γενικός ξεσηκωμός εναντίον της χρυσής αυγής που θα βάζει έστω και τώρα, έστω και μετά από τόσες και τόσες δολοφονίες, ένα όριο στον κοινωνικό πάτο που έχουμε φτάσει και που θα λέει, αλλά και θα προσπαθεί να το κάνει πράξη :

Έξω η ΧΑ από την πόλη

Τα δικαστήρια είναι το οπλοστάσιο του Κράτους

Τσακίστε τους ναζί και τ’ αφεντικά τους

 

ΟΥΛΑΛΟΥΜ

Ωραίο μου πλυντήριο! “Κρατικός αντιφασισμός” και ακροδεξιά πολιτική

του Κώστα Χαριτάκη
Η κυριότερη και στρατηγικής σημασίας επιδίωξη της θεαματικής επιχείρησης “εξάρθρωσης” της Χρυσής Αυγής είναι η αποκατάσταση και επανανομιμοποίηση του κρατικού μονοπωλίου της βίας. Η συμπλήρωση ή/και υποκατάσταση της θεσμισμένης κρατικής βίας από την ανεξέλεγκτη βία των ναζιστικών συμμοριών, όσο κι αν βόλευε την αστική κυριαρχία καθώς διέχεε το κλίμα φόβου και καταστολής στην κοινωνία, από ένα σημείο και μετά δημιουργούσε ισχυρό κίνδυνο απονομιμοποίησης της κρατικής ισχύος και υπερκέρασής της από τη γενικευμένη βία και αντι-βία των δρόμων.

Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα έπαιξε καταλυτικό ρόλο, καθώς φάνηκε ότι δεν θα ήταν πια δυνατό να συγκαλύπτεται η ώσμωση των κυβερνητικών και κρατικών μηχανισμών με τους ναζιστικούς μηχανισμούς και οι εγκληματικές ευθύνες του, ήδη απαξιωμένου, αστικού πολιτικού συστήματος. Εν όψει, λοιπόν, μιας πλήρους κατάρρευσης, αναλήφθηκε το ρίσκο μιας αναβάπτισης και ξεπλύματος του κράτους και του πολιτικού συστήματος στην κολυμπήθρα του “αντιφασισμού”.

