Category Archives: Αναρχισμός

Πρόγραμμα 3ου Ελευθεριακού Φεστιβάλ Βιβλίου

fest

Πρόγραμμα 3ου Ελευθεριακού Φεστιβάλ Βιβλίου

ΤΡΙΤΗ 24/6

19:00 Παρουσίαση της διεθνούς πορείας μεταναστών Freedom not Frontex

20:00 Βιβλιοπαρουσίαση: Αυτοδιαχείριση: μια ιδέα πάντα επίκαιρη(συλλογικό έργο) από τις Εκδόσεις των συναδέλφων

22:00 μουσική βραδιά από το Σωματείο Βάσης Μουσικών κι Εργαζομένων στο χώρο του ακροάματος

 

ΤΕΤΑΡΤΗ 25/6

19:00 Βιβλιοπαρουσίαση: Η βούληση του λαού, Δημοκρατία και Αναρχία (Eduardo Colombo) από τις εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες

20:30 Συζήτηση με τον George Caffentzis: Ο εκβιασμός του χρέους και οι αντιστάσεις

22:00 Live με τον Θάνο Ανεστόπουλο

 

ΠΕΜΠΤΗ 26/6

19:00 Βιβλιοπαρουσίαση: Ιστορία μια προλεταριακής ζωής (Bartolomeo Vanzetti) από τις συνεργατικές εκδόσεις Κουρσάλ

20:30 Βιβλιοπαρουσίαση: Οι λέξεις της σιωπής (EZLN – Sub. Marcos) από τις εκδόσεις των ξένων

22:00 Hip-hop live: Αλλοιωμένες μορφές

                                          INKO (Δυστοπία)

                                                 Nigredo

Αναδημοσίευση από: http://salonicabookfest.espivblogs.net/%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CE%B1/

Κείμενο παρουσίασης του 1ου τεύχους του Κοινωνικού Αναρχισμού

εξωφυλλο_μικρο
Του Άρη Τσιούμα

 

Οι σύγχρονες ελευθεριακές και αντιεξουσιαστικές εκδόσεις στην Ελλάδα έχουν διαγράψει ήδη έναν κύκλο μιας σαραντάχρονης σταθερής παρουσίας. Άλλοτε βραχύβιες και μερικές, άλλοτε σταθερές και πιο ολοκληρωμένες, το ψηφιδωτό των εντύπων της ελευθεριακής αντίστασης, κατόρθωσε να συγκροτήσει έναν ιδιαίτερο, ανταγωνιστικό, πολιτικό και πολιτιστικό τόπο, ενάντια στο σύνολο των καθεστωτικών μέσων προπαγάνδας, έντυπων και μη.
Πολλά έχουν αλλάξει από εκείνες τις πρώτες εκδόσεις της «Διεθνούς Βιβλιοθήκης» του Χρ. Κωνσταντινίδη, και του «Ρήγματος» του αδικοχαμένου Στέλιου Βασιλειάδη, τόσο σε όσα αφορούν την κοινωνία, όσο και στους τρόπους λειτουργίας των αυτοματισμών της εξουσίας και των αντιστάσεων των από-τα-κάτω. Παράλληλα όμως έχει διατηρηθεί η όρεξη για παραγωγή αναρχικών – ελευθεριακών εντύπων με στόχο την όλο και μεγαλύτερη απεύθυνση των απελευθερωτικών ιδεών μέσα στην κοινωνία των καταπιεσμένων.
Το νήμα των εκδοτικών εγχειρημάτων του αντιεξουσιαστικού χώρου είναι εν γένει κοινό, όπως είθισται να συμβαίνει στα πλαίσια πεπερασμένων κοινοτήτων. Η αλληλουχία και η σχέση ανοιχτού διαλόγου μας φέρνει σε επαφή με παλιότερες εκδοτικές προσπάθειες. Πέρα από μια λογική πολυτασικότητα, η οποία χαρακτήρισε τον ίδιο τον αντιεξουσιαστικό χώρο και τα αφορμολιστικά δίκτυά του, εμείς ως «Συνεργατικές Εκδόσεις Κουρσάλ», αναγνωρίζουμε τον κοινό μας τόπο μέσα απ’ την οπτική με την οποία προσεγγίζουμε το κοινωνικό ζήτημα με τις ελευθεριακές εκδόσεις, όπως των «Ξένων», του «Πανοπτικόν», της «Ευτοπίας», της ομάδας της αναρχικής εφημερίδας «Άλφα» παλιότερα και όσων ακόμη συντρόφων έχουν αναλάβει το δύσκολο έργο εδώ και αρκετά χρόνια της επανασύστασης και πρόταξης του ελευθεριακού λόγου στην κοινωνία και το κοινωνικό κίνημα.
Από την πρώτη στιγμή που συγκροτήθηκε το «Κουρσάλ» μας γεννήθηκε η ανάγκη να εκδοθεί μια ελευθεριακή πολιτική επιθεώρηση με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Αυτή ήταν η πρώτη σκέψη η οποία οδήγησε στη διαμόρφωση της περιοδικής έκδοσης που παρουσιάζουμε σήμερα, του «Κοινωνικού Αναρχισμού».
Βασικό στοιχείο για την διαμόρφωση της επιθεώρησης του κοινωνικού αναρχισμού είναι η προσπάθεια οι θεωρητικές αναλύσεις να είναι σύμφυτες με το σύγχρονο αναρχικό κοινωνικό κίνημα. Βασικό μοτίβο που διαπερνά τη συλλογική σκέψη της επιθεώρησης είναι να αναβαθμίσει τις θεωρητικές επεξεργασίες του αναρχικού κινήματος, όχι σε ένα επίπεδο έξω και πέρα από αυτό και τις πιθανές αντιφάσεις και αδυναμίες του, αλλά εντός αυτού σε μια οργανική σχέση που περιέχει σε ένα ενιαίο σύνολο τόσο την θεωρία όσο και την πράξη.
Ένα δεύτερο στοιχείο έχει να κάνει με την κοινή συναντίληψη, όχι όμως ως προκατασκευασμένη μανιέρα κομματικού οργάνου, αλλά ως δυναμική συνδιαμόρφωση κοινών εκκινήσεων σε οριοθετημένα πολιτικά και άλλα πεδία.
Με αυτή τη βάση η επιθεώρηση δεν συγκροτείται απλά από μια ομάδα αλλά επιχειρεί να συγκροτήσει έναν κοινό πολιτικό τόπο, ακόμη δε περισσότερο να ανακαλύψει τα κριτήρια με τα οποία θα επιλεγούν τα υλικά και τα εργαλεία για την επεξεργασία των κοινωνικών θεσμίσεων σε όλα τα επίπεδα. Από αυτή την προϋπόθεση επιλέχθηκε και το όνομα της επιθεώρησης.
Ο κοινωνικός αναρχισμός μπορεί πιστεύουμε να συνοψίσει την ιστορικότητα των απελευθερωτικών κοινωνικών κινημάτων χωρίς να μετακομίζει απλά σε ενεστώτα χρόνο κλειστά συστήματα και λάβαρα, καθώς η σχέση του με το παρόν δεν είναι απλά αυθύπαρκτη αλλά δυναμική. Με αυτή την έννοια παρακολουθεί, παρεμβαίνει, και επανεκτιμά. Όπως η επανάσταση δεν πρέπει να μένει στάσιμη έτσι και οι ιδέες μας πρέπει να αναδιαμορφώνονται -χωρίς να παραμορφώνονται- με κριτήριο τη συνθήκη και τις κοινωνικές ανάγκες.
Μια γενική στόχευση της επιθεώρησης είναι η ανάδειξη της ελευθεριακής σκέψης σε μια σειρά ζητημάτων, καθώς επίσης και η παραγωγή αντίληψης, και ελευθεριακής πολιτικής πρότασης. Η κάλυψη όλων των βασικών τομέων της κοινωνικής και επιστημονικής ζωής μας απασχολεί στον διαρκή αγώνα για την ολοκλήρωση του φιλοσοφικού πλαισίου σκέψης του κοινωνικού αναρχισμού. Με βάση τα παραπάνω διαμορφώνεται και η ύλη και η θεματολογία του περιοδικού. Απ’ την πολιτική και την πολιτική θεωρεία, μέχρι τη φιλοσοφία, την ιστορία και την κοινωνιολογία, έως και την επόπτευση των θετικών επιστημών.
Ιδιαίτερη θέση στην θεματολογία της επιθεώρησης έχουν τα ζητήματα της οργάνωσης του αναρχικού κινήματος και του ιστορικού αρχείου. Στοιχείο εγχαραγμένο στο πολιτικό γονιδίωμα της έκδοσης είναι η ανάδειξη της ανάγκης για την συγκρότηση ενιαίας αναρχικής πολιτικής οργάνωσης. Κομμάτι της σχέσης ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, το ζήτημα της οργάνωσης καταλαμβάνει ένα μέρος της θεωρητικής επεξεργασίας μας, ενώ η οργανική συμμετοχή στη διαδικασία της συγκρότησης Πανελλαδικής Οργάνωσης Αναρχικών γειώνει τους προβληματισμούς στο εύφορο έδαφος της πραγματικότητας.
Σ’ αυτό το σημείο θα προσπαθήσω να παρουσιάσω σύντομα το πρώτο τεύχος της επιθεώρησης, και θα κλείσω την εισήγηση της παρουσίασης.
Το κάθε τεύχος έχει μια θεματική η οποία καλύπτεται από ένα εισηγητικό κείμενο κάποιου μέλους της συντακτικής ομάδας, το οποίο αποστέλλεται σε κάποιους αρθρογράφους ώστε να το σχολιάσουν και να καταθέσουν την οπτική τους γύρω από το θέμα.. Η υπόλοιπη ύλη καλύπτεται από πρωτότυπες μεταφράσεις, ιστορικές αναλύσεις, άρθρα για το ζήτημα της πολιτικής οργάνωσης, και της πολιτικής θεωρίας, ενώ τέλος υπάρχει πάντα το ιστορικό αρχείο όπως ανέφερα παραπάνω, με το οποίο θα προσπαθήσουμε να επανεκδώσουμε ένα κομμάτι των πολιτικών αναλύσεων του αναρχικού χώρου στη μεταπολίτευση, θέμα το οποίο για εμάς είναι πολύ σημαντικό εφ’ όσων αναγνωρίζουμε μια ιστορική συνέχεια στο αντιεξουσιαστικό ρεύμα.
Σε αυτό το πρώτο τεύχος, η θεματική πολιτικής «αυτοπαρουσίασης» είναι ο κοινωνικός αναρχισμός, καθώς μια πρώτη επαφή με το πλαίσιο που καταθέτουμε θεωρήσαμε σκόπιμο να γίνει μέσω του εντύπου που προωθεί την εν λόγω διαδικασία. Το εισηγητικό κείμενο με τίτλο «Κοινωνικός Αναρχισμός, ένα ρεύμα του μέλλοντος», προσπάθησε αφού σκιαγράφησε την πολιτική συγκυρία εν μέσω της κρίσης, δίνοντας δηλαδή ένα σύντομο χαρτογράφημα του παρόντος να καταθέσει μερικές επίκαιρες ερωτήσεις για τη φύση του κοινωνικού αναρχισμού, όπως:
«τι σημαίνει σήμερα για εμάς η ταξική πάλη ανάμεσα στη νομοτέλεια των de facto επαναστατικών υποκειμένων και τη φενάκη του σχετικισμού του μετα-χυλού˙ τι σημαίνει εξουσία ενώπιον της κτηνώδους βίας και του αποκλεισμού που βιώνουμε και την αντίληψη που δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη απόφασης, αρνούμενη ουσιαστικά την ίδια την επανάσταση; Τι είναι ο αντικαπιταλισμός για τη στείρα, αριστερή κριτική που δεν ακουμπά τον πυρήνα της εξουσίας και τι για τις «αντιαυταρχικές» πολιτικές που θίγουν τα πάντα εκτός από τον πυρήνα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής; Ποια είναι η σύγχρονη θέαση της σχέσης με τη φύση, όταν η τεχνολογία στρέφεται ενάντια στην ίδια τη ζωή προς όφελος της «προόδου» και ο παράδοξος νεο-βιταλισμός δεν αντιλαμβάνεται τις πραγματικές συνθήκες και τη μήτρα της ταξικής ανισότητας»; 
Πατώντας ταυτοχρόνως σε κάποιες επαναδιατυπωμένες κοινές παραδοχές, του ελευθεριακού τρόπου σκέψης: “ο κοινωνικός αναρχισμός δεν προσδιορίζεται εκ νέου για να βουτήξει στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, ώστε να αποκαθαρθεί από τα μαζικά εγκλήματα που διέπραξε. Επαναπροσδιορίζεται για να είναι υπεύθυνος μονάχα για τις πράξεις που αντιστοιχούν στο φιλοσοφικό του ειρμό, τον ελευθεριακό του προσανατολισμό και το ανθρώπινο της φύσης του, καθώς αποστρέφεται τα κλειστά σχήματα, τους ολοκληρωτικούς αφορισμούς και τις συναινετικές αγιοποιήσεις”. 
Στο δεύτερο από τα τρία συνολικά άρθρα που καταπιάνονται με το ζήτημα της ερμηνείας όψεων του σχήματος του κοινωνικού αναρχισμού, ο Νίκος Νικολαΐδης, τελειώνει πολύ εύσχημα με τους τρελούς καιρούς, ανταποκρινόμενος με τον καλύτερο τρόπο στο κάλεσμα για κοινή ιχνηλασία πάνω στον τόπο του κοινωνικού αναρχισμού, αναδεικνύοντας έναν πλούτο αντιλήψεων και συμπερασμάτων σε μια ολοκληρωμένη πολυεπίπεδη παρουσίαση θεματικών μοτίβων, πολιτικών επιρροών, ιστορικών αναφορών και φιλοσοφικών επικλήσεων με μια γραφή -και αυτό οφείλουμε να το τονίσουμε- που ενώ καλύπτει με την ευθυκρισία της και τον πιο απαιτητικό κριτή, παράλληλα με την μεστή απλότητά της κερδίζει το ενδιαφέρον και του πιο «ανειδίκευτου» αναγνώστη, έτσι ώστε διευρύνει de facto την γκάμα των ανθρώπων που μπορούν να προσεγγίσουν την αντίληψη του κοινωνικού αναρχισμού. Η χρήσιμη τοποθέτηση που επιχειρεί πάνω στον κοινωνικό αναρχισμό και το ελευθεριακό κίνημα εν γένει βρίσκει το διαλεκτικό της αντίθετο στη μάχη με το γιακωβινισμό, την ιεραρχία, τον επιστημονισμό, την αστική «πρόοδο» και «ανάπτυξη», το life-style, δείχνοντας έναν τρόπο οι παραγωγικές αντιθέσεις να βρίσκουν το δρόμο για τη σύνθεση ενός οράματος της απελευθέρωσης, ή με λόγια του ίδιου:
«Ο ζωντανός ιστός που το ελευθεριακό κίνημα δημιουργεί μέσα στην κοινωνία της αλλοτρίωσης δεν εξαντλείται σε κάποιο πρόγραμμα, μεθοδολογία, πολιτική οργάνωση, ατομικό ή συλλογικό βολονταρισμό, παρ’ όλο που τα έχει ανάγκη όλ’ αυτά – και πολλά περισσότερα ακόμη. Το ελεύθερο πνεύμα, η αγάπη για τον άνθρωπο, η αντιεξουσιαστική ηθική, η ικανότητα για προσωπική δέσμευση, καθώς και η αποφασιστικότητα και η τόλμη που γεννιούνται από το δίκιο και τη συλλογική δύναμη είναι που δίνουν περιεχόμενο στις πράξεις». 
Η συνεισφορά του antisystemic, ενός από τα πιο θεωρητικά καταρτισμένα blog που έχουν αναφορά στον κοινωνικό αναρχισμό, είναι η συζήτηση ανάμεσα στον ελευθεριακό σοσιαλισμό και τον ελευθεριακό κομμουνισμό. Χρησιμοποιώντας τις πιο ολοκληρωμένες κρίσεις του ιστορικού αναρχικού κινήματος, ο συγγραφέας, επικαιροποιεί την δυνατότητα πραγματοποίησης του αναρχικού οράματος με συγκεκριμένους όρους και τρόπους, σε μια διαλεκτική πάλη με όσα στοιχεία του κινήματος μειώνουν την πιθανότητα εφαρμογής ενός πολιτικού και οικονομικού συστήματος ισότητας. Εκκινώντας από απλά ερωτήματα, τα οποία συνήθως διατυπώνονται από κόσμο ο οποίος έρχεται σε πρώτη επαφή με τον αναρχικό τρόπο σκέψης, οι απαντήσεις που δίνονται φτάνουν σε ένα νέο βάθος τις συζητήσεις γύρω από τελικά περίπλοκα ζητήματα όπως ο καταμερισμός της εργασίας σε μια απελευθερωμένη κοινωνία.
Το άρθρο που καλύπτει την ύλη γύρω από την ιστορία γι’ αυτό το τεύχος, έχει επιμεληθεί ο καθηγητής του τμήματος Ιστορίας του Α.Π.Θ. ο Λουκής Χασιώτης, ο οποίος μας παραδίδει ένα εκτενές απόσπασμα ως προδημοσίευση της εισαγωγής του βιβλίου «Η κολλεκτιβοποίηση στην Ισπανία, 1936-1939. Μαρτυρίες και κριτικές προσεγγίσεις» που εκδόθηκε μόλις από τις εκδόσεις των Ξένων.
Έχοντας κάνει μια διευρυμένη έρευνα στην ελληνική αλλά κυρίως στην ξενόγλωσση βιβλιογραφία ο συγγραφέας μας δίνει ήδη μια ιδέα για την χρησιμότητα τόσο του βιβλίου όσο και των κρίσεων που μπορούν να παραχθούν εξ’ αιτίας του, γύρω από το θέμα της αυτοδιαχείρισης και της κολλεκτιβοποίησης, θέμα το οποίο εν καιρώ κρίσης έχει αρχίσει το τελευταίο διάστημα να συζητιέται έντονα. Η εμβάθυνση της ανάλυσης μέσω της έρευνας στο συγκεκριμένο ζήτημα μας βοηθά να αποτινάξουμε τον ιδεολογικό παρωπιδισμό, και να επαναπροσεγγίσουμε με ειλικρίνεια το ζήτημα της κολλεκτιβοποίησης στη Ισπανία, χωρίς να αποστοιχιζόμαστε από τη φιλοσοφία της ισότητας που και το ίδιο το παράδειγμα της επαναστατημένης Ισπανίας προσέφερε. Η εξέλιξη της κολλεκτιβοποίησης, τα προβλήματα που αντιμετώπισε αλλά και που σε άλλες περιπτώσεις δημιούργησε, τα διαφορετικά μοντέλα οικονομικής οργάνωσης σε ένα πεδίο που δεν μπορούσε να θεωρηθεί ενιαίο, η παραγωγικότητα των δομών σε καιρό πολέμου, και οι όποιες κοινωνικές αντιστάσεις μας βοηθούν να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για το φαινόμενο. Τέλος ο ρόλος του συνδικαλισμού στη γέννηση της γραφειοκρατίας καθώς και οι έως πρόσφατα παραμελημένες αναλύσεις γύρω από τις έμφυλες σχέσεις εντός κολλεκτιβοποίησης, μας διδάσκουν ποια λάθη πρέπει να αποφύγουμε την επόμενη φορά που η κοινωνική αντίσταση θα καταφέρει να αναλάβει την επαναφορά της ζωής σε βάσεις ισότητας σε μια τόσο διευρυμένη κλίμακα, που να την καθιστά μια οικουμενική αξία.
Δυο πρωτότυπες μεταφράσεις από τη Νεφέλη – Μυρτώ Πανδίρη μια του Huey P. Newton και μια του Murray Bookchin καλύπτουν μια πρώτη «συζήτηση» γύρω από το θέμα της οργάνωσης, σ’ αυτό το τεύχος. Ο Newton στο άρθρο του «Για την υπεράσπιση της αυτοάμυνας» κατηγορεί τους αναρχικούς ότι δεν πιστεύουν στην οργάνωση παρά μόνο στην ατομική βούληση, για να εισπράξει την απάντηση του Μπούκτσιν ότι πέρα των ατομιστών αναρχικών, όλοι οι αναρχικοί συμφωνούν στο ζήτημα της οργάνωσης, και το θέμα τίθεται πάνω στο ζήτημα του τι είδους οργάνωση επιθυμούμε παρά στο εάν όντως επιθυμούμε την οργάνωση ή όχι. Τα δύο αυτά άρθρα που συγκροτούν αυτό τον διάλογο, επιλέξαμε να παρουσιαστούν σε αυτό το τεύχος με αφορμή και τη διαδικασία που έχει ξεκινήσει για την οργάνωση του αναρχικού κινήματος στην Ελλάδα.
Ο Φώτης Τερζάκης, αναλαμβάνει σε αυτό το τεύχος να καλύψει τους φιλοσοφικούς προβληματισμούς σε ένα επίκαιρο άρθρο του, με τον τίτλο «Φιλοσοφικός στοχασμός σε συνθήκες κρίσης». Χρησιμοποιώντας την αψεγάδιαστη γραφή που τον χαρακτηρίζει ο Τερζάκης, μέσα από την πολεμική του στον Γερμανό φιλόσοφο E. Husserl, καταδεικνύει το ρόλο του φιλοσοφικού στοχασμού σε καιρούς κρίσης. Επεξηγεί μέσα από την πολεμική του πως δεν πρέπει να γίνεται η φιλοσοφία, εάν δεν θέλει να εκπέφτει σε μια αποκομμένη από κάθε είδους πραγματικότητα εγκεφαλική άσκηση, η οποία όχι μόνον αδυνατεί να αναλύσει τον κόσμο που την περιβάλλει -πόσο μάλλον να τον αλλάξει- αλλά ακόμη περισσότερο μπορεί να καταλήξει μέσα στην εγκεφαλικότητά της να φαντάζεται ενοποιήσεις και να κατασκευάζει εύτακτα σχήματα ενώ η ζωή είναι αλλού. Στην δε περίπτωση του Husserl η ζωή ήδη απειλείται καταστατικά από το ναζιστικό κίνδυνο, ενόσω ο γερμανοεβραίος φιλόσοφος επιδίδεται σε κρίσιμες τομές στο σώμα της «δυτικής ενότητας» για να δικαιώσει ένα -μάλλον πρώιμα νεοφιλελεύθερο- σχήμα το οποίο όμως έχει στην πραγματικότητα αναλάβει να διεκπεραιώσει ο Χίτλερ. Η αποδόμηση που επιχειρεί με συναρπαστική επιτυχία ο Τερζάκης στο σώμα της ιδεολογίας ως ψευδoύς συνείδησης, όντως βοηθά να αναφανούν οι αποκρυμμένες σχέσεις ανισότητας και κυριαρχίας, τις οποίες η αποφασισμένη μας δράση ελπίζει να άρει, άπαξ δια παντός.
Η προσέγγιση της έννοιας της φύσης στον Μάρξ, είναι το άρθρο της Έλενας Νακοπούλου, με το οποίο η συγγραφέας επιχειρεί μια ουσιώδη κατάθεση γύρω από ένα θέμα που έχει μια διττή σημασία.
Από τη μια πλευρά η σχέση κυριαρχίας πολιτισμού – φύσης στη σκέψη του Μάρξ αποτελεί άλλο ένα από τα πεδία ρήξης που μοιράζονται αναρχικοί και μαρξιστές, είναι άλλο ένα αγκάθι στη σχέση του Μάρξ και του έργου του σε σχέση με το σύγχρονο ανταγωνιστικό κίνημα. Ταυτόχρονα όμως, το κείμενο αποτελεί μια βαθύτερη ανάλυση, ενός θέματος εξαιρετικά επίκαιρου. Παρακολουθούμε τα τελευταία χρόνια οι αγώνες γύρω από τη φύση και την προστασία της να παίρνουν όλο και μεγαλύτερο, όλο και πιο κεντρικό χαρακτήρα, ενώ ταυτόχρονα μοιάζουν να αποποιούνται παλιότερων οικολογικών ενδύσεων, βάζοντας πιο ολικά χαρακτηριστικά στον αγώνα. Η Νακοπούλου στο άρθρο της περισσότερο θα προσπαθήσει να οριοθετήσει διάφορες παραφωνίες που έχουν παραχθεί εν μέσω άστοχων αναγνώσεων και διιστορικών αφηγήσεων. Θα επιχειρήσει να τοποθετήσει και να αναλύσει τον Μάρξ σε ένα ορισμένο πλαίσιο αντιδρώντας στην «μαρξιστική» τάση για διαχρονικά συμπεράσματα. Στην ουσία έτσι προστατεύει και κάποιες όψεις δύσκολα διαχειρίσιμες [αντίστοιχες της θέσης για τις αποικιοκρατίες] χωρίς να υποβαθμίζει το έργο του Μάρξ.
Στο άρθρο του ο Σωτήρης Λυκουργιώτης, με τίτλο « Η διαφύλαξη του αρνητικού ως στρατηγική αντεπίθεσης» θα επαναδιατυπώσει όλο τον φιλοσοφικό ειρμό του αριστερού εγελιανισμού, με πρόδηλες τις επιρροές του Μπακούνιν με όχημα όμως αυτή τη φορά την Τέχνη. Το πώς η άρνηση παραμένει μια κατάφαση, ένα βήμα από το οποίο θα τροφοδοτηθεί μια διαλεκτική της απελευθέρωσης, αποτελεί βασικό στίγμα του αναρχισμού. Η δε περιόδευση ενός τέτοιου θέματος μέσα από τις αίθουσες των Τεχνών αναδεικνύει με ένα πρωτότυπο τρόπο το ζήτημα. Η οριοθέτηση της αισθητικής του ολοκληρωτισμού, ταυτόχρονα με την άνοδο της μαζικής κουλτούρας, έρχονται να εμπλακούν με το πολιτικό τους αντίστοιχο το παρεμβατικό κράτος της σοσιαλδημοκρατίας, η οποία προσφάτως έχει αναλυθεί ως αλληλένδετη με τον κρατικό ολοκληρωτισμό. Η χρονική μεταφορά στο μεταπολεμικό κόσμο με την ανάδυση του μεταμοντέρνου ως εκδοχή αφήγησης ενός ουσιαστικά πράγματος, μιας διαρκούς θυσίας στο βωμό του μη – νοήματος, επαναφέρει τη χρησιμότητα της άρνησης ως θέση ενάντια στο υπάρχον. Καταλήγοντας:
“H συνολική άρνηση κάθε συνδιαλλαγής, η απόρριψη κάθε στρατηγικής παλινόρθωσης, η άρνηση συμμετοχής και καθορισμού από το θέαμα, η πίστη στην άμεση συλλογικότητα των ελεύθερων πολιορκημένων, η αντίθεση σε κάθε κλειστό σύστημα –χωρίς την απόρριψη του νοήματος της αλήθειας ως σχετικιστικής πλάνης- είναι ουσιαστικά το περιεχόμενο της αρνητικής στάσης. Και αυτή είναι μια θετική άρνηση, όχι το αντιπολιτευόμενο «όχι σε όλα» που αρνείται για να διασώσει τον κόσμο”. 
Με μια βιβλιοπαρουσίαση και ένα κομμάτι του ιστορικού αρχείου κλείνει το πρώτο τεύχος του «Κοινωνικού Αναρχισμού».
Η παρουσίαση αφορά στο βιβλίο «Ταξίδι στο Παρελθόν» του Abel Paz ένα βιβλίο που μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Ν. Νικολαΐδη, και εκδόθηκε πρώτη φορά από την εφημερίδα Άλφα το 1996. Μετά την εξάντληση της πρώτης έκδοσης, αποτέλεσε την πρώτη έκδοση των συνεργατικών εκδόσεων Κουρσάλ, το Νοέμβριο του 2012. Την βιβλιοπαρουσίαση για τον Κοινωνικό Αναρχισμό θα αναλάβει ο Κώστας Δεσποινιάδης, ένας άνθρωπος που έχει προσφέρει τα πλείστα στην υπόθεση του αναρχικού και ελευθεριακού βιβλίου και στοχασμού, με το πάθος ενός ζηλωτή. Στο ολιγοσέλιδο λογοτεχνικό κατ’ ουσίαν δημιούργημα του καταφέρνει όχι απλά να παρουσιάσει σωστά την ψυχή του βιβλίου αλλά να το τιμήσει πραγματικά. Ένα κείμενο που αξίζει να διαβαστεί και πέρα από την αφορμή που έκανε τον συντάκτη του να αναλάβει τον κόπο.
Η επιθεώρηση κλείνει με τη θεωρητική συνεισφορά ενός σύγχρονου αναρχικού διανοητή, του N. Berti, ο οποίος αναλαμβάνει να εμβαθύνει στους πραγματικούς λόγους της σύγκρουσης αναρχισμού και μαρξισμού, σε ένα εκτενές άρθρο που επεξηγεί ταυτόχρονα με πολιτικούς όρους τους λόγους της διάσπασης της Α’ Διεθνούς. Το κείμενο είναι αναδημοσίευση από την επιθεώρηση «Τεκμήρια» του 1983.
Κλείνοντας την παρουσίαση του Κοινωνικού Αναρχισμού, θα δανειστώ τα λόγια ενός μεγάλου επαναστάτη, που επανέφερε στο άρθρο του, για τον Abel Paz o Κώστας, ο ίδιος άνθρωπος λοιπόν που κατηγορήθηκε για δολοφονίες, και ληστείες σχεδόν σε όλο το δυτικό ημισφαίριο, ο ίδιος άνθρωπος δήλωνε ότι πρέπει να υπάρχει ένας αναρχικός εκδοτικός οίκος σε κάθε πόλη ίσως και ένα ελευθεριακό φεστιβάλ βιβλίου θα προσθέταμε εμείς. Είναι με αυτή την αντίληψη της ζωής, του αγώνα, της σύνδεσης της μάθησης με την δράση για την ελευθερία, που μπορούμε να επαναλαμβάνουμε, με την ίδια ειλικρίνεια “llevamos un mundo nuevo en nuestros corazones”.
Αναδημοσίευση από: http://anthostoukakou.blogspot.gr/2014/06/1.html

Ένα σύγχρονο παράδειγμα πρακτικής αναρχικής παρέμβασης στην τοπική αυτοδιοίκηση

SPE

Το Σπετσάνο Αλμπανέζε δεν είναι μεγάλη πόλη: έχει 10.000 κατοίκους. Βρίσκεται στη (νότια) ιταλική περιφέρεια της Καλαβρίας,  μια περιοχή πρώτιστα αγροτική, όπου όσοι κατέχουν κάποιο κομμάτι γης ζουν μετά δυσκολίας από την περιουσία τους καλλιεργώντας οπωροφόρα, ροδακινιές και ελιές, ενώ όσοι είναι ακτήμονες δουλεύουν στην πλειοψηφία τους ως «μαύροι» αγρεργάτες για μεγάλους γαιοκτήμονες ή στις μικρές μονάδες μεταποίησης και εμπορίας των αγροτικών προϊόντων. Πολλοί δουλεύουν και στον τομέα της οικοδομής.

Ο τριτογενής τομέας είναι αρκετά αναπτυγμένος, ενώ δεν υπάρχει βιομηχανική παραγωγή. Τα τελευταία χρόνια δε, η ανεργία βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα.

 

1.2 Η γέννηση της «Δημοτικής Ομοσπονδίας Βάσης»2

Η Δημοτική Ομοσπονδία Βάσης(σημ.: από ένα σημείο κι έπειτα, Δ.Ο.Β. στο κείμενο)είναι αποτέλεσμα της αδιάλειπτης δρασηριοποίησης των αναρχικών στην περιοχή – ανελλιπώς από τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Από τότε ακόμα, η δημαρχία βρισκόταν πάντα στα χέρια του κομμουνιστικού κόμματος και δεν είχε τίποτα να «ζηλέψει» από τις πρακτικές των χριστιανοδημοκρατών και των άλλων αστικών κομμάτων όσον αφορά την πάντα παρούσα διαφθορά, τα σκάνδαλα και τις πελατειακές σχέσεις.

SPEZ

Επιπροσθέτως, πάντα βρισκόταν σε ισχύ η κατασταλτική λογική των σταλινικών αυτών μορφωμάτων (το δημοτικό συμβούλιο είχε απαγορεύσει τις όποιες διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις στην κεντρική πλατεία και με διάφορα προσχήματα επέτρεπε τη χρήση των δημοτικών αιθουσών για εκδηλώσεις μόνο στα μέλη του κομμουνιστικού κόμματος). Εκείνη την περίοδο, οι αναρχικοί αποφάσισαν να ξεκινήσουν μια πολιτική δουλειά προς την κατεύθυνση της δημιουργίας δομών βάσης αποτελούμενων από φοιτητές, ανέργους και εργάτες, οι οποίες ασχολούνταν ως επί το πλείστον με τοπικά ζητήματα που αφορούσαν την υγεία – περίθαλψη, τη χωροταξία – αστικοποίηση, τα εργασιακά και την οικολογία.

Οι δομές αυτές, που είχαν τη μορφή επιτροπών, ενώθηκαν το 1979 σε μια πλατφόρμα ονόματι«Περιφερειακή Συνδικαλιστική Ένωση», που σύντομα ήρθε σε οξεία σύγκρουση με το Δημαρχείο ως αποτέλεσμα της δουλειάς αντιπληροφόρησης που έκανε σε σχέση με τις αποφάσεις της δημοτικής αρχής.

SPEZA

Οι εν λόγω επιτροπές διερευνούσαν διάφορα τοπικά ζητήματα αναφορικά με τους τομείς στους οποίους κάθεμία δραστηριοποιούνταν και εξέθεταν συνεχώς και με στοιχεία τις περιπτώσεις διαφθοράς και τα σκάνδαλα της τοπικής αυτοδιοίκησης με το να μεταφέρουν στις πλατείες και στους δρόμους τον προβληματισμό για τις δημοτικές αποφάσεις, οργανώνοντας συναντήσεις με τους πολίτες μέσω σχετικών παρουσιάσεων για να καταγγέλλουν τις αδιαφανείς υποθέσεις διαχείρισης της δημοτικής αρχής. Για να καταπνίξουν τις πρωτοβουλίες αυτές των αναρχικών και προκειμένου είτε να τους διασπάσουν είτε να τους κάνουν να σωπάσουν, οι εκάστοτε δήμαρχοι χρησιμοποίησαν ποικίλα μέσα: εκβιασμούς, απειλές, πελατειακού τύπου υποσχέσεις σε μεμονωμένα άτομα, καταγγελίες για «κατάληψη δημόσιων χώρων» και της αίθουσας του δημοτικού συμβουλίου. Στα 1992 όμως, έλαβε χώρα ένα γεγονός που είχε μεγάλο αντίκτυπο: η τοπική δικαστική αρχή καθαίρεσε τη διοικούσα δημοτική παράταξη λόγω της αποκάλυψης ενός σκανδάλου πρόσληψης κάποιου εκπαιδευτικού με αθέμιτο, παράνομο τρόπο. Αυτό ήρθε να εμπεδώσει στην αντίληψη του κόσμου την εγκυρότητα των έως τότε σχετικών καταγγελιών και παρεμβάσεων των αναρχικών και ήγειρε ισχυρά αισθήματα συμπάθειας αλλά και ενδιαφέρον για τις πρακτικές και τις ιδέες τους. Αποτέλεσμα ήταν να συγκληθεί μια περιφερειακή αναρχική συνδιάσκεψη με ευρεία παρουσία και ενδιαφερομένων πολιτών, από την οποία εν τέλει ζητήθηκε επίμονα να συγκροτήσει και να κατεβάσει στις δημοτικές εκλογές μια εναλλακτική λίστα υποψηφίων, απέναντι στην πολυετή, διεφθαρμένη διαχείριση των τοπικών Αρχών. Οι αναρχικοί, που έως τότε είχαν επανειλημμένα διεξαγάγει επίμονες εκστρατείες αποχής από τις εκλογές, δεν θέλησαν βέβαια ν’ ακολουθήσουν τις προτροπές του κόσμου προδίδοντας τις θέσεις τους αλλά απέφυγαν και να εμμείνουν σ’ αυτές σε μια αποκλειστικά ιδεολογική βάση.

