Category Archives: Αναρχισμός

Η Παρισινή Κομμούνα, (αφιέρωμα)

Αναδημοσίευση από: http://eagainst.com/articles/communedeparis/

 | 18/03/2011

Το 1870, ο Αυτοκράτορας της Γαλλίας, Ναπολέων ο 3ος ξεκινά πόλεμο εναντίον της Πρωσίας προσπαθώντας να εμποδίσει την ενοποίησή της με την Γερμανία, ένας πόλεμος που αποδείχτηκε καταστροφικός. Στη μάχη του Σεντάν, 3 του Σεπτέμβρη 1870 ολόκληρος ο Γαλλικός στρατός με επικεφαλής τον Αυτοκράτορα, αιχμαλωτίζεται. Το μέτωπο καταρρέει κι ο Πρωσικός στρατός κατευθύνεται προς το Παρίσι. Με το τέλος του Γάλλο-Πρωσικού πολέμου το Παρίσι ήταν υπό Πρωσική κατοχή. Ο λαός και η εθνοφρουρά του Παρισιού ωστόσο, έχοντας αντέξει την Πρωσική πολιορκία για έξι μήνες, θα αντισταθεί και στην κατοχή, απομακρύνοντας τον Πρωσικό στρατό από την πόλη και περιορίζοντάς τον σε μία μικρή περιοχή του Παρισιού της οποίας την φρούριση ανέλαβαν οι εργάτες.

Η χώρα διχάστηκε σε δύο στρατόπεδα: Από την μια πλευρά συσπειρώθηκαν οι οπαδοί του «Κόμματος της Τάξης», που κατά κύριο λόγο ήταν νοσταλγοί των δύο δυναστειών των Βουρβώνων, και της Ορλεάνης, μαζί με τους εθνικιστές οπαδούς του Βοναπάρτη και τους πούρους-αστούς δημοκράτες. Όλοι αυτοί συσπειρώνονται γύρω από την κυβέρνηση «Εθνικής Άμυνας» της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας, που έδρευε στις Βερσαλίες (αριστοκρατικό προάστιο του Παρισιού) που αρχηγός της ήταν ο «φιλελεύθερος πρώην επαναστάτης» Λουί Τιερ (γνωστός και με το εξελληνισμένο επίθετο Θιέρσος). Αυτό είναι το στρατόπεδο των Γαιοκτημόνων, των Χρηματιστών και των Βιομηχάνων. Η κυβέρνηση αυτή, από τις Βερσαλίες ασκούσε έλεγχο σε όλη τη Γαλλία.

Λόγω όμως της πολιορκίας του Παρισιού από τα Πρωσικά στρατεύματα στις 18 Σεπτεμβρίου του 1870 όλοι οι πλούσιοι (καπιταλιστές, «χρυσή νεολαία», κλπ.) αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν. Στο Παρίσι απέμειναν μόνο οι εργάτες που αρχίζουν σιγά σιγά να οργανώνουν αντιστάσεις. Δημιουργείται η εθνοφυλακή και απαρτίζεται από ένοπλους άνδρες. Η εργατική τάξη, μέσα σε καθεστώς ημι-παρανομίας και διώξεων αρχίζει να οργανώνονται και με λαϊκούς εράνους αποκτούν κανόνια και άλλα πολεμοφόδια. Η αντίσταση των εργατών στις Πρωσικές δυνάμεις συνοδεύτηκε από συγκρούσεις και οδομαχίες, ενώ οι αρχές απαντούσαν με βίαιη καταστολή που στοίχισε την ζωή σε χιλιάδες μαχητές. Γύρω στους 3.000 εργάτες εκτελέστηκαν από τον στρατό αρχικά.

Η εργατική τάξη του Παρισιού έβλεπε την κυβέρνηση του Θιέρσου σαν εχθρό αλλά και ο ίδιος ο Θιέρσος φοβήθηκε την δύναμη της εργατικής τάξης που πλέον μόνη της στην πόλη, δίχως την παρουσία των καπιταλιστών είχε αρχίσει να αυτο-οργανώνεται και να αποκτά όλο και περισσότερη ισχύ. Όντας εξουθενωμένοι οι εργάτες του Παρισιού ανέπτυξαν μεταξύ τους δεσμούς αλληλεγγύης.

Ο Θιέρσος επιδιώκει να αποκτήσει τον έλεγχο των κανονιών της  Μονμάρτης. Οι εθνοφύλακες όμως αρνήθηκαν να τα παραδώσουν λέγοντας πως ανήκουν στους εργάτες που τα αγόρασαν με δικούς τους εράνους. Η κυβέρνηση τότε επιχειρεί να αφαιρέσει τα κανόνια με την βία των όπλων. Έτσι, ο στρατηγός Λεκόντ, επιχειρεί να καταλάβει τα κανόνια της εθνοφρουράς την νύχτα μεταξύ 17 με 18 Μαρτίου δίνοντας αυστηρές διαταγές «Όποιος αντισταθεί θα εκτελεστεί επί τόπου». Η επιχείρηση τα ξημερώματα θα εξελιχθεί σε αιματοκύλισμα μεταξύ εθνοφυλακής και αστυνομίας για να καταλήξει σε πανωλεθρία των κυβερνητικών. Ο Λεκόντ συλλαμβάνεται και κρατείται αιχμάλωτος.

Όταν ξημέρωσε, χιλιάδες συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Πιγκάλ. Το 81ο Σύνταγμα πεζικού των κυβερνητικών, μια από τις πιο οργανωμένες δυνάμεις του τακτικού στρατού, έλαβε διαταγή να ρίξει στο ψαχνό. Οι στρατιώτες όμως αρνούνται να πυροβολήσουν εναντίον του πλήθους και εκτελούν επιτόπου τους αρχηγούς τους, τον Λεκόντ και Κλεμάν Τομά και συναδελφώθηκαν με τον λαό. Η μόνη εξουσία που είχε απομείνει στο Παρίσι ήταν η Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφυλακής. Αργότερα, με καθολική ψηφοφορία ανάμεσα στον ανδρικό πληθυσμό εκλέχτηκε το δημοτικό συμβούλιο, η γνωστή Κομμούνα (Κοινότητα) του Παρισιού.