Το κράτος, επανεμπεδώντας τη βασική συνθήκη ισχύος του, το μονοπώλιο της βίας, ανοίγει ταυτόχρονα το δρόμο προς την άσκηση αυτής της καθιαγιασμένης από τον “αντιφασισμό” βίας προς ό,τι θεωρεί πραγματικό εχθρό και απειλή, εντείνοντας και διευρύνοντας τον πόλεμο που είχε ξεκινήσει (μαζί τότε με τη Χρυσή Αυγή) με την καταστολή των καταλήψεων και των απεργιών, προς νέα πεδία ελευθεριών και δικαιωμάτων που μέχρι τώρα θεωρούνταν “εγγυημένα”. Όσο περισσότερο θα επικαλείται τη “δημοκρατία” και τα εύσημα της “εξάρθρωσης” της Χρυσής Αυγής, τόσο περισσότερο θα υιοθετεί και θα υλοποιεί στην πράξη την ατζέντα και το “πρόγραμμά” της, όχι μόνο ως προς τους μετανάστες αλλά απέναντι σε κάθε “άκρο” που θα τολμά να δρα πέρα από την ομαλότητα του θεσμισμένου και ελεγχόμενου κοινοβουλευτικού θεάματος.
Αναδιαμορφώνονται έτσι, με την πρωτοβουλία του κράτους και της αστικής κυριαρχίας, το ίδιο το πεδίο και οι όροι της πολιτικής δράσης και αντιπαράθεσης, τα όρια της νομιμότητας και της ανοχής, στην κατεύθυνση μιας ακόμη πιο ασφυκτικής αυταρχικής διακυβέρνησης, ελέγχου και καταστολής, εν όψει πιθανών ανεξέλεγκτων κοινωνικών αντιδράσεων που κυοφορεί η κλιμάκωση της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής κρίσης.
Από την άλλη πλευρά, η κρατική απονομιμοποίηση της Χρυσής Αυγής καθόλου δεν σημαίνει και κοινωνική απονομιμοποίηση των φασιστικών ιδεών και πρακτικών. Όλα τα δηλητηριώδη αέρια που ανάβλυσαν μέσα από την καταναλωτική χαύνωση, την πελατειακή ανάθεση και την παρακμιακή ιδιώτευση μέρους της ελληνικής κοινωνίας εδώ και πάρα πολλά χρόνια, θα συνεχίζουν να δηλητηριάζουν την κοινωνική και πολιτική ζωή ανεξάρτητα από το ποια ακριβώς (αντιπροσωπευτική) έκφραση θα πάρουν. Ο φασισμός της καθημερινής ζωής και του καθημερινού ανθρώπου θα συνεχίσει, άλλωστε, να υποδαυλίζεται από τους εμπόρους της πληροφορίας, της πολιτικής και της οικονομίας, γιατί είναι αυτός ακριβώς ο ιδανικός σύμμαχός τους για την κοινωνική λεηλασία και υποταγή που προωθούν.
Όλα αυτά έχουν καίρια σημασία όχι απλώς για να αποτιμήσουμε τη σημερινή στιγμή του εξουσιαστικού θεάματος, αλλά για την άμεση προετοιμασία μας γι’ αυτό που θα επακολουθήσει. Το ότι η αντιφασιστική μάχη δεν έχει τελειώσει είναι προφανές. Το πώς όμως θα συνεχιστεί είναι ανάγκη να εκτιμηθεί εκ νέου, με βάση τα νέα δεδομένα. Το κράτος πήρε την πρωτοβουλία ακριβώς τη στιγμή που φαινόταν να περνάει η αντιφασιστική πάλη σε ένα νέο επίπεδο, τόσο από άποψη μαζικότητας όσο και άποψη αποφασιστικότητας. Τώρα δεν πρέπει να χαθεί χρόνος σε ανακουφιστικές προσκολλήσεις στη “δημοκρατική αυταπάτη”, αλλά να εμποδίσουμε την αναστήλωση του πολιτικού συστήματος μέσω του λεγόμενου “συνταγματικού τόξου”, της υποστήριξης δηλαδή σε μια απεριόριστη “συντεταγμένη” κρατική βία στο όνομα της “δημοκρατίας”.
Όσοι έσπευσαν, για παράδειγμα, να πιάσουν μια θέση στο “συνταγματικό τόξο” καταγγέλλοντας την αντιφασιστική πορεία στα γραφεία της Χρυσής Αυγής ως “προβοκάτσια” και υποδαύλιση της λογικής των “δύο άκρων” στο όνομα της διατήρησης της ομαλότητας, πολύ σύντομα διαπίστωσαν ότι παρέδωσαν τα “κλειδιά” στην κυβέρνηση, το κράτος και την αστική δικαιοσύνη, για να ορίσουν αυτοί ποιοι και με ποιους όρους θα συμπεριληφθούν σε αυτό. Όσοι, επίσης, εξάντλησαν τον αντιφασισμό τους στο να κλείσουν τα γραφεία της Χρυσής Αυγής, διαπίστωσαν (όχι και τόσο γρήγορα) ότι τους προσπέρασε το ίδιο το αστικό κράτος.
Αντίθετα, για το “μαχόμενο κοινωνικό τόξο” το συμπέρασμα είναι ότι μόνο κλιμακώνοντας και κοινωνικοποιώντας τη μάχη απέναντι στο φασισμό, και μάλιστα όχι μόνο ενάντια σε αυτόν αλλά και σε ό,τι τον γεννά και τον συντηρεί, μπορεί να υπάρξει πραγματική απειλή για τους “πάνω”. Τα όσα έγιναν μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, με τη διασπορά των αντιφασιστικών πρωτοβουλιών και δράσεων σχεδόν σε κάθε γειτονιά σε όλη την Ελλάδα, αλλά και με τη σύνδεση του αντιφασιστικού αγώνα με τον κοινωνικό πόλεμο του κεφαλαίου, και με τη διάχυση της αναγκαιότητας μορφών κοινωνικής αυτοάμυνας και λαϊκής αντιβίας, είναι ένα καλό παράδειγμα για το δρόμο που έχουμε να διανύσουμε.
Η απουσία, εξάλλου, του “οργανωμένου” εργατικού κινήματος από τον αποφασιστικό αντιφασιστικό αγώνα πρέπει να ρίξει και τις τελευταίες αυταπάτες περί στήριξης στα θεσμικά συνδικάτα για να “ενωθεί όλη η τάξη”. Η διείσδυση των φασιστικών ιδεών και πρακτικών, ιδιαίτερα στα πιο υποβαθμισμένα κοινωνικά τμήματα της εργατικής τάξης, και η γενικευμένη απαξίωση του κυρίαρχου συνδικαλισμού, δείχνουν ξεκάθαρα ότι για να υπάρξει οργάνωση της εργασίας σήμερα, σε αντιεργοδοτική και αντικαπιταλιστική βάση, είναι αναγκαία η δημιουργία ανεξάρτητων αμεσοδημοκρατικών μορφών εργατικής αυτοοργάνωσης και αγώνα, πέρα και ενάντια στον εκμαυλισμένο θεσμικό συνδικαλισμό.
Όλα αυτά, όμως, χρειάζονται το δικό τους “έδαφος” για να επωαστούν, να ριζώσουν και να πολλαπλασιαστούν: τις αυτοοργανωμένες αντιδομές αλληλεγγύης, συνεργασίας, αυτοδιαχείρισης και κοινής δημιουργίας. Εκεί όπου το ατομικό δράμα της φτώχειας, της ανεργίας, της αδυναμίας μπορεί να μετατρέπεται σε συλλογική βούληση αλληλοστήριξης και αλλαγής της ζωής για “να μην ζήσουμε σαν δούλοι”. Εκεί όπου η αγωνία αυτοπροστασίας από τη φασιστική και κρατική βία μετατρέπεται σε συλλογική υπεράσπιση των “κοινών” μας. Εκεί όπου η απελπισία και η οργή μπορεί να μετατρέπεται σε συνύφανση ελεύθερων, ισότιμων, μη ιεραρχικών κοινωνικών σχέσεων. Εκεί όπου κάθε πτυχή φασισμού δεν θα βρίσκει τόπο να σταθεί…