Έτσι, εκείνη τη χρονιά και μετά από πολλές συζητήσεις, αποφασίστηκε η ίδρυση της Δημοτικής Ομοσπονδίας Βάσης. Κι ενώ τα πολιτικά κόμματα προετοίμαζαν τις λίστες τους για να κυνηγήσουν τις ψήφους του κόσμου, οι αναρχικοί ξεκινούσαν να εξηγούν για μια ακόμα φορά τους λόγους για τους οποίους δεν συμμετείχαν στις εκλογές και παράλληλα πρότειναν μια δημοτική δομή βάσης ως  εργαλείο αδιαμεσολάβητης δράσης για την επίλυση των προβλημάτων της πόλης και της περιφέρειας και ως εναλλακτική (αντι)πρόταση στη δημοτική Αρχή και στο θεσμικό συνδικαλισμό, με πρόσθετο στόχο την υπεράσπιση αλλά και προώθηση των συμφερόντων των εργαζομένων, των ανέργων, των συνταξιούχων, των αγροτών και των φοιτητών. Ουσιαστικά πρότειναν τη δημιουργία μιας αυτοοργανωμένης δομής αντιεξουσίας για όλους όσους ήθελαν να συναντηθούν, να ενωθούν, να διαβουλευτούν και να βρουν εναλλακτικές λύσεις στα κοινωνικά προβλήματα, σε μια ελευθεριακή «μεθοδολογική» βάση. Κατά τη διάρκεια των εκλογικών εκστρατειών των υπολοίπων, εκείνοι προωθούσαν την πρόταση για τη δημιουργία μιας δημοτικής ομοσπονδίας πολυθεματικών ομάδων και επιτροπών βάσης ως αντίπαλου δέους στους εκλεγμένους τοπικούς άρχοντες. Επί τούτου καλέστηκε μια γενική συνέλευση κατοίκων που είχε μεγάλη συμμετοχή και στην οποία  πολλοί πολίτες δήλωσαν φίλα προσκείμενοι στην ιδέα και την πρακτική αυτή, όχι μόνο αναρχικοί ή συμπαθούντες αλλά και άτομα που, αν και δεν απείχαν από την εκλογική πρακτική, συμφωνούσαν και με την αναγκαιότητα συγκρότησης μιας Δημοτικής Ομοσπονδίας Βάσης με τέτοιο προσανατολισμό, καθώς δεν ήθελαν να δώσουν καμιά «εν λευκώ» εντολή στους υποψήφιους των κομμάτων κι ένιωθαν την ανάγκη να αυτοοργανωθούν σε ένα πολιτικο-κοινωνικό σώμα για να τους ελέγχουν.

Συνοπτικά λοιπόν, μ’ αυτό τον τρόπο γεννήθηκε η Δημοτική Ομοσπονδία Βάσης: ως μια δομή αντιεξουσίας, μια αυτοδιαχειριζόμενη εναλλακτική, οριζόντιο όργανο αυτοκυβέρνησης απέναντι στην κάθετη θεσμική διαχείριση σε επίπεδο τοπικό και κοινωνικό.

 

1.3 Πώς λειτουργεί η Δ.Ο.Β.

Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, η δραστηριοποίηση στην Δ.Ο.Β. δεν εξαρτήθηκε και δεν εξαρτάται  από μια συγκεκριμένη πολιτική τοποθέτηση, και βέβαια όχι από το φύλο, την καταγωγή ή τη θρησκεία αλλά από τις ιδιότητες του εργαζόμενου, του ανέργου, του συνταξιούχου, του φοιτητή, του αγρότη και του πολίτη (αλλά και απλού κατοίκου) γενικότερα. Μοναδική προϋπόθεση για ν’ ανήκει κανείς σ’ αυτή είναι η αποδοχή από πλευράς του των ελευθεριακών αξιών και μέσων αγώνα και οργάνωσης, καθώς και της ιδέας και πρακτικής της αυτοδιαχείρισης. Η Δ.Ο.Β. δεν πρόσκειται σε κανένα κόμμα – στις εκλογές δε στηρίζει κανένα και δε συμμετέχει σ’ αυτές. Τα μέλη που κατέχουν κάποιο δημόσιο αξίωμα ή συμμετέχουν στις εκλογές δεν έχουν δικαίωμα να επιλέγονται στα (άμεσα ανακλητά και προσωρινά) εκτελεστικά όργανα της Δ.Ο.Β. Σήμερα, οι εργαζόμενοι που επιλέγουν να ανήκουν (και) στη Δ.Ο.Β. προέρχονται κατά βάση από τους τομείς της εκπαίδευσης, της διοίκησης, της αγροτιάς, της οικοδομής, της καθαριότητας και της πληροφορικής, ενώ υπάρχει κι ένας μη ευκαταφρόνητος αριθμός συνταξιούχων. Η Δ.Ο.Β. δομείται στη βάση επαγγελματικών κλάδων που διεκδικούν ενεργά στους χώρους εργασίας και σε «συνδικάτα πολιτών και κατοίκων» που δουλεύουν πάνω σε προβλήματα που ενσκύπτουν στην ευρύτερη περιοχή, όπως τα περιβαλλοντικά – οικολογικά, αστεακά – χωροταξικά, ζητήματα υπηρεσιών που σχετίζονται με τα δημόσια αγαθά (υγεία – περίθαλψη, νερό, ρεύμα, ενέργεια) κ.α.Για όλ’ αυτά τα θέματα, οι ομάδες που συναπαρτίζουν τη Δ.Ο.Β. οργανώνουν συνελεύσεις όπου γίνονται δημόσιες συζητήσεις και καταλήγουν σε συνδιαμορφωμένες προτάσεις τις οποίες, θέλει δε θέλει, η εκλεγμένη δημοτική αρχή λαμβάνει υπόψη, αφού αμέσως μετά διαχέονται στις γειτονιές (και σε όλους τους εκάστοτε ενδιαφερόμενους, όπως και σε περιφερειακά οικιστικά σύνολα της επαρχίας της Κοζέντσα και της Περιφέρειας Καλαβρίας),προπαγανδίζονται και υποστηρίζονται ενεργά από πολλούς πολίτες – με διαδηλώσεις, παραστάσεις στο δημαρχείο, εφαρμογή συλλογικά αποφασισμένων, διαφορετικών από τις επιταγές των τοπικών αρχόντων, λύσεων επιμέρους προβλημάτων σε συνοικιακό επίπεδο κλπ.

Ως δομή αυτοδιαχείρισης, η Δ.Ο.Β. δε λειτουργεί με διευθυντικά όργανα. Οι προτάσεις που γίνονται και οι αποφάσεις που λαμβάνονται διαμορφώνονται αμεσοδημοκρατικά και αυτόνομα στις συνελεύσεις κάθε ειδικής ομάδας που την απαρτίζει. Η γενική συνέλευση όλων των μελών της λαμβάνει χώρα μια φορά το χρόνο, και εκτάκτως όποτε κριθεί απαραίτητο για κάποιο λόγο, αφού το ζητήσουν κάποια μέλη ή κάποιες υποομάδες της. Σ’ αυτή τίθενται σε διαβούλευση οι επιμέρους αποφάσεις που παίρνουν οι επαγγελματικοί της κλάδοι κι εκείνοι των πολιτών/ κατοίκων. Επιλέγεται δια συμφωνίας μια επιτροπή που αναλαμβάνει να συντονίσει τις εκστρατείες προπαγάνδισης και διεκδίκησης και να εκτελέσει τις αποφάσεις που τελικά λαμβάνονται3

. Γίνεται προσπάθεια να υπάρχει ομοφωνία ως προς αυτές, αν όμως δεν επιτευχθεί μετά από δύο ή τρεις, κοντινές χρονικά συναντήσεις, εγκρίνονται κατά πλειοψηφία. Η μειοψηφία έχει δικαίωμα να μην εκτελέσει τις αποφάσεις με τις οποίες διαφωνεί. Παρά ταύτα, δεν μπορεί και να εμποδίσει την εφαρμογή τους. Η διαφορά ανάμεσα στην Δ.Ο.Β. και τις θεσμικές – κατεστημένες δομές συνίσταται στο ότι οι δεύτερες εκχωρούν την εξουσία διαχείρισης των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών θεμάτων σε αντιπροσώπους που λειτουργούν μέσα σε ιεραρχικούς θεσμούς, με το ρόλο τους κατόπιν και στην καλύτερη περίπτωση, να περιορίζεται σε απόπειρες πίεσης προς αυτούς. Αντίθετα, η Δ.Ο.Β. αρνείται την ανάθεση της διοίκησης – διαχείρισης σε αντιπροσώπους. Αυτό συνεπάγεται βέβαια και διεκδικητικούς αγώνες, ταυτόχρονα όμως διατηρεί για τα μέλη και τη δυνατότητα να θέτουν αδιμεσολάβητα σ’ εφαρμογή πειράματα αυτοδιαχείρισης σε όλους τους τομείς, με μακροπρόθεσμο στόχο την επίτευξη μιας καθολικά εφαρμοζόμενης κοινωνικής εναλλακτικής πρότασης, βασισμένης σε κοινοτιστικές, ομοσπονδιακές και ελευθεριακές αρχές και λειτουργίες.

 

1.4 Πώς δρα η Δ.Ο.Β.: παραδείγματα παρεμβάσεων

H Δ.O.B. δεν ανήκε ποτέ στις δομές αυτές που, με οποιαδήποτε μορφή (κόμματα, συνδικάτα, οργανώσεις, Μ.Κ.Ο.,lobby κλπ) υπερασπίζονται άκριτα το κοινωνικό κράτος έναντι της νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Γνωρίζει καλά πως τόσο το πρώτο όσο και η νεοφιλελεύθερη συνταγή, μεταξύ (πολλών) άλλων, τείνουν εκ φύσεως στην ιδιοτελή επικάρπωση των αγώνων και των οφελημάτων, στην εκμετάλλευση, τη διαφθορά και τις πελατειακές σχέσεις. Γι’ αυτό, προωθεί και κάνει πράξη την εναλλακτική της αυτοδιεύθυνσης: απέναντι δηλαδή στην ιδιωτική ή κρατική, εργοδοτική οργάνωση της εργασίας, προτάσσει την οργάνωσή της σε πλαίσια συλλογικά – συνεργατικά. Αυτό δε σημαίνει ότι αναφέρεται στους συνεταιρισμούς που φτιάχνονται και λειτουργούν εντός της κυρίαρχης καπιταλιστικής συνθήκης, οι οποίοι διέπονται από γιγαντισμό και χαρακτηρίζονται από τις προσωποπαγείς κομματικές θέσεις, την εκμετάλλευση της εργασίας (ιδίως των μεταναστών) και στην επιδίωξη κέρδους και πλουτισμού. Αντίθετα, αναφέρεται και πριμοδοτεί την ιδέα ενός συνεργατικού κινήματος επαγγελματικών δικτύων βασισμένων στην αλληλεγγύη, την αλληλοβοήθεια και την ισότητα στην απόλαυση των καρπών του κοινού μόχθου, ή την κατανομή του ανάλογα με τις  ανάγκες των ατόμων και των νοικοκυριών, βάσει κοινώς αποδεκτών κριτηρίων συμπεφωνημένων απ’ όλους σε δημόσιες, ανοιχτές διαβουλεύσεις. Έτσι, έχει αναλάβει πρωτοβουλίες όπως οι παρακάτω:

 

– Ίδρυση της  συνεργατικής «Ουράνιο Τόξο»:

Όταν ο δήμαρχος δημοσιοποίησε την πρόθεσή του να ιδιωτικοποιήσει τις υπηρεσίες καθαριότητας του δήμου και να απολύσει το σχετικό προσωπικό, η Δ.Ο.Β. συγκρούστηκε ανοιχτά μαζί του και παράλληλα έφτιαξε, με τη συμμετοχή των υπό απόλυση εργαζομένων, μια συνεργατική παραγωγής και υπηρεσιών που ονομάστηκε «Ουράνιο Τόξο». Η κοοπερατίβα απευθύνθηκε στους πολίτες για τη δημοσιοποίηση της εφεξής ύπαρξής της και την ανάθεση εργασιών από μέρους τους με φθηνό αλλά αξιοπρεπές κόστος, απαρτίστηκε δε τόσο από τους εργάτες καθαριότητας όσο και από άνεργους νέους, προκειμένου για τη βιοποριστική τους απασχόλησή μέσω της συλλογικής εργασίας. Σήμερα λειτουργεί εύρυθμα καλύπτοντας ένα ευρύ φάσμα εργασιών που ξεκινούν από τους ελαιοχρωματισμούς και την ελαιοκομιδή και φτάνουν στις εργασίες τοπικής καθαριότητας.

 

– Για τα δημοτικά τέλη:

Οι δημόσιες συνελεύσεις που κάλεσε η Δ.Ο.Β. έθεσαν υπό συζήτηση το θέμα της σπουδαιότητας και κυρίως του τρόπου διάθεσης των εσόδων από τα δημοτικά τέλη. Στόχος ήταν να διαμορφωθούν προτάσεις προς τη δημοτική αρχή και η τελευταία να πιεστεί για την εφαρμογή τους. Όπου αυτές δεν έγιναν δεκτές, πολλές συνοικιακές συνελεύσεις πολιτών αποφάσισαν την από κοινού άρνηση πληρωμής των δημοτικών τελών στους τομείς που αυτά θεωρήθηκαν μη αναγκαία ή υψηλά.

 

– Για θέματα που απασχολούν την ευρύτερη περιοχή:

Άλλες πρωτοβουλίες που πήρε η Δ.Ο.Β. έχουν συγκροτήσει συνελεύσεις στις οποίες κλήθηκαν να παρουσιαστούν δήμαρχοι και σύμβουλοι διαφορετικών δήμων της περιφέρειας της Καλαβρίας, για να κουβεντιάσουν με τους παρόντες πολίτες προτάσεις σχετικές με τη διαχείριση των υπηρεσιών, την τοπική παραγωγή και τα περιβαλλοντικά θέματα. Οι περισσότεροι παραβρέθηκαν και, καλοπροαίρετα ή όχι, άκουσαν άμεσα τη γνώμη και τις προτάσεις των κατοίκων, ενώ τους γνωστοποιήθηκε η διάθεση των τελευταίων για ανυπακοή σε σχετικές ενέργειές τους που θα έρχονταν σε αντίθεση μ’ αυτές.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινοτικής, δραστικής παρέμβασης στα πλαίσια αυτά στάθηκε η δραστηριοποίηση του πληθυσμού με αφορμή ένα κρατικό σχέδιο  για την κατασκευή υπόγειας σήραγγας προκειμένου για την απαλλαγή της περιοχής Νότιας Ιταλίας από κάποια βαγόνια τραίνων που έφεραν φορτία (του καρκινογόνου) αμιάντου. Όταν ανατέθηκε το έργο σε μια εταιρεία από τη Μόντενα και ανακοινώθηκε ότι θα φτιαχνόταν κοντά στο σταθμό τραίνων του Σπετσάνο, εν μέσω μιας περιοχής ανθηρής αγροτικής καλλιέργεας οπωροφόρων και ελαιόδεντρων, η Δ.Ο.Β. οργάνωσε μια εκστρατεία ενημέρωσης και αδιάλειπτων άμεσων δράσεων ενάντια στην προοπτική αυτή, που κορυφώθηκε σε μια τεράστια λαϊκή συνέλευση οργανωμένη από την«επιτροπή της Δ.Ο.Β. ενάντια στον αμίαντο». Η συνέλευση εξανάγκασε το δήμαρχο του Σπετσάνο να αποκηρύξει δημόσια και να καταγγείλει επίσημα το έργο, ενώ, σε μικρό χρονικό διάστημα, μετά από μαχητικές διαδηλώσεις και άμεσες δράσεις σαμποτάζ, η εταιρεία τα μάζεψε κι έφυγε.

 

– Για την κοινοτική διαχείριση των πηγών μεταλλικού νερού:

Το πρόβλημα αυτό δεν ήταν καινούριο για το Σπετσάνο Αλμπανέζε. Το 1923 (!), ο δήμαρχος της εποχής παραχώρησε σε ένα ιδιώτη την εκμετάλλευση των πηγών μεταλλικού νερού που διαθέτει η περιοχή. Από τότε και μέχρι σήμερα, οι εκάστοτε δημοτικές αρχές αδιαφορούσαν για το θέμα, ενδιαφερόμενες περισσότερο για την είσπραξη των πενιχρών αποδόσεων κερδών προς το δήμο από τους ιδιώτες που πάντα εκμεταλλεύονταν το νερό, παρά για μια διαφορετική οπτική διαχείρισης του φυσικού αυτού πλούτου προς όφελος όλων.

Πολλές φορές στο παρελθόν και με την επίμονη παρέμβαση της τοπικής αναρχικής ομάδας, οργανώθηκαν διαμαρτυρίες για να εκφραστεί η δυσφορία των κατοίκων για το ζήτημα. Όμως, πάντα αγνοούνταν από τη σύμπραξη του δήμου με τους ιδιώτες εκμεταλλευτές του νερού. Όταν δημιουργήθηκε η Δ.Ο.Β., ανακίνησε εντατικά το ζήτημα καλώντας και οργανώνοντας δημόσιες διαδηλώσεις σε όλη την επαρχία, εκθέσεις, διασκέψεις και συνελεύσεις, στις και από τις οποίες, προτάθηκε εν τέλει η δημοτικοποίηση των πηγών και η συλλογική τους διαχείριση από τους διάφορους δήμους της περιοχής με λογοδοσία στις επιτροπές κατοίκων. Ο αγώνας αυτός συνεχίζεται ακόμα κι εκείνο που μέχρι πρότινος ήταν δεδομένο, σήμερα αποτελεί διακύβευμα προς διεκδίκηση από τους οργανωμένους από τα κάτω κατοίκους.

 

2. Μπορεί αυτή η εμπειρία να εφαρμοστεί σε μεγαλύτερες πόλεις;

Είναι αναμφίβολα ευκολότερο για μια συλλογικότητα να έχει πληρέστερη εικόνα των προβλημάτων σε μια πόλη μικρή. Όπως φαίνεται από το απτό παράδειγμα του Σπετσάνο Αλμπανέζε, αρκεί να υπάρξει η πρωτοβουλία μιας μειοψηφικής αλλά οργανωμένης ομάδας, για να επηρεάσει το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού. Σε μια μεγάλη πόλη όμως, η κατάσταση διαφέρει. Εκεί αποβαίνει δυσκολότερο για μια τέτοια ομάδα να έχει λεπτομερέστερη και σφαιρικότερη εικόνα της κοινωνικής προβληματικής και γενικά δυσχεραίνεται περισσότερο η απεύθυνση στο σύνολο του πληθυσμού. Αν όμως μια συλλογικότητα ή, ακόμα καλύτερα, πολλές τέτοιες, άρχιζαν να παρεμβαίνουν στα προβλήματα των επιμέρους συνοικιών – προαστίων, θα μπορούσαν αναμφισβήτητα, προϊόντος του χρόνου, να μεταφέρουν το Λόγο και την πρακτική τους σε όλους τους κατοίκους. Σε τελική ανάλυση, μια μικρή πόλη είναι σαν ένα προάστιο ενός μεγάλου αστικού κέντρου. Γι’ αυτό, το ξεκίνημα της δραστηριοποίησης σε μια χωροταξικά καθορισμένη ζώνη της πόλης με στόχο τη μετέπειτα επέκταση της δράσης και σε άλλες, θα μπορούσε να φέρει το ίδιο αποτέλεσμα μ’ αυτό της παρέμβασης σε μια κοινότητα 10.000 κατοίκων4

. Όπως και να ‘χει, ένα υπαρκτό, ενεργό και «χειροπιαστό» παράδειγμα όπως του Σπετσάνο είναι η καλύτερη αρχή για να εμπνεύσει ανάλογη κινητοποίηση και σε άλλα μέρη. Έτσι, η εμπειρία της Δ.Ο.Β. της συγκεκριμένης πόλης υιοθετήθηκε και από τους κατοίκους μιας άλλης κωμόπολης της επαρχίας της Κοζέντσα, του Σαν Λορέντζο ντελ Βάλλο5 (3.500 κάτοικοι), όπου φτιάχτηκε μια ανάλογη πρωτοβουλία με το ίδιο όνομα, την οποία σήμερα προσεγγίζουν ποικίλες ομάδες πολιτών της επαρχίας που ενδιαφέρονται για την πρόταση που προωθεί. Η ίδια εμπειρία, και ιδίως η αποτελεσματικότητα που επέδειξε, άνοιξε τη σχετική συζήτηση και σε άλλες ιταλικές περιφέρειες, όπου λαμβάνουν χώρα πρωτοβουλίες που θέτουν επί τάπητος το ζήτημα του συγκεκριμένου προτάγματος. Είναι επίσης πολύ σημαντική η παρουσία της Δ.Ο.Β. του Σπετσάνο σε πανιταλικές (αλλά και και διεθνείς) συναντήσεις6 με θέμα τον ελευθεριακό κοινοτισμό/δημοτισμό, ενώ έχουν δοθεί πολυάριθμες συνεντεύξεις σε ποικίλα, αναρχικά και άλλα περιοδικά και επιθεωρήσεις, αναφορικά με την οργάνωση, τη δράση της και τα αποτελέσματά της.

 

3. Το πρόταγμα του Κοινοτισμού

Η οργάνωση από τα κάτω σε δημοτικό επίπεδο, ή αλλιώς ο κοινοτισμός, αντιπροσωπεύει μια ρεαλιστική πρόταση αυτοδιεύθυνσης σε μια κοινωνία όπου βασιλεύουν η ιεραρχία και, ως εκ τούτου, η κυριαρχία ορισμένων πάνω σε άλλους, ή των λίγων και προνομιούχων πάνω στους πολλούς. Σ’ ένα κοινοτιστικό κίνημα, η πρωτοβουλία ξεκινά από τη βάση, τόσο σε κλαδικό – επαγγελματικό όσο και σε χωροταξικό επίπεδο, θέτοντας ως μακροπρόθεσμο στόχο την οικοδόμηση μιας αυτοκυβερνώμενης κοινωνίας με οριζόντιες, ισότιμες σχέσεις, ικανής να αντικαταστήσει το κράτος μέσα από ένα δίκτυο αυτόνομων, οικονομικά αυτάρκων κοινοτήτων, οργανικά συνδεδεμένων μέσα σε μια (συν)ομοσπονδία βασισμένη στην αλληλεγγύη, την αλληλοκάλυψη και αλληλοβοήθεια. Ο Ελευθεριακός Κοινοτισμός, νοηματοδοτημένος στη βάση των παραπάνω πολιτικών και κοινωνικών μορφών και περιεχομένων, δεν αγνοεί την πραγματικότητα μέσα στην οποία προσπαθεί να αναπτυχθεί, τις αντιφάσεις και τα προβλήματά της (ως προβλήματα που οφείλονται στην υφιστάμενη, κυρίαρχη κοινωνική οργάνωση την οποία αντιμάχεται) αλλά εισάγει στο πεδίο ένα διαφορετικό κοινωνικό αγώνα προς υπεράσπιση των άμεσων συμφερόντων όλων των καταπιεσμένων. Στοχεύει στο να δώσει το έναυσμα για να ξεκινήσει να παίρνει σάρκα και οστά η ελεύθερη κοινωνία του αύριο στο ΕΔΩ ΚΑΙ ΣΤΟ ΤΩΡΑ.

Στο πλαίσιο αυτό, αρνείται τη συμμετοχή στις εκλογές7

: πιστεύει στην συμμετοχική, αδιαμεσολάβητη κινητοποίηση για την επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων και δε νοεί τον εαυτό του ως κόμμα ή «παράταξη» που προσπαθεί να εκλεγεί σε κατεστημένες,  θεσμικές θέσεις με σκοπό να επιβάλει κατόπιν κάποιο πρόγραμμα μέσω διαταγμάτων.

Εκδήλωση ευτοπίας

 

4. Κάποιες σκέψεις ή… «Ω γλυκύ μου έαρ, πού έδυ μου το κάλλος»

Η ελευθεριακή – αναρχική πρόταση για το «τοπικώς αυτοδιοικείσθαι» μπορεί να εγείρει πολλές αμφιβολίες και ενστάσεις, άλλοτε καλοπροαίρετες κι άλλοτε όχι. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί ν’ αγνοηθεί ως ανεδαφική: παραδείγματα όπως αυτό του Σπετσάνο Αλμπανέζε, αλλά και άλλων σύγχρονων ιστορικών ανθρώπινων δημιουργιών μικρής ή μεγάλης κλίμακας, που δεν έχουν απαραίτητα το συγκεκριμένο ιδεολογικό πρόσημο αλλά φέρουν ως στολίδια τους πολλά από τα ελευθεριακά χαρακτηριστικά που η αντιεξουσιαστική παράδοση τους ενέπνευσε (η Μαριναλέδα στην Ισπανία, η ζαπατίστικη αυτονομία στο Μεξικό κ.α.) σκιαγραφούν μια κοινωνία ατομικά και συλλογικά αυτοκαθοριζόμενων ανθρώπων, που μπορεί να κυοφορείται ακόμα και στις δυσκολότερες συνθήκες, όπως οι σημερινές8.

Θα μπορούσε κάλλιστα, να δυσπιστεί κανείς απέναντι στην αποτελεσματικότητα μιας στρατηγικής που αρνείται να χρησιμοποιήσει τα θεσμικά κανάλια για να σιτίσει το όραμά της. Όμως, τόσο το Σπετσάνο όσο και άλλες απόπειρες πραγματικής αυτοδιοίκησης όπως αυτές που προαναφέρθηκαν, αποδεικνύουν πως μια κατά τ’ άλλα εξωθεσμική δραστηριότητα είναι ικανή να υποχρεώσει τις κατεστημένες Αρχές όχι μόνο να λαμβάνουν αναγκαστικά υπόψη τη γνώμη των ανθρώπων και ανάλογα να λειτουργούν, αλλά συχνά και να την υιοθετούν, αυτοακυρωνόμενες ουσιαστικά ως προστακτικές δομές. Ο συσχετισμός των δυνάμεων είναι πάντα ο σπόρος – γεννήτορας των εκάστοτε κρατούντων ηθών και σχέσεων, και συνεπώς των αποκρυσταλλώσεών τους εκείνων που ονομάζονται «θεσμοί». Όταν πρακτικές όπως αυτές που περιγράφηκαν στο κείμενο αυτό υιοθετηθούν ενεργά από μεγάλες μερίδες του πληθυσμού, διαμορφώνεται (τοπικά, περιφερειακά, σε επίπεδο επικράτειας) μια δυαδική εξουσία ο ένας πόλος της οποίας ανταγωνίζεται τον αντίπαλό του με αξιώσεις υπεροχής, ανεξάρτητα από το πόσο παγιωμένος ήταν ο δεύτερος στο κοινωνικό φαντασιακό. Γεννιέται μια θεσμίζουσα δύναμη ικανή να διαρρήξει το τελευταίο και να εμπνεύσει ένα καινούριο, κάτι που συνιστά το βασικό εφαλτήριο για την πορεία προς το Νέο9.

Θα μπορούσε κανείς επίσης να ισχυριστεί, ότι η κυρίαρχη τάξη θα χρησιμοποιήσει όση βία διαθέτει για να καταστείλει ένα τέτοιο κριτικό, συνειδητοποιημένο, οργανωμένο και καλά προσανατολισμένο κίνημα, όταν αυτό αρχίσει να γίνεται επικίνδυνο (όπως πολλάκις έχει κάνει στο παρελθόν). Σ’ ένα τέτοιο ενδεχόμενο, συζητάμε πια για ένα σημείο βρασμού που εγκυμονεί μια επαναστατική κατάσταση και συνεπώς μια αναπόφευκτη σύγκρουση ανάμεσα σε ασυμβίβαστες δυνάμεις, με διαμετρικά αντίθετες αξίες. Η κουβέντα αυτή είναι μεγάλη, γι’ αυτό το μόνο που μπορούμε να πούμε εδώ είναι ότι συνήθωςη ένταση της ρήξης που αναγκαστικά θα εκδηλωθεί θα είναι αντιστρόφως ανάλογη με το μέγεθος της συμμετοχής ή/και της υποστήριξης που θα απολαμβάνει το κίνημα.

Από ‘κει και πέρα όμως, αυτή η διαδικασία επανεύρεσης του Ανθρώπου που ονομάζουμε ελευθεριακή επανάσταση, σίγουρα δεν ταυτίζεται (μόνο) με τη στιγμή αυτή: αντίθετα, πρόκειται κατά βάση για μια διαδικασία μακρόχρονης αυτοεκπαίδευσης του ατόμου και της κοινωνίας στους θεσμούς της αυτοκυβέρνησης, διαδικασία που μεταξύ άλλων προϋποθέτει την παράλληλη ανάπτυξη μιας ελευθεριακής κουλτούρας και παιδείας σε κάθε πτυχή των καθημερινών σχέσεων, με στόχο τη μεγαλοπρεπή ανάδυση μιας νέας ευαισθησίας απέναντι στον Άνθρωπο και τη Φύση.

«Οτιδήποτε έχει ενδιαφέρον συμβαίνει στη σκιά, τελικά. Δεν ξέρουμε τίποτα για την αληθινή ιστορία των ανθρώπων», έγραφε ο Σελίν στο βιβλίο του«Ταξίδι στην άκρη της νύχτας». Όσο κι αν η αποστροφή αυτή αφήνει ίσως μια γεύση υπερβολής, δεν μπορεί κανείς να μην αναγνωρίσει ότι η ακρωτηριασμένη μνήμη που λέγεται επίσημη Ιστορία (αυτή που διδάσκεται στα σχολικά βιβλία – και όχι μόνο), όπου και όποτε μπόρεσε, αγνόησε ή επιτηδευμένα παραποίησε σημαδιακά επαναστατικά ορόσημα του παρελθόντος. Δική μας υπόθεση ως καταπιεσμένων είναι τόσο να διατηρούμε αυτά ζωντανά στη συλλογική μνήμη, όσο και να αναδεικνύουμε τους σύγχρονους, άκρως ενδιαφέροντες τόπους και χρόνους της ελπίδας, βγάζοντάς τους έξω από τη «σκιά» που τους κρατάει, αυτή τη φορά, η κατεστημένη «ενημέρωση».

…Εν κατακλείδι, μπορούμε να κάνουμε βάσιμες υποθέσεις για το πότε διολίσθησε η ανθρωπότητα προς τη σημερινή ανείπωτη βαρβαρότητα, για το πότε και πού χάθηκε το κάλλος στη ζωή μας.Ωστόσο, κι αν ακόμα το παρόν μας δεν είναι τόσο «γλυκύ» όπως το έαρ, μπορεί το μέλλον μας να είναι πάμφωτο σαν καλοκαίρι: αρκεί να αυτενεργήσουμε προσπαθώντας ειλικρινά να οικοδομήσουμε ένα κόσμο όπως τον φαντάζονται και ήδη τον ψηλαφούν σε κάθε Σπετσάνο Αλμπανέζε του κόσμου. Είναι εφικτό, αρκεί να είναι πειστικό κι επιθυμητό. Μα, πάνω απ’ όλα, είναι ΔΙΚΑΙΟ. Και η φαντασμαγορία της Ελευθερίας παραμένει (και περιμένει) μπροστά μας.

 

«Η πραγματικότητα και το όνειρο είναι διαφορετικά πράγματα∙ μα το όνειρο είναι πάντα ο προάγγελλος αυτού που έρχεται. Το πιο ευγενικό όμως, είναι να κάνεις τη ζωή όμορφη στο εδώ και στο τώρα» -Αναρχική Ομάδα «Nosotros», Ισπανία 1937

Ανέστιος*

 

* Η συγγραφή του κειμένου αυτού (εκτός από την τέταρτη και τελευταία υποενότητα) βασίστηκε στη σύνθεση πληροφοριών από διάφορες πηγές. Δυστυχώς, πέραν μιας αναφοράς που βρίσκεται εδώ

http://eleftheriakoi.blogspot.gr/2012/10/blog-post_24.html

δεν υπάρχει βιβλιογραφία  στα ελληνικά.

 

Για πληροφορίες στα αγγλικά δείτε εδώ:

http://raforum.info/spip.php?article3683

 

Κυρίως όμως, τα υπάρχοντα κείμενα είναι στα ιταλικά και τα ισπανικά. Δείτε εδώ:

http://www.cedap.assis.unesp.br/cantolibertario/textos/0078.html

http://es.scribd.com/doc/2317388/Bookchin-Murray-Stowasser-Liguri-La-utopia-es-posible1

(αμφότερα ισπανικά)

 

Για όσους/ες ενδιαφέρονται και γνωρίζουν ιταλικά ή/και γαλλικά, υπάρχει video εδώ, με γαλλικούς υπότιτλους:

https://www.youtube.com/watch?v=NlLCVtqqV08

 

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η πρώτη αναφορά στην Ελλάδα για το Σπετσάνο Αλμπανέζε έγινε στο φύλλο 119 της εβδομαδιαίας αναρχικής εφημερίδας «Άλφα», 31.01.1998.

 

  1. Spezzano Albanese
  2. Federazione Municipale di Base (F.M.B.)
  3. Ο χρόνος ζωής της εκάστοτε επιτροπής λήγει με τη διεκπεραίωση του έργου για το οποίο υπήρξε εντολοδόχος.
  4. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις διαχρονικής επιτυχίας της πρακτικής αυτής στάθηκαν, αφενός στο απώτατο παρελθόν οι Τομείς (Sections) οργάνωσης των κατοίκων στο Παρίσι κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, και αφετέρου στο Σήμερα, η επιρροή του κινήματος Occupy των ΗΠΑ σε πολλές περιφερειακές αστικές ζώνες των αμερικάνικων μεγαλουπόλεων.
  5. San Lorenzo Del Vallo
  6. Στην Ελλάδα, η ομάδα του περιοδικού για τον Ελευθεριακό Κοινοτισμό «Ευτοπία», οργάνωσε μια ανάλογη διεθνή συνάντηση στην Αθήνα στις 28 και 29 Σεπτεμβρίου 2012, με θέμα «Μορφές αντίστασης και ελευθεριακής οργάνωσης στον ευρωπαϊκό νότο» και καλεσμένο ομιλητή, μεταξύ άλλων, τον εκπρόσωπο της Δ.Ο.Β. του Σπετσάνο Αλμπανέζε Domenico Liguori.
  7. Το τί ενδείκνυται κατά τ’ άλλα να πράττουν οι αναρχικοί σε σχέση με τις εκλογές, όταν δεν έχει ούτε κατ’ ελάχιστο διαμορφωθεί ακόμα ένα τέτοιο κίνημα (πέραν της αυτονόητης, διαρκούς δράσης για την οικοδόμησή του), είναι ένα θέμα για το οποίο, τουλάχιστον ο υπογράφων, έχει μια καθόλα διαφορετική άποψη από – τη συντριπτική μάλλον – πλειοψηφία του «χώρου», ο οποίος προπαγανδίζει φανατικά τη σε κάθε περίπτωση αποχή, εν είδει αδιαμφισβήτητου δόγματος. Αλλά αυτό είναι μια τεράστια, ως επί το πλείστον εσωτερική, και σίγουρα όχι για ανάπτυξη στο παρόν κείμενο συζήτηση…
  8. Άλλωστε, πολλοί αναγνώστες του κειμένου αυτού στην Ελλάδα θα είναι ήδη εξοικειωμένοι με κάποιες αναφορές που διάβασαν εδώ, όπως αυτές για τις λαϊκές – δημόσιες συνελεύσεις και τις πρωτοβουλίες παρέμβασης τοπικής – συνοικιακής εμβέλειας, ενώ ο αγώνας των κατοίκων του Σπετσάνο ενάντια στον αμίαντο σίγουρα θυμίζει τον αγώνα των κατοίκων στην Ιερισσό Χαλκιδικής αλλά κι εκείνον της Κερατέας 2 χρόνια πριν. Δεδομένα που παραπέμπουν σε σπέρματα αντίστοιχων κινήσεων και στην Ελλάδα τα χρόνια της κρίσης, με τη (σημαντική) διαφορά ότι δεν έχουν «ενορχηστρωθεί» ακόμα σε ένα κίνημα με συνείδηση του εαυτού του ως τέτοιου και προγραμματικό προσανατολισμό προς ένα κοινό θετικό όραμα.
  9. Novum: η έννοια που χρησιμοποίησε ο Ερνστ Μπλοχ για να δηλώσει την απελεύθερη κοινωνία που θα προέλθει από τη σημερινή ποικιλόμορφη κίνηση προς αυτή και που θα έχει τις ρίζες της σε αξίες και εναλλακτικούς θεσμούς του παρελθόντος αλλά δεν θα ανάγεται σ’ αυτούς, όντας κάτι ολοκληρωτικά καινούριο.