«Στις 18 Μαρτίου του 1871, ο λαός του Παρισιού ξεσηκώθηκε εναντίον μιας μισητής και απεχθούς κυβέρνησης και κήρυξε την πόλη ανεξάρτητη, ελεύθερη και κυρία της μοίρας της» (Πιοτρ Κροπότκιν). Ο τακτικός στρατός αντικαταστάθηκε από την πολιτοφυλακή που την αποτελούσαν απλοί πολίτες. Η Κομμούνα έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα προς εύνοια των εργατών: Πάγωσε τις τιμές των ενοικίων, απαγόρευσε τα ενεχυροδανειστήρια να πουλούν αγαθά (πολλοί εργάτες κατά την διάρκεια του πολέμου αναγκάζονταν να βάλουν ως ενέχυρο τα εργαλεία τους, κάτι που τους οδηγούσε σε εξαθλίωση), κρατικοποίησε την εκκλησιαστική περιουσία, εξίσωσε τους μισθούς των υπαλλήλων και κατάργησε τους τόκους, αποφάσισε την καθολική ψηφοφορία των γυναικών και την καταβολή συντάξεων για εργατικά ατυχήματα. Πρόκειται για μια επαναστατική απόπειρα της εργατικής τάξης να πάρει την εξουσία στα χέρια της σε τοπικό επίπεδο, καταργώντας τις συγκεντρωτικές δομές του κράτους. Διήρκεσε όμως μόνο 72 ημέρες (18 Μαρτίου – 28 Μαΐου 1871) και πνίγηκε στο αίμα από την κυβέρνηση Θιέρσου. Οι Dorothea και Martin (σ.67) την χαρακτηρίζουν σαν την πρώτη προσπάθεια επίθεσης της αστικής εξουσίας από τους ίδιους τους προλεταρίους και περιγράφουν την δικτατορία του προλεταριάτου ως την κυριαρχία των μαζών, δίχως γραφειοκρατία σε σύγκριση με το ολοκληρωτικό καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης.

Ο Shafer, στο βιβλίο του «Η Κομμούνα του Παρισιού: Η πολιτική στην Γαλλία, ο πολιτισμός και η κοινωνία στο σταυροδρόμι της επαναστατικής παράδοσης και του επαναστατικού σοσιαλισμού», τοποθετεί την Κομμούνα στο πλαίσιο του πολιτικού πολιτισμού και των παραδόσεων που κληροδότησε το δέκατο ένατο αιώνα η Γαλλική Επανάσταση. Η έρευνα της Κομμούνας έχει σχεδιαστεί για να εξοικειώσει τους μαθητές με τα ιστορικά προηγούμενα της, καθώς και θέματα που έχουν καταστήσει την Κομμούνα τόσο κρίσιμη για μια περαιτέρω κατανόηση των επαναστάσεων. Ο Μαρξ [2] ανακήρυξε την Παρισινή Κομμούνα ως σύμβολο της εργατικής εξέγερσης κατά της αστικής τάξης. «Το Παρίσι των εργατών με την Κομμούνα του θα γιορτάζεται πάντα σαν δοξασμένος προάγγελος μιας νέας κοινωνίας. Τους μάρτυρές της τους έχει κλείσει μέσα στη μεγάλη της καρδιά η εργατική τάξη. Τους εξολοθρευτές της τους κάρφωσε κιόλας η Ιστορία στον πάσσαλο της ατίμωσης, απ’ όπου δεν μπορούν να τους λυτρώσουν μήτε όλες οι προσευχές των παπάδων τους».

Η Επανάσταση της 18ης Μαρτίου 1871 ήταν αυθόρμητη… καμιά οργάνωση δεν την προετοί­μασε συνειδητά ή ασυνείδητα. Ούτε οι μπλανκιστές, ούτε οι αναρχικοί, και πολύ λιγότερο οι μαρξιστές, μπορούν να την διεκδικήσουν ως δική τους. Ωστόσο οι αστοί, αλλά και κάποιοι μαρξιστές, θα ισχυρισθούν ότι είχε οργανωθεί από την Διεθνή Ένωση Εργαζομένων, κάτι που όμως αργότερα θα διαψευσθεί από τον ίδιο τον Μαρξ. Αν και σ’ αυτήν έπαιξαν σημαντικό ρόλο μέλη ετερόκλιτων πολιτικών ομάδων… θα μπορούσε υπό μία ευρύτερη έννοια να ειπωθεί ότι η Κομμούνα πολέμησε υπό το λάβαρο του προυντονικού φεντεραλισμού «μολονότι οι προυντονικοί ήταν μειοψηφία» άποψη υπέρ της οποίας συνηγορεί και το γεγονός ότι στην Διακήρυξή της προς τον Γαλλικό Λαό, στις 19 Απριλίου 1871, υπάρχουν φράσεις τις οποίες κάλλιστα θα μπορούσε να είχε γράψει ο ίδιος ο Προυντόν: «Η απόλυτη αυτονομία της Κομμούνας, προτεινόμενη σε όλες τις περιοχές της Γαλλίας, εξασφαλίζει σε κάθε μία την ακεραιότητα των δικαιωμάτων της και σε κάθε Γάλλο την πλήρη άσκηση των δυνατοτήτων του ως ανθρώπου, πολίτη και εργαζόμενου… η αυτονομία της Κομμούνας θα έχει ως όριο μόνο την ισότιμη αυτονομία όλων των άλλων κομμούνων που έχουν συνάψει το συμβόλαιο. Οι ενώσεις τους πρέπει να διασφαλίζουν την ελευθερία της Γαλλίας». Επιπλέον, «το όποιο κοινωνικό και οικονομικό πρόγραμμα είχε η Κομμούνα, προερχόταν από τους προυντονικούς διεθνιστές…». (Σάμουελ Μπερνστάϊν, August Blanqui and the Art of Insurrection) [1]

Στην πραγματικότητα, η κομμούνα συμπεριλάμβανε ανθρώπους με διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις. Αριστεροί δημοκράτες, αναρχικοί, σοσιαλιστές, μαρξιστές αλλά και πολλοί άνθρωποι «ανένταχτοι», απλοί πολίτες. Η Κομμούνα αποτελεί ακόμα και σήμερα σημείο αναφοράς για το εργατικό κίνημα. «Όπως συμβαίνει πάντα με τις μεγάλες ιδέες, έτσι κι αυτή δεν ήταν καρπός της σκέψης ενός φιλοσόφου ή ενός ατόμου: γεννήθηκε από το συλλογικό πνεύμα, ξεπήδησε από την καρδιά ενός ολόκληρου λαού», λέει ο Κροπότκιν [3].