Αναδημοσίευση από: https://athens.indymedia.org/post/1525590/

Πηγή: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΑΠΑΤΡΙΣ #26

Μία συνέντευξη του Κορνήλιου Καστοριάδη στην εφημερίδα ‘Εκτός Νόμου’ το 1990

poliakoff_0
Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Κορνήλιου Καστοριάδη, που δημοσιεύτηκε το 1990 στην εφημερίδα της Ένωσης Αναρχικών Θεσσαλονίκης, ‘Εκτός Νόμου’.
‘Εκτός Νόμου’ : Η κατάρρευση της μαρξιστικής ιδεολογίας- σαν ιδεολογία κατακτητική, όπως εσείς έχετε πει- ήταν ένα από τα πιο τρανταχτά αποτελέσματα της κατάρρευσης που συντελέστηκε στην Ανατολική Ευρώπη. Μιας κατάρρευσης με τεράστιες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές διαστάσεις. Θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε νίκη του καπιταλισμού, μέσα στα πλαίσια του οικονομικού- πολεμικού ανταγωνισμού; Κατά κάποιον τρόπο θα μπορούσαμε να πούμε ένα κάποιο ναι. Είναι όμως τα πράγματα έτσι απλά;
Γιατί, πέρα από τις θριαμβολογίες της δυτικής κυριαρχίας, υπάρχουν σωρεία ζητημάτων που χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή και μια σοβαρή κριτική πάνω στη νέα πραγματικότητα που ξετυλίγεται στις ανατολικές χώρες. Πρώτα- πρώτα πρέπει να δούμε αυτή την ‘παράδοξη’ αλλαγή στο ανατολικό μπλοκ. Πώς δηλαδή ένα σύστημα, που επί μισό αιώνα ανέπτυσσε πυρετωδώς τη στρατοκρατική του υπόσταση πάνω στη βία και τον ολοκληρωτισμό, κατέρρευσε τελικά αναίμακτα, με εξαίρεση ίσως τη Ρουμανία. Εδώ αυθόρμητα ξεπηδάει η σημασία της πάλης των λαών της ανατολικής Ευρώπης ενάντια στο καθεστώς.
Και εδώ θα αναφέρουμε κάποια από τα δικά σας λόγια, που δημοσιεύσατε παλιότερα και που λέτε ότι «η κρίση της εκμεταλλευτικής κοινωνίας υπάρχει τόσο, στο μέτρο ακριβώς που η ξένωση δημιουργεί μία συνεχή σύγκρουση σε όλα τα επίπεδα και σ’ όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Σύγκρουση που εκφράζεται με δύο μορφές: σαν πάλη των εργαζομένων ενάντια στην ξένωση και ενάντια στους όρους της και σαν απουσία ταυτόχρονα των ανθρώπων από την κοινωνία (παθητικότητα- απογοήτευση- αποχώρηση- απομόνωση). Και στις δύο περιπτώσεις –πέρα από ένα σημείο- η σύγκρουση οδηγεί σε ανοιχτή κρίση της κατεστημένης κοινωνίας μόλις η πάλη των ανθρώπων αποκτήσει μια ορισμένη ένταση, έχουμε επανάσταση. Αλλά και όταν η απουσία τους στην κοινωνία ξεπεράσει ένα όριο, έχουμε κατάρρευση του συστήματος».
Η απάθεια και η αδιαφορία των λαών αυτών συνιστούν πρωταρχική ουσία της κατάρρευσης; Κι αν εν τέλει θέλουμε να μιλάμε για κάποια ‘νίκη’ μπορούμε να πούμε ότι οι ανατολικοί λαοί επιθυμούσαν την πτώση του καθεστώτος και το ‘καναν. Μια νίκη όμως που δεν συμπληρώθηκε από μια κοινωνική πρόταση για αλλαγή του συστήματος, αλλά αντιδιαστάλθηκε με τη μεταρρύθμιση του συστήματος εκ των άνω, εν απουσία της κοινωνίας, όπως πρόσφατα και εσείς διατυπώσατε. Με μόνη ίσως εξαίρεση την Πολωνία, λόγω του ιστορικού υπόβαθρου που έχει μέσω της Αλληλεγγύης.
Και εδώ καταρρίπτεται κάθε θριαμβολογία, διότι ενώ το ρήγμα της Ανατολικής Ευρώπης φαίνεται να ενισχύει τη βεβαιότητα των δυτικών για τον τρόπο ανάπτυξής τους, εν τούτοις τα προβλήματα έγιναν πιο περίπλοκα και ως ένα βαθμό πιο επικίνδυνα, με τη σύζευξη των δύο κόσμων.
Με ποιο τρόπο θα εναρμονιστούν στο δυτικό μοντέλο οι ανατολικοί, αν υπάρχει τέτοια τάση; Με κοινοβουλευτισμό, με δικτατορία; Αν πάρουμε το πρόσφατο παράδειγμα της Ρωσίας και δούμε τις υπερεξουσίες του Γκορμπατσόφ, που, ενώ διατείνεται για αποκέντρωση, ταυτόχρονα συγκεντρώνει στην προεδρική έδρα την απόλυτη εξουσία, καθώς και την επέμβαση του στρατού, διαπιστώνουμε κάποιες αντινομίες.
Η συναίνεση που για τους δυτικούς είναι η ιδεολογία της αφομοίωσης στο σύστημα και που σε ένα βαθμό το έχουν καταφέρει, τι νόημα έχει στις ανατολικές χώρες, σε ποιο πρόγραμμα, σε ποια οικονομία, σε ποιο εντέλει μοντέλο;
Πώς ο τύπος ανθρώπου που παράχθηκε στην Ανατολική Ευρώπη θα αφομοιωθεί από το δυτικό τύπο ανθρώπου, τον τύπο δηλαδή του καταναλωτή, του βιντεόπληκτου και του ατομιστή;
Γιατί ναι μεν οι ανατολικοί κάνουν ουρές για ένα χάμπουργκερ απ’ τα McDonald’s, αλλά αυτό το ίδιο το φαινόμενο δεν υποδηλώνει και έναν επαρχιωτισμό ταυτόχρονα;
Κορνήλιος Καστοριάδης : Για να μιλήσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια, η κατάρρευση της μαρξιστικής ιδεολογίας έχει αρχίσει πολύ πριν από τον Γκορμπατσόφ. Με μία έννοια το φαινόμενο Γκορμπατσόφ και όλα όσα έγιναν αυτή την περίοδο εκφράζουν επίσης αυτή την κατάρρευση.
Η κατάρρευση αυτή στην ουσία έχει αρχίσει τουλάχιστον από το ’56, όταν, απ’ τη μια μεριά ο Χρουστσόφ βγήκε και κατήγγειλε όσα έγιναν στην περίοδο Στάλιν και από την άλλη μεριά και κυριότερη, οι Πολωνοί και οι Ούγγροι εργάτες ξεσηκώθηκαν, έκαναν απεργίες και συμβούλια και τους έσφαξε ο στρατός του σοσιαλιστικού κράτους. Λοιπόν, ήδη από εκείνη τη στιγμή και μετά στην Τσεχοσλοβακία του ’68, όταν δείχτηκε ότι ήταν αδύνατο να μεταρρυθμιστεί το κομμουνιστικό κόμμα από μόνο του, είχε υπάρξει πια, μπορεί να πει κανείς, μια τέλεια κατάρρευση της μαρξιστικής ιδεολογίας και από την άποψη ότι δεν μπορούσε να πει τίποτα γι’ αυτά τα καθεστώτα και από την άποψη επίσης ότι ήταν τελείως ανίκανη να πει οτιδήποτε για την εξέλιξη του σύγχρονου καπιταλισμού, του δυτικού καπιταλισμού.
Πάνω σ’ αυτό έρχονται οι –ας το πούμε έτσι- πραγματικοί παράγοντες, όπως φάνηκε το ’56 και μετά το ’68 και το ’70 και το ’80 στην Πολωνία και στη Ρωσία την ίδια με την εξέγερση του Νιεπροπεντρόφσκα το ’64 και με το συνεχές σαμποτάζ της παραγωγής από τους εργαζόμενους και την αδιαφορία τους για την παραγωγή. Δηλαδή ανέκαθεν υπήρχε μια τεράστια, πότε σιωπηρή, πότε εκφραζόμενη, αντίδραση και πάλη των ανθρώπων εναντίον του συστήματος.
Σ’ αυτή την πραγματικότητα το σύστημα απαντούσε με αυτό που ονόμασα στρατοκρατία, ένα είδος φυγής προς τα μπρος με τις επεκτατικές του τάσεις, προσπαθώντας να λύσει τα προβλήματά του με μια επέκταση προς τα έξω και μια μετατροπή της κοινωνίας σε ένα τελείως στρατοκρατικό σύστημα.
Αυτό το πράγμα απέτυχε, δηλαδή το σύστημα προς αυτή την τάση έσπασε τα μούτρα του και τα έσπασε και συγκεκριμένα. Το πρώτο φυσικά είναι η Πολωνία, όπου με τα γεγονότα που έγιναν το διάστημα ’79- ’81 με την Αλληλεγγύη, φάνηκε καθαρά ότι όλος ο κόσμος σ’ αυτές τις χώρες, τουλάχιστον στις δορυφόρες χώρες –ας πούμε- ήταν απολύτως εναντίον του καθεστώτος, αλλά όπου οι Ρώσοι δεν τόλμησαν να κάνουν μια στρατιωτική επέμβαση. Την έκαναν έμμεσα μ’ αυτή τη μαριονέτα το Γιαρουζέλσκι, ο οποίος όμως δεν μπορούσε να επιβληθεί· για δεύτερη φορά, έσπασαν τα μούτρα τους στο Αφγανιστάν.
Από εκείνη τη στιγμή ασφαλώς δημιουργήθηκε μια κρίση μέσα στην ίδια τη γραφειοκρατία και με το γεγονός επίσης ότι άρχισε αυτός ο επανεξοπλισμός ο δυτικός και που ασφαλώς τα διευθύνοντα στρώματα βρέθηκαν μπρος στο δίλημμα αν θα συνεχίσουν τον ανταγωνισμό μέσα σε μία κατάσταση όπου η οικονομία ήταν σε φρικτά χάλια και η τεχνική του επίσης. Διότι όσο και να ‘ναι, είχανε κατορθώσει να είναι στο ίδιο επίπεδο και πιο οπλισμένοι από τους Αμερικάνους, θυσιάζοντας όλο το υπόλοιπο της οικονομίας, παίρνοντας την αφρόκρεμα από τους μηχανικούς, τους τεχνικούς, τους επιστήμονες και ρίχνοντάς τους στην στρατιωτική παραγωγή. Αυτό το πράγμα προφανώς έφτασε σε ορισμένα όρια.
Αυτό που δημιουργεί ένα ερωτηματικό στο οποίο εγώ δεν έχω απαντήσει πώς έχει η κατάσταση, είναι το πώς μπόρεσε μέσα από το γραφειοκρατικό στρώμα να βγει αυτή η ομάδα Γκορμπατσόφ και πώς μπόρεσε ο Γκορμπατσόφ να ανέλθει με τις κάποιες ιδέες που θα είχε οπωσδήποτε.
Πέρα από κει, αυτό που άρχισε ήταν μία τελείως άλλη διαδικασία, δηλαδή μετά από μια πρώτη περίοδο, όπου κανένας δεν φάνηκε να αντιδράει αρνητικά ή φάνηκε να πιστεύει ότι πράγματι κάτι είχε αλλάξει το ουσιαστικό, ξέσπασε η αντίδραση των λαών που ήταν πιεσμένοι τόσον καιρό και είδαμε αυτά που είδαμε στην Πολωνία, στην Α. Γερμανία, στην Τσεχοσλοβακία και ακόμη και στη Ρουμανία, στη Βουλγαρία και στη Γιουγκοσλαβία, τουλάχιστον στην Κροατία και στη Σλοβενία. Αυτό είναι το ένα.
Το άλλο βέβαια είναι αυτή η καταπληκτική, τουλάχιστον στην Πολωνία, στην Α. Γερμανία και στην Τσεχοσλοβακία, δραστηριότητα που αναπτύχθηκε και οι μορφές που πήρε το φθινόπωρο (σ.τ.ε. φθινόπωρο του 1989) αυτή η ‘αναίμακτη επανάσταση’ που ήταν κάτι πάρα πολύ σπουδαίο και εντυπωσιακό.
Από την άλλη μεριά –και εκεί είναι το βάρος της ερώτησής σας, νομίζω- υπάρχει ασφαλώς κατά τη γνώμη μου μια πολύ αρνητική διάσταση, δηλαδή αυτή η ‘επανάσταση’ –ας το πούμε έτσι- έμεινε καθαρά περιορισμένη στον αντιτυραννικό, αντιολοκληρωτικό της χαρακτήρα και σε καμιά στιγμή δεν πήγε παρακάτωΔηλαδή ούτε όργανα συλλογικά, αυτόνομα δημιουργήθηκαν, ούτε συμβούλια, ούτε σοβιέτ με την παλιά έννοια, ούτε νέες μορφές, απολύτως τίποτα. Απλώς αυτοί οι άνθρωποι θέλανε να φύγει αυτός ο κομμουνιστικός μηχανισμός από τη δικτατορική και ολοκληρωτική εξουσία, την οποία κατείχε.
Και εγώ νομίζω ότι η αρνητική αυτή πλευρά πηγαίνει ακόμη πιο μακριά. Δηλαδή νομίζω ότι πράγματι υπάρχει μια εκ των προτέρων σαγήνευση, γοητεία του δυτικού συστήματος.  Δεν είναι απλώς ότι θέλουν χάμπουργκερ. Τα πάντα συμβαίνουν ως εάν ήθελαν να γίνει αυτό που έχει γίνει κατά ένα μεγάλο μέρος στη Δύση.
Δηλαδή : η ιδιωτικοποίηση των ανθρώπων, η απάθεια, ο κυνισμός ήρθαν σαν αποτέλεσμα μιας ορισμένης εξέλιξης του καπιταλισμού και βέβαια από τη στιγμή που ήρθαν γίνανε συνθήκη.
 Για να συνεχιστεί αυτό το πράγμα υπάρχει ένας κύκλος στον οποίο τα πάντα στηρίζουν τα μεν τα δε, οι άνθρωποι κάθονται φρόνιμοι και καταναλώνουν και αποχαυνώνονται μπρος στην τηλεόραση, το σύστημα λειτουργεί με τον τρόπο που λειτουργεί και μπορεί να δίνει και μια δεύτερη τηλεόραση και οι άνθρωποι αποχαυνώνονται ακόμη περισσότερο.
Αυτή η κατάσταση στο πεδίο της κοινωνικής και πολιτικής λειτουργίας των ανθρώπων υπάρχει στις ανατολικές χώρες πριν υπάρξουν οι προϋποθέσεις. Δηλαδή από τη στιγμή κατά την οποία έπεσε το κομμουνιστικό καθεστώς όλα συμβαίνουν ως εάν τους ανθρώπους να τους ενδιέφερε ένα και μόνο πράγμα, δηλαδή το πώς θα μπορέσουν να μπούνε σ’ αυτή την κατάσταση, να έχει ο καθένας το αυτοκίνητό του, της τηλεόραση, τα τζιν του κ.α.
Το ζήτημα είναι βέβαια ,από την άποψη την πραγματιστική, αν αυτό το πράγμα μπορεί να πραγματοποιηθεί. Δηλαδή, ο καπιταλισμός ο δυτικός κατορθώνει ως τώρα να απαντήσει στο κοινωνικό πρόβλημα με άρτον και θεάματα. Εκεί, άρτος δεν υπάρχει. Ο άρτος με την σύγχρονη έννοια, διότι ο άρτος σήμερα δεν είναι απλά ‘το ψωμί’, αλλά όλα αυτά τα λεγόμενα καταναλωτικά αγαθά.
Από αυτή την άποψη η κατάσταση μου φαίνεται πολύ σκοτεινή, εκτός ίσως από την Τσεχοσλοβακία, που μπορεί να υπάρξει μια εξέλιξη προς ένα ψευτοκοινοβουλευτισμό ή κοινοβουλευτισμό με μια σχετική αναδιοργάνωση της οικονομίας πάνω στο καπιταλιστικό μοντέλο. Στις άλλες χώρες μου φαίνεται πάρα πολύ σκοτεινή η κατάσταση.
Και ακόμα περισσότερο στην ίδια τη Ρωσία. Λοιπόν τώρα τι θα γίνει πάνω σ’ αυτό, δηλαδή αν π.χ. στην τέως Σοβιετική Ένωση με την αδυνατότητα για τους διευθύνοντες κύκλους  -είτε ο Γκορμπατσόφ είναι, είτε ο Γέλτσιν είναι- να δώσουν μία ‘λύση’ στα προβλήματα, αν πάνω εκεί θα σπάσει κάπου η διαδικασία, θα προσπαθήσουν οι άνθρωποι να κάνουν κάτι, αυτό δεν μπορεί να το προβλέψει κανείς.
Υπάρχουν από τη μία μεριά μερικά σημεία, όπως πέρσι το καλοκαίρι στην απεργία τους οι ανθρακωρύχοι είχαν αιτήματα καθαρά πολιτικά και φέτος πάλι όταν ξανάγιναν απεργίες υπήρχαν αιτήματα καθαρά πολιτικά.
Από τη άλλη μεριά, έχει κανείς την εντύπωση ότι υπάρχει ένα τεράστιο χάος και μια τεράστια κοινωνική αποσύνθεση, δηλαδή είναι σαν σε κάποιο βαθμό αυτά τα 70 χρόνια του φρικτού ολοκληρωτισμού να έχουν καταστρέψει το κοινωνικό υφάδι κατά κάποιον τρόπο. Και δεν έχει νόημα να κάνει κανείς προβλέψεις, ούτε τίποτα τέτοια.
Ε.Ν. : Μιας και αναφέραμε την πτώση του μαρξισμού, θα θέλαμε να δώσετε τη δική σας άποψη για τη συμβολή των αναρχικών, τόσο σε επίπεδο απόψεων, ήδη από την Α’ Διεθνή με την πάλη Μαρξ και Μπακούνιν, όσο και σε επίπεδο προτάσεων, με την ισπανική επανάστασης από τη μια και το μπολσεβικισμό από την άλλη. Συμμερίζεστε την ιστορική δικαίωση του Μπακούνιν και των αναρχικών, έναντι του Μαρξ και των μαρξιστών, επιχειρώντας μια τέτοιου είδους αντιπαραβολή;
Κ.Κ : Εγώ δεν θα ήθελαν να μπω στη διαδικασία ενός ιστορικού δικαστηρίου μεταξύ Μαρξ και Μπακούνιν.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένα μεγάλο και ουσιαστικό μέρος από τις κριτικές των αναρχικών εναντίον των μαρξιστών και του μαρξιστικού ρεύματος ήταν πολύ σωστές και άγγιζαν πολύ βαθιά σημεία σχετικά με το μαρξισμό.
Υπήρξαν επίσης από την αναρχική πλευρά, αφήνω το πρόσωπο του ίδιου του Μπακούνιν, για το οποίο μπορεί να γίνει πολύ συζήτηση, πράγματα τα οποία και αυτά επιδέχονται κριτική, π.χ. η στάση της CNT στην Ισπανία στον εμφύλιο πόλεμο, ήταν περίπου σαν τη στάση όλων των άλλων λεγόμενων εργατικών οργανώσεων και εργατικών κομμάτων. Εγώ νομίζω ότι θα έπρεπε να ξεπεράσουμε αυτές τις αντιμαχίες, τις κριτικές, κλπ.
Εγώ ήμουν μαρξιστής. Έχω πάψει να είμαι μαρξιστής εδώ και 25 χρόνια τουλάχιστον.
Εγώ θα έλεγα δύο πράγματα σχετικά με τον αναρχισμό, για να τα πούμε καθαρά και σταράτα.
Το ένα είναι το γεγονός ότι όλη η θεωρητική πλευρά, μπορεί να πει κανείς, ήταν κάπως ατροφική μες στο αναρχικό κίνημα. Όχι ότι μετά το Μαρξ το μαρξιστικό κίνημα απ’ αυτή την πλευρά αναπτύχθηκε πολύ. Γιατί ήταν ταλμουδική ερμηνεία της Βίβλου, η τάδε παράγραφος του Ά τόμου του Κεφαλαίου σε αντιπαράθεση με την τρίτη παράγραφο του Κεφαλαίου και γράφονταν τόμοι ολόκληροι εκεί πέρα πάνω, οι οποίοι δεν είχαν κανένα ουσιαστικό περιεχόμενο και κανένα ενδιαφέρον. Αλλά νομίζω ότι υπήρχε πάντοτε στον αναρχισμό μια τάση προς την υποτίμηση της θεωρητικής διαύγασης των πραγμάτων.
Και το δεύτερο, που είναι ίσως και το πιο σημαντικό –δεν ξέρω κατά πόσο είναι σημαντικό στα πράγματα- είναι ζήτημα λέξεων. Νομίζω υπάρχει ένα θέμα, στο οποίο και ο Μαρξ και ο μαρξισμός και ο αναρχισμός είχαν μια τεράστια αυταπάτη, με μια ορισμένη έννοια, η οποία ήταν βλαβερή και ανώφελη αντίστοιχα. Αυτή η αυταπάτη σχετίζεται με το θέμα της εξουσίας.
Εγώ νομίζω ότι μια ελεύθερη αυτόνομη δημοκρατική –με την πραγματική έννοια- κοινωνία, είναι μια κοινωνία στην οποία κατά κάποιο τρόπο υπάρχει μια εξουσία. Τα εργατικά συμβούλια, αν πάρουμε αυτό το πράγμα, είτε συμβούλια τοπικά των κατοίκων, ασκούν μια εξουσία. Το ότι η εξουσία αυτή δεν έχει το ίδιο περιεχόμενο, τους ίδιους σκοπούς, τον ίδιο χαρακτήρα, ότι δεν είναι χωρισμένη από την κοινωνία, αυτό είναι άλλο πράγμα. Αλλά ασκούν μια εξουσία, αν παρθούν αποφάσεις κατά πλειοψηφία· αυτές οι αποφάσεις πρέπει να εκτελεστούν. Αυτό είναι μια εξουσία.
Το ζήτημα είναι εν τέλει ποια φιλοσοφία του ανθρώπου υπάρχει πίσω απ’ όλα αυτά τα πράγματα;
Εγώ δεν πιστεύω ότι ο άνθρωπος είναι ένα πανάγαθο ον που το έχουν διαφθείρει τα κοινωνικά συστήματα. Αυτή η αντίληψη μου φαίνεται τελείως ανόητη.
Διότι αν ήταν πανάγαθο ον, από πού βγήκαν αυτά τα κοινωνικά συστήματα; Και πώς στάθηκαν επί 10.000 χρόνια μές στη ζωή –ή τουλάχιστον 5.000. χρόνια με το τέλος της νεολιθικής εποχής, όπου έχουμε μία έντονη κοινωνική διαφοροποίηση, δηλαδή ασυμμετρική διαίρεση της κοινωνίας και ανταγωνιστική διαίρεση της κοινωνίας με κυρίαρχους και κυριαρχούμενους;
Αυτό σημαίνει ότι μια αυτόνομη κοινωνία πρέπει να αναθρέψει τις καινούργιες γενεές και εκεί παίζεται το μεγαλύτερο μέρος της υπόθεσης, στο να γίνουν αυτόνομοι άνθρωποι. Δηλαδή, αν τους αφήσει κανείς μες στα χωράφια δεν πρόκειται να γίνουν αυτόνομοι άνθρωποι, ούτε πρόκειται να αγαπάν ο ένας τον άλλο, ούτε θα λύνουν δημοκρατικά τα θέματά τους.
Πρέπει να εκπαιδευθούν μέσα σε μια δημοκρατική κατεύθυνση, την κατεύθυνση του σεβασμού της γνώμης των άλλων, της υπευθυνότητας, του αυτοστοχασμού, του ότι δεν είναι έτσι επειδή το είπε ο μεγάλος ή ο γέρος ή αυτός που έχει ήδη εκλεγεί, ότι δεν είναι κατ’ ανάγκη σωστό επειδή το λέει.
Όλα αυτά είναι κοινωνικές λειτουργίες. Όλα αυτά πρέπει να αποφασιστούν και από τη στιγμή κατά την οποία αποφασίζονται πρέπει να εκτελεστούν. Αυτό να μην το ξεχνάμε.
Αυτό είναι μια αντινομία η οποία είναι λεπτή και πάει μακριά από την φιλοσοφική άποψη. Δηλαδή μιλάμε για αυτονομία των ατόμων, ενώ ταυτόχρονα ο καθένας είναι αυτό που είναι, γιατί έχει εσωτερικεύσει ένα σωρό κοινωνικές ιδέες, παραστάσεις κλπ. Το ζήτημα είναι ποιες κοινωνικές ιδέες και παραστάσεις εσωτερικεύει, π.χ. αυτή τη στιγμή στο Ιράκ ή στο Ιράν, αυτοί οι άνθρωποι οι οποίοι ήταν ή και είναι έτοιμοι να σκοτωθούν για τη δόξα του Αλλάχ έχουν εσωτερικεύσει αυτό το πράγμα. Είναι τελείως ετερόνομοι βέβαια.
Αλλά ούτως ή άλλως, οι άνθρωποι που θα μεγαλώσουν σε μια κοινωνία δεν μπορούν παρά να εσωτερικεύσουν ορισμένα πράγματα που τους επιβάλλει η κοινωνία κατά κάποιον τρόπο. Μια εξουσία την οποία κανείς ποτέ δεν μπορεί να εξαλείψει. Εκτός αν πιστεύει ακόμη μια φορά ότι θα γεννάμε τα παιδιά και θα τα στέλνουμε σε ωραία μέρη των τροπικών νήσων που θα ‘χουνε μπανάνες στα δέντρα και τα παιδιά αυτά θα μεγαλώνουνε και θα γίνονται ωραίοι άνθρωποι, αγόρια και κορίτσια, το οποίο εγώ θεωρώ ότι είναι σαχλαμάρα και ούτε συζητείται.
Λοιπόν, από τι στιγμή εκείνη ποιος αποφασίζει για την εκπαίδευση; Και τι σημαίνει εκπαίδευση των ανθρώπων; Δεν μιλάω για την εκπαίδευση με την στενή έννοια. Ό,τι γίνεται μέσα σε μία κοινωνία είναι εκπαίδευση των καινούργιων ιδεών. Και αυτό το βλέπουμε σήμερα σε τρομερό βαθμό και φρικτό και απαίσιο με την τηλεόραση.
Ήδη σήμερα η εκπαίδευση των ανθρώπων κατά 99% δεν γίνεται πλέον στα σχολεία. Γίνεται στην τηλεόραση. Και αν έχεις ένα παιδί και δεν θέλεις να αγοράσεις τηλεόραση για να μην υφίσταται αυτό το πράγμα και το στέλνεις στο σχολείο, έρχεται το παιδί από το σχολείο και κουβαλάει μαζί του όλη την τηλεοπτική δήθεν κουλτούρα και σου μιλάει για τον τάδε και την τάδε και έχει όλα τα σλόγκαν της τηλεόρασης και των διαφημίσεων. Αυτό είναι μία κοινωνική λειτουργία, η οποία διαμορφώνει το παιδί. Ποιος θα αποφασίζει; Δεν πρέπει να αποφασίζουμε γι’ αυτά τα πράγματα;
Ε.Ν. : Πάνω στο σημείο της απόφασης ήταν το κεντρικό σημείο…
Κ.Κ. : Το ζήτημα της απόφασης και το ζήτημα της εφαρμογής της απόφασης….
Ε.Ν. : Και η διχογνωμία ήταν όσον αφορά την πλειοψηφία και τη μειοψηφία, δηλαδή πώς και κατά ποιον τρόπο μπορεί να υπαχθεί η μειοψηφία στην πλειοψηφία και εν τέλει αν αυτό είναι δίκαιο ή άδικο.
Κ.Κ. : Εγώ νομίζω- και νομίζω θα συμφωνήσουμε σ’ αυτό αν αρχίσουμε από χοντρά παραδείγματα- δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνία, αν δεν υπάρχει βασική συμφωνία πάνω σ’ ένα μίνιμουμ κανόνων.
Θα πάρω ένα ‘χονδρό και ανόητο’ παράδειγμα. Αν υποθέσουμε ότι υπάρχει μία μειοψηφία η οποία λέει ότι εμείς θέλουμε να είμαστε κυνηγοί κεφαλών. Αλλά εμείς δεν δεχόμαστε να υπάρχει μια ομάδα κυνηγών κεφαλών μες στην κοινωνία. τώρα αν είμαστε πολύ πλούσιοι και υπάρχουν μεγάλα νησιά του Ειρηνικού ακατοίκητα, τους λέμε πηγαίνετε εκεί πέρα και φτιάξτε την κοινωνία σας κυνηγών κεφαλών· ανάμεσα μας δεν μπορεί να υπάρχουν κυνηγοί κεφαλών.
Αυτό είναι χονδρό παράδειγμα. Απ’ την άλλη μεριά το να επιβάλλεις στον καθένα τι φαΐ θα τρώει είναι εξίσου εξωφρενικό στην άλλη άκρη. Λοιπόν, υπάρχει ένα σημείο που μόνο η ίδια η κοινωνία μπορεί να το καθορίσει, του ως ποιο βαθμό δηλαδή μειονότητες, ομάδες, τοπικές οργανώσεις κλπ., μπορούν να αποφασίζουν οι ίδιες και σε ποιο βαθμό χρειάζεται μια γενικότερη απόφαση.
Βλέπουμε π.χ. σήμερα ότι το οικολογικό πρόβλημα είναι ένα πρόβλημα που δεν επιδέχεται καν σοβαρή συζήτηση παρά σε πλανητική κλίμακα. Δεν μπορούμε να πούμε ότι, εντάξει, η μειοψηφία θέλει π.χ. αυτοκίνητα που μολύνουν και δεν μπορεί κανείς να επέμβει στα δικαιώματά της. Δεν θα πει τίποτα αυτό το πράγμα. Δηλαδή, αν πρόκειται να λυθεί αυτό το ζήτημα, πρέπει να παρθούν αποφάσεις που να είναι υποχρεωτικές για όλους τους κατοίκους του πλανήτη.
Αυτό είναι ένα θέμα. Υπάρχουν επίσης ένα σωρό άλλα θέματα και υπάρχουν πολύ περισσότερα απ’ ότι τα φανταζόμαστε σήμερα, θέματα στα οποία δεν χρειάζεται καμία κεντρική απόφαση και το γεγονός ότι σήμερα στην κοινωνία παίρνονται κεντρικές αποφάσεις είναι απλώς και μόνο το αποτέλεσμα του καπιταλιστικού ή του γραφειοκρατικού συγκεντρωτισμού, για να επιβάλει ομοιόμορφα πράγματα.
Ακόμα και στην εκπαίδευση, από την πλευρά των διδασκόμενων υλών –θα πω αστεία παραδείγματα- διδάσκεται υποχρεωτικά μια δεύτερη ή μια τρίτη γλώσσα. Γιατί πρέπει να αποφασίζεται από την Αθήνα ή από το Παρίσι ή από την Ουάσιγκτον ποια θα είναι αυτή η γλώσσα; Δηλαδή οι κάτοικοι του νομού Κοζάνης αν θέλουν τα παιδιά τους να μαθαίνουν φιλανδικά ως δεύτερη γλώσσα, ας μάθουν φιλανδικά.
Υπάρχουν ένα σωρό βαθμοί σ’ αυτό το πράγμα, αλλά νομίζω ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν μπορεί να νοηθεί κοινωνία χωρίς ένα μίνιμουμ θεσμών που είναι αποδεκτοί από όλους και που είναι κατά κάποιο τρόπο υποχρεωτικοί και χωρίς διαδικασίες μέσα στις οποίες παίρνονται αποφάσεις, οι οποίες είναι υποχρεωτικές για το σύνολο.
Ποιο είναι το σημείο στο οποίο ορίζουμε ως πού η μειοψηφία πρέπει να εφαρμόζει τις απόψεις της, σε ποια θέματα, σε ποια πεδία πάνω μπορεί ο καθένας, η κάθε ομάδα να κάνει ό,τι θέλει, αυτό είναι ένα συγκεκριμένο πρόβλημα, στο οποίο δεν μπορούμε να απαντήσουμε εκ των προτέρων.
Και πρέπει επίσης να απαλλαγούμε από την ιδέα ότι υπάρχει αυτόματη λύση για τα προβλήματα, δηλαδή μια αυτόνομη κοινωνία είναι μία κοινωνία στην οποία για τα προβλήματα που μπαίνουν μπορούν να παρθούν λανθασμένες αποφάσεις, στην οποία υπάρχουν ρίσκα και κίνδυνοι από όλες τις μεριές.
Αλλά αυτό θα πει ελευθερία και αυτονομία. Δηλαδή, αν ήμουν πιστός του Κορανίου ή του Ευαγγελίου πραγματικός, δεν θα είχα κανένα πρόβλημα στη ζωή μου. Γιατί υποτίθεται ότι ξέρω κάθε φορά τι πρέπει να κάνω. Ή να ανοίξω το κιτάπι ή να ρωτήσω τον παπά ή το μουφτή.
Επειδή νομίζω ότι είμαι ένας ελεύθερος άνθρωπος, έχω συνεχώς προβλήματα στη ζωή μου. Τι να κάνω με τούτο, τι να κάνω με εκείνο. Κι αυτό θα πει ελευθερία.
Ε.Ν. : Για να κλείσουμε αυτό τον κύκλο των ερωτήσεων που είχαν τη βάση τους στις εξελίξεις στην Ανατ. Ευρώπη, στο βιβλίο σας ‘Μπροστά στον πόλεμο’ θεωρούσατε αδύνατη κάθε μεταρρύθμιση στο σοβιετικό μοντέλο. Έχοντας δεδομένη μια παλιά δήλωσή σας, ότι παραδέχεστε πως κάνατε λάθος –αν το λέω σωστά- , αυτό σημαίνει ταυτόχρονα και κάποια αλλαγή στη θεώρησή σας για τον κόσμο και πού εντοπίζετε αυτό το λάθος;