[*] Το χρονικό:

18 Μαρτίου: Στρατός και οπλισμένοι εργάτες συναδελφώνονται και επαναστατούν. Οι στρατηγοί Λεκόντ και Κλεμάν Τομάς ντουφεκίζονται από τους επαναστάτες.
19 Μαρτίου: Ο Θιέρσος και ο στρατηγός Βινουά καταφεύγουν στις Βερσαλίες όπου συγκαλείται η εθνοσυνέλευση.
26 Μαρτίου: Εκλογές, για την Κομμούνα του Παρισιού. Μεταξύ των άλλων εκλέγονται οι πολίτες: Μελίν, Λεφρανσέ, Αρνούλντ, Αμαρούξ, Ζουρντ, Βαρλέν, Μπιγκόλ, Βαγιάν, Ρανκ, Πιατ, Φορτινέ, Ντελεκλούζ, Εντ, Βαλέ, Μπιλιορεΐ, Μπλανκί, Κλεμάν, Φερέ, Γκρουσέ, Βερμορέλ, Μπερζερέτ, Φλουράνς.
29 Μαρτίου: Η Κομμούνα καταργεί την υποχρεωτική στρατολογία. Εκδίδει διάταγμα για την αναστολή πληρωμής των ενοικίων.
Από τις 19 Μαρτίου ως τις 2 Απριλίου η κυβέρνηση των Βερσαλιών διαπραγματεύεται με τη διοίκηση του γερμανικού στρατού την απελευθέρωση γάλλων στρατιωτών απ’ αυτούς που είχανε συλληφθεί αιχμάλωτοι στο Σεντά μαζί με τον Ναπολέοντα Γ΄, για να τους χρησιμοποιήσει εναντίον του επαναστατημένου Παρισιού. Η κυβέρνηση των Βερσαλιών πετυχαίνει την απελευθέρωση πρώτα 40.000, ύστερα 80.000 και τελικά 100.000.
31 Μαρτίου: Η Κομμούνα, «Θεωρώντας ότι η Σημαία της είναι η Σημαία της παγκόσμιας δημοκρατίας», αποφασίζει να δεχτεί ξένους επαναστάτες στους κόλπους της.
2 Απριλίου: Μάχες στο Κουρμπεβουά και στη λεωφόρο Νεϊγί. Η Κομμούνα αποφασίζει το χωρισμό της Εκκλησίας από το Κράτος.
3 Απριλίου: Ο Γκουστάβ Φλουράνς μέλος της Κομμούνας, σκοτώνεται στο Μεντόν από τους βερσαλιέζους.
4 Απριλίου: Ο στρατηγός της Κομμούνας Ντιβάλ συλλαμβάνεται αιχμάλωτος και ντουφεκίζεται από τους βερσαλιέζους.
6 Απριλίου: Η Κομμούνα αποφασίζει να συλλάβει ομήρους. Ο λαός του Παρισιού καίει την γκιλοτίνα. Ο Ντομπρόφσκι, πολωνός επαναστάτης, διορίζεται φρούραρχος του Παρισιού.
7 Απριλίου: Η Κομμούνα αντικαθιστά την τρίχρωμη σημαία με την κόκκινη του σοσιαλισμού.
3-16 Απριλίου: Συλλήψεις ομήρων από την Κομμούνα. Ανάμεσα τους και ο αρχιεπίσκοπος Ντιμπουά.
12 Απριλίου: Η Κομμούνα αποφασίζει την κατεδάφιση της στήλης του Βαντόμ.
16 Απριλίου: Η Κομμούνα αποφασίζει την απαλλοτρίωση προς όφελος των εργατικών οργανώσεων των εργοστασίων που εγκατέλειψαν οι ιδιοχτήτες τους. Συμπληρωματικές εκλογές μελών της Κομμούνας. Μεταξύ των άλλων εκλέγονται: Κλιζερέ, Κουρμπιέ, Μενότι, Γκαριμπάλντι (Ιταλός).
18 Απριλίου: Η Κομμούνα δίνει τριών χρόνων προθεσμία στους χρεώστες για να τακτοποιήσουν τα χρέη τους.
1 Μαΐου: Συγκρότηση της Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας (Αρνό, Μεγιέ, Ρανβιέρ, Πιάτ, Ζεραρντέν).
6 Μαΐου: Η Κομμούνα αποφασίζει την κατεδάφιση του παρεκκλησίου όπου εξομολογούνταν ο Λουδοβίκος 16ος. Διάταγμα για τη δωρεάν απόδοση των ενεχυριασμένων αντικειμένων κάτω των 20 φράγκων.
10 Μαΐου: Η Κομμούνα αποφασίζει την κατάσχεση της περιουσίας του Θιέρσου και την κατεδάφιση του σπιτιού του.
16 Μαΐου: Η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας διορίζει πολιτικούς επιτρόπους κοντά στους στρατηγούς της Κομμούνας.
17 Μαΐου: Πράκτορες των Βερσαλιών ανατινάζουν την πυριτιδαποθήκη της λεωφόρου Ραπ. Τα θύματα είναι πάνω από 100.
22 Μαΐου: Οι βερσαλιέζοι μπαίνουν στο Παρίσι από την πύλη του Σεν-Κλου.
23 Μαΐου: Τα ανάκτορα του Κεραμικού καίγονται. Οι βερσαλιέζοι καταλαμβάνουν την Μονμάρτρη. Πρώτες σφαγές των κομμουνάρων.
24 Μαΐου: Τα μέγαρα της Λεγεώνος της Τιμής, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Συμβουλίου Επικρατείας, του υπουργείου Δικαιοσύνης, του Δημαρχείου καίγονται. Οι βερσαλιέζοι καταλαμβάνουν τα Πάνθεο και το Λουξεμβούργο. Οι κομμουνάροι απαντούν στις συστηματικές σφαγές των εργατών από τους βερσαλιέζους με το ντουφεκισμό 10 ομήρων.
25 Μαΐου: Το φρούριο Μοντρούς καταλαμβάνεται, το Μπελβίλ και το Μενιλμοντάν περικυκλώνονται.
26 Μαΐου: Καταλαμβάνεται η Βαστίλη. Οι κομμουνάροι ντουφεκίζουν 34 ακόμα ομήρους.
27 Μαΐου: Καταλαμβάνονται οι λόφοι Σομόν και Περ Λασέζ. Η επανάσταση καταπνίγεται. Η ένοπλη πάλη έχει λήξει, εκείνο που συνεχίζεται είναι η σφαγή των άοπλων προλετάριων, ανδρών και γυναικών, από τα στίφη των Βερσαλιών.

Ο Shafer υποστηρίζει πως στο τέλος της «Ματωμένης εβδομάδας» του Μάη του 1871, η οποία σημαδεύτηκε με την ήττα της Κομμούνας του Παρισιού, περισσότεροι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στο Παρίσι, από ό, τι εκτελέσθηκαν σε όλη τη Γαλλία κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης.

Οι κομμουνάροι εκτέλεσαν λιγότερο από 90 άτομα (ομήρους, κατασκόπους, προβοκάτορες κλπ.). Οι απώλειες των κυβερνητικών δεν ξεπερνούν τους 1000. Μόνο 83 έχασαν την ζωή τους στις οδομαχίες του Παρισιού και 5.990 τραυματίστηκαν ενώ το Παρίσι παρέμεινε υπό στρατιωτικό νόμο για ακόμα πέντε χρόνια μετά την καταστολή. Ο ακριβής αριθμός των νεκρών επαναστατών και κομμουνάρων δεν είναι ακριβής, και αυτό γιατί αυτοί που έπεσαν στην μάχη δεν ήταν πολλοί. Οι νεκροί αυξήθηκαν όμως με τις μαζικές εκτελέσεις επαναστατών που τουφεκίζονταν από τους Βερσαλιώτες κατά εκατοντάδες, δίχως δικαστική απόφαση ούτε καταδικαστική ανακοίνωση. Υπολογίζονται γύρω στους 30.000, ενώ περίπου 38.000 (κι ανάμεσά τους 860 γυναίκες και 650 παιδιά), συνελήφθησαν. Ένας μεγάλος αριθμός απολύθηκε ενώ γύρω στους 28.000 στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή στις αφρικανικές αποικίες από όπου και πέθαναν από τις κακουχίες και τις επιδημίες. Ο Δ. Παπαθανασίου, ο υπερασπιστής της Κομμούνας μέσα από άρθρα του στην εφημερίδα του «ΜΕΛΛΟΝ», (γραμμένα μεταξύ του Ιούνη και Ιούλη του 1871), μεταφέρει τις ειδήσεις τις εποχής που μιλάνε για μαζικές εκτελέσεις ακόμα και όλων των κατοίκων ολόκληρων συνοικιών, χωρίς διάκριση φύλου ή ηλικίας.

«Η Κομμούνα υπέκυψε και γνωρίζουμε πώς εκδικήθηκε η αστική τάξη για το φόβο που της προκάλεσε ο λαός όταν ξέφυγε από τον ζυγό των κυβερνώντων. Αποδείχτηκε ότι στη σύγχρονη κοινωνία υπάρχουν στην πραγματικότητα δύο μόνο τάξεις: από τη μια μεριά οι άνθρωποι που εργάζονται, που δίνουν στον αστό πάνω από το μισό από ό,τι παράγουν, και που μολαταύτα συγχωρούν πολύ εύκολα τα εγκλήματα των αφεντικών τους-από την άλλη, οι αργόσχολοι, οι χορτάτοι, παρακινούμενοι από τα ένστικτα άγριου θηρίου, μισούν τους σκλάβους τους κι είναι έτοιμοι να τους σφάξουν σα να είναι θηράματα.

Μόλις περικύκλωσαν το λαό του Παρισιού και μόλις έφραξαν κάθε οδό διαφυγής, αμόλησαν τους αποκτηνωμένους από τη στρατώνα και το κρασί στρατιώτες και τους είπαν δημόσια στο κοινοβούλιο: «Σκοτώστε αυτούς τους λύκους, τις λύκαινες και τα λυκόπουλα!» (Πιότρ Κροπόκτιν)

Σε αρκετές άλλες πόλεις δημιουργήθηκαν παρόμοιες κομμούνες οι οποίες κατεστάλησαν και αυτές. Στις 19 Μαρτίου ανακηρύσσεται η Κομμούνα στη Λυών που θα κρατήσει μέχρι τις 25 Μαρτίου. Θα ηττηθεί υστέρα από σκληρές οδομαχίες και μαζικές εκτελέσεις κομμουνάρων.Στο Σεντ-Ετιέν, η Κομμούνα κράτησε μόνο δύο ημέρες, από τις 26 έως τις 28 Μαρτίου, ενώ στη Μασσαλία, από τις 22 Μαρτίου έως τις 4 Απριλίου. Έληξε με ύστερα από μια αιματηρή μάχη. Ο Γκαστόν Γκρεμιέ είναι ένας απ’ αυτούς δεκάδες κομμουνάρους που τουφεκίστηκαν. Στο αίμα θα πνιγεί επίσης και το κίνημα στην Ναρμπόν, το Περπινιάν και το Μπερζιέρ. Σε πολλές άλλες πόλεις της Γαλλίας, οι εργάτες με διαδηλώσεις εκδηλώνουν τη συμπάθεια τους στο επαναστατημένο Παρίσι.

«…Κι έτσι η Κομμούνα ερείπωσε και ο κόσμος ορφάνεψε». (Αρθούρος Ρεμπώ)

________________________________
Shafer A. David 2005, The Paris Commune: French politics, culture, and society at the crossroads of the revolutionary tradition and revolutionary socialism. Palgrave Macmillan.
[*] Πολιτικό Καφενείο, Το χρονικό
[1] Η Παρισινή Κομμούνα του 1871, Anarkismo.net)
[2] Καρλ Μάρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, εκδόσεις «Στοχαστής»
[3] Πιότρ Κροπόκτιν: Η Παρισινή Κομμούνα

ΑΨΗΦΙΣΤΕ ΤΟΥΣ

Αντιεκλογική προκήρυξη που μοιράστηκε στη Χαλκίδα από το Μαύρο Πιπέρι του Ευβοϊκού το 2006.  Παραμένει επίκαιρη.