Κ.Κ. : Όχι, δεν συμβαίνει καμία αλλαγή. Και όσο για το ‘λάθος’, ίσως άσχημα εκφράστηκα, γιατί νομίζω ότι πράγματι το είπα κάποτε αυτό. Λάθος είχα κάνει με την έννοια ότι δεν μπορούσε να αλλάξει αυτό το πράγμα.
Αλλά η εκτίμηση ότι το ρωσικό καθεστώς δεν μπορούσε να μεταρρυθμιστεί, κατά τη γνώμη μου είναι απολύτως σωστή. Διότι δεν μεταρρυθμίστηκε το καθεστώς. Είτε κατέρρευσε, όπως στις ανατολικές χώρες, είτε βρίσκεται σε μια χαώδη κατάσταση, όπως συμβαίνει στη Ρωσία. Δηλαδή δεν πρόκειται για μεταρρύθμιση του κομμουνισμού. Είναι η κατάρρευση του κομμουνισμού και η αντικατάστασή του από ένα οιονεί δυτικό καθεστώς. Τι θα γίνει στη Ρωσία είναι άλλη υπόθεση, αλλά και εκεί δεν πρόκειται να γίνει μεταρρύθμιση.
Στο σημείο πάνω στο οποίο έκανα λάθος ήταν η δυνατότητα –αυτό που λέγαμε πριν- να παρουσιαστεί μέσα απ’ τη γραφειοκρατία μια ομάδα που να θέλει να αλλάξει τα πράγματα. Σ’ αυτό έκανα λάθος· δεν υπάρχει αμφιβολία. Αλλά αυτό δεν έχει αλλάξει καθόλου τη θεώρησή μου, ούτε της κοινωνίας, ούτε του κόσμου.
Ε.Ν. : Παραμένει όμως  παράλληλα όπως είπατε η Σοβιετική Ένωση σαν η πρώτη υποψήφια για την κοινωνική επανάσταση;
Κ.Κ. : Αυτό κατά κάποιο τρόπο το βλέπουμε. Τώρα, αν θα γίνει αυτή η επανάσταση, είναι αυτό που λέγαμε πριν : δεν μπορεί να το προβλέψει κανείς.
Ε.Ν. : Κι αυτό σας το αντιδιαστέλλουμε με την ανάπτυξη των εθνικιστικών κινημάτων, που εμφανίζονται με κάποια καθυστέρηση στην σύγχρονη πραγματικότητα.
Κ.Κ. : Αυτό είναι ένα από τα στοιχεία, ο ένας από τους κινδύνους, μπορεί να πει κανείς. Ο άλλος είναι ακριβώς αυτό που λέγαμε πριν, η εκ των προτέρων απορρόφηση των πληθυσμών εκεί πέρα από το δυτικό μοντέλο.
Ε.Ν. : Ας μπούμε σ’ ένα δεύτερο σκέλος. Ανάμεσα στο πρόταγμα της αυτονομίας, της ριζικής επανάστασης, της ‘αδιάκοπης αυτοστοχαστικής δραστηριότητας της σκέψης’ –όπως την ονοματίζετε- και στο πρόταγμα της ανάπτυξης και του εκσυγχρονισμού του συστήματος με τεχνο- επιστημονικούς όρους, αναδύθηκε σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, Ανατολική και Δυτική, ο εναλλακτισμός και το οικολογικό κίνημα.
Το ιδεολογικό κενό που άφησε τόσο ο μαρξισμός και που κατά μία έννοια το δημιούργησε μέσα απ’ την αντιφατικότητά του, όσο και η κρίση των πολιτικών κομμάτων, επιχείρησαν και επιχειρούν να το καλύψουν οι Εναλλακτικοί και οι Πράσινοι. Με δεδομένο ότι ο πυρήνας αυτού του κινήματος, έτσι όπως πρακτικά εμφανίζεται, είναι φυσιοκεντρικός, με την έννοια ότι το κέντρο του προβληματισμού είναι το τι συμβαίνει στη φύση, το βλέπουμε να ταλανίζεται ανάμεσα στα ερωτήματα: τι είναι φύση; Τι είναι άνθρωπος; Ποια σύζευξη υπάρχει ανάμεσά τους; Και ουκ ολίγες φορές παραπαίει ανάμεσα στο περιβάλλον και στην πολιτική, ανάμεσα στις αντιπυρηνικές εκδηλώσεις και στις κοινοβουλευτικές επερωτήσεις.
Αν τώρα μέσα στην πανσπερμία των κοινωνικών ρόλων και θέσεων των Οικολόγων και των Εναλλακτικών, αν πούμε για επιχειρηματίες, για φοιτητές, διανοούμενους και σε μικρότερη κλίμακα για εργάτες κλπ, προσθέσουμε και την ιδεολογική πανσπερμία, η οποία εδώ στην Ελλάδα συνίσταται από αντιεξουσιαστές, μαρξιστές, αντικαπνιστές κλπ, τα πράγματα περιπλέκονται και αντιφάσκουν ακόμα περισσότερο.
Μπορούμε όμως να διακρίνουμε και έναν άλλο πυρήνα στη σκέψη αυτού του κινήματος, μέσα στον οποίο διάφοροι μαρξιστές και αντιεξουσιαστές βρίσκουν καταφύγιο. Η επαλήθευση της μαρξιστικής τελεολογίας για την Ιστορία, συμπυκνωμένη στην ‘αντίφαση των παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων’ παραχωρεί τη θέση της σήμερα σε μια νέα ιστορική τελεολογία, συμπυκνωμένη μέσα στην ‘αντίφαση της οικονομίας και του περιβάλλοντος’. Έτσι στην καλύτερη περίπτωση, αυτοί που πριν μερικά χρόνια περίμεναν τη νομοτελειακή αλλαγή της κοινωνίας μέσα από την οικονομική κατάρρευση του συστήματος, σήμερα την περιμένουν μέσα από την οικολογική.
Εν τέλει, τι μπορεί να περιμένει κανείς από τέτοιου είδους κινήσεις, όταν αυτές εξαντλούνται σε εκλογικές αναμετρήσεις, ανάγοντας την ήπια επέμβαση στη φύση σε ήπια αντιπολίτευση, την ειρηνική συνύπαρξη με το περιβάλλον σε ειρηνική συνύπαρξη με τους θεσμούς του συστήματος;
Το φαινόμενο Κον- Μπεντίτ, με τον οποίο βγάλατε ένα κοινό βιβλίο, που σήμερα είναι δήμαρχος της Φρανκφούρτης, είναι παρέκκλιση αυτού του κινήματος ή το εσχατολογικό αποτέλεσμα της εναλλακτικής πρακτικής;
Κ.Κ. Εγώ δεν είχα ποτέ κανένα ανεπιφύλακτο ενθουσιασμό για τους οικολόγους και για το οικολογικό κίνημα, γιατί κάπου δεν τους θεωρούσα αυτό που ονομάζετε πανσπερμία. Τους θεωρούσα πολύ συγκεχυμένους σε ό,τι αφορά την πολιτική διάσταση του προβλήματος, δηλαδή το γεγονός ότι όσο υπάρχουν αυτοί οι κοινωνικοί θεσμοί και αυτοί οι κοινωνικοί μηχανισμοί, είναι γελοίο να συζητάμε για άλλες σχέσεις του ανθρώπου με τη φύση και για την προστασία του περιβάλλοντος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι –όπως το ‘καναν άλλοτε οι μαρξιστές και ιδίως οι κομμουνιστές- μπορούμε να λέμε ότι άμα γίνει επανάσταση όλα θα λυθούν, όπως και το γυναικείο ζήτημα θα λυθεί, αν θα γίνει επανάσταση κ.ο.κ. Σημαίνει ότι το πρόβλημα αυτό είναι ένα κεντρικό πρόβλημα. Αλλά είναι αναπόσπαστο μέρος του γενικότερου κοινωνικού και ιστορικού προβλήματος και εδώ πλέον μπαίνει το άλλο θέμα.
Καλά, οι κοινοβουλευτικές απασχολήσεις των οικολόγων κατά τη γνώμη μου δεν αξίζουν κάποια σοβαρή συζήτηση. Διότι δεν είναι δυνατόν πάνω στο οικολογικό να ξεχάσουμε ό,τι έχουμε πει –και που μένει σωστό- για την κοινοβουλευτική δήθεν δημοκρατία, για τον αποκριάτικο χαρακτήρα της δήθεν αντιπροσώπευσης του λαού κλπ. Είναι αστεία πράγματα.
Αλλά εκείνο στο οποίο νομίζω ότι θα ‘πρεπε να επιμείνει κανείς, είναι το εξής: ότι πράγματι το οικολογικό πρόβλημα, δηλαδή το πρόβλημα του περιβάλλοντος, αντικειμενικά έχει φτάσει σε ένα πάρα πολύ κρίσιμο σημείο· δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Κι αυτό το σημείο πραγματικά συγκαλύπτεται και αποκρύπτεται από τις κυβερνήσεις. Τελευταία ακόμη, υπήρξε μια έκθεση μια επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών από επίσημους αντιπροσώπους των κρατών, η οποία στα δύο πρώτα της μέρη ήταν τρομερά απαισιόδοξη για την εξέλιξη του περιβάλλοντος. Πηγαίνουμε, βαδίζουμε ολοταχώς προς Αποκαλυπτική καταστροφή. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Και στο τρίτο της μέρος αυτή η έκθεση, όπου έπρεπε να πει τι θα έπρεπε να γίνει –όχι ότι είχαν εξουσία αυτοί να αποφασίσουν τίποτε, αλλά απλώς να πουν στις κυβερνήσεις: να κάνετε αυτά- δεν λέγανε τίποτε.
Διότι τα πρακτικά μέτρα τα οποία πρέπει να παρθούν, σημαίνουν πραγματικά ανατροπή του σημερινού τρόπου ζωής. Δηλαδή το σύστημα το οποίο στηρίζεται στο γεγονός ότι, άντε πάρτε αυτοκίνητα, άντε πάρτε τηλεοράσεις, άντε κάντε τούτο κλπ, είναι ασυμβίβαστο με την προστασία του περιβάλλοντος.
Και ιδίως αν έχει κανείς την ιδέα ότι το πρόβλημα του Τρίτου Κόσμου θα λυθεί με το γεγονός ότι σιγά σιγά αυτές οι χώρες θα εξελιχτούν προς κοινοβουλευτικές δημοκρατίες και φιλελεύθερες οικονομίες. Κι αν σκεφτεί κανείς ότι για να γίνει αυτό το πράγμα θα πρέπει να επεκταθεί το οικονομικό σύστημα της Δύσης, η κατανάλωση ενέργειας, η κατανάλωση πρώτων υλών, κτλ, γίνεται πλέον ένας εφιάλτης καταπληκτικός.
Αντικειμενικά το πρόβλημα είναι πάρα πολύ σοβαρό. Αλλά αν το πάρει κανείς με τη μορφή που του δίνετε ή που λένε ότι του δίνουν οι οικολόγοι, δηλαδή ότι αντικαταστήσανε την κρίση του καπιταλισμού, που θα προερχόταν από τη δήθεν αντίφαση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων, με την κρίση που θα επέλθει από την αντίφαση μεταξύ οικονομίας και περιβάλλοντος, αυτό είναι τελείως εσφαλμένο.
Για τον απλούστατο λόγο ότι, αν υπάρξει μια τεράστια οικολογική κρίση, μια περιβαλλοντική καταστροφή, αν οι άνθρωποι δεν είναι έτοιμοι να αντιδράσουν, μια φασιστική λύση είναι εξίσου πιθανή, όσο και μια άλλη. Όπως το ‘χουν γράψει και οι μυθιστοριογράφοι των μυθιστορημάτων επιστημονικής φαντασίας, αν έχετε διαβάσει. Γίνεται μια περιβαλλοντική καταστροφή και η κυβέρνηση λέει ‘παίρνουμε όλες τις εξουσίες και εφεξής θα κάνετε τούτο, θα κάνετε τ’ άλλο, θα έχετε 5 λίτρα βενζίνη το μήνα και 3 λίτρα καθαρό αέρα’ και τελείωσε η υπόθεση. Δηλαδή η κρίση η περιβαλλοντική μπορεί να οδηγήσει στο ένα ή στο άλλο.
Ε.Ν. : Σαν το αυγό του φιδιού;
Κ.Κ. : Ακριβώς. Πάντως εγώ πολύ σοβαρά πιστεύω ότι η κρίση η περιβαλλοντική, δείχνει όχι μια αντίφαση ανάμεσα στην οικονομία και τη φύση, αλλά πόσο το καπιταλιστικό φαντασιακό όχι απλώς οδηγεί στην καταστροφή, αλλά είναι πράγματι ένα είδος περιόδου τρέλας της ανθρωπότητας.
Δηλαδή αυτή η απεριόριστη επέκταση και η κατάκτηση της φύσης και η καπιταλιστική ανάπτυξη η οποία δεν είναι ανάπτυξη –τι ανάπτυξη, αυτή η ψωροανάπτυξη- είναι πραγματικά ένα είδος περιόδου συλλογικής τρέλας της ανθρωπότητας.
Και το δράμα, κυρίως από την πολιτική άποψη –και αυτά δεν πρέπει να τα ξεχνάμε και να τα λέμε- είναι ο βαθμός στον οποίο ο κόσμος, οι άνθρωποι, ο κοσμάκης, οι λαοί συμμετέχουν σ’ αυτό το πράγμα.
Διότι ,αν πει κανείς στον κόσμο σήμερα ότι, για να λυθούν αυτά τα ζητήματα θα πρέπει εφεξής να συμπεριφερόμαστε πάνω στη γη σαν ένας σώφρων πάτερ φαμίλιας και θα πρέπει να σκεφτόμαστε τις επιπτώσεις των ενεργειών μας και να κάνουμε οικονομία και κατ’ ουσίαν θα έπρεπε με κάποιον τρόπο να επανέλθουμε στο επίπεδο ζωής των πλουσίων χωρών του 1930 ή του 1920, θα τον λυντσάρουν οι άνθρωποι.
Και νομίζω ότι αυτό στην Ελλάδα το βλέπει κανείς περισσότερο απ’ ότι σε άλλες χώρες.
Ε.Ν. : Ας έλθουμε τώρα στον δυτικό κόσμο. Με την παρέμβασή σας που έγινε τον Φεβρουάριο του 1989 κάνατε μια έντονη κριτική στην σύγχρονη επιστήμη.
Διαπιστώνουμε ότι η σύγχρονη τεχνοεπιστήμη βρίσκεται στην υπηρεσία του συστήματος, το οποίο σύστημα τείνει να χωρίσει την κοινωνία σε δύο θεμελιώδεις κατηγορίες· σ’ αυτούς που κατέχουν τη σύγχρονη τεχνοεπιστήμη και σ’ αυτούς που δεν έχουν καμία επαφή –κατά κάποιον τρόπο- μαζί της. Και αυτό το βλέπουμε μέσα από τις δυνατότητες της πληροφορικής, αλλά και τον τρόπο που αυτή αναπτύσσεται και την κοινωνική σχέση που έχει με τις πλατιές μάζες η κύρια παραγωγή της πληροφορικής.
Παρατηρούμε ταυτόχρονα την περιθωριοποίηση της παλιάς εργατικής δύναμης, σε βάρος της οποίας αναπτύσσονται οι υπηρεσίες. Βλέπουμε δηλαδή ταυτόχρονα ότι αυτόν τον ιστορικό ρόλο της εργατικής τάξης, που επικαλούταν ο Μαρξ, η ίδια η ανάπτυξη του καπιταλισμού τον καταρρίπτει. Η μετατροπή τώρα του χρηματιστικού κεφαλαίου σε διανοητικό κεφάλαιο αλλάζει την παγκόσμια οικονομία, τους προσανατολισμούς της παγκόσμιας οικονομίας.
Ποιες είναι οι εσωτερικές τάσεις αυτής της αλλαγής, προς τα πού οδεύει δηλαδή το σύστημα αυτό της πληροφορικής, της κυβερνητικής και πώς τίθεται σήμερα η πάλη ενάντια σ’ αυτή την μετατροπή της κοινωνίας σε αποκλεισμένους και σε αυτούς που κατέχουν τη γνώση;
Κ.Κ. : Αυτό είναι ένα τεράστιο ζήτημα· είναι πολύ δύσκολο να το συζητήσει κανείς. Είναι μερικές διατυπώσεις που χρησιμοποιήσατε, που δεν θα τις έκανα ακριβώς έτσι.
Δεν θα έλεγα π.χ. ότι η τεχνοεπιστήμη είναι στην υπηρεσία του συστήματος. Θα έλεγα ότι είναι μέρος του συστήματος και το ίδιο το σύστημα θα μπορούσε εξίσου να πει κανείς ότι είναι στην υπηρεσία της τεχνοεπιστήμης. Δηλαδή όλα αυτά πάνε μαζί.
Ε.Ν. : Υπάρχει μία αλληλοσυσχέτιση.
Κ.Κ. : Ναι, υπάρχει μια αλληλοσυσχέτιση, μια αλληλεξάρτηση, αλληλεγγύη, αμοιβαίος προσδιορισμός και κατ’ ουσία πρόκειται για τη μορφή που παίρνει σήμερα αυτή η φαντασιακή σημασία του καπιταλισμού : της απεριόριστης ανάπτυξης και φυσικά της λογικοποίησης των πάντων, του υπολογισμού των πάντων –του δήθεν υπολογισμού, γιατί δίνει αποτελέσματα παράλογα. Αυτό είναι ένα σημείο.
Το άλλο σημείο είναι το εξής: υπάρχει μια διαίρεση της κοινωνίας, όπως λέτε, ανάμεσα στους ανθρώπους που είναι μέσα σ’ όλο αυτό το κυβερνητικό- πληροφοριακό σύστημα –η μια διάσταση του εν γένει συστήματος- και στους άλλους. Αλλά δεν νομίζω ότι αυτοί οι άνθρωποι που είναι εκεί πέρα μέσα αποτελούν ένα μπλοκ. Δηλαδή νομίζω ότι η κρίση του συστήματος γίνεται αντιληπτή από ανθρώπους που είναι εκεί πέρα μέσα, από τους οποίους πολλοί ασκούν κριτική στο σύστημα και θα ήταν διατεθειμένοι να παλέψουν εναντίον του συστήματος.
Τώρα, το γενικότερο ζήτημα είναι φυσικά το ζήτημα της προοπτικής, δηλαδή προς τα πού μπορεί να πάει αυτή η ιστορία. Και εκεί φυσικά, αν τίποτε άλλο δεν μπορεί να συμβεί, υπάρχει η προοπτική της βαρβαρότητας με μια άλλη μορφή. Πολύ βάσιμα –μπορώ να πω- μπορεί να φανταστεί κανείς τη σημερινή κοινωνία, εξελισσόμενη προς ένα ολοένα μεγαλύτερο έμμεσο έλεγχο, μέσω της ανάπτυξης της κυβερνητικής- πληροφορικής κλπ, και να το συνδυάσει επίσης με το ενδεχόμενο της περιβαλλοντικής καταστροφής που λέγαμε προηγουμένως, για να δει έναν τύπο συστήματος, ο οποίος κατ’ αυτόν τον τρόπο θα διαχειρίζονταν τα πράγματα, βάζοντας τον κάθε κατεργάρη στον πάγκο του και τον καθένα στη θέση του.
Και το άλλο το τεράστιο ζήτημα που τίθεται, είναι φυσικά για μια άλλη ανάπτυξη, μια άλλη εξέλιξη της κοινωνίας, για μια αυτόνομη κοινωνία, για τη συλλογική διαχείριση της οικονομίας, της παραγωγής και ενός σωρού άλλων πραγμάτων.
Το οποίο προϋποθέτει φυσικά την υπέρβαση αυτού που σωστά ονομάσατε διαχωρισμού, ανάμεσα σε μια μάζα ανθρώπων, οι οποίοι δεν έχουν καμιά σχέση μ’ αυτά τα πράγματα και σε μια μειοψηφία ασφαλώς, η οποία είναι μέσα και τα χειρίζεται.
 Ε.Ν : Άμα δεχτούμε αυτή την εξέλιξη, εμμένοντας στην πιθανότητα να συνεχιστεί χωρίς διακοπές για 5- 10 δεκαετίες ακόμα, κατά πώς θα είναι δυνατό να χρησιμοποιήσει η αυτόνομη κοινωνία αυτή τη νέα κατάσταση και κατά πώς θα είναι δυνατό να τη διαχειρισθεί μια κοινωνία που έχει χάσει την επαφή μαζί της;
Κ.Κ : Γι’ αυτό έλεγα πριν ότι δεν πρέπει να παίρνουμε όλους τους ανθρώπους που είναι μέσα στο κυβερνητικό –με την έννοια της κυβερνητικής (σ.τ.ε. cybernetics), όχι με την έννοια της κυβέρνησης- πληροφοριακό μηχανισμό, σαν ένα  μπλοκ που είναι όλο με τη μεριά του συστήματος, όχι επειδή έτσι το επιθυμούμε, αλλά νομίζω ότι είναι έτσι. Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων, ιδιαίτερα φυσικά στα κατώτερα κλιμάκια…
Ε.Ν. : Ο οποίος θα αποτελέσει μία γέφυρα…
Κ.Κ : Οι οποίοι ασφαλώς θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη γέφυρα για μια εκ νέου οικειοποίηση από την κοινωνία αυτών των δυνατοτήτων.
Ε.Ν : Και στην προοπτική ότι, όσο περνούν τα χρόνια, αυτό θα γίνεται όλο και πιο απίθανο;
Κ.Κ : Δεν ξέρω αν είναι έτσι, γιατί εδώ πέρα υπάρχουν αντιφατικές τάσεις.
Βλέπει κανείς για παράδειγμα, τουλάχιστον στις πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, αλλά νομίζω ακόμα και στην Ελλάδα, παιδάκια ηλικίας 12, 14, 15 χρόνων αρχίζουν και παίζουν με τα μηχανάκια τα υπολογιστικά ή έχουν terminals, τα οποία συνδέονται με ηλεκτρονικούς εγκεφάλους. Δύο τρεις από τις πιο μεγάλες φάρσες που έγιναν στην Αμερική, ήταν αυτές που βάλανε ιούς μέσα στα προγράμματα και ήταν παιδιά 15, 16, 17 ετών. Παίζανε με αυτά για να δουν τι θα γίνει, αν βάλουν έναν ιό μέσα στα προγράμματα.
Υπάρχει δηλαδή ταυτόχρονα και μια διάδοση, όπως υπάρχει μια διάδοση των τεχνικών γνώσεων, όπου οι άνθρωποι ξέρουν να φτιάξουν το αυτοκίνητό τους ή την τηλεόρασή τους.
Ε.Ν : Θα επιμείνουμε σε αυτή την ερώτηση. Παίρνουμε σαν δεδομένο μια συστηματική και ως ένα βαθμό συνειδητή υποβάθμιση της παιδείας που συντελείται κυρίως στα δημόσια σχολεία και στα πανεπιστήμια. Σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, άμα κοιτάξουμε, υπάρχει μια συστηματική υποβάθμιση.
Πρώτο ερώτημα είναι, κατά πόσο αυτό το φαινόμενο θα οδεύει σε μια χωρίς όρια υποβάθμιση.
Και που συνεπάγεται και το δεύτερο ερώτημα, πως δηλαδή αυτή η γέφυρα, την οποία λέτε, θα ξεπηδήσει μέσα απ’ αυτούς που φεύγουν στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, χάνοντας ήδη μια πρώτη επαφή με τις πλατιές μάζες και επιπλέον, όταν γίνονται στελέχη επιχειρήσεων ή τραπεζών πληροφοριών κλπ, χάνουν ακόμη για μια φορά αυτή την επαφή.
Κατά πόσο λοιπόν θα είχε υπόσταση αυτό που λέτε, σε μια τέτοια προοπτική ανάπτυξης;
Κ.Κ. : Σχετικά με την υποβάθμιση, νομίζω ότι εδώ έχουμε την επανάληψη ενός κλασικού φαινομένου του καπιταλισμού.
Τι ήταν δηλαδή όλη η τάση του καπιταλισμού μέσα στην παραγωγή; Ήταν να αφαιρέσει από τον εργάτη κάθε πρωτοβουλία και κάθε ειδίκευση και να την μεταφέρει στο κεφάλαιο, δηλαδή αυτό που λέμε κεφάλαιο, τη μηχανή.  Ώστε να μπορέσει να μειώσει τις δυνατότητες επέμβασης του εργάτη στην παραγωγή και την αντίδραση του εργάτη στην εκμετάλλευση και την ξένωσή του.
Αυτό συνεχώς προσπάθησε να κάνει ο καπιταλισμός στην ιστορία του. Το πέτυχε αυτό το πράγμα; Κατά ένα μεγάλο μέρος απέτυχε στην παραγωγή.
Γιατί χρειάστηκε να βρει τη λύση έξω, στην κατανάλωση. Απέτυχε, γιατί όσο ορισμένα τμήματα της παραγωγής μηχανοποιούταν – αυτοματοποιούταν, αυτό είχε σαν αντίρροπο σε άλλα σημεία της παραγωγής να συναντούσε, και συνάντησε πάντα, δύο εμπόδια.
Το πρώτο ήταν ότι η ίδια η παραγωγή υφίσταται τα αρνητικά αποτελέσματα αυτής της κατάστασης· με τελείως αποξενωμένους εργάτες, αυτό το είδαμε 100 % στη Ρωσία, δεν μπορούσε να δουλέψει το εργοστάσιο.
Τη στιγμή που κάτι σπάει ή κάτι γίνεται, πρέπει ο εργάτης να αναπτύξει μια υπεράνθρωπη πρωτοβουλία εκεί πέρα. Αυτός ο ταπεινός, ο αγράμματος, ο κακοπληρωμένος, έπρεπε να σκιστεί και να βρει μία λύση και την έβρισκε. Συνεπώς ο καπιταλισμός συναντούσε αυτό το πρώτο όριο.
Απ’ την άλλη συναντούσε το όριο, αν μπορώ να το εκφράσω έτσι, ότι όλες αυτές οι ικανότητες και γνώσεις που αφαιρούνταν από τον εργάτη, έπρεπε να μεταφερθούν σε έναν άλλο πόλο. Και αυτός ο πόλος γινότανε η τεχνική οργάνωση του εργοστασίου, οι τεχνικοί μηχανικοί κλπ, οι οποίοι όμως έπαυαν να είναι ένας μηχανισμός στην υπηρεσία του αφεντικού.  Γινόταν ένα συλλογικό σώμα μέσα στο οποίο οι ίδιες αντιφάσεις ξαναδημιουργούταν.
Λοιπόν, νομίζω ότι κάτι τέτοιο υπάρχει αντίστοιχα σήμερα με την πληροφορική. Δεν είναι δυνατόν δηλαδή να υπάρξει αυτή η υποβάθμιση επ’ άπειρο, διότι αυτή η υποβάθμιση από ένα σημείο και πέρα ανταγωνίζεται τους ίδιους τους σκοπούς του συστήματος, δηλαδή το σύστημα δεν μπορεί να λειτουργήσει έτσι.
Λέτε για παράδειγμα για υποβάθμιση της εκπαίδευσης. Αυτή τη στιγμή  υπάρχει αυτή η αντίφαση στην εκπαίδευση στις δυτικές χώρες. Δηλαδή το σύστημα χρειάζεται ανθρώπους, οι οποίοι να είναι ενός επιπέδου και, στο μέτρο που η εκπαίδευση του δεν τους παράγει, είναι υποχρεωμένο να βρει άλλα μέσα για να τους δημιουργήσει, για να τους εκπαιδεύσει. Συνεπώς, δεν μπορεί να πάει επ’ άπειρον αυτή η υποβάθμιση· από μια άποψη, αντιθέτως.
Τώρα στο δεύτερο θέμα, δηλαδή στο πόσο είναι χωρισμένοι αυτοί οι άνθρωποι από την κοινωνία και κατά πόσο θα είναι δυνατόν να παίξουν το ρόλο της γέφυρας ανάμεσα στην μάζα των ανθρώπων και στις ανάγκες μιας αυτόνομης κοινωνίας, αυτό δεν νομίζω ότι μπορεί να το συζητήσει κανείς a priori.
Είναι ζήτημα του σε ποιο βαθμό το κοινωνικό κίνημα, αν και άμα ξαναγεννηθεί, θα είναι αρκετά ισχυρό, ώστε να προσελκύσει τους ανθρώπους εκεί μέσα. Εγώ απ’ αυτά που ξέρω και βλέπω σήμερα, βλέπω ότι μερικοί από τους πιο οξείς κριτικούς του συστήματος βγαίνουν μέσα απ’ αυτούς τους κύκλους.
Ε.Ν. : Συμπληρώνοντας σ’ αυτά που λέγαμε: η επανεμφάνιση των Λουδδιτών στην νέα κατάσταση, κατά πόσο είναι ενδεχόμενη;
Κ.Κ. : Εγώ δεν ξέρω, ίσως έχω παραδοσιακά ανακλαστικά. Ποτέ δεν έχω συμπάθεια γι’ αυτού του είδους τα πράγματα, το λουδδισμό ας πούμε, ή την καταστροφή των πραγμάτων.
Νομίζω ότι το βασικό πρόβλημα είναι να γίνει αυτή η μετατροπή, για να μπορέσουμε να χρησιμοποιήσουμε, να ανατρέψουμε την καπιταλιστική τεχνολογία, και να χρησιμοποιήσουμε ορισμένες από τις γνώσεις τις οποίες έχουμε για μια άλλη τεχνολογία. Από το να καταστρέφουμε τις μηχανές και τους υπολογιστές, δεν νομίζω ότι θα βγει τίποτα.
Ε.Ν. : Σας το λέμε στη βάση και στην προοπτική ότι χάνεται η επαφή της κοινωνίας με τη γνώση. Να το πούμε αλλιώς. Άμα μπει η κοινωνία στη NASA, τι να αυτοδιαχειριστεί;
Κ.Κ. : Να μπει στη NASA; Αυτό σημαίνει ότι όλες οι αντιφάσεις και όλα τα προβλήματα της κοινωνίας μπαίνουνε μέσα στη NASA.
Ε.Ν. : Μιλάμε για μια συγκεκριμένη κατάσταση. Δηλαδή, ότι η NASA αναπτύσσεται πέρα και έξω από κάθε κοινωνική διαδικασία, ανεξάρτητα από την κοινωνία.
Κ.Κ. : Ναι, αλλά άμα λέτε ότι, αν μπει η όλη η κοινωνία μέσα στη NASA, τι σημαίνει αυτό το πράγμα;
Ε.Ν. : Παλιά, αυτό που χώριζε τον εργάτη απ’ το εργοστάσιο ήταν ένας αστυνομικός και μια πόρτα, ίσως. Θα μπορούσε μπαίνοντας να το διαχειριστεί αμέσως. Αυτό δεν γίνεται όσο πάει και πιο δύσκολο, μπαίνοντας σε μια σύγχρονη μονάδα παραγωγής;
Κ.Κ. : Μ’ αυτή τη μορφή, ίσως γίνεται πιο δύσκολο, αλλά τώρα υπάρχει δυνάμει και αντίρροπο. Ότι, για παράδειγμα, τα γραφεία στα οποία κανονίζονται οι αυτοματοποιημένες αλυσίδες παραγωγής, τα ρομπότ κλπ, είναι συλλογικοποιημένα πια. Δεν είναι δύο ή τρεις ή πέντε άνθρωποι, που πρέπει απλώς και μόνο να εξαγοραστούν. Επίσης το θέμα της εξαγοράς παίζει ολοένα και μικρότερο ρόλο, γιατί υπάρχει στις δυτικές κοινωνίες ένα επίπεδο ικανοποίησης των βασικών αναγκών. Συνεπώς, δεν μπαίνει τόσο πολύ εκεί πέρα το ζήτημα.
Φυσικά, και μέσα σ’ αυτό το σύστημα υπάρχει ένα ορισμένο ποσοστό ανθρώπων, οι οποίοι είναι πάνω από καθετί άλλο, είναι ή έχουν γίνει αριβίστες. Αλλά υπάρχει και ένα άλλο μεγάλο μέρος, η πλειοψηφία ασφαλώς των ανθρώπων, οι οποίοι δεν είναι αριβίστες και οι οποίοι έχουν ανοικτά τα μάτια τους. Εγώ πολλές φορές έχω συναντήσει πληροφορικούς, οι οποίοι κάνουν από τα μέσα κριτική, και πολύ σωστή, του πληροφορικού συστήματος. Ως συστήματος δηλαδή που κατ’ ανάγκη καταλήγει σε ατοπίες, σε άτοπα αντιορθολογικά συμπεράσματα κλπ, από τη στιγμή κατά την οποία προσπαθεί να ακολουθήσει τελείως τη λογική του.
Ε.Ν : Συνεχίζοντας το θέμα που ανοίξαμε, βλέπουμε, ταυτόχρονα με την επίθεση που δέχεται η κοινωνία μέσω της πληροφορικής, μια δεύτερη επίθεση, την επίθεση του μηχανισμού του κράτους, το οποίο θα μπορούσαμε να πούμε ότι εξελίσσεται σε μία σύνθεση του ‘Θαυμαστού νέου κόσμου’ και του ‘1984’.