 

«Εάν κοιτάξει κανείς ποιοι πραγματικά κυβερνούν, ποιοι πραγματικά έχουν την εξουσία στα χέρια τους, θα αντιληφθεί ότι ούτε στις χειρότερες εποχές της λεγόμενης ρωμαϊκής δημοκρατίας – που δεν ήτανε ποτέ δημοκρατία αλλά ολιγαρχία – το ποσοστό αυτών που έχουν δύναμη μέσα στην κοινωνία δεν ήτανε τόσο λίγο όσο είναι σήμερα».  Κ. Καστοριάδης 

 

Ζούμε υπό καθεστώς εκλογικής περιόδου, το περιβάλλον είναι γλοιώδες. Η υποκρισία και οι θεατρινισμοί βρίσκονται στο έπακρο. Οι υποψήφιοι άρχοντες φοράνε τη γνωστή μάσκα και παίζουν το γνωστό τους ρόλο. Πρέπει να μας πείσουν για το αντίθετο από αυτό που συμβαίνει, κυρίως να υποσχεθούν αυτό που δεν θα πράξουν ποτέ. Οι λέξεις έχουν χάσει την αξία τους, το πραγματικό τους νόημα. Όλοι τους χρησιμοποιούν το ίδιο ρεπερτόριο κραυγαλέων λέξεων: όραμα, ανάπτυξη, ανατροπή, δημιουργία, με κέντρο τον πολίτη (ξέρεις τώρα). Λέξεις κενές, σκέτες φόρμες πάνω στις οποίες χτίζεται και προωθείται μια διαφημιζόμενη εικόνα.

 

Είναι δυνατόν να πιστεύουμε ακόμη στις προεκλογικές εξαγγελίες; Δεν έχουμε δει αρκετά πράγματα να επαναλαμβάνονται ενώ αλλάζουν μόνο τα πρόσωπα που τα χειρίζονται; Σημασία εξάλλου δεν έχει να βρούμε τους τίμιους και να τους αναδείξουμε. Η εξουσία διαφθείρει και τις πιο αγαθές προθέσεις, το έχουμε δει. Σημασία έχει ότι όλοι τους πατάνε πάνω στην ίδια απάτη, και το ίδιο ψέμα: τη δημοκρατία και τη συμμετοχή. Όλοι τους λένε: “εμπιστευθείτε μας, θα σας κυβερνήσουμε καλύτερα”, “εμπιστευθείτε μας, θα αγωνιστούμε για το γενικό καλό”. Εδώ όμως βρίσκεται το πρόβλημα, στο ότι θέλουν να μας κυβερνήσουν, για το καλό μας. Αυτό δεν είναι δημοκρατία, λένε ψέματα, είναι ολιγαρχία.

 

Δημοκρατία σημαίνει εξουσία του λαού, ότι ο λαός είναι κυρίαρχος, ότι o δήμος αποφασίζει. Με ποιο τρόπο μπορούμε να πούμε ότι σήμερα ο δήμος, αποφασίζει; Δεν είναι κάλπικη η πραγματικότητα που βιώνουμε; Δεν πρέπει να αναζητήσουμε τους τρόπους που θα δώσουν πραγματικό νόημα στη λέξη δημοκρατία; Σήμερα δεν κυβερνάει ο λαός, ο δήμος, αλλά μια χούφτα ανθρώπων οι οποίοι έχουν εκλεγεί να αποφασίζουν για λογαριασμό μας. Στις εκλογές, εκχωρούμε την εξουσία σε κάποιους να αποφασίζουν για τη ζωή μας και μάλιστα τους αφήνουμε να το κάνουν μέσα στην πλήρη αδιαφάνεια και τη διαφθορά.

 

Αυτό δεν είναι δημοκρατία, αλλά φιλελεύθερη ολιγαρχία. Ο όρος φιλελεύθερη ολιγαρχία πάει κουτί στο πολιτικό μας σύστημα: κυβερνιόμαστε από μια δράκα ανθρώπων, μια ολιγαρχία δηλαδή, η οποία όμως είναι φιλελεύθερη, δηλαδή παραχωρεί και κάποιες ελευθερίες, ιδίως όταν της ασκούνται πιέσεις από τα κάτω. Αυτό όμως δεν είναι δημοκρατία, δημοκρατία σημαίνει αυτοκυβέρνηση, αν τη θεωρούμε ανέφικτη, ας αλλάξουμε όνομα. Ο όρος αντιπροσωπευτική δημοκρατία επίσης, είναι ένα σχήμα οξύμωρο, μια λεκτική απάτη, φτιάχτηκε για να συγκαλυφτεί η πραγματικότητα, η δημοκρατία μόνο άμεση μπορεί να είναι. Ο Αριστοτέλης κατατάσσει σαφώς τις εκλογές αντιπροσώπων, ανάμεσα στις αριστοκρατικές αρχές. Όσο για τη θρυλούμενη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, το θεμέλιο μιας πραγματικής δημοκρατικής κοινωνίας, είναι κι αυτή ένα ψέμα για προεκλογικές φανφάρες. Όλοι οι πολιτικάντηδες πατάνε πάνω στην απάθεια του λεγόμενου πολίτη-υπηκόου. Μας θέλουν υπήκοους. Οι ίδιες οι πολιτικές δομές τους είναι συγκεντρωτικές και ιεραρχικές, αποκλείοντας κάθε δυνατότητα ισότιμης συμμετοχής.

Θα πιαστούμε λοιπόν και πάλι το ίδιο κορόϊδα και θα ψηφίσουμε υπέρ κάποιου από το εκλογικό καρναβάλι; Και έτσι κάναμε το χρέος μας; “Νίπτουμε τας χείρας μας”; Θα ξαναρχίσουμε μετά να βρίζουμε για την ανικανότητα των αρχόντων μας; Ποιος μας αναγκάζει, ενώ γνωρίζουμε την απάτη, αφού στις ιδιωτικές μας συζητήσεις σχεδόν όλοι το αναγνωρίζουμε, στο τέλος να συρόμαστε στις κάλπες και να τους ξαναψηφίζουμε; Πόσο μεγάλη και φτηνή δικαιολογία είναι η απάντηση που λέει, “και τι να κάνω, έτσι έχουν και έτσι θα έχουν τα πράγματα”. Αυτό λέγεται εθελοδουλεία.