Για να γίνει πιο συγκεκριμένο θα λέγαμε τα εξής : Στον μεν Χάξλεϋ, η κοινωνία υποτάσσεται στους μηχανισμούς του συστήματος μέσα από μια ‘τεχνική της θέλησης’, που εξασκεί το σύστημα πάνω στον άνθρωπο, ενώ στον Όργουελ η κοινωνία αποφεύγει να αντισταθεί διότι πρώτον, δεν βλέπει πουθενά διέξοδο και δεύτερον, υπάρχει η τρομοκρατία του κράτους.
Συνθέτοντας αυτά τα δύο, μπορούμε να παρατηρήσουμε την ανάπτυξη του σύγχρονου κράτος, που αν μη τι άλλο αυτή τη στιγμή αποτελεί το προπύργιο της αντεπανάστασης, που ποινικοποιεί την αυτόνομη πάλη με το πρόσχημα της ‘καταπολέμησης των ναρκωτικών και της τρομοκρατίας’, που τουλάχιστον από τις εξελίξεις στην Ελλάδα, κι απ’ ό,τι φανταζόμαστε και στην Ευρώπη, παίρνουν τεράστιες διαστάσεις. Δεν εμμένουν δηλαδή σ’ αυτό που υποτίθεται ότι προτάσσουν, ‘καταπολέμηση των ναρκωτικών’, ‘καταπολέμηση της τρομοκρατίας’, αλλά διευρύνονται κυρίως ενάντια στην αυτόνομη πάλη των ανθρώπων.
Κ.Κ.  : Δεν νομίζω ότι θα συμφωνούσα με τη γενική σας εκτίμηση. Δεν συζητάω για το τι θα γίνει, είτε σε περίπτωση οικολογικής, περιβαλλοντικής καταστροφής, είτε άλλων, αγνώστων προς το παρόν, εξελίξεων. Εγώ, αυτό που νομίζω αυτή τη στιγμή, είναι κάτι που, αν θέλετε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις αναφορές, είναι πολύ πιο κοντά στην ουτοπία του Χάξλεϋ, στον ‘Θαυμαστό νέο κόσμο’, χωρίς τα χημικά μέσα που επικαλείται και άλλα παρόμοια.
Δηλαδή, αυτό το οποίο υπάρχει είναι ένας υπέρ- μαλακός ολοκληρωτισμός, με μια έννοια, ο οποίος είναι ικανός να αφήσει ένα σωρό ‘παράθυρα’, να μην θίξει τις παραδοσιακές κατακτήσεις ελευθεριών και δικαιωμάτων.
Δεν νομίζω ότι υπάρχει επίθεση με την έννοια μιας σαφούς, είτε τρομοκρατίας του κράτους, είτε περιστολής των κλασικών δικαιωμάτων. Νομίζω ότι το σύστημα λειτουργεί πολύ καλά προς το παρόν με την αποχαύνωση την οποία δημιουργεί και ότι δεν έχει ανάγκη από περισσότερη ένταση.
Ε.Ν. : Αυτό κατά μία έννοια μπορούμε να πούμε ότι είναι σωστό. Κατά μία άλλη όμως, αν μιλήσουμε για την Ελλάδα, προσφάτως (σ.τ.ε., Αύγουστος 1990) ανακοινώνει ότι προτίθεται π.χ. να μπει στις τηλεφωνικές γραμμές του καθένα επίσημα και με υπουργική υπογραφή.
Κ.Κ. : Αυτό πάντα υπήρχε στην ουσία.
Ε.Ν. : Ναι, αλλά κάτι τέτοιο προσβάλλει κατά κάποιο τρόπο την παλιά ισορροπία με το λεγόμενο ‘απόρρητο’.
Κ.Κ. : Ναι, συνταγματικά ήταν κατοχυρωμένο το απόρρητο και είναι, δήθεν, αλλά στην ουσία, όταν υπήρχαν θέματα, τα οποία ενδιέφεραν την ασφάλεια του κράτους, όλα αυτά τα έγραφαν στα παλιά τους τα παπούτσια.
Ε.Ν.: Η επίθεση λοιπόν γίνεται με την έννοια ότι προσβάλλουν και αυτό που πρόβαλλαν στο παρελθόν, δηλαδή το ‘απόρρητο’, χωρίς να υπάρχει καμιά αυταπάτη ότι δεν παρακολουθούσαν τα τηλέφωνα, προκειμένου να συνηθίσει η κοινωνία στην ιδέα ότι είναι απαραίτητες αυτές οι παρακολουθήσεις, που φυσικά επεκτείνονται στο απαραίτητο της αυτοφυλάκισής της.
Κ.Κ. : Δεν ξέρω αν είναι τόσο αυτός ο χαρακτηρισμός, ή αν ο χαρακτηρισμός είναι ότι τώρα έχουν τη δυνατότητα την κοινωνικοπολιτική να νομιμοποιήσουν καθαρά μια κατάσταση, η οποία ήταν πραγματική κατάσταση πάντοτε.
Δηλαδή, όταν η αστυνομία ήθελε να παρακολουθήσει τις συνδιαλέξεις, τις παρακολουθούσε, είτε με εντολή του υπουργού Εσωτερικών ή του διευθυντή ασφαλείας. Νομίζω ότι αυτή τη στιγμή, αυτό το οποίο γίνεται είναι ότι παίρνουνε μέτρα να νομιμοποιηθούν αυτά τα πράγματα και δεν βλέπω γιατί να πηγαίνανε παρακάτω.
Δηλαδή, το να πάνε παρακάτω, θα προϋπέθετε ότι υπάρχει μεγάλη όξυνση και ένταση της κοινωνικής πάλης, η οποία δεν υπάρχει, μην το ξεχνάμε αυτό το πράγμα. Και με συγχωρείτε που το λέω αυτό, γιατί διερωτώμαι αν πίσω από την ερώτησή σας υπάρχουν κατάλοιπα της μαρξιστικής νοοτροπίας, της συνεχούς όξυνσης της κοινωνικής κατάστασης.
Δεν υπάρχει συνεχής όξυνση και αυτό είναι το δράμα. Το δράμα είναι ότι υπάρχει συνεχής αποκοίμιση της κοινωνίας.
Ε.Ν. : Μα, δεν θέλουμε να πούμε ότι υπάρχει συνεχής όξυνση, αυτό είναι δεδομένο και το βλέπουμε στην καθημερινή μας ζωή. Όταν όμως βλέπουμε μια διεθνοποίηση του ‘πολέμου κατά της τρομοκρατίας’ με μηχανισμούς διεθνείς, όπως είναι η TREVI…
Κ.Κ. : Μα, υπήρχε πριν η INTERPOL, ούτως ή άλλως, η οποία υποτίθεται ότι ήταν μόνο για ποινικά εγκλήματα, αλλά ουδείς ποτέ αμφέβαλλε ότι η INTERPOL έπαιζε το ρόλο της και στα πολιτικά.
Ε.Ν. : Θεωρείτε δηλαδή ότι δεν είναι και τόσο σημαντικές αυτές οι μεταβολές;
Κ.Κ. : Δεν νομίζω ότι υπάρχει ουσιαστική μεταβολή. Εγώ θα έλεγα αντιθέτως, ότι ολοένα και περισσότερο τα συστήματα και οι μηχανισμοί που κυριαρχούν επαφίενται στο γεγονός ότι η χειραγώγηση των ανθρώπων με τα μέσα μαζικής πληροφόρησης και τα λοιπά, είναι ικανοποιητική. Μπορεί μια μέρα να ξυπνήσουν και να βρεθούν μπρος σε μια τεράστια έκπληξη και το ελπίζω. Αλλά προς το παρόν, νομίζω ότι αυτό είναι που οδηγεί σήμερα τους ιθύνοντες.
Ε.Ν. : Ακριβώς πάνω σ’ αυτή τη χειραγώγηση λέμε ότι χρησιμοποιούν σαν επίφαση τον ‘πόλεμο κατά της τρομοκρατίας και των ναρκωτικών’.
Κ.Κ. : Μα, ελέγχουν ήδη. Ποιος εξάλλου αυτή τη στιγμή σηκώνεται εναντίον του συστήματος;
Ας μη μείνουμε στην Ελλάδα, την οποία δεν ξέρω και τόσο καλά και τι ακριβώς γίνεται εδώ πέρα. Ας πούμε στις χώρες που παρακολουθώ από πιο κοντά, Γαλλία, Αγγλία, Γερμανία, ΗΠΑ. Ποιος σηκώνεται εναντίον του συστήματος ως τέτοιου, αυτή τη στιγμή; Οι εργατικοί αγώνες έχουν εκφυλιστεί τελείως, είναι δηλαδή καθαρά κορπορατιστικοί (σ. τ. Ε. συντεχνιακοί). Δηλαδή, η τάδε κατηγορία σιδηροδρομικών θέλει τόση αύξηση και άμα δοθεί αυτή η αύξηση, οι άλλοι ξεσηκώνονται και λένε γιατί δώσατε σ’ αυτούς αύξηση και δεν δίνετε και σε μας και το κράτος λέει ότι, αν δώσουμε και σε σας θα έχουμε ζημιές κλπ, και μετά από κάτι τέτοια, απολήγουν σε συμβιβασμούς. Αυτό είναι το ένα.
Τι άλλο υπάρχει; Ακόμη και η τελευταία εκπαιδευτική απεργία του ’86, ήταν καθαρά συντεχνιακή, άλλο αν ήμασταν κοντά στα παιδιά διότι ξεσηκώθηκαν και βγήκαν στο δρόμο. Αλλά ήταν καθαρά συντεχνιακή, να προφυλαχθούν δηλαδή τα συμφέροντα των ανθρώπων οι οποίοι μπαίνουν στο πανεπιστήμιο. Καμιά στιγμή όμως δεν διερωτήθηκαν τι γίνεται με όλους τους άλλους, οι οποίοι δεν μπαίνουν στο πανεπιστήμιο και για τους οποίους δεν υπάρχει το πρόβλημα αυτό.
Ε.Ν. : Πάνω σ’ αυτό το τι άλλο, θα μπορούσαμε να σας πούμε τι λένε οι ίδιες, άσχετα αν είναι έτσι πράγματι ή δεν είναι, μιλάμε για τις ένοπλες οργανώσεις…
Κ.Κ. : Τρομοκρατικές εννοείτε;
Ε.Ν. : Εσείς θα δώσετε τον όρο.
Κ.Κ. : Καλά, δεν έχει σημασία, ένοπλες οργανώσεις…
Ε.Ν. : Λοιπόν, λένε ότι αντιτίθενται στο υπάρχον κοινωνικό σύστημα. Μιλάμε για τη R.A.F., τους Κομμουνιστικούς Πυρήνες, την 17Ν κλπ, αφού ζητάτε μια επιπλέον χρησιμότητα των μέτρων.
Κ.Κ. : Μα, τι έκταση έχουν αυτές οι οργανώσεις; Εγώ πρώτα πρώτα, είμαι τελείως αντίθετος με την τρομοκρατία αυτού του τύπου και αυτού του τύπου την ένοπλη πάλη. Θεωρώ ότι είναι τελείως εσφαλμένη στις κατευθύνσεις της και στα μέσα της και επιπλέον ούτως ή άλλως μια τέτοια οργάνωση, κι αυτό το έχω δει άλλωστε συγκεκριμένα, δεν μπορεί παρά:
Πρώτον, ιδεολογικά να είναι τελείως δεινοσαυρική, διότι είναι δεινοσαυρικές. Δηλαδή, η ιδεολογία που υπάρχει σ’ αυτές είναι απολιθώματα. Η ιδεολογία που υπάρχει πίσω από τις ένοπλες οργανώσεις είναι ότι η σύγχρονη κοινωνία είναι μια μπαρουτοθήκη και το μόνο που χρειάζεται είναι να ρίξουμε ένα σπίρτο και να εκραγεί, το οποίο είναι τελείως τρελό. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα, η οποία, έτσι όπως είναι σήμερα, δεν είναι μπαρουτοθήκη.
Δεύτερον, μια τέτοια οργάνωση για να λειτουργήσει –έτσι άρχισε και το μπολσεβίκικο κόμμα και αυτά ήταν τα επιχειρήματα του Λένιν: εμείς είμαστε στρατός και συνεπώς δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρχει, πρέπει η βάση να υπακούει στο επιτελείο- να είναι κατ’ ανάγκη ολοκληρωτικά οργανωμένη και δεν μπορεί να είναι οργανωμένη αλλιώς. Πώς είναι δυνατόν να είναι οργανωμένη αλλιώς; Και νομίζω ότι αυτή τη στιγμή πια ούτε στρατολογούν.
Δεν ξέρω γιατί η 17Ν εξακολουθεί να έχει κάποια δύναμη και ενδεχομένως κάποια αίγλη ανάμεσα στους ανθρώπους της αριστεράς. Δεν ξέρω ούτε από πού προέρχονται, ούτε πώς κινούνται. Μερικές δε απ’ τις κινήσεις τους μου φάνηκαν πολύ περίεργες, όπως η δολοφονία του Μπακογιάννη. Γιατί ο Μπακογιάννης; Τι σήμαινε αυτό και τι εξυπηρετούσε αντικειμενικά εκείνη τη στιγμή; Ταυτόχρονα δεν νομίζω ότι ιδρώνει το αυτί των κυβερνώντων από αυτά τα πράγματα, αλλά αντιθέτως τους χρησιμοποιούν σαν ένα είδος σκιάχτρου. Και στην Ιταλία αυτό έγινε. Δηλαδή, εκεί που υπήρχε μια μεγάλη κοινωνική κινητοποίηση με τους εργάτες κλπ στα χρόνια του ’70, με τον χαρακτήρα που πήρε από τις Brigade Rossi και τις υπόλοιπες, ολοένα και περισσότερο έφευγε ο κοσμάκης και διαχωριζόταν, επειδή δεν τα ήθελε αυτά.
Ε.Ν. : Μέχρι που οι Ερυθρές Ταξιαρχίες έφτασαν στην φυσική και ιδεολογική τους φθορά.
Κ.Κ. : Φυσικά.
Ε.Ν. : Και ερχόμενοι τώρα στα δικά μας, στην Ελλάδα, πώς βλέπετε τη συμμετοχή του ΚΚΕ σε κυβερνητικό σχηματισμό, στην κυβέρνηση Τζαννετάκη, σαν πρώην μαρξιστής; Και πώς βλέπετε τη δήλωση του Ανδρέα Παπανδρέου στα πρόσφατα γεγονότα της Κρήτης, στα Χανιά, με δεδομένη τη νεοφιλελεύθερη επίθεση, ότι οδεύουμε προς ένα ολοκληρωτικό κράτος; Ποιος είναι δηλαδή αυτός που θα επικρίνει το ολοκληρωτικό κράτος και από ποια θέση μιλάει;
Και ένα άλλο ζήτημα που ενδιαφέρει εμάς σε κινηματική βάση, είναι ότι η κρίση, κατάρρευση πια, του μαρξισμού, επικεντρώνεται εδώ στην Ελλάδα, απ’ όλους αυτούς τους παλιούς μαρξιστές, κομμουνιστές όλως των αποχρώσεων, που βρίσκονται και στο εσωτερικό της κρίσης, σε κριτικές ‘ορισμένου ορίου’, που δεν φτάνουν δηλαδή μέχρι το τέλος και δεν εξαντλούνται. Αυτό ταυτόχρονα συνοδεύεται και από μια ψυχοπαθητική αντίσταση απέναντι στην παραδοχή της κατάρρευσης, σαν να μην θέλουν δηλαδή να την παραδεχτούν.
Έχουμε έτσι ένα ‘παράδοξο’ φαινόμενο. Όταν επί δεκαετίες, χιλιάδες κόσμος και συζητούσε σε καθημερινή βάση, αλλά και έπραττε σε καθημερινή βάση πάνω στο κομμουνιστικό όραμα, βλέπουμε σήμερα να σιωπά και να ξεχνά, ιδιαίτερα εδώ στην Ελλάδα, τα πάντα όσα έγιναν και να μην επακολουθεί καμία απολύτως συζήτηση ουσίας από όλους αυτούς, αρχίζοντας από τους διανοούμενους και φθάνοντας μέχρι τους απλούς εργαζόμενους.
Κ.Κ. : Το να μιλάει ο Παπανδρέου για πορεία προς ολοκληρωτικό κράτος είναι φυσικά γελοίο. Και αυτός ο άνθρωπος είναι γελοίος, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για αυτό. Διότι, αν υπήρχε μία οιονεί ολοκληρωτική κατάσταση στην Ελλάδα, ήταν αυτή που δημιούργησε το ΠΑΣΟΚ επί 8 χρόνια, όπου για να πάρει ένας ένα δάνειο από μια τράπεζα έπρεπε η κλαδική να δώσει το πράσινο φως. Τι συζητάμε τώρα, είναι αστεία πράγματα. Αυτός είναι ένας τζουτζές που πέρασε σε χρεωκοπία και σε κατάρρευση, που λέει ότι του ‘ρθει για δημοκοπία.
Το ζήτημα το πολύ σοβαρό που θίγετε είναι όχι τόσο αυτό της συνεργασίας του ΚΚΕ και του Φλωράκη στην κυβέρνηση Τζαννετάκη, γιατί κι αυτοί είναι τομάρια και οπορτουνιστές και ελίσσονται. Όπως το είπε και ο Ταμτάκος, αυτοί κρατούσανε το ξύλο πάνω στο οποίο ο Στάλιν σκότωνε τους ανθρώπους, όπως και οι όμοιοί τους στη Γαλλία, στην Ισπανία και αλλού.
Και απλώς η τύχη το ‘φερε γι’ αυτούς ότι δεν ήταν οι ίδιοι ενεργοί δήμιοι, δηλαδή αν είχαν έρθει έτσι τα πράγματα στην Ελλάδα, θα είχανε σκοτώσει όσο κόσμο είχανε σκοτώσει ο Χόνεκερ και οι Ρώσοι κλπ, θα είχανε κάνει τα ίδια.
Ε.Ν. : Τα πρώτα δείγματα εξάλλου τα δείξανε στον εμφύλιο.
Κ.Κ. : Και πριν τον εμφύλιο με το ΕΑΜ. Το τι κάνανε με τους στόχους που κυριαρχούσανε στο ΕΑΜ και στις συνοικίες τις Αθήνας. Κατ’ ουσίαν, στην Αθήνα απ’ το ’43 και μετά, οι Γερμανοί ήταν στο κέντρο της πόλης και τη νύχτα βάζανε περιπολίες και γύρω γύρω η Αθήνα έβραζε με το ΕΑΜ που έκανε ό,τι ήθελε και σκότωνε όσους ήθελε.
Εκεί όμως που το πράγμα έχει πολύ πολύ βαθύτερη σημασία και πολύ σωστά κάνετε και το αναφέρετε και το θίγετε και μ’ αυτά που λέτε, είναι η καθαρά, όχι απλώς ψυχοπαθητική, αλλά ψυχοπαθολογική κατάσταση όλων των ανθρώπων αυτών, οι οποίοι δεν είναι ούτε ένας, ούτε δύο. Είναι εκατοντάδες χιλιάδες, για να μην πούμε εκατομμύρια, από τους Έλληνες, οι οποίοι επί χρόνια πίστευαν στη Ρωσία, στο κομμουνιστικό κόμμα και, όχι απλώς τα πίστευαν, αλλά, όπως λέτε και τα έπρατταν.
Διότι, στο κάτω κάτω, αυτοί που, ας πούμε, αν πάρουμε ένα ακραίο παράδειγμα, σκότωσαν τους συντρόφους μας το ’43, το ’44 και το ’45 θα τους σκότωναν επίσης, δεν ήταν έκφυλοι, δήμιοι ή εκπαιδευμένοι γενίτσαροι κλπ. Ήταν συνηθισμένοι άνθρωποι σαν και σας, σαν και μένα, σαν οποιονδήποτε εργάτη, οι οποίοι είχαν πιστέψει στο ΚΚΕ, αλλά τους είχανε βάλει στην ΟΠΛΑ επειδή ήταν ιδιαίτερα πιστοί και που πιστεύανε πράγματι ότι ο Ταμτάκος ήταν πράκτορας, ο Καστοριάδης ήταν πράκτορας και άμα τον βρούνε πρέπει να τον ‘κονσερβοκουτίσουμε’.
Λοιπόν, αυτοί οι άνθρωποι τώρα βρίσκονται τελείως αποσυντεθειμένοι ψυχολογικά και διανοητικά, διότι πιστεύανε σ’ αυτά τα πράγματα και αυτά τα πράγματα τώρα καταρρέουν. Έρχεται ο Γκορμπατσόφ ο ίδιος και βγάζει στη φόρα όλα όσα γίνονταν στη Ρωσία. Δεν ξέρω αν διαβάσατε ένα τελευταίο διάταγμα που έβγαλε ο Γκορμπατσόφ, ο οποίος καλεί τις διάφορες δημοκρατίες της Ένωσης να πάρουν μέτρα για την αποκατάσταση των θυμάτων της Σταλινικής βαρβαρότητας και κτηνωδίας.
Δηλαδή της βαρβαρότητας και κτηνωδίας του Φλωράκη, του Κύρκου και εμμέσως των ανθρώπων οι οποίοι κατά κάποιο τρόπο ειλικρινώς πίστεψαν σ’ αυτά τα πράγματα. Λοιπόν, τι μπορούν να κάνουν αυτοί τώρα; Εγώ νομίζω ότι κατά κάποιο τρόπο, και είναι φρικτό να το πει κανείς, σ’ αυτούς τους ανθρώπους το μόνο που μένει είναι να πεθάνουν. Δεν πρόκειται πια ούτε να αλλάξουν, ούτε είναι ικανοί να κάνουν αυτοκριτική. Πρέπει αυτό το ‘δέρμα’ να πέσει, αυτό είναι το δράμα της ιστορίας της ανθρώπινης. Το ‘δέρμα’ αυτό πρέπει να πέσει, όπως πέφτει ένα φθαρμένο δέρμα πάνω απ’ το σώμα και να μείνουν οι άλλοι, οι οποίοι δεν έχουν αυτό το τεράστιο βάρος το ψυχολογικό και την ευθύνη, την οποία δεν είναι ικανοί να πάρουν αυτοί.
Διότι ποιος έχει τα κότσια να παραδεχτεί ότι επί 30 χρόνια, ας πούμε, συμμετείχε σε μία εγκληματική επιχείρηση; Ελάχιστοι άνθρωποι έχουν το θάρρος να το κάνουν αυτό του πράγμα. Και ιδίως να το κάνουνε τώρα. Δηλαδή, όχι να ξεσηκωθούν, όπως μερικοί ξεσηκώθηκαν, στην Ελλάδα κανένας άλλωστε, αλλά όπως έξω, σε άλλες χώρες που είπανε, όπως ο Σεμπρούν το ’65, ότι αυτά κι αυτά γίνονται, ή άλλοι αλλού, π.χ. στη Γαλλία το ’70 ο Πιερ Ντεξ –άλλο πού φτάσανε, δεν έχει σημασία- οι οποίοι κάπου ψυχολογικά στηρίζονται στο γεγονός ότι πήραν την πρωτοβουλία σε μια στιγμή να πουν: ‘άϊ σιχτίρ, είστε εγκληματίες και φεύγω’.
Όμως εδώ έχουμε ανθρώπους που τα κατάπιαν όλα και περίμεναν να ‘ρθει απ’ έξω το φως, με τον Γκορμπατσόφ και με όλα όσα έγιναν, για να καταλάβουν τι τους γινότανε και χωρίς να το καταλάβουν τελείως.
Αυτό είναι τεράστιο βάρος στην ελληνική ζωή, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι σε άλλες χώρες, δυτικές, όπου το πράγμα έχει ξεκουνηθεί  πολύ πιο νωρίς κατά κάποιον τρόπο. Ακόμη και στην Ιταλία, όπου είχαν αρχίσει να κάνουν μια κριτική και να χωρίζουν τα τσανάκια τους, να μην παραδέχονται την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, να δέχονται ότι υπήρχαν στρατόπεδα συγκέντρωσης, ότι υπήρχε μια διαφθορά του σοσιαλιστικού μοντέλου, τρίχες βέβαια, δεν έχει σημασία. Πάντως είχαν χωρίσει τα τσανάκια τους. Εδώ ουδέποτε τα χώρισαν.
Και δεν ξέρω, δεν έχω παρακολουθήσει και δεν γνωρίζω τι έλεγαν διαδοχικά ο Φλωράκης και ο Κύρκος, όταν τα πράγματα επισήμως άρχισαν και λέγονταν στη Ρωσία. Τι είπανε;
Ε.Ν. : Μιλάνε για ‘λάθη’.
Κ.Κ. : Τι λάθη; Το να σκοτώσεις 20 εκατομμύρια ανθρώπους, με ποια λογική είναι λάθος;
Ε.Ν. : Δεν έγιναν τέτοιες αναφορές.
Κ.Κ. : Δεν έγιναν; Ακόμη και σήμερα;
Ε.Ν. : Εν τέλει, που αποδίδετε τη στάση, όχι μόνο των ηγετών του ΚΚΕ, αλλά, που είναι πιο σημαντικό, τη στάση αυτής της πλατιάς που, και από προσωπικές εμπειρίες που είχαμε σε εργατικές συγκεντρώσεις, δεν συμπεριφέρεται όπως φυσιολογικά θα έπρεπε να φερθεί;
Κ.Κ. : Δηλαδή;
Ε.Ν. : Δηλαδή σαν απογοητευμένοι άνθρωποι. Αλλά σαν άνθρωποι που θεωρούν ότι και τότε ήταν καλά τα πράγματα και τώρα είναι καλά.
Κ.Κ. : Και γυρεύουν και τα ρέστα από πάνω! Δεν ξέρω…
Ε.Ν. : Κλείνοντας για την Ελλάδα, πώς βλέπετε τη νεοφιλελεύθερη επίθεση, που φυσικά έχει άμεση σχέση με έναν ολόκληρο ευρωπαϊκό προσανατολισμό που αναζητά λύσεις για το σύστημα;
Κ.Κ. : Αυτό είναι μια προσπάθεια προσαρμογής της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Υπάρχουν ένα σωρό ιδιοφυΐες και ιδιαιτερότητες της ελληνικής κατάστασης· δεν μπορώ να τις συζητήσω εδώ εκτεταμένα.
Αρχίζοντας απ’ όλη την ιστορία, από τη μυθολογία της ελληνικής ιστορίας, το μπέρδεμα ανάμεσα στον Περικλή και τον Βασίλειο τον Βουλγαροκτόνο, στο Σοφοκλή και το Ρωμανό το Μελωδό, αυτά τα πράγματα αφενός και με την οικονομική υπανάπτυξη, την πολιτιστική υπανάπτυξη, την τεχνική εισαγωγής ενός δυτικού κράτους από τους Βαυαρούς κλπ αφετέρου, με όλα αυτά τα οποία διαρκώς γίνονται, φτάνουμε στο πρόβλημα του ιρετεντισμού (αλυτρωτισμού), τη Μεγάλη Ιδέα και σ’ όλα αυτά τα πράγματα, τα οποία απολήγουν μετά στη δύναμη που παίρνει το Κομμουνιστικό Κόμμα μέσα στην Κατοχή μέσω του ΕΑΜ, στο ρόλο που παίζει στον Εμφύλιο, στην αναμονή ότι η Ρωσία θα μας σώσει, επαναλαμβάνοντας κάπου τα παλιά του 1770: ‘ακόμη τούτη η άνοιξη, τούτο το καλοκαίρι, ραγιάδες, ραγιάδες, ώσπου να ‘ρθεί ο Μόσκοβος’. Και περιμένουν να ‘ρθει ο Μόσκοβος, δεν υπάρχει αμφιβολία.
Μέσα εκεί έρχεται ξαφνικά ο παπατζής, ο γιος του παπατζή, άλλος παπατζής μεγαλύτερος από τον πατέρα του, ο οποίος επωφελείται απ’ αυτή την κατάσταης και προσεταιρίζεται ένα μεγάλο μέρος των απογοητευμένων αριστερών, δημιουργεί το ΠΑΣΟΚ και έρχεται και δημιουργεί αυτό το φαυλοκρατικό ημιολοκληρωτικό καθεστώς επί 8 χρόνια.
Τώρα το κατεστημένο προσπαθεί να προσαρμοστεί με την κατάσταση του δυτικού καπιταλισμού και γίνεται και εδώ αυτή η νεοφιλελεύθερη επίθεση, όπως έγινε στην Αγγλία, στην Αμερική, ακόμη και στη Γαλλία, όπου την έκαναν οι σοσιαλιστές. Άλλωστε εδώ ο Ανδρέας δεν ήταν ικανός να την κάνει· φυσικά την μισοέκανε, χωρίς να μπορεί να την ολοκληρώσει. Η οποία έχει σαν σκοπό κατά κάποιον τρόπο να συμμαζέψει κάπως τα πράγματα, τα οποία, από την άποψη του συστήματος και ιδιαίτερα του καπιταλισμού και της οικονομικής του διάστασης, είχαν πάει πολύ μακριά κατά κάποιο τρόπο και το αποσταθεροποιούσαν με τις διεκδικήσεις των μισθών των εργαζομένων κλπ. Προσπάθησαν έτσι να τους φέρουν σε λογαριασμό, το οποίο και πέτυχαν κατά ένα μέρος. Έτσι, στην Αμερική είχαμε συμφωνίες μεταξύ των επιχειρήσεων και των συνδικάτων προ πέντε ετών (σ.τ.ε. 1985), όπου τα συνδικάτα δέχονταν μειώσεις των μισθών.
Λοιπόν, αυτό επαναλαμβάνεται τώρα στην Ελλάδα, με καθυστέρηση ως συνήθως, με τον Μητσοτάκη και με πολύ πιο μισερό και κακομοίρικο τρόπο, λόγω βέβαια της πολιτικής συγκυρίας. Δεν υπάρχει νομίζω περισσότερο ζουμί σ’ αυτή την ιστορία, παρά η προσαρμογή που γίνεται, φυσικά με την πίεση της ένταξης στην ΕΟΚ.
Ε.Ν. : Και καταλήγοντας πια. Κατά πόσο είναι δυνατή η επανόρθωση των χαμένων ευκαιριών , αν μπορούσαν να ονομαστούν έτσι οι χαμένες επαναστάσεις, όταν η Γη τείνει να αφανιστεί και να ροκανιστεί, όπως ειπώθηκε πριν και το κράτος ταυτόχρονα, ή το σύστημα, σε τελευταία ανάλυση, εξοπλίζεται πυρετωδώς με στόχο τον έλεγχο της κοινωνίας;
Κ.Κ. : Εγώ δεν νομίζω ότι πρέπει να σκεφτόμαστε με όρους επανόρθωσης ‘χαμένων ευκαιριών’. Οι χαμένες ευκαιρίες είναι χαμένες ευκαιρίες. Πρέπει να κοιτάξουμε μπροστά μας, το μέλλον, τη σημερινή κατάσταση, χωρίς αυταπάτες.
Η Γερμανική Επανάσταση, που δεν έγινε το 1923, δεν πρόκειται να ξαναγίνει και επιπλέον μπορεί να διερωτηθεί κανείς, αν γινότανε το ’23, τι θα έδινε; Δεδομένων των αυταπατών που υπήρχανε μέσα στον κόσμο και την πίστης στο κομμουνιστικό κόμμα, μπορεί να έβγαινε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, ακόμη πιο γερό απ’ το καθεστώς του Στάλιν. Λοιπόν, δεν μπορούμε να το συζητήσουμε έτσι το πρόβλημα.
Πρέπει να κοιτάζουμε μπροστά μας. Ο κόσμος αλλάζει, αλλάζει πάρα πολύ γρήγορα και το ζήτημα είναι σε ποιο βαθμό οι σημερινοί άνθρωποι θα συνειδητοποιήσουν το γεγονός ότι, όπως έλεγε ο Ταμτάκος, ροκανίζουμε το κλαδί πάνω στο οποίο είμαστε καθισμένοι, ή, όπως το είπα εγώ πρόσφατα σε μια συγκέντρωση στη Γαλλία, η ανθρωπότητα είναι σαν ένα παιδί που το βάλανε μέσα σε ένα σπίτι όπου οι τοίχοι κάτω κάτω ήταν όλοι καμωμένοι από σοκολάτα. Και άρχισε να τρώει τη σοκολάτα αυτή. Είμαστε στο σημείο που έχει φάει τους μισούς από τους τοίχους αυτούς από σοκολάτα και σε λίγο θα πέσει το σπίτι πάνω στο κεφάλι του.
Και πράγματι η Γη ήταν μια τεράστια ‘σοκολάτα’, αυτός ο πλανήτης με τα εκατομμύρια των ζωντανών ειδών, τις εκτάσεις, το κλίμα και αυτή την καταπληκτική ισορροπία. Μετά αρχίσαμε και τα ρημάζαμε. Και ήταν αυτό το κύμα της φαντασιακής σημασίας της καπιταλιστικής, της απεριόριστης επέκτασης, που τα ρήμαξε.
Διότι, η οικονομική πρόοδος του καπιταλισμού, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, τι ήταν; Ήταν ότι φάγαμε μέσα σε 100 χρόνια πράγματα τα οποία είχαν δημιουργηθεί μέσα σε 4 δισεκατομμύρια χρόνια. Έτσι έγινε το ‘θαύμα’ το καπιταλιστικό.
Ε.Ν.  : Όταν λέμε ‘χαμένες ευκαιρίες’, δεν το λέμε με την έννοια, αν η Επανάσταση του ’17 είχε γίνει το 1905, τι θα είχαμε. Αλλά με την έννοια ότι χρειάζεται, ακριβώς λόγω μιας πίεσης που υφίσταται ο πλανήτης πολιτικά, οικονομικά, περιβαλλοντικά, κοινωνικά, να διαλύσουμε όλες τις αυταπάτες που υπήρχαν στο παρελθόν, ούτως ώστε να μην ξαναδημιουργηθεί αυτό το φαινόμενο των ‘χαμένων ευκαιριών’.
Κ.Κ. : Αυτό, ναι! Και απ’ αυτή την άποψη, πρέπει και να κοιτάμε μπροστά και να μην ξεχνάμε κατά κάποιο τρόπο την Ιστορία.
Δηλαδή όλα όσα έγιναν, γιατί έγιναν, και ιδίως αυτή την τεράστια αυταπάτη, ότι θα μας σώσουν οι αρχηγοί, το κόμμα, η οργάνωση. Δεν θα μας σώσουν ούτε οι αρχηγοί, ούτε το κόμμα, ούτε η οργάνωση.
Το περίεργο είναι ότι όλα αυτά ήταν γνωστά, γιατί ακόμη μια φορά θα πω, κι έχω πει εκατό χιλιάδες φορές αυτή την κοινοτυπία, ότι στο τραγούδι της Διεθνούς, στο πρωτότυπο κείμενο που είναι στα γαλλικά, λέει : ‘Δεν υπάρχει υπέρτατος σωτήρας, ούτε θεός, ούτε καίσαρας, ούτε λαϊκός αρχηγός. Παραγωγοί, πρέπει να σωθούμε μόνοι μας’. Δεν ξέρω πώς μεταφράστηκε στα ελληνικά.

 

Πρέπει λοιπόν η συλλογικότητα, η κοινωνία, η μάζα των ανθρώπων, να δει τα πράγματα και να αυτοοργανωθεί. Αυτό ήταν γνωστό από την αρχή και κατά κάποιο τρόπο ξεχάστηκε.
 Η συνέντευξη του Καστοριάδη δημοσιεύτηκε στην αναρχική εφημερίδα Εκτός Νόμου και αναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Contact # 10 και στο βιβλίο Έννοιες και όροι του Κ. Καστοριάδη, Εκδ. Βιβλιοπέλαγος.

 

“Για να τελειώνουμε με τους τρελούς καιρούς”

ni
 
σημειώσεις για τον κοινωνικό αναρχισμό και το ελευθεριακό κίνημα
 
Του Νίκου Νικολαΐδη
 Στις μέρες μας εμφανίζεται μια αντιπαράθεση μεταξύ του λεγόμενου κοινωνικού αναρχισμού και του λεγόμενου ατομικιστικού ή μηδενιστικού αναρχισμού. Αυτό το κείμενο δεν θα ασχοληθεί με τη δεύτερη τάση, ούτε θα αναφερθεί στον κοινωνικό αναρχισμό ως τάση που αντιπαρατίθεται στον ατομικιστικό και το μηδενιστικό αναρχισμό, όπως συχνά συνηθίζεται. Σκοπός αυτού του κειμένου είναι να συμβάλει στη συζήτηση για το ελευθεριακό κίνημα, όρος που ίσως εκφράζει πιο ξεκάθαρα αυτό που πολλοί περιγράφουν ως «κοινωνικό αναρχισμό». Και να υπενθυμίσει ότι ο αναρχισμός είναι εξ ορισμού κοινωνικός και οικουμενικός.
Εδώ και τρεις δεκαετίες στην ελλάδα διαμορφώνεται ένα διάχυτο αντιεξουσιαστικό ρεύμα που σε πολλές περιπτώσεις έχει παίξει αποφασιστικό ρόλο, τόσο σε αργές κοινωνικές διεργασίες, όσο και σε γεγονότα της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Στην προηγούμενη φάση της παγκοσμιοποίησης και μετά την κατάρρευση των κατ’ όνομα κομμουνιστικών καθεστώτων, η «αναρχία με μικρό α» είχε καθοριστική επίδραση στα νέα κινήματα, ένα μεγάλο μέρος της αριστεράς ένιωσε την υποχρέωση να αυτοκαθοριστεί ως αντιεξουσιαστική, ενώ η αυτοοργάνωση αποτέλεσε απαραίτητο επιθετικό προσδιορισμό όλων σχεδόν των προσπαθειών.
Σήμερα η ελληνική κοινωνία μεταβαίνει από την ενσωμάτωση και την εσωτερίκευση της καπιταλιστικής λογικής και ηθικής στον βίαιο αποκλεισμό. Ο φασισμός υποδεικνύεται ως θεραπεία για τα προδομένα όνειρα και τις απατηλές υποσχέσεις του καπιταλιστικού παραδείσου. Η αυτοσυνείδηση του διάχυτου αντιεξουσιαστικού ρεύματος είναι πλέον επιτακτική.
Οι πρώτες ενότητες αυτού του κειμένου θα αναφερθούν στην προέλευση του όρου «κοινωνικός αναρχισμός» και θα προσπαθήσουν να περιγράψουν συνοπτικά τον κλασικό αναρχισμό και την ευρύτερη έννοια του ελευθεριακού κινήματος. Στη συνέχεια θα αναφερθούν συμπεριφορές και αντιλήψεις που κρίνονται ως εμπόδια στην ανάπτυξη του κινήματος για την κοινωνική απελευθέρωση. Τέλος, θα καταγραφούν ορισμένα σημεία με την ελπίδα να φανούν χρήσιμα στη συζήτηση για την εξέλιξη του διάχυτου αντιεξουσιαστικού ρεύματος στον ζωντανό εκείνο ιστό που όχι μόνο θα σταθεί εμπόδιο στη βαρβαρότητα, αλλά και θα επαναφέρει την ουτοπία.
Ο «κοινωνικός αναρχισμός»
To 1995 o Μάρραιη Μπούκτσιν, στο βιβλίο του «Κοινωνικός ή lifestyle αναρχισμός» (στα ελληνικά εκδ. Ισνάφι, 2005), επιχείρησε μια εναντίωση σε αυτό που αποκαλούσε lifestyle αναρχισμό, κατηγορώντας τον ως ατομικιστικό, αντιοργανωτικό, μισάνθρωπο και μεταφυσικό. Σε αντιπαράθεση σε αυτόν, πρότεινε τον κοινωνικό αναρχισμό, προσδίδοντάς του τέσσερα γνωρίσματα κατάλληλα (σύμφωνα με τον Μπούκτσιν) για τη σύγχρονη εποχή: την ανυποχώρητη αντίθεση στον κρατισμό, την πίστη στην άμεση δημοκρατία, τη δράση για δημιουργία συνομοσπονδίας αποκεντρωμένων δήμων και ένα όραμα για μια ελευθεριακή κομμουνιστική κοινωνία. Αποκαλούσε κοινωνικό αναρχισμό την εξέλιξη του κλασικού αναρχοκομμουνισμού και του ιστορικού αναρχοσυνδικαλισμού, επιχειρώντας μια επικαιροποιημένη κοινωνική μορφή και περιεχόμενο των δύο αυτών ρευμάτων του αναρχισμού, μπολιασμένων επιπλέον με την οικολογική σκέψη, στην κατεύθυνση πάντα της δημιουργίας ενός οργανωμένου λαϊκού κινήματος. Παράλληλα με αυτόν τον προσδιορισμό του κοινωνικού αναρχισμού αναπτύχθηκαν τα ρεύματα της συμμετοχικής δημοκρατίας, του ελευθεριακού κοινοτισμού, της κοινωνικής οικολογίας και του Κομμουναλισμού. Στην Ελλάδα, σήμερα, ως κοινωνικός αναρχισμός γενικά εννοείται η τάση εκείνη που αντιτίθεται στον ατομικιστικό και μηδενιστικό αναρχισμό, χωρίς απαραίτητα να συμφωνεί με τον ορισμό του κοινωνικού αναρχισμού από τον Μπούκτσιν. 
Το ελευθεριακό κίνημα
Ο αναρχισμός υπήρξε γέννημα της δυτικής κοινωνίας, συγκεγκριμένα του διαφωτισμού και του εργατικού κινήματος, ενσωματώνοντας συγχρόνως προκαπιταλιστικές κοινωνικές δομές και παραδόσεις, όπως οι αγροτικές κοινότητες και ο κολεκτιβισμός. Η γέννησή του συμπίπτει με την εγκαθίδρυση της βιομηχανικής κοινωνίας, υπήρξε προϊόν της αναγκαιότητας οργάνωσης των αντιστάσεων σε αυτήν και διαφοροποιήθηκε από το υπόλοιπο σοσιαλιστικό κι εργατικό κίνημα της εποχής στο βαθμό που έθεσε ως απαραίτητο συστατικό του αγώνα για κατάργηση της οικονομικής εκμετάλλευσης την αντίθεση σε κάθε μορφή εξουσίας, κυρίως υπό την επιροή της σκέψης του Μ. Μπακούνιν. Ο Π. Κροπότκιν συνεισέφερε την ανάδειξη ως κεντρικών των αξιών της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας, με στόχο την ανυποχώρητη εναντίωση στην αυξανόμενη επιρροή του Κοινωνικού Δαρβινισμού, δηλαδή της κυριαρχίας του πνεύματος του ανταγωνισμού και της φυσικής επιλογής μέσω της επικράτησης του ισχυροτέρου, που οι καπιταλιστές υποδείκνυαν ως κύρια χαρακτηριστικά της φύσης και της ανθρωπότητας.
Ο αναρχισμός επιπλέον συμπεριέλαβε στοιχεία προσωπικής και συλλογικής ηθικής και ανέπτυξε ελευθεριακές εκδοχές της παιδείας και του πολιτισμού.
Στα τέλη του 19ου αιώνα μέσα στο αναρχικό κίνημα αναπτύχθηκαν παράλληλα οι τάσεις του ατομικιστικού αναρχισμού (που σε κάποιες εκδοχές του συνδέθηκαν με τον ιλλεγκαλισμό και το νετσαγιεφισμό), του αναρχοκομμουνισμου και του αναρχοσυνδικαλισμού. Στις χώρες εκείνες όπου κυρίως ο αναρχοσυνδικαλισμός (Ισπανία) αλλά και ο αναρχοκομμουνισμός (Ουκρανία) έλαβαν τη μορφή οργανωμένου λαϊκού κινήματος, οι τάσεις του ατομικισμού και του ιλλεγκαλισμού έπαιξαν ελάχιστο ρόλο και πρακτικά εξαφανίστηκαν, ενώ ο νετσαγιεφισμός κατατάχτηκε στην εξουσιαστική πτέρυγα του επαναστατικού κινήματος και όχι στον αναρχισμό.
Το να αντιλαμβανόμαστε όμως τον αναρχισμό απλά ως μια έκφραση του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος, τον περιορίζει σε κάτι που έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του ρόλο.
Διάφοροι μεταμοντέρνοι αναρχικοί, αντί να διαβάσουν καλύτερα την Ιστορία, αποφάσισαν να την διαγράψουν μια και καλή, προσθέτοντας στο «τέλος της ιστορίας» του Φουκουγιάμα και το «τέλος των πολιτικών οραμάτων».
O ισπανικός αναρχοσυνδικαλισμός ήταν αναμφισβήτητα η υψηλότερη έκφραση του κλασικού αναρχισμού. Τι κρατάμε όμως από αυτόν; Τις φωτογραφίες από τα τεθωρακισμένα της CNT και τις διαμάχες για τη συμμετοχή των αναρχικών στην κυβέρνηση; Είναι δυνατόν η προσέγγισή μας να εξαντλείται στην ύπαρξη ή όχι συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και στο αν στις κολεκτίβες υπήρχε υπερβολική πειθαρχία ή αν τα μέλη τους αισθάνονταν ανία και άγχος; Ποιο τελικά είναι το νήμα εκείνο που συνδέει το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας με την επανάσταση του Αριστόνικου, το κίνημα του Μπεντρεντίν, τους Ταμπορίτες, τις εξεγέρσεις των σκλάβων στις αποικίες της Καραϊβικής, τη μακραίωνη ινδιάνικη αντίσταση;
Αποφεύγοντας τη γραμμική δυτικοκεντρική ανάγνωση της ιστορίας, ας αναρωτηθούμε: ποιες εκφράσεις του αναρχισμού ήταν προϊόν δεδομένων ιστορικών συνθηκών και ποια είναι τα διαχρονικά εκείνα χαρακτηριστικά που οδηγούν στην αέναη επανεμφάνιση σε όλη την πορεία της ανθρώπινης Ιστορίας του αιτήματος για πανανθρώπινη ελευθερία και πολιτική και οικονομική ισότητα; Ποια η δομή, οι μηχανισμοί, οι αρχές, οι αξίες, τα νοήματα, οι σχέσεις που επιτρέπουν στο αίτημα για πανανθρώπινη ελευθερία και πολιτική και οικονομική ισότητα να μεταμορφώνεται σε ένα οργανωμένο κίνημα, στο ελευθεριακό κίνημα;
Αν ορίσουμε (λίγο σχηματικά) το ελευθεριακό κίνημα ως την κίνηση ενός σημαντικού τμήματος της κοινωνίας προς τη συνολική απελευθέρωση με μέσο την ελευθερία, δηλαδήπρος την ελευθερία μέσω της ελευθερίας, μπορούμε επίσης να συμπεράνουμε ότι το ελευθεριακό ρεύμα συγκροτείται ως κίνημα όταν φτάνουν σε κρίσιμο επίπεδο ανάπτυξης και αλληλεπίδρασης οι ελευθεριακές ιδέες, οι πρακτικές, οι δομές και οι καθημερινές σχέσεις.
Ποια είναι τα εμπόδια στην ανάπτυξη αυτού του κινήματος, ενός κινήματος που (μην το ξεχνάμε) είναι γέννημα της κοινωνίας στην οποία ζούμε και άρα κουβαλά εντός του, ως προπατορικό αμάρτημα, όλα τα προβλήματα που αυτή δημιουργεί; 
Ένα κίνημα-γέννημα της δυτικής κοινωνίας: πολέμιος και συγχρόνως φορέας των προβλημάτων της
1. συνομωτικό ύφος – «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα»
Η αστική τάξη στη μακρόχρονη πορεία της για κατάληψη της εξουσίας γέννησε και κληροδότησε την παράδοση των μυστικών εταιρειών και το συνομωτικό στυλ. Η γένεση της φιγούρας του συνομώτη δεν αποτελεί πρόβλημα για μια τάξη που στοχεύει στην κατάληψη της εξουσίας και τον έλεγχο της κοινωνίας, βρίσκεται όμως σε αντιπαράθεση προς την κοινωνική απελευθέρωση.
Ο Βίκτωρ Σερζ, στο βιβλίο του Τι πρέπει να ξέρει κάθε επαναστάτης (Παρίσι 1926, στα ελληνικά εκδ. Θεωρία, 1982) εξετάζει τη δράση της τσαρικής μυστικής αστυνομίας Οχράνα, έχοντας πρόσβαση στα αρχεία της που ήρθαν στα χέρια των σοβιέτ μετά την επανάσταση του 1917. Συμπεραίνει ότι καμία αστυνομία δεν μπορεί να ανακόψει το οργανωμένο επαναστατικό κίνημα, επισημαίνοντας ότι πολύ μεγαλύτερο εμπόδιο για το επαναστατικό κίνημα είναι η εσωτερίκευση, από τα μέλη του κινήματος, μιας αστυνομικής αντίληψης της ιστορίας. Η επαναστατική πόζα, η γοητεία της συνομωσίας, το φλερτάρισμα με την παραβατικότητα σταδιακά αντικαθιστούν την αγάπη για την ελευθερία και το όραμα για μια απελευθερωμένη κοινωνία με την σαγήνη της παρανομίας και της ριψοκίνδυνης ζωής. Ο επαναστάτης που δεν μάχεται πια για μια απελευθερωμένη κοινωνία παύει να αισθάνεται τον εαυτό του ως τμήμα ενός άλλου κόσμου που γεννιέται. Μετατρέπεται τελικά σε ένα υποκείμενο που βιώνει το νιτσεϊκό «ζειν επικινδύνως», το ίδιο σύνθημα (vivere pericolosamente) που προέτασσαν οι ιταλοί φασίστες.
2. ιεραρχική οργάνωση – το κόμμα-στρατώνας/εργοστάσιο
Η συγκροτημένη και μεθοδική ιεραρχική οργάνωση της αστικής κοινωνίας άφησε το αποτύπωμά της στο επαναστατικό κίνημα. Ο Λένιν αποτιμούσε θετικά το γεγονός ότι το οργανωτικό μοντέλο των εργοστασίων προσέφερε το οργανωτικό μοντέλο του «αποτελεσματικού», ιεραρχικά δομημένου, πειθαρχημένου κόμματος της εργατικής τάξης. Η υπακοή, η πειθαρχία, ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, η δικτατορία του προλεταριάτου μετατράπηκαν σε αξίες. Αυτό δεν ήταν βέβαια κατάκτηση του επαναστατικού κινήματος αλλά αντανάκλαση της βιομηχανικής ζωής.
Τελικά η ενσωμάτωση σε έναν «αποτελεσματικό» μηχανισμό συνετέλεσε στη δημιουργία του σταλινικού ολοκληρωτισμού, ενώ η ουτοπία της ισπανικής επανάστασης του 1936 ήταν προϊόν της οργάνωσης της αντιπειθαρχίας, του ζωογόνου πνεύματος της ελευθερίας, της απελευθέρωσης των δημιουργικών δυνατοτήτων των ανθρώπων στο πλαίσιο του ελευθεριακού κινήματος που «κουβαλούσε έναν καινούργιο κόσμο στην καρδιά του».
3. μονοδιάστατη σκέψη-επιστημονισμός
Ο αστικός κόσμος αντικατέστησε την πίστη στους παπάδες με την πίστη στην επιστήμη. Πολύ νωρίς ο Μπακούνιν προειδοποιούσε για τη διανοητική χειραγώγηση που ακούσε ο Μαρξ μέσω αυτού που κατόπιν ονομάστηκε «επιστημονικός σοσιαλισμός». Οι ειδικοί της επανάστασης, που κατείχαν τη συνείδηση της επαναστατικής νομοτέλειας και τους μηχανισμούς της, δεν διέφεραν από τους ειδικούς της αστικής κοινωνίας που κατείχαν, με εξίσου αναμφισβήτητο, επιστημονικό τρόπο, όλους τους νόμους της βιολογικής ζωής και τους κανόνες για τη βελτίωση της ανθρωπότητας.
Η κάστα των ειδικών της επανάστασης βρισκόταν στη θέση του θεού, πάνω από τη ζωή – και ό,τι έχει αποσυνδεθεί από τη ζωή, σύντομα στρέφεται ενάντια στη ζωή. Η ηθική χαρακτηρίστηκε «μικροαστικό κατάλοιπο», το πάθος για ζωή και για ελευθερία δυσφημίστηκαν ως «ουτοπικός σοσιαλισμός».
Πέραν της οικοδόμησης μιας κολοσσιαίας άτυπης ιεραρχίας, τα θέσφατα του «επιστημονικού σοσιαλισμού» είχαν και μια περαιτέρω καταστροφική λειτουργία: δημιουργώντας ένα κλειστό σύστημα το οποίο αποδείκνυε την ακλόνητη αλήθεια των ισχυρισμών του αναφερόμενο απλά στον εαυτό του, προσέφεραν μασημένη πνευματική τροφή στους εκμεταλλευόμενους. Η τροφή αυτή ωστόσο ήταν τοξική. Δεν υπήρχε πλέον ανάγκη για σκέψη: οι ειδικοί είχαν αποδείξει τη νομοτέλεια, κατείχαν τους μηχανισμούς της, είχαν κατονομάσει τους εχθρούς. Αλλά βέβαια:
«το να καταδικάσεις απαιτεί λιγότερη διανοητική προσπάθεια από το να σκεφτείς» (Έμμα Γκόλντμαν).
4. οικονομισμός
Η βαριά σκιά της αστικής κοινωνίας στο επαναστατικό κίνημα φαίνεται πολύ περισσότερο στη θεώρηση της οικονομίας, όχι απλά ως κεντρικής παραμέτρου της κυριαρχίας, αλλά ως του αποκλειστικού εργαλείου ερμηνείας της κοινωνίας.
Με τον ίδιο αυθαίρετο και αφηρημένο τρόπο που η αστική κοινωνία αντικατέστησε τη θρησκεία με την οικονομία, οι οικονομιστές της «ταξικής ανάλυσης» ερμηνεύουν το σύνολο των εκμεταλλευτικών σχέσεων και της εξουσιαστικής καταπίεσης καταφεύγοντας στον «καθορισμό των τάξεων στη βάση της σχέσης τους με τα μέσα παραγωγής και την κατοχή κεφαλαίου». Σε αυτό το πλαίσιο, καθήκον του προλεταριάτου είναι «να κατακτήσει την ταξική συνείδηση συνυφασμένη με τον διαρκή αγώνα για κατανόηση της ολότητας του ιστορικού προτσές», σε αντίθεση με «την ψευδή συνείδηση της αστικής τάξης».
Στην αναρχική παράδοση αναγνωρίζεται φυσικά η ταξική εκμετάλλευση, αλλά ως ένα μόνον τμήμα του συμπλέγματος των εξουσιαστικών σχέσεων. Γι’ αυτό άλλωστε το ελευθεριακό κίνημα, αντί της πολιτικής επανάστασης (που θα επιτελούσε το πρωτοπόρο κόμμα-εκφραστής της ταξικής συνείδησης) προέτασσε την κοινωνική επανάσταση, την επανάσταση σε όλες τις σφαίρες της ζωής, σε μία διαρκή διαδικασία δημιουργίας και απελευθέρωσης, έτοιμης ανά πάσα στιγμή να υπερασπιστεί αποφασιστικά τις κατακτήσεις της (που δεν πρέπει να συγχέεται με την «κοινωνική επανάσταση» για την οποία μιλούσαν οι τροτσκιστές, θεωρώντας την μια διαδικασία που θα ακολουθούσε την πολιτική επανάσταση).
Απέναντι στη σύνθετη κοινωνική ολότητα, η παραδοσιακή ταξική ανάλυση είναι προφανώς ένα πολύ στενό ερμηνευτικό σχήμα. Όταν πάλι η ταξική ανάλυση επιχειρεί να διευρύνει το αντικείμενό της τόσο ώστε να περιλάβει εννοιολογικά τις δεκάδες άλλες παραμέτρους της καταπίεσης που έχουν έρθει στο προσκήνιο των αγώνων τις τελευταίες δεκαετίες, τότε ξεχειλώνει τόσο ώστε να καθίσταται άχρηστη.
Μπρος σε αυτήν την αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, η ταξική ανάλυση, προκειμένου να επιβιώσει, μετατρέπεται σε ιδεολογία, δηλαδή σε ψευδή συνείδηση (Γιόζεφ Γκάμπελ). Και λαμβάνει όλα τα συνακόλουθα χαρακτηριστικά της ιδεολογίας: γίνεται χειραγώγηση, κατασκευή οπαδών, φανατισμός, τύφλωση.
Μοιάζει με χοντροκομένο αστείο αλλά δυστυχώς είναι γεγονός: σήμερα, αντί να αξιοποιήσουμε τα θετικά στοιχεία της σκέψης του Μαρξ (το έργο του για την αλλοτρίωση, την αφηρημένη εργασία και τον φετιχισμό του εμπορεύματος) επιστρέφουμε σε έναν οικονομισμό του χειρίστου είδους. Στις πορείες μας ακούμε ιαχές που καλούν σε «ταξικό μίσος»… Πόσο άραγε παραγωγικό κι απελευθερωτικό συναίσθημα είναι το μίσος; Αντί απάντησης, ας αρκεστούμε στη διατύπωση του Ζαν-Πιερ Βουαγιέ: «Η οικονομία δεν υπάρχει!».
5. υιοθέτηση της αστικής αντίληψης για την πρόοδο
Η συνείδηση είναι συνάρτηση του τρόπου ζωής μας. Δεν είναι λοπόν περίεργο το ότι άνθρωποι που γεννήθηκαν στη βιομηχανική κοινωνία, όχι απλά πίστευαν ότι η αστική επανάσταση αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την προλεταριακή επανάσταση, αλλά επιπλέον υιοθετούσαν όλη την αστική αντίληψη για την πρόοδο. Η ιστορία της ανθρωπότητας προέκυπτε από μιαν αντεστραμμένη γραμμική ανάγνωση της ιστορίας, ολοφάνερα ευρωκεντρική, που θεωρούσε  πρωτόγονες και καθυστερημένες όλες τις προηγούμενες μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Η «πρόοδος» ήταν μια αξία αδιαμφισβήτητη, μπρος στην οποία οι αξίες άλλων μορφών κοινωνικής οργάνωσης ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, ασήμαντες λεπτομέρειες, αφού στερούνταν του μεγαλείου της επαναστατικής νομοτέλειας ή του δυναμικού κινητήρα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού.
Ο ύμνος των ισπανών αναρχικών, γραμμένος σε μια εποχή όπου στη χώρα επιβίωναν ακόμα προκαπιταλιστικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης, εξέφραζε μια πολύ βαθύτερη αντίληψη της πραγματικότητας από αυτήν της τυφλής πίστης στην ανάπτυξη:
Οι αστοί, οι πορωμένοι εγωιστές
που υποτιμούν την ανθρωπότητα
θα σαρωθούν από τους αναρχικούς
με τη δυνατή κραυγή της ελευθερίας
(…)
Οι προλετάριοι απέναντι στη μπουρζουαζία
πρέπει να φέρονται αγέρωχα
και να πολεμούν χωρίς συμβιβασμό
την καταραμένη της ηλιθιότητα
Δυστυχώς όμως η «καταραμένη ηλιθιότητα» είχε μολύνει και τα μυαλά των ευρωπαίων επαναστατών. Ο δυναμικός κινητήρας του καπιταλισμού δεν τέθηκε σε κίνηση απλά από τις περιφράξεις και την πρωταρχική συσσώρευση ή την κατακράτηση της υπεραξίας. Την κύρια ώθηση έδωσε η κατάκτηση του «νέου κόσμου», η εξολόθρευση των ινδιάνων, η βίαιη μεταφορά ως σκλάβων εκατομμυρίων αφρικανών, η αποικιοκρατία. Η πολιτισμένη ευρώπη του διαφωτισμού δημιουργήθηκε χάρις στην «πρόοδο» μιας αμέτρητης σειράς λεηλασιών και σφαγών. Αλλά όσοι θεωρούσαν την ευρώπη κορωνίδα των ανθρώπινων πολιτισμών, δυσκολεύονταν προφανώς να κατανοήσουν το «ιστορικό παράδοξο» μιας αναρχοκομμουνιστικής επανάστασης που δεν ήταν προϊόν των ευρωπαϊκών διεργασιών. Μέσα στο «νέο κόσμο» των αποικιοκρατών υπήρχε ένας αόρατος παλιός κόσμος που αντιστεκόταν για αιώνες, στο Μεξικό, στις Άνδεις και στη Βόρεια Αμερική – και μάλιστα ενώ οι ινδιάνικες αυτοκρατορίες (Ίνκας και Αζτέκοι) είχαν υποταχθεί πολύ εύκολα στους κονκισταδόρες. 
Οι «ασήμαντες λεπτομέρειες» των ινδιάνικων κοινοτήτων που έκαναν εφικτή τη μακραίωνη αντίσταση ήταν η κυκλική εναλλαγή των καθηκόντων και η απουσία μόνιμης εξουσίας, η λήψη αποφάσεων σε συνελεύσεις, η κοινοκτημοσύνη και ο συνειδητός αγώνας για την υπεράσπισή της.
Ξεχωριστό παράδειγμα αυτής της ανυποχώρητης και ολικής αντίστασης αποτέλεσε η φυλή των Γιάκις στο Μεξικό. Αφού επί αιώνες κατέφευγαν στα δάση και τα βουνά υπερασπιζόμενοι την κοινοκτημοσύνη και την αυτονομία, στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα οι Γιάκις βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα πόλεμο μέχρις εξόντωσης, καθώς ούτε μια στιγμή δεν δέχτηκαν να απαρνηθούν τις παραδόσεις τους στο όνομα του εκσυγχρονισμού της χώρας και ξεκίνησαν έναν ανταρτοπόλεμο δεκαετιών. Υπέστησαν εκτοπίσεις, σφαγές, φυλακίσεις κι εκτελέσεις κι έπαψαν να αντιστέκονται μόνον όταν, τη δεκαετία του 1930, η νέα πολεμική τεχνολογία έδωσε τη δυνατότητα στην «επαναστατική κυβέρνηση» του Μεξικού να τους εξολοθρεύσει βομβαρδίζοντας με πολεμικά αεροπλάνα τις κοινότητές τους.
Την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, οι Γιάκις συναντιούνται συνειδητά με τον Ρικάρντο Φλόρες Μαγκόν και τους αναρχικούς του PLM: Με το χέρι στην καρδιά σάς προσκαλούμε να επισκεφθείτε το στρατόπεδό μας, όπου τα αδέρφια σας στην εξαθλίωση θα σας υποδεχτούν με ανοιχτές αγκαλιές. Δεν έχουμε λόγια για να εκφράσουμε την αναγνώρισή μας των θυσιών σας για εμάς κι ελπίζουμε να είσαστε πάντα διατεθειμένοι να σας σφίξουμε το χέρι, μέχρις ότου ο καπιταλισμός εξαφανιστεί από αυτή τη γη των Γιάκις και η κόκκινη σημαία της Γης κι Ελευθερίας δεν θα έχει πια άλλους εχθρούς να πολεμήσει. Δεχθείτε τους χαιρετισμούς όλης της φυλής των Γιάκις και μια αδερφική αγκαλιά των συντρόφων σας στον αγώνα  για Γη κι Ελευθερία… (Juan Carlos Beas και Manuel Ballesteros, Magonismo y Movimiento Indígena en México, εκδ. Antorcha, Πόλη του Μεξικού, 1986, εμπλουτισμένη επανέκδοση Σεπτέμβρης 1997).
Δεν ήταν όμως μόνο η ινδιάνικη κοινοτιστική παράδοση με τις «ασήμαντες λεπτομέρειες» που γεννούσε εξεγέρσεις στο νέο κόσμο:
«Η φυλή είναι σαν μια συστάδα δέντρων που όταν είσαι μακρυά μοιάζουν μπλεγμένα μεταξύ τους αλλά όταν τα βλέπεις από κοντά το κάθε δέντρο μοιάζει να στέκεται μόνο του» (παροιμία των λαών της δυτικής Αφρικής).
«Ubuntu»: η απελευθερωτική ουσία του δεν οφείλεται στο ότι πρόκεται για μια ελεύθερη διανομή του Linux, όπως φαντασιώνονται οι μεταμοντέρνοι θιασώτες του ελεύθερου λογισμικού. Ubuntu είναι η σύνοψη της παραδοσιακής κοσμοθεωρίας των λαών της νότιας Αφρικής. Περιφραστικά ubuntu σημαίνει «είμαι αυτό που είμαι εξαιτίας αυτού που είμαστε όλοι» και «υπάρχω επειδή υπάρχεις». Ασήμαντες λεπτομέρειες…
Η επιβίωση των κοινοτιστικών παραδόσεων στους αφρικανούς σκλάβους που μεταφέρθηκαν στο νέο κόσμο αποτέλεσε τη βάση για το ξέσπασμα δεκάδων εξεγέρσεων που κλόνισαν συθέμελα τις ευρωπαϊκές αποικίες τον 18ο αιώνα.
Οι μεγαλύτερες εξεγέρσεις των αφρικανών σκλάβων συνέβησαν στην Αϊτή. Η πρώτη ξέσπασε 40 χρόνια πριν τη γαλλική επανάσταση, (όμως πάντα μιλάμε για τη γαλλική επανάσταση ως τη μητέρα των επαναστάσεων και όχι για την εξέγερση των σκλάβων…). Η εξέγερση συνετρίβη. Ως αρχηγός της υποδείχτηκε από τους γάλλους αποικιοκράτες ο François Mackandal, ο οποίος θεωρήθηκε μάγος βουντού επειδή καλούσε σε επιστροφή στις αφρικανικές παραδόσεις. Κάηκε πολιτισμένα και παραδειγματικά στην πυρά το 1758. Οι εξεγέρσεις όμως συνεχίστηκαν για άλλες 4 δεκαετίες και 400.000 αφρικανοί σκλάβοι έχασαν τη ζωή τους σε αυτές, μέχρι την παραχώρηση της ανεξαρτησίας στην Αϊτή, το 1804.
Σήμερα η μορφή του Mackandal βρίσκεται σε ένα νόμισμα της Αϊτής, της φτωχότερης οικονομίας του κόσμου, όπου τα παιδιά τρέφονται με μπισκότα φτιαγμένα από ψημένο χώμα. Η Αϊτή, ως αποικία, ήταν το πλουσιότερο νησί της Καραϊβικής, καθώς από εκεί προερχόταν το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής ζάχαρης και καφέ. Ως προϋπόθεση όμως για την παραχώρηση της ανεξαρτησίας τέθηκε η σύναψη δανείων με τις γαλλικές τράπεζες για την αποπληρωμή των εξόδων του γαλλικού στρατού και την αποζημίωση των γαλλικών εταιρειών. Η υποδούλωση μέσω του χρέους δεν είναι και τόσο καινούργια ιδέα, δεν θα έπρεπε να χρειάζονται ούτε αριστεροί οικονομολόγοι, ούτε επιτροπές λογιστικού ελέγχου για να εξηγηθεί…
6. ενσωμάτωση στην αυτοσυνείδηση της κυριαρχίας
Οι αστικές κοινωνίες κομπάζουν ότι είναι προοδευμένες λόγω της κατοχύρωσης των δικαιωμάτων στο εσωτερικό τους, αδιαφορώντας για το ότι η κατοχύρωση αυτή των δικαιωμάτων επιτεύχθηκε παράλληλα με τη συγκρότηση της μέγιστης πλανητικής διαίρεσης. Τα όποια δικαιώματα/προνόμια παραχωρούνταν πάντοτε κατόπιν αγώνων ή για να αποτραπούν οι αγώνες των πολιτών των δυτικών κοινωνιών και προέρχονταν από τη λεηλασία του υπόλοιπου πλανήτη, που ήταν «καθυστερημένος και πρωτόγονος» σύμφωνα με τη δυτικοκεντρική οπτική.
Τη δεκατία του ’50 υπαρξιστές και λεττριστές μπορούσαν να αμφισβητούν την ευτυχία της εμπορευματικής κοινωνίας στα παριζιάνικα καφέ, ενώ η γαλλική αποικιοκρατία ξεκινούσε τον πόλεμο στην Ινδοκίνα και οι γάλλοι αλεξιπτωτιστές στην Αλγερία πραγματοποιούσαν οργανωμένα μαζικά βασανιστήρια και σφαγές. Όλοι μιλάμε για τον παρισινό Μάη του ’68, τον θεωρούμε άμεσο πρόγονο του σύγχρονου ριζοσπαστικού κινήματος. Οι αφίσες και τα συνθήματα του Μάη κατακλύζουν ακόμη την εικονογραφία μας. Και όμως, λίγα χρόνια πριν, στις 17 Οκτώβρη 1961, στο Παρίσι και πάλι, συνέβη κάτι για το οποίο δεν μιλά κανείς. Η γαλλική αστυνομία κατέστειλε βάναυσα τη συγκέντρωση 5.000 αλγερινών, οι οποίοι επιχείρησαν να διαδηλώσουν ενάντια στην απαγόρευση κυκλοφορίας των αράβων που είχε επιβάλει η γαλλική κυβέρνηση λόγω της όξυνσης του πολέμου της Αλγερίας. Οι μπάτσοι επιτέθηκαν χτυπώντας και πυροβολώντας. Εγκλώβισαν ένα μεγάλο μέρος της διαδήλωσης σε μια παρισινή γέφυρα και άρχισαν να πετούν στον Σηκουάνα τους δολοφονημένους, τους τραυματίες, αλλά και όποιον έπεφτε στα χέρια τους! Σύμφωνα με μεταγενέστερες κυβερνητικές έρευνες, τη μέρα εκείνη δολοφονήθηκαν 70 διαδηλωτές. Ανεξάρτητες έρευνες ανεβάζουν τον αριθμό των νεκρών στους 200. Προσφάτως, ο σοσιαλιστής και φίλος της Ελλάδας πρόεδρος Ολάντ, αναγνώρισε τη σφαγή και την υπαιτιότητα της γαλλικής αστυνομίας – και λίγο μετά διέταξε τους βομβαρδισμούς της γαλλικής αεροπορίας στο Μάλι! Δεν μας κάνει εντύπωση. Στην Ελλάδα το 2009, το κίνημα μεθούσε ακόμα με την εξέγερση του Δεκέμβρη, αδυνατώντας να δει ότι είχε ήδη ξεκινήσει η αντιεξέγερση με την επίθεση ενάντια στους μετανάστες. Και δεν θα μπορούσε να είχε γίνει και αλλιώς. Την περίοδο της ευμάρειας, η ελληνική κοινωνία συνολικά σχεδόν αντιμετώπισε τους μετανάστες όχι ως ανθρώπους αλλά ως εργαλεία. Τα μεγάλα και μικρά αφεντικά τους αντιμετώπισαν ως φτηνό εργατικό δυναμικό και ως μέσο υπονόμευσης των δικαιωμάτων των ντόπιων, οι ευϋπόληπτοι πολίτες ως πεδίο άσκησης μικροσαδισμού. Συγχρόνως, στις γυναίκες μετανάστριες ανέθεσαν είτε τη φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων είτε το ξεχαρμάνιασμα και την επιβεβαίωση της αρρενωπότητας του εθνικού κορμού. Τέλος, για κάποιους “επαναστάτες”, οι μετανάστες αντιπροσώπευαν την ευκαιρία δημιουργίας ενός νέου επαναστατικού υποκειμένου, δυστυχώς όμως γι’ αυτούς, αντί να είναι έτοιμοι να «πυκνώσουν τις γραμμές του ταξικού αγώνα», οι περισσότεροι μετανάστες ονειρεύονταν μια ζωή που να θυμίζει, έστω και στις επιφανειακές της λεπτομέρειες, τη δική μας ζωή…
 Το life-style είναι death-style
Ας μιλήσουμε λοιπόν για τη ζωή μας…
Σήμερα, στην ελλάδα, η συγκαλυμμένη εκμετάλλευση και η ενσωμάτωση ολοκληρώνουν έναν κύκλο. Κυρίαρχη σε κάθε όψη της ζωής είναι πλέον η ωμή βαρβαρότητα. Όταν όμως σήμερα στην ελλάδα εντοπίζεται ως κοινωνικό ζήτημα μόνο το γεγονός ότι υποβιβαζόμαστε στην πλανητική κλίμακα εκμετάλλευσης και όχι το ότι μέχρι τώρα αποδεχόμασταν την ύπαρξή της (έχοντας και το δικαίωμα να εξεγειρόμαστε ενάντια στην κενότητα και την πλήξη), δεν είναι περίεργο που ο φασισμός πλασάρεται επιτυχώς ως λαϊκό κίνημα. Εδώ και χρόνια, ο θάνατος γεμίζει το ιλιγγιώδες κενό της ύπαρξης: με τις ταινίες του Ταραντίνο, τα πρωινάδικα, τα παρατράγουδα, τον καθημερινό μοριακό φασισμό, την εξαχρείωση, τον εξευτελισμό, την απανθρωπιά, τη μιζέρια που γεννούν την ανάγκη για ήρωες. Η αποδοχή της απόγνωσης, της μισανθρωπίας, του ατομισμού οδηγούν στην αποδοχή της κουλτούρας του μίσους.
Λέγεται συχνά πως κύριο γνώρισμα της σύγχρονης κοινωνίας είναι η αυξημένη συνθετότητα, ότι καλές είναι οι ρομαντικές ουτοπικές ιδέες, αλλά είναι ανεφάρμοστες σε μια κοινωνία τόσο αυξημένης συνθετότητας. Κι όμως. Η σημερινή κοινωνία είναι η πιο μονοδιάστατη και απλοϊκή κοινωνία που έχει υπάρξει. «Τίποτα έξω από την οικονομία, τίποτα πάνω από την οικονομία, τίποτα ενάντια στην οικονομία», αυτός είναι ο απαράβατος νόμος της. Σύνθετες σε αυτήν την κοινωνία είναι μόνον οι νευρώσεις που γεννά η απόλυτη υποταγή στις νόρμες της οικονομίας. Ο κυνισμός, οι ατομικές λύσεις, ο ανταγωνισμός, το ανικανοποίητο, φαινομενικά δημιουργούν ένα κουβάρι αξεδιάλυτο. Αν όμως πιάσεις το νήμα του από την αρχή, διαπιστώνεις ότι η κυριαρχία αναπαράγεται με το χειρισμό και την καλλιέργεια των πιο απλών και βάρβαρων ενστίκτων. Κι αυτά τα απλά και βάρβαρα ένστικτα του φοβισμένου ατομικισμού εδώ και χρόνια καλλιεργούνται μεθοδικά στον καθένα…
Γι’ αυτό και δεν υπάρχει ο αθώος λαός που θα αγκαλιάσει αίφνης την άμεση δημοκρατία ή θα αφυπνισθεί από την εξεγερτική πρακτική. Η σημερινή κοινωνία είναι ένα συνονθύλευμα από μοναχικές υπάρξεις, ακρωτηριασμένες ψυχικά και πνευματικά την περίοδο της καταναλωτικής ευμάρειας. Όσοι έχασαν την ικανότητα να φαντάζονται τη ζωή τους έξω από το κάτεργο της αλλοτριωμένης ζωής, τώρα αμφιταλαντεύονται μεταξύ του να εύχονται την επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση και του να περιμένουν τη σωτηρία από τον κάθε κουραδοχίτωνα.
Όμως σε ένα μέρος της κοινωνίας έχουν αρχίσει να επανεμφανίζονται αξίες όπως η αλληλεγγύη και ο αλληλοσεβασμός. Και καθώς καταρρέει η πίστη στις απατηλές υποσχέσεις τόσο της νεοφιλελεύθερης ευτυχίας όσο και της αριστεράς του κοινωνικού συμβολαίου, εκεί δημιουργείται το πιο πρόσφορο έδαφος για το ελευθεριακό κίνημα. Το κίνημα αυτό πρέπει να είναι θεραπευτικό, να επανεφεύρει την κοινωνία, την κοινότητα, τις αξίες, την ανθρωπιά, την ευαισθησία. Να διατρανώνει συνεχώς ότι απεχθανόμαστε αυτήντην κοινωνία ακριβώς επειδή αγαπάμε την κοινωνία.
Ας μην υποτιμούμε τις δυνατότητές μας. Ο αντίπαλος ξέρει καλύτερα. Και φοβάται. Παρά τους ψυχικούς και πνευματικούς ακρωτηριασμούς που επέφεραν δεκαετίες εμπορευματικής κυριαρχίας, η βλάβη δεν είναι ανεπίστρεπτη. Η ελευθερία βγάζει στους ώμους μας φτερά. Παρά την κρατική κατασκευή του φασιστικού ξόανου, το διάχυτο αντιεξουσιαστικό ρεύμα δεν υποχωρεί. Ο λόγος είναι ότι ένα μεγάλο μέρος του διάχυτου αυτού ρεύματος έχει ήδη αρχίσει να συγκροτείται σε ελευθεριακό κίνημα.
Ένας κύκλος που το κέντρο του είναι παντού και η περιφέρειά του πουθενά
Τι θα απομείνει μετά τον πόλεμο, τις σφαίρες που ρίχνουμε; To έργο που έχετε ξεκινήσει στα χωριά σας είναι πιο σημαντικό απ’ το να σκοτώνεις φασίστες, γιατί αυτό που σκοτώνετε με το έργο σας είναι το αστικό σύστημα. Με αυτή την έννοια, είναι το μόνο που θα καταγράψει η Ιστορία.(Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι)
Το αίτημα για ίσα δικαιώματα σε κάθε έκφραση της ζωής είναι φυσικά δίκαιο, αλλά τελικά το πιο ζωτικό δικαίωμα είναι το δικαίωμα να αγαπάς και να σε αγαπάν. (Έμμα Γκόλντμαν)
Στις 18 Ιούλη του 1936 ο στρατηγός Φράνκο κήρυξε το στρατιωτικό πραξικόπημα, γιατί δεν υπήρχε άλλος τρόπος να αντιμετωπιστεί ο ζωντανός ιστός τον οποίο επί δεκαετίες ύφαινε στην Ισπανία το ελευθεριακό κίνημα. Αυτός ο ζωντανός ιστός θυμίζει στα εξωτερικά του χαρακτηριστικά αυτό που είχε προτείνει ως «ηγεμονία» ο Γκράμσι. Η διαφορά είναι ότι για το ελευθεριακό κίνημα ο γαλαξίας των απελευθερωτικών πρακτικών δεν ήταν μια τεχνική πολιτικής επικυριαρχίας, αλλά η βάση για την οικοδόμηση της μελλοντικής κοινωνίας. Έτσι, μπορεί εξωτερικά να θυμίζει τις πρακτικές που σήμερα εφαρμόζουν η Χαμάς και η Χεσμπολάχ, αλλά δεν έχει καμία σχέση με αυτές, όπως δεν έχει καμία σχέση με όσους σήμερα σχεδιάζουν “δίκτυα αλληλεγγύης” ως μέσο για την αύξηση της πολιτικής τους επιρροής.
Ο ζωντανός ιστός που το ελευθεριακό κίνημα δημιουργεί μέσα στην κοινωνία της αλλοτρίωσης δεν εξαντλείται σε κάποιο πρόγραμμα, μεθοδολογία, πολιτική οργάνωση, ατομικό ή συλλογικό βολονταρισμό, παρ’ όλο που τα έχει ανάγκη όλ’ αυτά – και πολλά περισσότερα ακόμη. Το ελεύθερο πνεύμα, η αγάπη για τον άνθρωπο, η αντιεξουσιαστική ηθική, η ικανότητα για προσωπική δέσμευση, καθώς και η αποφασιστικότητα και η τόλμη που γεννιούνται από το δίκιο και τη συλλογική δύναμη είναι που δίνουν περιεχόμενο στις πράξεις. 
Οι εκδοτικές προσπάθειες, οι απόπειρες πολιτικής συγκρότησης, τα δίκτυα πρακτικής αλληλεγγύης, ο συνδικαλισμός βάσης, οι κουζίνες ανέργων, οι ομάδες συγγένειας, οι ελεύθεροι κοινωνικοί χώροι, τα ελεύθερα μαθήματα, η αυτοδιαχείριση σε εργασιακούς χώρους, οι συνελεύσεις γειτονιάς, οι ομάδες αυτομόρφωσης, οι συνεργατικές, η παραγωγή αντικουλτούρας, ο μαχητικός αντιφασισμός, η αλληλεγγύη στους μετανάστες, η συμμετοχή στους αγώνες για την υπεράσπιση των κοινών δεν είναι μέσο για την πολιτική επικυριαρχία, είναι η βάση για την κοινωνική απελευθέρωση. Είναι ο ζωντανός ιστός που ξαναγεννά τη ζωή. Καμία εξουσία δεν μπορεί να τον νικήσει.
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος της πολιτικής επιθεώρησης “Κοινωνικός Αναρχισμός”.
Αναδημοσίευση από: http://anthostoukakou.blogspot.gr/2014/03/blog-post.html