Οποιαδήποτε συμμετοχή σε αυτό το παιχνίδι είναι τουλάχιστον ανώφελη, για να μην πούμε τίποτε χειρότερο. Πρέπει να βγούμε από αυτό τον κύκλο. Ας μην το ξεχνάμε, η εξουσία διαφθείρει. Το ελάχιστο που έχουμε να κάνουμε είναι να μην τους ψηφίσουμε, να τους μαυρίσουμε. Ας γεμίσουμε τις κάλπες τους μαύρα, σα μια αρχική μορφή αντίστασης. Ας στρέψουμε το όπλο τους εναντίον τους. Ας σταματήσουμε να τους στηρίζουμε.

 

Η αντιεκλογική μας συμπεριφορά όμως, δεν είναι ωχαδερφίστικη στάση, είναι πολιτική επιλογή. Η σκέτη απαξίωση, η σκέτη άρνηση τελικά λειτουργεί υπέρ του ολιγαρχικού συστήματος. Μεγάλο μέρος της αποχής από τις κάλπες οφείλεται στην αδιαφορία και την απαξίωση. Το καταλαβαίνουμε, αλλά δεν οδηγεί πουθενά. Θεωρούμε λοιπόν, ότι πρέπει να πάμε πέρα από τη σκέτη αντίσταση, στη δημιουργία εδώ και τώρα δημοκρατικών καταστάσεων μέσα στην πόλη, που θα οραματίζονται και θα προσπαθούν να κάνουν πράξη την άμεση δημοκρατία στη λήψη των αποφάσεων, που θα προσπαθούν να αυτοδιαχειριστούν μια δημόσια αγορά των γνωμών, μέσα σε περιβάλλον ελευθερίας και ισοτιμίας. Πρέπει να διεκδικήσουμε ένα δημόσιο χώρο ανοικτό σε όλους, έξω όμως από τα κόμματα και τους κρατικούς οργανισμούς, όπου θα αναπτύσσεται η κριτική διαδικασία και διαβούλευση και όπου θα συμμετέχουν οι πολίτες στο σύνολό τους. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η κοινωνία είναι δική μας ανθρώπινη δημιουργία, άρα εμείς πρέπει να αποφασίζουμε μέσα σε μια δημοκρατική, αυτόνομη, αγορά των γνωμών.

Το πρώτο βήμα είναι να δημιουργηθούν κυριολεκτικά (και το τονίζουμε) αυτοδιαχειριζόμενες καταστάσεις (ομάδες πρωτοβουλίας για συγκεκριμένα θέματα, εργατικά συμβούλια βάσης, στέκια, συνοικιακά συμβούλια, λαϊκές συνελεύσεις κ.α) μέσα στην πόλη. Το δεύτερο είναι να δικτυωθούν μεταξύ τους αυτόνομα. Σίγουρα, ο δρόμος δεν είναι εύκολος. Γιατί όμως, είναι ανώφελο να κινηθούμε προς αυτή την κατεύθυνση; Αφού είμαστε πεπεισμένοι για την αξία της δημοκρατίας, γιατί δεν κοιτάμε να την κάνουμε πράξη; Τι έχουμε να φοβηθούμε από μια συνεργατική, ελεύθερη κοινωνία η οποία θα βασίζεται στην κοινότητα των δημόσιων αγαθών και στην απουσία κάθε ετερόνομης και συγκεντρωτικής εξουσίας; Είναι ουτοπία; Μα χειρότερη ουτοπία δεν είναι αυτή που ζούμε προεκλογικά; Όπου την επόμενη κιόλας των εκλογών τίποτα δεν ισχύει από τα προγράμματα και τις υποσχέσεις;

 

Πώς διανοούμαστε να ζούμε σε κοινωνίες όπου μια χούφτα άνθρωποι έχουν λάβει το χρίσμα (άντε πάλι τα παπαδίστικα) να αντιπροσωπεύουν τη λαϊκή θέληση, να αποφασίζουν για λογαριασμό όλων και μάλιστα αυτό να το ονομάζουμε δημοκρατία; Και ακόμη χειρότερα, αυτό να γίνεται μέσα από συγκεκριμένες τυπικές ή άτυπες ιεραρχικές δομές; Η κοινωνία στην οποία ζούμε είναι ψευδοορθολογική, βασίζεται σε ένα ψέμα, τη δημοκρατία. Βασίζεται σε ένα καθεστώς που υποκριτικά ονομάζεται δημοκρατικό και το οποίο νομιμοποιείται μέσα από μια εθιμοτυπική εκλογική διαδικασία παραχώρησής των πολιτικών μας δικαιωμάτων σε μια εξουσιαστική ολιγαρχία.

 

Θεωρούμε ότι έφθασε ο καιρός να σκεφθούμε σε νέες βάσεις το θέμα της δημοκρατίας, της πραγματικής αυτοκυβέρνησης της πόλης δηλαδή. Ας την αλλάξουμε αυτή την κοινωνία, είναι εφικτό. Έχει γίνει τόσες φορές στην ανθρώπινη ιστορία, μπορεί να επαναληφθεί, ….αρκεί να το θελήσουμε.

 

ΝΑ ΒΓΟΥΜΕ ΑΠ’ ΤΟ ΚΟΠΑΔΙ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΠΟΛΙΤΕΣ ΑΥΤΟΝΟΜΟΙ 
ΜΑΥΡΟ ΠΙΠΕΡΙ του Ευβοϊκού
Χαλκίδα 2006

Η σημασία του συνομοσπονδισμού

 Του Murray Bookchin   

 

Ελάχιστα επιχειρήματα έχουν χρησιμοποιηθεί πιο αποτελεσματικά για την αμφισβήτη­ση της άμεσης συμμετοχικής δημοκρατίας από τον ισχυρισμό ότι ζούμε σε μια “πολύπλο­κη κοινωνία”. Τα σύγχρονα αστικά κέντρα, μας λένε, είναι πολύ μεγάλα και πολύ συγκε­ντρωμένα για να επιτρέψουν τη λήψη αποφάσεων απευθείας από το λαό. Και η οικονο­μία μας είναι, ενδεχομένως, πολύ “διεθνοποιημένη” για να ξεμπερδέψει τους δαιδάλους της παραγωγής και του εμπορίου.

Στο σημερινό υπερεθνικό, συχνά ιδιαίτερα συγκεντρω­τικό κοινωνικό μας σύστημα είναι προτιμότερο, μας συμβουλεύουν, να αυξήσουμε την αντιπροσώπευση μέσα στον κρατικό μηχανισμό, να βελτιώσουμε την αποδοτικότητα των γραφειοκρατικών θεσμών, από το να προωθήσουμε ουτοπικά “τοπικιστικά” σχήματα λαϊ­κού ελέγχου επί της πολιτικής και οικονομικής ζωής.

Σε τελευταία ανάλυση, καταλήγουν συχνά αυτά τα επιχειρήματα, οι υποστηρικτές του συγκεντρωτισμού είναι στην πραγματικότητα “τοπικιστές”, με την έννοια ότι πιστεύουν στην παραχώρηση “περισσότερης εξουσίας στο λαό” — ή, τουλάχιστον, στους αντιπρο­σώπους του. Και βέβαια ένας καλός βουλευτής είναι πάντοτε πρόθυμος να πληροφορηθεί τις επιθυμίες των “ψηφοφόρων” του (για να χρησιμοποιήσουμε ένα ακόμα αυθάδες  υπο­κατάστατο του όρου “πολίτης”).

Άμεση δημοκρατία; Ξεχάστε το όνειρο ότι στο σύγχρονο “πολύπλοκο” κόσμο μας μπο­ρούμε να έχουμε οποιαδήποτε άλλη -δημοκρατική εναλλακτική λύση, εκτός από το έθνος- κράτος! Πολλοί πραγματιστές, συμπεριλαμβανομένων και των σοσιαλιστών, συχνά απορ­ρίπτουν ως ουτοπικά τα επιχειρήματα που υποστηρίζουν αυτή τη μορφή “τοπικισμού” — με καλοπροαίρετη συγκατάβαση στην καλύτερη περίπτωση και ολοκληρωτικό χλευασμό στη χειρότερη. Ενδεικτικά, αρκετά χρόνια πριν, το 1972, ο σοσιαλδημοκράτης  Jeremy Brecher, μέσα από τις σελίδες του περιοδικού Root and Branch  με προκάλεσε να εξηγήσω με ποιον τρόπο οι απόψεις περί αποκεντρωτισμού που είχα εκφράσει στο Post Scarcity Anarchism θα απέτρεπαν, παραδείγματος χάριν, τους κατοίκους  της Νέας Υόρκης από το να ρίχνουν ακατέργαστα απόβλητα στον ποταμό Ηudson από τον οποίο άλλες πόλεις, όπως το Perth Amboy, αντλούν το πόσιμο νερό τους.

Σε επιφανειακή εξέταση, επιχειρήματα όπως αυτά του Brecher υπέρ της συγκεντρωτι­κής διακυβέρνησης φαίνονται σχεδόν ακαταμάχητα. Και πράγματι, μια “δημοκρατική”, αλλά βασικά κάθετη δομή, θεωρείται απαραίτητη ώστε να εμποδίζεται η μια περιοχή να προξενεί οικολογική βλάβη στην άλλη. Τα συνηθισμένα, όμως, οικονομικά και πολιτικά επιχειρήματα κατά της αποκέντρωσης, που ποικίλλουν από τη μοίρα του πόσιμου νερού του Perth Amboy μέχρι τη δήθεν “εξάρτηση” μας από το πετρέλαιο, στηρίζονται σε μια σειρά πολύ προβληματικών υποθέσεων. Ακόμα πιο ενοχλητικό, μάλιστα, είναι το γεγο­νός ότι στηρίζονται στην ασυνείδητη αποδοχή της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων στον οικονομικό τομέα.

Αποκεντρωτισμός και Αυτό-συντήρηση

Η υπόθεση πως ότι υπάρχει σήμερα πρέπει αναγκαστικά να υπάρχει και στο μέλλον είναι το οξύ που διαβρώνει κάθε πρωτοποριακή σκέψη (όπως φανερώνει η πρόσφατη τά­ση των ριζοσπαστών να ασπάζονται το “σοσιαλισμό της αγοράς”, αντί να ασχολούνται με τις αποτυχίες τόσο της οικονομίας της αγοράς όσο και του κρατικού σοσιαλισμού). Αναμ­φίβολα, θα πρέπει να συνεχίσουμε την εισαγωγή καφέ για όσους χρειάζονται τη δόση τους κάθε πρωί, ή εξωτικών μετάλλων για εκείνους που θέλουν να έχουν τα υπάρχοντα τους μεγαλύτερη διάρκεια ζωής από τα άχρηστα πράγματα, που παράγονται σε μια οικο­νομία συνειδητά οργανωμένη γύρω από τη φιλοσοφία της “μιας χρήσης”. Αφήνοντας κα­τά μέρος, όμως, τον παντελή παραλογισμό της συγκέντρωσης δεκάδων εκατομμυρίων αν­θρώπων σε συνωστισμένες, πραγματικά ασφυκτικές αστικές ζώνες, αναρωτιόμαστε κατά πόσο η ύπαρξη του σημερινού εξωφρενικού καταμερισμού εργασίας είναι απαραίτητη για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών; Ή μήπως (ο καταμερισμός αυτός) έχει δημιουργηθεί για να αποδίδει υπέρογκα κέρδη στις πολυεθνικές εταιρείες; Είναι δυνα­τόν, λοιπόν, να αγνοήσουμε τις οικολογικές συνέπειες της λεηλασίας του Τρίτου Κόσμου από τους πλουτοπαραγωγικούς του πόρους, τις συνέπειες της παράλογης εξάρτησης της σύγχρονης οικονομικής ζωής από τις πλούσιες σε πετρέλαιο χώρες, τα βασικά προϊόντα των οποίων περιλαμβάνουν ατμοσφαιρικούς ρύπους και καρκινογόνες ουσίες από τα πα­ράγωγα του πετρελαίου; Το να αγνοεί κανείς το γεγονός ότι η “πλανητική οικονομία” μας είναι το αποτέλεσμα μιας ακμάζουσας βιομηχανικής γραφειοκρατίας και μιας αντα­γωνιστικής οικονομίας της αγοράς που κινείται με την αρχή “ανάπτυξη ή θάνατος” είναι απίστευτα κοντόφθαλμο.