 

Ουκρανία: Το βάπτισμα του αίματος

ukr

Για τι έχυσε το αίμα του ο ουκρανικός λαός και στο όνομα τίνος ενδεχομένως να το χύσει στο μέλλον; Για τα συμφέροντα της εγκληματικής ολιγαρχίας; Για τη νεοναζιστική μειονότητα; Για τον ευρωπαϊκό ή για το ρωσικό ιδιοκτήτη; Πότε θα είμαστε έτοιμοι να χύσουμε το αίμα μας για τα δικά μας συμφέροντα; Για τα συμφέροντα των εργαζομένων; Για τους εαυτούς μας και όχι για τους πολιτικούς, την αντιπολίτευση, τη γραφειοκρατία, τα αυτοκρατορικά ή εθνικά συμφέροντα; Ναι, χρειαζόμαστε έναν αγώνα! Χρειάζεται να ανατρέψουμε την κυβέρνηση. Αλλά δεν χρειάζεται να βάλουμε στη θέση της μια νέα! Ναι, αυτο-οργάνωση, αλλά στο όνομα της αυτοδιεύθυνσης! Και όχι να παραδοθούμε σε νέους ολιγάρχες, ακόμη και αν μιλούν σωστά ουκρανικά. Δεν χρειαζόμαστε ένα δεξιό Μαϊντάν, ένα Μαϊντάν χειραγωγημένο από τους πολιτικούς και τις οργανώσεις, αλλά μια νέα Μαχνοβτσίνα. Ένα κοινωνικό επαναστατικό κίνημα των πλέον μειονεκτούντων τμημάτων του λαού, ενωμένων σε ένα κοινό σκοπό: τη γέννηση μιας κοινωνίας χωρίς δούλους και αφέντες!

Στις 19 Ιανουαρίου, είδαμε πώς η Ουκρανία βαφτίστηκε. Με αίμα, φωτιά και νερό. Ο δαίμονας βγήκε από το μπουκάλι, η πολιτική στρατηγική του Μαϊντάν (“πλατεία” στα ουκρανικά) απέτυχε. Μια πολιτική αντιπαράθεση σαν την “Πορτοκαλί Επανάσταση” του 2004 μετατράπηκε σε ταραχές από το πιο ριζοσπαστικό τμήμα της αντιπολίτευσης.

Ξεκίνησε όταν το Κοινοβούλιο, με ταχύτητα ήχου, θέσπισε ένα πρωτότυπο σύνολο νόμων. Βουλευτές του Κόμματος των Περιφερειών, πρότειναν τη γρήγορη μετατροπή της “ολιγαρχικής δημοκρατίας” σε “αστυνομική δικτατορία”. Όπως εξήγησαν αυτοί οι επίδοξοι μεταρρυθμιστές στους δημοσιογράφους: “κάναμε αυτή την πρόταση σε σχέση με την επιδείνωση της κοινωνικο-πολιτικής κατάστασης στην Ουκρανία.” Δεν ήθελαν να επιδεινωθεί, και την επιδείνωσαν ακόμη περισσότερο. Αυτό το πέτυχαν άψογα. Το κυρίαρχο κόμμα μάλλον δεν θα μπορούσε να κάνει χειρότερο βήμα. Αλλά η εξουσία, δυστυχώς για αυτούς, έχασε χρόνο για ανάληψη αποφασιστικής δράσης. Οι άνθρωποι στο Μαϊντάν επιβεβαιώθηκαν. Είχαν ήδη αισθανθεί τη δύναμή τους. Και δεν είχαν καμία πρόθεση να παραιτηθούν από αυτή. Νόμοι κατά του εξτρεμισμού θεσπίστηκαν την Κυριακή, συμβολικά στην Εορτή της Βάπτισης.

Και τότε, τι καταπληκτική σύμπτωση, κάποιοι άγνωστοι θιασώτες της αντιπολίτευσης φώναξαν στο πλήθος: “Πάμε στην οδό Χρουσέβσκοχο! Να κάνουμε έφοδο στα κυβερνητικά κτίρια!”. Και πήγαν. Δεν έχει σημασία ότι από το βήμα φώναξαν ότι αυτό δεν είναι σύμφωνο με το σχέδιο και κανείς δεν πρέπει να πάει. Η διαμαρτυρία άρχισε να βγαίνει εκτός του ελέγχου των ηγετών. Το βράδυ, ενισχυμένα στρατεύματα των ειδικών δυνάμεων “Berkut” βγήκαν στους δρόμους και προσπάθησαν να θέσουν τους θεσπισμένους νόμους της κυβέρνησης σε ισχύ. Ένα αστυνομικό κανόνι νερού πήρε θέση ενώπιον των διαδηλωτών. Το βάπτισμα άρχισε! Κανείς δεν περίμενε να είναι έτσι. Αλλά οι υπογεγραμμένοι από τον Γιανουκόβιτς ηλίθιοι νόμοι προκάλεσαν εξέγερση, εμφύσησαν νέα δύναμη στους διαδηλωτές, ένωσαν πολλούς, οι οποίοι πριν κοίταζαν ήρεμα όλα όσα συνέβαιναν, με τους ενεργούς διαδηλωτές.

Τώρα, η πλειοψηφία του ουκρανικού πληθυσμού είναι εναντίον της κυβέρνησης. Οι ειρηνικές διαδηλώσεις μετατράπηκαν, στην πράξη, σε οδομαχίες, η διαμαρτυρία ξέφυγε από τον έλεγχο των ηγετών της αντιπολίτευσης. Οι Γιάτσενιουκ και Ταϊνίμποκ αποκηρύσσουν τη βία. Οι μαχητές αποκαλούνται προβοκάτορες. Ο Κλίτσκο προσπαθεί να σταθεί ανάμεσα στις ειδικές δυνάμεις και τους μαχητές του Μαϊντάν με την ελπίδα να σταματήσει την αιματοχυσία. Αλλά δεν τα κατάφερε. Οι μαχητές του Μαϊντάν αποτελούνται κυρίως από ακτιβιστές του λεγόμενου “Δεξιού Τομέα”. Αυτό λέει πολλά. Στο δρόμο κυριαρχούν ακραίοι εθνικιστές και νεοναζί. Έχουν μια μοναδική ευκαιρία να πάρουν το βάπτισμα του πυρός και σκλήρυναν στις μάχες με την αστυνομία. Δίνουν τον τόνο της “επαναστατικής Μαϊντάν”. Ακολουθούνται από κοινούς ανθρώπους. Οι ακροδεξιοί οργανώνονται, ενώνονται, ρίχνουν συνθήματα και έχουν στρατηγική. Και έχουν στήριξη από τους περισσότερους πολίτες που ήρθαν στο Μαϊντάν και οι οποίοι, στην αρχή, ήθελαν “μόνο” να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους για τη σημερινή κυβέρνηση. Στις 19 Ιανουαρίου το βράδυ, το Μαϊντάν χωρίζεται σε “νόμιμους” και “παράνομους”. Οι Γιάτσενιουκ και Ταϊνίμποκ συναντιούνται με τους υποστηρικτές τους στην Πλατεία Ανεξαρτησίας (Μαϊντάν), και οι ριζοσπάστες ηγούνται στις οδομαχίες στην οδό Χρουσέβσκοχο.

Ενώ οι Ουκρανοί εθνικιστές γιορτάζουν την κορυφαία στιγμή τους με κυβόλιθους και ρόπαλα, ενώ απαγάγουν και χτυπούν μπάτσους, και φωνάζουν χαρμόσυνα “Yolka!” σε καμένα αστυνομικά λεωφορεία, οι ρώσοι σωβινιστές τρίβουν τα χέρια τους και γιορτάζουν τη νίκη τους. Ένας ρώσος ηγέτης του απαγορευμένου Εθνικού Μπολσεβίκικου Κόμματος, κομμουνιστής και εθνικιστής, ο Λίμονοφ, δήλωσε ότι η Ουκρανία διασπάται και σε κάθε περίπτωση είναι καλό για τη Ρωσία. Αφήστε το δυτικό τμήμα της Ουκρανίας να το πάρει η Ευρώπη, και το αριστερό τμήμα, με πρωτεύουσα το Χάρκοβο, θα γίνει φιλο-ρωσικό! Τέτοιες είναι οι προσδοκίες των Ρώσων ιμπεριαλιστών.

Οι ιμπεριαλιστές των ΗΠΑ είναι, επίσης, σε θέση ετοιμότητας. Ο εκπρόσωπος του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΠΑ στο Λευκό Οίκο, Κέιτλιν Χέιντεν, κατηγόρησε την κυβέρνηση της Ουκρανίας για την κλιμάκωση της κατάστασης. Ο Χέιντεν απαίτησε την απόσυρση των ειδικών δυνάμεων από το κέντρο του Κιέβου και την έναρξη διαλόγου με την αντιπολίτευση. Σε αντίθετη περίπτωση, είπε, οι ουκρανικές αρχές να περιμένουν επιβολή κυρώσεων. Σημείωσε ότι η κατάσταση έχει επιδεινωθεί λόγω του γεγονότος ότι η ουκρανική κυβέρνηση δεν αναγνωρίζει τα δικαιολογημένα παράπονα του λαού. Είναι ενδιαφέρον, τι κυρώσεις περιμένει και η κυβέρνηση των ΗΠΑ, καθώς αγνοεί τις διαθέσεις διαμαρτυρίας του λαού της… Σιάτλ ’99, Occupy Wall Street…

Το φάντασμα του εμφυλίου πολέμου που θα διαιρέσει τη χώρα μας σε δύο μέρη -το αριστερό και το δεξιό, με τα σύνορα κατά μήκος του ποταμού Δνείπερου- ίπταται ήδη. Σε Λβιβ και Ιβανό – Φράνκισκ ήδη χτίζουν οδοφράγματα. Θα χαιρόμασταν για όλα αυτά αν το Μαϊντάν ήταν αριστερό. Δυστυχώς, είναι άκρως δεξιό. Και παρά το γεγονός ότι η κύρια επωδός των διαδηλωτών ηχεί σαν “ο λαός ενάντια στην διεφθαρμένη αρχή”, αντιλαμβάνεσαι ότι αυτό αφορά εξίσου και την άλλη αρχή. Και την αρχή η οποία δεν είναι καλύτερη από εκείνη κατά της οποίας στρέφονται οι διαμαρτυρίες.

Τα γεγονότα είναι πολύ παρόμοια με τις “επαναστάσεις” των πρόσφατων χρόνων που πραγματοποιούν ένα ξένο σενάριο. Η Αραβική Άνοιξη είχε γίνει για μας μια αρνητική εμπειρία και ένα μάθημα για να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτοκρατορίες, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, περιμένουν να διαιρέσουν την Ουκρανία και να την κάνουν αποικία τους. Το Μαϊντάν είναι αδιέξοδο. Και θα οδηγήσει μόνο σε απώλεια της ανεξαρτησίας, σε ένα αστυνομικό κράτος, δεν έχει σημασία με ποια παραλλαγή. Σε μια φιλοδυτική δημοκρατία, ένα εθνικιστικό καθεστώς, ή ένα ολιγαρχικό μονοπώλιο…

Σε όλο αυτό το βάπτισμα του αίματος, ένα σημαντικό νήμα χάθηκε. Για τι έχυσε το αίμα του ο ουκρανικός λαός και στο όνομα τίνος ενδεχομένως να το χύσει στο μέλλον; Για τα συμφέροντα της εγκληματικής ολιγαρχίας; Για τη νεοναζιστική μειονότητα; Για τον ευρωπαϊκό ή για το ρωσικό ιδιοκτήτη; Πότε θα είμαστε έτοιμοι να χύσουμε το αίμα μας για τα δικά μας συμφέροντα; Για τα συμφέροντα των εργαζομένων; Για τους εαυτούς μας και όχι για τους πολιτικούς, την αντιπολίτευση, τη γραφειοκρατία, τα αυτοκρατορικά ή εθνικά συμφέροντα;

Ναι, χρειαζόμαστε έναν αγώνα! Χρειάζεται να ανατρέψουμε την κυβέρνηση. Αλλά δεν χρειάζεται να βάλουμε στη θέση της μια νέα! Ναι, αυτο-οργάνωση, αλλά στο όνομα της αυτοδιεύθυνσης! Και όχι να παραδοθούμε σε νέους ολιγάρχες, ακόμη και αν μιλούν σωστά ουκρανικά.

Υπάρχει ένας τρίτος δρόμος. Ο δρόμος της επανάστασης του λαού. Όχι σχεδιασμένες πολιτικές στρατηγικές των κυρίαρχων ελίτ, αλλά μια επανάσταση, το θέμα της οποίας είναι ότι οι αυτοοργανωμένοι εργαζόμενοι κατανοούν με σαφήνεια τα συμφέροντά τους και γνωρίζουν με σαφήνεια όχι μόνο σε τι αντιπαρατίθενται, αλλά, το πιο σημαντικό, αυτό που επιδιώκουν! Δεν χρειαζόμαστε ένα δεξιό Μαϊντάν, ένα Μαϊντάν χειραγωγημένο από τους πολιτικούς και τις οργανώσεις, αλλά μια νέα Μαχνοβτσίνα. Ένα κοινωνικό επαναστατικό κίνημα των πλέον μειονεκτούντων τμημάτων του λαού, ενωμένων σε ένα κοινό σκοπό: τη γέννηση μιας κοινωνίας χωρίς δούλους και αφέντες!

Τι να κάνουμε τώρα; Συγκεντρώστε τα άτομα που είναι σε θέση να δεχθούν μια τέτοια λογική αγώνα. Συνενώστε τους. Εργαστείτε για τη δημιουργία ενός μαζικού κινήματος. Εγγενώς αναρχικό. Δημιουργείστε έναν ισχυρό πυρήνα της αναρχικής οργάνωσης.

Το Μαϊντάν θα τελειώσει. Και δεν έχει σημασία πώς θα τελειώσει, το αποτέλεσμά του δεν θα είναι προς όφελος του λαού. Δεν θα είναι υπέρ των σκληρά εργαζομένων, των φτωχών και μεσαίων στρωμάτων των φοιτητών, των ανθρακωρύχων, των χωρικών, των κατοίκων των παραγκουπόλεων των αστικών κέντρων. Δεν θα είναι προς όφελος της πλειοψηφίας των ατόμων που έχυσαν το αίμα τους στις 19 Ιανουαρίου στο Κίεβο. Και τότε το επόμενο βήμα μας είναι να αποτρέψουμε ένα επόμενο Μαϊντάν, και να καταβάλλουμε κάθε προσπάθεια για να ξεκινήσει μια νέα ιδέα του Μάχνο. Μια νέα φάση του αγώνα έρχεται. Αυτός ο αγώνας θα διεξαχθεί νόμιμα ή υπόγεια, σε μια αποικιακή χώρα διχασμένη από τις αυτοκρατορίες, ή σε ένα ναζιστικό ενιαίο κράτος, αν οι εθνικές ολιγαρχίες κερδίσουν ή η μεταπρατική αστική τάξη. Είμαστε κάτω από το μαύρο πανό της εργασίας ενάντια στο κεφάλαιο και το κράτος!

Και όσοι συμφωνείτε μαζί μας – ενωθείτε!

 

samurai

 RKAS them. Makhno

 19 Ιαν 2014

 

Μετάφραση: εργατική εφημερίδα Δράση

 Πηγή: tahriricn

 

 Η RKAS – Επαναστατική Συνομοσπονδία Αναρχικών είναι μια διεθνής αναρχοσυνδικαλιστική συνομοσπονδία. Τμήματα και μεμονωμένα μέλη της RKAS υπάρχουν στην Ουκρανία, τη Ρωσία, τη Γεωργία, τη Βουλγαρία

Αναδημοσίευση από: https://efimeridadrasi.espiv.net/index.php/2013-11-05-17-26-19/449-2014-02-22-08-53-10

Για μια αντι-ιεραρχική ισορροπία, του Andrea Papi

Paul-Klee-In-the-Style-of-Kairouan-300x188

Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Χώρος και Χρόνος» (τεύχος 1, Φεβρουάριος 1990, Αθήνα, σ. 22-30) και αποτελεί μία πολύ ενδιαφέρουσα διατύπωση του τρόπου με τον οποίον μία βιοτοπική προσέγγιση, όπως αυτή της κοινωνικής οικολογίας, μπορεί να άρει την κυριαρχική σχέση του ανθρώπου πάνω στη φύση, γεγονός που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση και για την άρση και της κυριαρχίας στις ανθρώπινες κοινωνίες. Σε γενικές γραμμές η μετάφραση παρέμεινε όπως είχε δημοσιευθεί, ωστόσο έχουν γίνει ελάχιστες αλλαγές.

 

α. Επαναπροσδιορισμός των εννοιολογικών κατηγοριών

Το πολιτικό είναι ένα από τα βασικότερα προβλήματα που πρέπει να λύνονται, όποτε εμβαθύνεται κάποια μορφή κοινωνικής συμβίωσης, είτε από τη θεωρητική είτε από την πρακτική πλευρά της. Υπογραμμίζω ότι εννοώ το πολιτικό και όχι εκείνο της πολιτικής. Η διαφορά τους θα εξηγηθεί αμέσως για να μην υπάρξει καμιά ασάφεια. Η σφαίρα της πολιτικής συχνά φορτίζεται με πολλές προκαταλήψεις και ηθικότητες και τις περισσότερες φορές εξετάζεται με συγκίνηση χωρίς μια κριτική προσέγγιση για κατανόησή της.

Για να ξεκαθαρίσουμε καλύτερα τη διάκριση που βρίσκεται μέσα μας, σκέπτομαι πως είναι χρήσιμο να πάμε στην αρχική ερμηνεία, σ’ αυτήν που έχει τις ρίζες της στην αρχαία ελληνική παράδοση. Το πολιτικό γεννιέται σαν επίθετο της «πόλεως», για να ορίσει την κυριαρχία της, τείνει δε ναεκφράζει και να σημαίνει όλο εκείνο που αποδίδεται στην «πόλιν», δηλαδή της κοινωνίας, του λαού, του δημοσίου καθώς και της διαχείρισης, δηλαδή του τρόπου της κυβέρνησης της. Από εδώ εμφανίζεται η έκφραση πόλις-κράτος, που θέλει να εκφράσει το κράτος της πόλης. Με τον καιρό η «πόλις» έγινε το σύμβολο της κάθε κοινωνικής συμβίωσης, ανεξάρτητα από το μέγεθος της, με αποτέλεσμα σήμερα να μιλάμε για πολιτική ολό­κληρου του πλανήτη. Έτσι όταν μιλάμε για το πολιτικό πρόβλημα, εμβα­θύνουμε με ειδικό τρόπο στο πώς να διαχειριστούν οι κοινωνικές σχέσεις στο εσωτερικό μιας ή πολλών κοινωνιών. Ζητάμε δηλαδή να ορίσουμε και να κατανοήσουμε ποιοι είναι οι μηχανισμοί και οι μέθοδοι που χρειάζονται, για να επιθυμήσουμε αυτό που αφορά το σύνολο της «πόλεως», την αναγω­γή δηλ. που θα μας ενώνει.

H πολιτική απεναντίας, σύμφωνα με τους συνηθισμένους όρους είναι οι κινήσεις, οι ελιγμοί στο εσωτερικό της κυρίαρχης πολιτικής τάξης, που δεν την αμφισβητούν, αλλά που ζητούν να ενσωματωθούν μέσα σ’ αυτήν για να έχουν το μεγαλύτερο δυνατό όφελος. Για παράδειγμα σήμερα, αφού η διαχείριση των κοινωνικών πραγμάτων είναι ολοκληρωτικά στα χέρια των κομμάτων, το πρόβλημα της πολιτικής είναι εκείνο του να ενεργείς στο εσωτερικό και ανάμεσα στα κόμματα, χωρίς να τίθεται το κεντρικό πρόβλημα, εάν δηλαδή είναι σωστή ή όχι η ύπαρξη τους. Λέμε λοιπόν ότι το πολιτικό πρόβλημα εμβαθύνει την ερμηνεία και αναζητά να προσδιορίσει τον καλύτερο τρόπο για τη διαχείριση της «πόλεως» ανεξάρτητα από την κυρίαρχη τάξη.

Το θέμα που προτείνω είναι εκείνο του να προσδιορίσουμε ποιος τύπος διαχείρισης και ποιοι μέθοδοι συλλογικών αποφάσεων ενταγμένες σε μια βιοτοπική προοπτική είναι περισσότερο σύμφωνες, συναφείς και χρήσι­μες για τις ανθρώπινες οργανώσεις είτε αστικής είτε αγροτικής μορφής. Θα αναζητήσουμε δηλαδή να ξεκαθαρίσουμε τη σημασία του πώς είναι δυνατόν να συμβιώσει η ανθρώπινη παρουσία στο χώρο, συνδεδεμένη σε μια βιοτοπική λογική που δεν έχει καμιά σχέση με τη σημερινή κυρίαρχη μορφή της χωροταξικής κατάληψης. Μα πριν, αισθάνομαι την ανάγκη να εμβαθύνω κριτικά τις εννοιολογικές κατηγορίες αναφοράς, γιατί χωρίς μια σαφή αντίληψη του περιεχομένου που βρίσκεται πίσω από τη διάταξή τους υπάρχει κίνδυνος για μια πιο μεγάλη σύγχυση. Οι κατηγορίες αυτές είναι: η αρχή, η «εξουσία», η κυριαρχία, η ιεραρχία και η κυβέρνηση, οι οποίες εκτός του ότι είναι εννοιολογικές κατηγορίες καθορίζουν επίσης τους χώρους δια μέσου των οποίων εκφράζεται η πολιτική απόφαση τόσο στη μορφή όσο και στη μέθοδο και την αξία της. Αρχή, εξουσία και κυριαρχία στη συνηθισμένη τους μορφή χρησιμοποιούνται σαν να είναι συ­νώνυμες. Στην πραγματικότητα εκφράζουν διαφορετικές αντιλήψεις και περιεχόμενα, ακόμη και αν βρεθούν να είναι συγκλίνουσες.

Αρχή σημαίνει κυριολεκτικά «να έχω την δυνατότητα να…». Αυτό μπο­ρεί να χρησιμοποιηθεί με την έννοια του μπορώ να κάνω, δηλαδή του να έχω τη δυνατότητα άλλοι να κά­νω, δηλαδή του να έχουν τη δυνατότητα άλλοι να κάνουν στη δικιά μου θέση. Με την πολιτική έννοια η αρχή είναι μια λει­τουργία, γιατί εκπληρώνει ένα ειδικό έργο στον χώρο μιας οργανωμένης δραστηριότητας που αφορά τη συλλογικότητα, το σύνολο.

Για να πραγματοποιηθεί το έργο αυτό έχει ανάγκη την εξουσία, η οποία αποτελείται από ένα σύνολο νόμων και μηχανισμών άσκησής των. Μ’ αυτήν την οπτική η εξουσία είναι μια κοινωνική λειτουργία ουδέτερη που ορίζει νόμους και κυρώσεις και που γνωρίζει πως ο νόμος δύσκολα υπάρ­χει χωρίς την κύρωση, λειτουργώντας έτσι σαν ρυθμιστής αυτής της ίδιας της κοινωνίας. Η εξουσία λοιπόν καθορίζεται σαν ανθρώπινη μορφωτική παραγωγή και ανάλογα του πώς διευθύνεται μπορεί να γίνει καταναγκα­στική αλλά και όχι καταναγκαστική. Και μπορεί να είναι των λίγων, του ενός, των πολλών αλλά και όλων. Εξαρτάται από τους μηχανισμούς συμ­μετοχής που έχουν προβλεφθεί για τον κοινωνικό έλεγχο. Σε κάθε περί­πτωση η εξουσία είναι μια σταθερά της κάθε κοινωνικής τάξης.

Πάντα, εξαιτίας της κουλτούρας και όχι της βιολογικής μορφής, κάθε κοινωνία καθορίζει ρόλους που αντιστοιχούν σε ξεχωριστές λειτουργίες. Όποιος εισχωρεί σ’ αυτούς τους ρόλους όπου είναι συνδεδεμένη μια αναγνωρίσιμη λειτουργία, κατέχει μια εξουσία, η οποία παράγεται από το γεγονός ότι η κοινωνία αρθρώνεται σε λειτουργικούς ρόλους. Μπορεί να είναι η εξουσία του υδραυλικού, του οποίου ο ειδικός ρόλος είναι εκείνος του να είναι αρμόδιος στην υδραυλική, αλλά και εκείνος του δικαστή, ο οποίος έχει την εξουσία της δικαιοσύνης, όπως ακόμη του παπά, του δασκάλου, του καλλιτέχνη. Από τη στιγμή που υπάρχει μια διαφοροποίηση ρόλων και αναγνωρίσιμων λειτουργιών, υπάρχει αυτή η ασυμμετρία που καθορίζει την πηγή του κύρους, της εξουσίας, που άλλοτε μπορεί να περικλείει κυριαρχία, άλλοτε όχι. Εξαρτάται δηλαδή από την ερμηνεία που δίνεται στους ρόλους και στις λειτουργίες τους.

Η κυριαρχία απεναντίας είναι μια κατηγορία που υπερίσταται των δύο προηγουμένων. Σημαίνει επιβολή με την κατά γράμμα έννοια της επιβολής και δείχνει μια κατάσταση στην οποία κάποιος κυριαρχεί και κάποιος υποτάσσεται, υπακούει. Η τυπική σχέση της κυριαρχίας χαρακτηρίζεται από τη σχέση εντολή-υπακοή, η οποία λειτουργεί δια μέσου της επιβολής. Πολι­τικά σημαίνει την εξουσία μιας πλευράς πάνω σε όλες τις άλλες, εξουσία πλή­ρης από καταστολή και επιβολή, δηλαδή βασισμένη πάνω στην ηγεμονία και την υπεροχή. Η κυριαρχία ορίζει και επικυρώνει μια άνιση κοινωνική κατά­σταση και επιβάλλει την εξουσία, γιατί αυτή η ίδια δεν την εμπεριέχει.

Και η ιεραρχία είναι επίσης εξουσιαστική. Είναι μια ιεράρχηση αξιών διαφοροποιημένη σε βαθμίδες σπουδαιότητας, σύμφωνα με τις οποίες στην κορυφή βρίσκονται οι πιο σπουδαίοι και χαμηλά οι λιγότερο, όπου οι περισσότερο σπουδαίοι κυριαρχούν στους λιγότερο. Όπως οι προη­γούμενες, είναι μια κατηγορία που οργανώνει και ταξινομεί τις εσωτερικές διαφορές του κοινωνικού σώματος ανάλογα με την αρχή της ανισότητας. Πολιτικά εξαρτάται στενά από την κυριαρχία γιατί κατέχοντας απόλυτο εξουσιασμό και εφόσον είναι σταθεροποιημένες οι βαθμίδες της σπουδαι­ότητας, μοιράζει στους πιο σπουδαίους μια εξουσία απόλυτης υπεροχής, σταθεροποιώντας έτσι μια σχέση με την οποία οι πιο ψηλοί βαθμοί επιθυ­μούν και επιβάλλονται στους πιο χαμηλούς. Όπου υπάρχει η ιεραρχία, κυριαρχεί η εξάρτηση, η υποταγή στην αρχή των ανωτέρων.

Τέλος η κυβέρνηση, η τελευταία εννοιολογικά κατηγορία που μας εν­διαφέρει, είναι μια λειτουργία. Εκφράζεται δια μέσου ειδικών οργάνων που καθορίζονται με το καθήκον του να αποφασίζουν για τους νόμους, χρήσιμους για τη συνοχή και την καθοδήγηση του κοινωνικού σώματος. Σήμερα ταυτίζεται με το υπουργικό συμβούλιο, που στην πραγματικότητα είναι ένα μόνο από τα όργανα που το κράτος χρησιμοποιεί για την κυ­ριαρχία του. Με μια ερμηνεία πιο πλατιά, η λειτουργία της κυβέρνησης είναι εκείνη του να διαλέγει το τι πρέπει να κάνει η συλλογικότητα ώστε να κατορθώνει να ζει, πραγματοποιώντας όλα αυτά που θεωρεί χρήσιμα και σύμφωνα με την καθοδήγηση και τη συναίνεση των μελών της. Πάντα ανάλογα με τις κοινωνικο-πολιτιστικές επιρροές, η λειτουργία αυτή μπο­ρεί να ασκείται καταναγκαστικά δια μέσου μιας οργάνωσης κάθετης και ιεραρχικής ή μπορεί να ασκείται δια μέσου οργάνων που θα αποφασίζουν με οριζόντιο τρόπο. Πάντως όποια μορφή και αν έχει, για την εξουσία η λειτουργία της κυβέρνησης είναι αναγκαία.

β. Μια κοινωνικο-πολιτιστική επιλογή

Στο πλαίσιο που μόλις υπογραμμίστηκε με την προσεγγιστική κριτική στις ερμηνείες των εννοιολογικών κατηγοριών του πολιτικού προβλήμα­τος, αναδύονται πλευρές υπέρμετρα ενδιαφέρουσες, δηλαδή ότι η εξουσία και η κυβέρνηση είναι λειτουργίες που τους χρειάζεται η κοινωνική απο­δοχή για την εσωτερική ισορροπία και τη χειραγώγηση. Μα πάνω απ’ όλα ότι η κυβέρνηση και η εξουσία και πολύ λιγότερο η αρχή εμπεριέχουν την ανάγκη του να επιβάλλουν δια μέσου της κυριαρχίας μια ιεραρχική ταξινόμηση. Αυτό το οποίο δίνει εξουσιαστική ισχύ στις λειτουργίες των αποφάσεων και της υλοποίησής τους είναι η εισαγωγή των εξουσιαστικών κατηγοριών της κυριαρχίας και της ιεραρχοποίησης, ενώ βέβαια αυτές οι ίδιες οι λειτουργίες θα μπορούσαν να ασκηθούν και χωριστά.

Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε μια κατάσταση διαφορετικού τύπου από αυτήν που βλέπουμε, μια κατάσταση δηλαδή που θα χαρακτηρίζεται από μια διαφορετική ιεραρχική σύνθεση των κοινωνικών κατηγοριών, σύνθεση φυσικά που θα έχει τη λογική της κυριαρχίας. Αυτή η κυρίαρχη θέση είναι για παράδειγμα αναγνωρίσιμη μέσα στην τάση που γίνεται όλο και περισσότερο φανερή του να συγκεντρώνονται οι εξουσίες στα χέρια των ελίτ, που με τη σειρά τους οργανώνουν μηχανισμούς υπερ-ελέγχου στο υπόλοιπο κοινωνικό σώμα. Αναφέρομαι στη μορφή της παιδείας, των μ.μ.ε., των μυστικών υπηρεσιών, των πολυεθνικών, μέχρι στην υπερσυγκέντρωση της εξουσίας σαν οργανωμένο έγκλημα, το οποίο όχι τυχαία έχει δομικές σχέσεις και όχι τυχαίες και ευκαιριακές με την οικονο­μία, τις πολυεθνικές, τις μυστικές υπηρεσίες, κ.λ.π.. Μια κατάσταση που μου αρέσει να τη λέω μετα-πολιτική, με την έννοια ότι όποιος έχει την εξουσία, την διαχειρίζεται πέρα από τα παραδοσιακά πολιτικά όρια, επη­ρεάζοντας και βάζοντας όρους στην εξουσία των αρχών, της κυβέρνησης και του κράτους, τα οποία με τη σειρά τους χαρακτηρίζονται από υψηλή συγκέντρωση και ιεραρχοποίηση.

Όλα αυτά επήλθαν όχι γιατί βρισκόντουσαν στο εσωτερικό των λειτουρ­γιών της εξουσίας και της κυβέρνησης αλλά γιατί αυτές οι λειτουργίες ανήκαν και ανήκουν βέβαια στις μορφωτικές απαιτήσεις της κυριαρχίας, παρουσιαζόμενη έτσι αυτή η τελευταία σαν την αναπόφευκτη διέξοδο στην αναγκαιότητα άσκησης της εξουσίας. Εάν η κυριαρχία δεν είναι εσωτερι­κή, είναι δυνατόν να οργανωθεί η διαχείριση της κοινωνίας χωρίς αυτήν, στηριζόμενη στην αρχή της ισότητας που θα καθόριζε μια διαστρωμάτωσηόχι κάθετη αλλά οριζόντια. Η κυβέρνηση θα έπαιρνε έτσι τη μορφή της αυτοκυβέρνησης, δηλαδή μιας διαχείρισης ισότητας και όχι ελιτισμού, ενώ η εξουσία δίκαια μοιρασμένη θα ανήκε σε όλους και όχι σε μια μικρή
μειοψηφία. Αντίθετα από την ολιγαρχική ετερο-διαχείριση θα είχαμε μια
δημοκρατική αυτο-διαχείριση, στην οποία ο δήμος, ο λαός δηλαδή, θα ασκούσε πραγματικά την εξουσία.

γ. Πόλις. Βίος. Άνθρωπος.

Αλλά ας πάμε με τάξη. Προσπαθούμε να αποσπάσουμε το πολιτικό πρό­βλημα και να το συνδέσουμε στη βιοτοπική πηγή. Θέλουμε να αντιλη­φθούμε ποια σχήματα και ποιοι τρόποι του πολιτικού είναι πιο σύμφωνοι στον βιοτοπικό χώρο, αναζητώντας στο μεταξύ να καταλάβουμε μήπως η ανθρώπινη θέληση θέλει με αυτήν την προοπτική να επιβληθεί ξανά πάνω σε όλα ή ζητά κάτι εναλλακτικό που γεννιέται από την κούραση και την απογοήτευση του να είναι ο άνθρωπος πάντα τοποθετημένος στο εσωτερι­κό της λογικής της κυριαρχίας, άσχετα με τον τρόπο που εκδηλώνεται και προσδιορίζεται μέσα σ’ αυτήν. Τα ίδια τα γλωσσικά στοιχεία της λέξης βίος καιτόπος μας προσφέρουν ένα κλειδί αναγνώρισης, προσφέροντας κατά τα φαινόμενα μια ερμηνεία απλή. Βίοςσημαίνει γλωσσικά ζωή. Αφορά και περιέχει την ανάπτυξη των ζωντανών μορφών, ακόμη και εκείνων που είναι αόρατες στον άνθρωπο. Εξάγεται έτσι ότι ο βιότοπος είναι ένα ειδικό κομμάτι του γήινου χώρου, αδιαίρετο και ενιαίο, που επαναφέρει όλα αυ­τά που αφορούν την ανάπτυξη της ζωής πάνω στη γη, της ζωής σ’ όλες τις εκδηλώσεις της.

Ήδη αυτή η γλωσσική προσέγγιση ανοίγει μια άβυσσο σε σχέση με τον κόσμο που εύχεται. Οι κυρίαρχοι διαχωρισμοί δημιουργούνται με κριτή­ρια που είναι περισσότερο προς όφελος της καθεστωτικής διαχείρισης, παρ’ ότι χωρίς άλλο έχουν σχέση με διαφορές γεωγραφικού χαρακτήρα, δηλαδή γεωλογικές, κλίματος κ.λ.π.. Αλλά αυτή η σχέση έχει ξεπεραστεί από το γεγονός ότι τα σύνορα καθώς και η χρήση που γίνεται στον χώρο αντι­στοιχούν ουσιαστικά στις πολιτικές και διαχειριστικές ανάγκες της κεντρι­κής εξουσίας, η οποία όχι τυχαία τις περισσότερες φορές βρίσκεται κυ­ριολεκτικά σε αντίθεση με τη βιολογική κατασκευή και τη φυσική εξέλιξη.

Αλλά το πρόβλημα δε σταματά εδώ. Δεν είναι μόνο να γίνει η επιλογή νέων κριτηρίων καθορισμού των γεωγραφικών χώρων. Εάν ήταν έτσι, θα ήταν μόνο ένα συμπαθητικό παιγνίδι, ίσως περισσότερο στη μόδα αλλά που στο τέλος θα εξαντλούταν όπως οποιαδήποτε άλλη ταξινόμηση. Αυτή η καινούρια εκτίμηση του χώρου, της γης, απαιτεί απεναντίας μια καινού­ρια συμπεριφορά και ευαισθησία. Μια βιοτοπική λογική που θα ήθελε τα ανθρώπινα σχήματα στο χώρο να βρίσκονται στο εσωτερικό της βιογενετικής δύναμης, σε αρμονία και όχι σε ανταγωνισμό με αυτήΔεν είναι βέβαια αυτή μια καινούρια ανθρωπομορφική παρέμβαση με την οποία ο άνθρωπος θα συνεχίσει την κατάκτηση της γήινης επιφάνειας, αδιαφορώ­ντας για τις βιολογικές εξελίξεις που την χαρακτηρίζουν, μακάρι πιο συνε­τά και πιο περιβαλλοντικά. Πρόκειται απεναντίας για το γεγονός ότι πρέπει να αρχίσουμε να είμαστε μέρος της γης σαν βιολογικό στοιχείο ισορροπίας της. Να είμαστε είδος ζωντανό με δικά του χαρακτηριστικά, στο μέσον ενός περιβάλλοντος που πάλλεται από ζωή και εμπεριέχει όλα τα ζώντα και διαφορετικά είδη, το καθένα με τα δικά του χαρακτηριστικά. Έτσι το κέντρο αναφοράς μετατοπίζεται από τον άνθρωπο μέσα στη ζωή και στη σφαιρικότητά της και έτσι δεν είναι πια ανθρωποκεντρικό αλλά γίνεται βιοκεντρικό. Και αυτό είναι το καινούριο. Η βιοτοπική κερδίζει έτσι τη δύναμη της ολοκλήρωσης, δεν κατακτά αδιάκριτα τη γη, μα θέλει να είναι μέρος της, μια καλή θέληση στο εσωτερικό του περιβάλλοντος, ένα στοιχείο του σε αρμονία με το σύνολο. Ο άνθρωπος σταματά έτσι να είναι ένας κατακτητής που θέλει να ιδιοποιηθεί τη φύση και η παρουσία του γίνεται οικολογική γιατί αναγνωρίζεται σαν στιγμή ισορρο­πίας. Και μεταξύ περιβαλλοντισμού και οικολογικής συνείδησης υ­πάρχει μια ουσιαστική διαφορά, η οποία αξίζει να αναφερθεί. Ο περιβαλλοντισμός θέτει το πρόβλημα του μη βιασμού του περιβάλλοντος πέ­ρα από ένα ορισμένο μέτρο. Με αυτήν την οπτική, ο άνθρωπος παραμένει εκείνο το είδος που επιθυμεί τα όρια της ρύθμισης και της ισορροπίας, παραμένοντας στο κέντρο αν όχι του σύμπαντος, τουλάχιστον της γης. Με την οικολογική συνείδηση απεναντίας, σταματά να είναι ο θεμελιακός επιθυμών. Δε βρίσκεται πια στο κέντρο αλλά στο εσωτερικό, αναγνωριζόμε­νος σαν ένα μέρος, βέβαια με τις δικές του ιδιαιτερότητες και σε σχέση με όλα τα άλλα τα μέρη, χωρίς να αυτοδιορίζει τη δικιά του σχέση σαν τον προνομιούχο παράγοντα που πρέπει να επιβάλλεται σε όλα τα’ άλλα τα γήινα είδη.

Στη βάση της βιοτοπικής επιλογής υπάρχει η αποδοχή της θεμελιακής προϋπόθεσης των οικοσυστημάτων, την οποία ο Μπούκτσιν (Bookchin), ιδρυτής της κοι­νωνικής οικολογίας, όρισε με την επιτυχημένη φράση «η ένωση της δια­φορετικότητας». Με άλλα λόγια, τα διαφορετικά μέρη που συνθέτουν το όλο έχουν μεταξύ τους μια σταθερή, αρμονική σχέση ισορροπίας. Είναι μια κατάσταση συνεργασίας στην οποία όλα τα μέρη, από το πιο μικρό ως το πιο μεγάλο, αναπτύσσουν μια αναγκαστική λειτουργία της οποίας η σπουδαιότητα εξάγεται από το γεγονός ότι είναι σε σχέση. (…)

Σ’ ένα οικοσύστημα δεν υπάρχει μια συγκεντρωτική διεύθυνση και πολύ περισσότερο μια ιεραρχική διαστρωμάτωση αλλά κάθε ατομικό στοιχείο διατηρεί την δικιά του ειδική σπουδαιότητα, που είναι αναντικατάστατη και αυτό γιατί έχει μια σημασία στο εσωτερικό του συνόλου. Δεν υπάρχειμια ελίτ που θα αποφασίζει, ένας κεντρικός πυρήνας από τον οποίο ναεξαρτάται το οικοσύστημα και από τον οποίον να προέρχονται όλες οι αποφάσεις. Η συνεργασία δεν αναπτύσσεται μεταξύ οργανισμών διαφοροποιημένων ανάλογα με τη σπουδαιότητά τους, αλλά μεταξύ διαφορετικών οργανισμών που έχουν ίση σπουδαιότητα ο ένας με τον άλλον, που αλλάζουν μεταξύ τους ενέργεια, ρόλους, σκοπούς, φτιάχνοντας μια οντότητα που υποστηρίζεται στη συμφωνία απ’ όλα της τα μέρη χωρίς να παίρνει αποφάσεις από άλλους.

Θέλοντας να κάνουμε μια συμβολική μεταφορά, λέμε πως ένα οικοσύστημα από τη στιγμή που παρουσιάζει σχέσεις πολύπλοκες μεταξύ ενός τεραστίου αριθμού μελών που έχουν κοινές, αμοιβαίες και αρμονικές σχέ­σεις, είναι ένα κοινωνικό γεγονός. Κατά τα λοιπά, η πολιτισμική πορεία κυριευμένη από τον νου είναι γεμάτη από συμβολικές μεταφορές, σε τέτοιο βαθμό που η φαντασία μας είναι μια συνεχής συμβίωση με αυτό που συμβαίνει ολόγυρά μας. Και σκέπτομαι ότι, για να εισέλθουμε και να γί­νουμε μέρη των οικοσυστημάτων, είναι αναγκαίο να συμβιώσουμε με αυ­τά στα γεγονότα τους και όχι μόνο σε συμβολικό επίπεδο. Είναι αναγκαίο να είμαστε συνεργάσιμοι στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και στη σχέ­ση με την κοινωνία των οικοσυστημάτων.

δ. Το Πολιτικό σαν οικολογική σχέση

Είδαμε πως οι αξίες των εννοιολογικών κατηγοριών του πολιτικού προ­βλήματος παίρνουν μέρος στην πολιτισμική παραγωγή, δεν είναι δηλαδή εν­δημική αναγκαιότητα του κοινωνικού σώματος αλλά αποκλειστικοί προσ­διορισμοί της συλλογικής φαντασίας που είναι σταθεροποιημένοι και προσχωρημένοι σε τέτοιο βαθμό ώστε να εμφανίζονται απαραίτητοι. Έχοντας ο άνθρωπος την ικανότητα του αυτοπροσδιορισμού, μια δυνατότητα δηλαδή του ανθρώπινου νου, έχει πειστεί εδώ και χιλιάδες χρόνια πως για να έλθει σε επικοινωνία και σε σχέση με όλο αυτό που είναι διαφορετικό απ’ αυτόν θα πρέπει να το καταλάβει, να το κυριαρχήσει. Η φύση μάς είχε δωρηθεί απ’ τον θεό για δικιά μας χρήση και για τις δικές μας ανάγκες, γι’ αυτό θα μπορούσαμε να την καταλάβουμε, να τη βιάσουμε και να την κομματιάσουμε για την ευχαρίστηση μας.

Δεν υπολογιζόταν και δεν υπολογίζεται βέβαια παρά μόνο σαν αντικείμε­νο μέσα στα ανθρώπινα σχέδια. Αυθαίρετα δε, είχε παγιωθεί ότι και μετα­ξύ των ανθρώπων υπήρχε κάποιος που ήταν πιο σπουδαίος δίπλα σε κά­ποιον που δεν άξιζε τίποτα. Και έτσι καταχρηστικά στηριζόταν μια ελίτ που αυτο-ανυψωνόταν στη νόμιμη κυριαρχία επί των πραγμάτων, των ζώων και αυτών των ίδιων των ανθρώπων. Έτσι στηρίχθηκε η ιεραρχία που της αποδόθηκε αρχικά μια θεϊκή νομιμότητα, ενώ τώρα τείνει να της αποδοθεί μια έμφυτη αναγκαιότητα φυσικής προέλευσης. Με αυτόν τον τρόπο η κυριαρχία και η ιεραρχία έγιναν αξίωμα και κριτήριο με τα ο­ποία ολοκληρώνονται οι λειτουργίες που είναι απαραίτητες στην κοινωνι­κή καθοδήγηση και σ’ αυτήν την ίδια τη σχέση με τη φύση και το περι­βάλλον.

Απεναντίας, η βιοτοπική προσδοκά να εισάγει την κοινωνικότητά μας
στο εσωτερικό του οικοσυστήματος, όχι τόσο με την επίσημη έννοια του περιβαλλοντισμού αλλά με εκείνη την πιο βαθιά της οικολογικής ολοκλήρωσης. (…)

Στο επίπεδο της πλήρους συλλογικής συνείδησης πρέπει να επιτευχθεί η πολιτιστική ανύψωση στις συμπεριφορές και στις πράξεις. (…)

Μια ουτοπία χωρίς ελπίδα. Ακόμη και αυτό είναι μια προκατάληψη που η κυρίαρχη κουλτούρα έχει σφηνώσει μέσα μας για να διασφαλίσει ισόβια τη νομιμότητά της. Η συζήτηση που είναι περισσότερο της μόδας για να χτυπηθούν οι αντιεξουσιαστικές αρχές είναι πως εάν ένα σύστημα ισονομίας και ελευθερίας ήταν δυνατό σε πρωτόγονες καταστάσεις, στις παρούσες κοινωνίες που γίνονται όλο και πιο σύνθετες δεν είναι αυτό μόνο απραγματοποίητο αλλά και παράλογο. Όλα αυτά είναι βέβαια σαχλαμάρες. Ανατρέπουμε αυτή τη «θέση» με το να παρατηρήσουμε το πώς λει­τουργεί ένα οικοσύστημα που παρουσιάζει το μέγιστο της πολυπλοκότη­τας και που στηρίζεται στην αρχή της αντι-ιεραρχικής συνεργασίας μετα­ξύ όλων των μερών του. Εάν βασιζόμαστε σε μια κάθετη κεντρική μορφή, θα διαλυόταν η ισορροπία, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των ανθρώπι­νων συστημάτων. Για να ασκήσει την εξουσία της η κυριαρχία, έχει την ανάγκη του ελέγχου. Έτσι όσο ένα σύστημα είναι σύνθετο, πρέπει να απλοποιηθεί, να βιαστεί σπάζοντας την ευαίσθητη ισορροπία που υπάρχει μεταξύ των μερών και των διαφορετικοτήτων του. Είναι αυτό που συμβαίνει στην εποχή μας και από όπου προέρχονται όλες οι οικολογικές καταστρο­φές. Δεν είναι τυχαίο το ότι είμαστε κοντά σ’ ένα αντιστρέψιμο σημείο, αφού η κοινωνική πολυπλοκότητα έχει αυξηθεί και συνεχίζει να αυξάνε­ται υπέρμετρα. Είναι ανάγκη να σταματήσουμε να εξετάζουμε τα κέντρα των αποφάσεων σαν πολιτικές αναφορές. Εξ’ αιτίας της αύξησης της πο­λυπλοκότητας αυτά απομακρύνονται όλο και περισσότερο και γίνονται όλο και πιο κάθετα. Και έτσι λοιπόν έχουν ανάγκη για επιβολή, για μεγα­λύτερο έλεγχο και τεχνικές απλοποίησης και βίας πάνω σ’ αυτά που κυ­ριαρχούν. Είναι ανάγκη να γυρίσουμε στην αξιοποίηση των ατομικών με­ρών, όχι που να λειτουργούν δόλια σε ένα κυρίαρχο κέντρο, αλλά να λει­τουργούν αυτά καθαυτά, καθένα σε άμεση σχέση με όλα τα άλλα. Έτσι είναι τα πράγματα για το πολιτικό πρόβλημα. Κάθε άνθρωπος πρέ­πει να ζει σε άμεση σχέση με τους άλλους χωρίς να προσπαθεί να διαχειριστεί αυτή τη σχέση μια κεντρική κυβέρνηση που θα σκέπτεται για όλους.

Συγχρόνως, κάθε κοινωνική μονάδα θα πρέπει να οργανώνει μεταξύ των μελών της κοινωνικές σχέσεις βασισμένες στην άμεση δημοκρατία, ό­που οι αποφάσεις είναι κοινωνική περιουσία και υπάρχει ο πιο σύνθετος σεβασμός των ατομικών διαφορετικοτήτων. Λοιπόν, ανεξάρτητα από την έκτασή της, η πολυπλοκότητα γίνεται αυτοκυβερνούμενη αφού δεν εξαρ­τάται από ψηλά. Εάν λοιπόν ο βιοτοπισμός, που είναι σύμφωνος με τις αρχές των οικοσυστημάτων, θέλει να μην έχει μια θεωρητική και ιδεαλιστι­κή σημασία, δεν μπορεί και δεν πρέπει να παραβλέψει μια αντι-ιεραρχική, ελευθεριακή και λύση ισότητας του πολιτικού προβλήματος. Εάν δεν το κάνει αυτό και τοποθετηθεί με περιβαλλοντικό τρόπο απέναντι στο περιβάλλον που μας περιβάλλει, είναι σίγουρο πως θα αναπαράγει σε επί­πεδο ανθρώπινης κοινωνίας τη λογική της κυριαρχίας και τη διαίρεσή της σε στρώματα και ιεραρχικούς ρόλους, αφήνοντας κάθε τόσο το σπέρ­μα της επιθυμίας για κυριαρχία.

Η ανθρώπινη κοινωνία πρέπει να επιστρέψει στο να είναι η συμβίωση με τις διαφορετικές μονάδες που είναι η βάση των οικοσυστημάτων. Δια­φορετικά είναι προορισμένη- και αυτό θα είναι δικιά της επιλογή- να παρα­μείνει ένας παράγοντας δυσαρμονίας και καταστροφής. Πρέπει τελικά να αποκτήσουμε μια ομοιοπαθητική στάση. Στη βιολογία η ομοιοστατική είναι μια εσωτερική κατάσταση ισορροπίας των ζωικών οργανισμών που εξασφαλίζει μια φυσική βιολογική δραστηριότητα των κυττάρων και των ιστών.

Andrea Papi

Αναδημοσίευση από: http://journal.eutopia.gr/el/eytopiki-bibliothiki-gia-nia-anti-ierarhiki-isorropia-toy-andrea-papi

Για μια ελευθεριακή πολιτική «εξουσία»

carrà 02του ΤΟΜΑΣ ΙΜΠΑΝΕΖ

 Επιστημολογικές και στρατηγικές εκτιμήσεις γύρω από την έννοια

Ο Αναρχισμός βρίσκεται εδώ και δεκαετίες σε μια φάση στασιμότητας που κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί, και η οποία εκδηλώνεται τόσο στο επίπεδο της θεωρίας όσο και σ’ αυτό της πρακτικής.

Στο θεωρητικό επίπεδο είναι σπάνιοι οι νεωτερισμοί που παρήχθησαν στους κόλπους μιας σκέψης που μπορούμε χωρίς αμφιβολία να χαρακτηρήσουμε ριζοσπαστική, αλλά με μια τόσο ιδιαίτερη έννοια ώστε να κολλάει κυριολεκτικά στις ρίζες της λες και έχει κόλλα, συναντώντας τεράστιες δυσκολίες στο να αναπτυχτεί και να εξελιχτεί έχοντας ως αφετηρία αυτές τις ρίζες. Ο αναρχισμός έμεινε σταθερός, στο μεγαλύτερο μέρος του, στις αντιλήψεις και τις προτάσεις που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια 18ου και του 19ου αιώνα. Στο επίπεδο της πρακτικής, μπορούμε σίγουρα να υποστηρίξουμε ότι ο αναρχισμός διαδόθηκε στους κόλπους μεγάλων άμορφων κοινωνικών κινημάτων, σιωπηλά ελευθεριακών, ενώ παράλληλα έχει σφραγίσει μεγάλο αριθμό κοινωνικών αλλαγών. Δυστυχώς, για καθέναν από τους μετασχηματισμούς που είχαν ελευθεριακά χαρακτηριστικά, είναι εύκολο να αναφέρουμε δεκάδες μικρο-εξελίξεις που με μια έννοια, άμεσα ή έμμεσα, είναι ολοκληρωτικές. Η κοινωνία μοιάζει να μετακινείται προς μια κατεύθυνση συστολής και όχι διεύρυνσης των θεμελιακών ελευθεριών και αυτονομιών.

Αυτή η διπλή στασιμότητα αποτελεί προφανώς πρόβλημα και μου φαίνεται ότι βάζει σε αμφισβήτηση την αξία των ελευθεριακών θέσεων. Είναι δυνατό να σκιαγραφήσουμε τα στοιχεία μιας νέας αφετηρίας; Πιστεύω πως ναι. Παράλληλα με τις πιο θεμελιώδεις σκέψεις που θά ‘πρεπε να προσανατολίζονται προς την επεξήγηση των κοινωνικών συνθηκών της παραγωγής των ιδεολογιών και των κινημάτων της κοινωνικής χειραφέτησης1, νομίζω ότι μια ενδεχόμενη ενδυνάμωση της ελευθεριακής σκέψης και πράξης περνάει απαραίτητα από μια ιδιαίτερη επιχείρηση εξορκισμού. Είναι απολύτως απαραίτητο να εξορκίσουμε μια ολόκληρη σειρά θεμάτων ταμπού των οποίων η ιδεολογικο-συναισθηματική φόρτιση μπλοκάρει κάθε δυνατότητα σκέψης. Κι αυτή η επιχείρηση εξορκισμού είναι πολύ περισσότερο αναγκαία όταν αφορά συγκεκριμένα θεμελιακά ζητήματα του «σκληρού πυρήνα»2 της αναρχικής σκέψης.

Η έννοια «εξουσία» και, πιο συγκεκριμένα, η έννοια «πολιτική εξουσία» είναι μία από τις πρώτες που θά ‘πρεπε να αποϊεροποιηθούν αν θέλουμε να απεγκλωβίσουμε τις συνθήκες για την πιθανή ανανέωση του αναρχισμού. Στην πραγματικότητα, έχει γίνει σύνηθες φαινόμενο να χρησιμοποιείται ο καθορισμός της θέσης σε σχέση με το ερώτημα της εξουσίας, ως ένα από τα βασικά κριτήρια του διαχωρισμού ανάμεσα στις ελευθεριακές και μη ελευθεριακές θέσεις. Κατά την άποψή μου το ερώτημα της εξουσίας συνιστά το βασικό «διαφοροποιητικό» στοιχείο ανάμεσα στους βαθμούς της «ελευθεριακότητας» των διαφόρων κοινωνικο-ιδεολογικών σκέψεων, καθώς και ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικο-πολιτικες στάσεις, τόσο τις ατομικές όσο και τις συλλογικές. Αυτο που θεωρώ ανεπίτρεπτο είναι να θεωρείται ότι η σχέση της ελευθεριακής σκέψης και της έννοιας της εξουσίας μπορεί να διατυπώνεται μόνο με όρους άρνησης, αποκλεισμού, απόρριψης, αντίθεσης, δηλαδή αντινομίας. Είναι αλήθεια ότι υπάρχει μια ελευθεριακή θεώρηση της εξουσίας. Όσο αυτό δε γίνεται κατανοητό πλήρως από την ελευθεριακή σκέψη, αυτή δε θα είναι σε θέση να προσεγγίσει εκείνες τις αναλύσεις και πρακτικές που θα της επιτρέψουν να καταλάβει την κοινωνική πραγματικότητα.

1. Η έννοια της εξουσίας.

Η πολυσχημία του όρου «εξουσία» και το εύρος του σχηματικού του φάσματος συνιστούν τις συνθήκες που ευνοούν τους διάλογους κουφών. Παρατηρούμε συχνά πώς κατά τη διάρκεια των συζητήσεων, το περισσότερο που καταφέρνουν οι ομιλίες είναι απλά να παρατίθονται αντί να προστίθονται η μία στην άλλη, καθώς πραγματεύονται αντικείμενα βαθειά διαφορετικά μεταξύ τους, που αποκτούν κοινό έδαφος με την προσφυγή σε έναν κοινό προσδιορισμό: την «εξουσία». Είναι λοιπόν, χρήσιμο να περιγράψουμε τον όρο «εξουσία» πριν επιχειρήσουμε τη συζήτησή του. Εννοείται βέβαια, πως κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι μπορούμε να ανοιχτούμε προς έναν «αντικειμενικό» και χωρίς προβλήματα ορισμό της λέξης εξουσία, αφού αναφέρεται σ’ έναν όρο πολιτικά φορτισμένο, που έχει αναλυθεί από παλιά από έναν συγκεκριμένο πολιτικό χώρο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να υπάρξει ένας ορισμός «ουδέτερος».

Σε μια από τις έννοιες του, πιθανά τον πιο γενικό και διαχρονικά τον πρώτο, ο όρος «εξουσία» λειτουργεί σαν αντίστοιχος με την έκφραση «έχω την ικανότητα να …», δηλαδή ως συνώνυμο του συνόλου των γεγονότων των οποίων κάποιος που είναι δρων, ενεργητικός ή όχι, μπορεί να είναι η άμεση ή έμμεση αιτία. Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι απ’ αυτήν την αφετηρία η εξουσία ορίζεται σχετικά, αφού για να μπορέσει να εδραιωθεί χρειάζεται μια αλληλεπίδραση. Φαντάζομαι ότι κανένας, ελευθεριακός ή μη, δεν επιθυμεί να συζητήσει για αυτήν την συγκεκριμένη εξουσία, και ότι κανένας δε θεωρεί πως είναι χρήσιμο να την αμφισβητήσει δηλαδή να την καταστρέψει. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχουν υπάρξεις χωρίς εξουσία και ότι η εξουσία είναι, μ’ αυτήν την έννοια, ομοούσια με αυτή καθαυτή τη ζωή.

Με μια δεύτερη έννοια η λέξη «εξουσία» αναφέρεται σ’ εναν συγκεκριμένο τύπο σχέσεων ανάμεσα σε κοινωνικά δρώντες, κι ετσι συνηθίζεται να χαρακτηρίζεται ως η ασύμμετρη η άνιση ικανότητα που έχουν οι δρώντες να δημιουργούν αποτελέσματα πάνω στον άλλο πόλο της σχέσης που εγκαθιδρύεται. Δεν πιστεύω ότι είναι οππορ- τουνιστικο το να μπούμε εδώ σε πιο λεπτά επίπεδα ανάλυσης και να αναρωτηθούμε, για παράδειγμα, αν η παραγωγή αποτελεσμάτων πρέπει να είναι ηθελημένη ή όχι κλπ, για να νομιμοποιούμαστε να μιλάμε για σχέση εξουσίας

Με μια τρίτη έννοια ο όρος «εξουσία» αναφέρεται στις μακροκοινωνικές δομές και στους μακροκοινωνικούς μηχανισμούς κοινωνικής ρύθμισης ή κοινωνικού ελέγχου. Μιλάμε μ’ αυτήν την έννοια για «μηχανισμούς» ή «σχηματισμούς», για «κέντρα» ή «δομές» εξουσίας, κλπ. Σημειώνω ότι αυτό δεν έχει την έννοια υπεράσπισης της «κατάργησης της εξουσίας» σε οποιοδήποτε από τα επίπεδα έκφρασής της, και ότι είναι αλήθεια και «προφανές». για το επίπεδο 1 (η εξουσία ως ικανότητα), είναι εξίσου αλήθεια, αν και λιγότερο «προφανές» για τα άλλα υπό εξέτασιν επίπεδα. Μ’ άλλα λόγια, το να μιλάμε για μια κοινωνία «χωρίς εξουσία» συνιστά σφάλμα κρίσης, είτε το θέτουμε από την άποψη της εξουσίας ικανότητας (που θα σήμαινε μια κοινωνία η οποία δεν θα «μπορούσε» να κάνει τίποτα;), είτε το θέτουμε στο επίπεδο των ασύμμετρων σχέσεων (που θα σήμαινε κοινωνικές αλληλεπιδράσεις χωρίς ασύμμετρα αποτελέσματα;), είτε τέλος το θέτουμε από την άποψη του κοινωνικού (που θα σήμαινε ένα σύστημα, και η κοινωνία είναι προφανώς ένα σύστημα, του οποίου τα στοιχεία δεν θα «περιορίζονταν» από το σύνολο των σχέσεων που ορίζουν με ακρίβεια το σύστημα;).

Οι σχέσεις εξουσίας είναι ομοούσιες με το ίδιο το κοινωνικό γεγονός, ενυπάρχουν σ’ αυτό, το εμποτίζουν, το περικλείουν και ταυτοχρόνως απορρέουν απ’ αυτό. Από τη στιγμή που το κοινωνικό υπονοεί αναγκαστικά την ύπαρξη ενός συνόλου αλληλεπιδράσεων ανάμεσα σε πολλά στοιχεία που απότομα σχηματίζουν ένα σύστημα, υπάρχουν αναπόφευκτα αποτελέσματα εξουσίας του συστήματος πάνω στα στοιχεία του, ακριβώς όπως υπάρχουν αποτελέσματα εξουσίας και ανάμεσα στα στοιχεία του συστήματος.

Όταν μιλάμε για μια κοινωνία χωρίς πολιτική εξουσία, μιλάμε για μια κοινωνία χωρίς κοινωνικές σχέσεις, χωρίς κοινωνικές ρυθμίσεις, χωρίς διαδικασία κοινωνικών αποφάσεων, με λίγα λόγια μιλάμε για κάτι «ασύλληπτο», κατ’ επανάληψη αντιφατικό μέσα στην ίδια του τη διατύπωση.

Εισάγω εδώ το χαρακτηριστικό «πολιτικό» για να αποσαφηνίσω τον όρο «εξουσία», αφού αυτός με την πιο γενική του έννοια, σημαίνει απλά τη διαδικασία και τους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων που επιτρέπουν σ’ ένα κοινωνικό σύνολο να επιλέγει ανάμεσα στις διαφορετικές εναλλακτικές προτάσεις που συναντά, όπως επίσης τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που διαβεβαιώνουν την αποτελεσματική εφαρμογή των αποφάσεων που έχουν παρθεί. Είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχει, μ’ αυτήν την έννοια, μια πολλαπλότητα μοντέλων «πολιτικής εξουσίας». Αφού οι ελευθεριακοί δηλώνουν ότι είναι «ενάντια στην εξουσία», αφού διαδηλώνουν την αναγκαιότητα να «καταργηθεί η εξουσία», αφού προτείνουν μια «κοινωνία χωρίς εξουσία», δεν μπορούν να διατηρήσουν έναν παραλογισμό ή κάτι το αδιανόητο.3

Είναι πιθανό να κάνουν απλά λάθος μετωνυμικού τύπου και χρησιμοποιούν τη λέξη «εξουσία» για ν’ αναφερθούν στην πραγματικότητα σ’ έναν «συγκεκριμένο τύπο σχέσεων εξουσίας», γνωρίζοντας, και πολύ συγκεκριμένα, τον τύπο της εξουσίας που βρίσκουμε στις «σχέσεις κυριαρχίας», στις «δομές κυριαρχίας», στις «διατάξεις κυριαρχίας», στα «εξαρτήματα κυριαρχίας» κλπ (είτε είναι αυτές οι σχέσεις καταναγκαστικού, χειραγωγικού ή άλλου τύπου). Ακόμα δεν θα έπρεπε να συμπεριλάβουμε στις σχέσεις κυριαρχίας το σύνολο των σχέσεων που περιορίζουν την ελευθερία 4του ατόμου ή των ομάδων. Κι αυτό όχι μόνο επειδή κάτι τέτοιο θα χάραζε εκ νέου μια σχέση ισοδυναμίας μεταξύ των σχέσεων κυριαρχίας και των σχέσεων εξουσίας (καθώς κάθε πολιτική ή «κοινοτική» εξουσία είναι αναγκαστικά περιοριστική), αλλά ακόμα γιατί η ελευθερία και η εξουσία με καμμία έννοια δεν βρίσκονται σε μια σχέση απλής αντίθεσης.

Στην πραγματικότητα, είναι αλήθεια ότι οι σχέσεις εξουσίας (που ενυπάρχουν στο κοινωνικό, ας μην το ξεχνάμε αυτό) περιορίζουν την ελευθερία του ατόμου, αλλά είναι εξίσου αλήθεια ότι την κάνουν δυνατή και τη διευρύνουν. Μ’ αυτήν την έννοια θά ‘πρεπε να διαβάσουμε εκείνη την ωραία φόρμουλα, σύμφωνα με την οποία η ελευθερία μου δεν σταματά&ep