Είναι ελάχιστα αναγκαίο να ερευνήσουμε τους βάσιμους οικολογικούς λόγους που επι­βάλλουν την επίτευξη ενός βαθμού αυτο-συντήρησης. Οι περισσότεροι οικολογικά σκε­πτόμενοι άνθρωποι γνωρίζουν ότι ο υπερμεγέθης εθνικός και διεθνής καταμερισμός ερ­γασίας είναι κυριολεκτικά περιττός. Ένας τέτοιος καταμερισμός εργασίας, όχι μόνο συμ­βάλλει στην υπερ-οργάνωση με τη μορφή τεράστιων γραφειοκρατιών και τρομερής σπα­τάλης πόρων στη μεταφορά υλικών σε μεγάλες αποστάσεις, αλλά και μειώνει επίσης τις πιθανότητες για αποτελεσματική ανακύκλωση των αποβλήτων, για αποφυγή της μόλυν­σης που δημιουργείται σε ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένα βιομηχανικά και αστικά κέντρα, καθώς και για ικανοποιητική χρήση των κατά τόπους πρώτων υλών.

Εξάλλου, δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι στις σχετικά αυτο-συντηρούμενες κοι­νότητες (όπου η χειροτεχνία, η γεωργία και οι άλλοι παραγωγικοί τομείς εξυπηρετούν καθορισμένα δίκτυα συνομοσπονδιακά οργανωμένων κοινοτήτων) αυξάνονται σημαντι­κά οι ευκαιρίες και τα ερεθίσματα των μελών τους, με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση πιο ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων με ανεπτυγμένη την αίσθηση της ατομικότητας και αποδοτικότητας. Το ελληνικό ιδεώδες του ολοκληρωμένου πολίτη σ’ ένα ολοκληρωμένο περιβάλλον – κάτι που επανεμφανίσθηκε στα ουτοπικά κείμενα του Charles Fourier – ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα το αγαπημένο θέμα των αναρχικών και σοσιαλιστών του προηγούμενου αιώνα.

Η δυνατότητα του ατόμου να αφιερώνει την παραγωγική του/της δραστηριότητα σε πολλές διαφορετικές εργασίες κατά τη διάρκεια μιας μειωμένης εργασιακής εβδομάδας (ή στην ιδανική κοινωνία του Fourier, κατά τη διάρκεια μιας δεδομένης ημέρας) θεωρή­θηκε ζωτικός παράγοντας για το ξεπέρασμα του καταμερισμού μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής δραστηριότητας, την υπέρβαση της κοινωνικής ιεραρχίας που δημιουρ­γούσε αυτός ο σημαντικός καταμερισμός εργασίας, και για την αύξηση του πλούτου εμπειριών που δημιουργούσε η ελεύθερη κίνηση εργασίας από τη βιομηχανία και βιοτε­χνία μέχρι τη γεωργία. Η αυτο-συντήρηση, επομένως, συνέβαλε στη διαφόρφωση μιας πλουσιότερης προσωπικότητας, ισχυροποιημένης από μια ποικιλία ικανοτήτων κι εμπει­ριών. Το όραμα αυτό έχει, δυστυχώς, εξαφανισθεί σήμερα από τις τάξεις πολλών αριστε­ρών και περιβαλλοντολόγων, μετά τη στροφή τους προς έναν πραγματιστικό φιλελευθε­ρισμό αλλά και την τραγική άγνοια του ριζοσπαστικού κινήματος για τα οράματα του πα­ρελθόντος του.

Δεν πρέπει, πιστεύω, να χάσουμε από τα μάτια μας το νόημα του οικολογικού τρόπου ζωής, ούτε αρκεί να ακολουθούμε απλώς ορθές οικολογικές πρακτικές. Η πληθώρα εγ­χειριδίων που μας διδάσκουν πώς να συντηρούμε, να επενδύουμε, να τρώμε και να αγο­ράζουμε με “οικολογικά υπεύθυνο” τρόπο αποτελούν παρωδία της βασικότερης ανάγκης να αναλογισθούμε τι σημαίνει να σκεφτόμαστε – ναι, διαλογισμός — και να ζούμε οικο­λογικά με την πλήρη έννοια του όρου. Θα υποστήριζα, επομένως, ότι η οργανική κηπο- καλλιέργεια δεν είναι απλά και μόνο ένα καλό είδος αγροτικής οικονομίας και μια καλή πηγή θρεπτικών ουσιών είναι, πάνω απ’ όλα, ένας τρόπος να συνδέσει κανείς άμεσα τον εαυτό του με το δίκτυο τροφίμων, καλλιεργώντας προσωπικά τις ίδιες τις ουσίες που κα­ταναλώνουμε για να ζήσουμε και επιστρέφοντας στο περιβάλλον οτιδήποτε αποσπούμε από αυτό.

Έτσι, το φαγητό γίνεται κάτι πολύ σημαντικότερο από μια μορφή διατροφής. Το χώμα που οργώνουμε, οι ζώντες οργανισμοί που καλλιεργούμε και καταναλώνουμε, το φουσκί που παρασκευάζουμε — όλα ενώνονται σ’ ενα οικολογικό συνεχές που τρεφει τόσο το πνεύμα όσο και το σώμα — εντείνοντας την ευαισθησία μας στον μη-ανθρώπινο και αν­θρώπινο κόσμο γυρω μας. Πολλές φορές, με διασκεδάζουν κάποιοι ενθουσιώδεις “πνευ­ματιστές”, πολλοί από τους οποίους είναι είτε παθητικοί θεατές φαινομενικά “φυσικών” τοπίων ή θιασώτες ιεροτελεστιών, μαγείας, και παγανιστικών θεοτήτων (ή όλων αυτών μαζί), που αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν ότι μια κατ’ εξοχήν ανθρώπινη δραστηριό­τητα – η καλλιέργεια τροφίμων, συγκεκριμένα — μπορεί να συμβάλει πολύ περισσότερο στη διαμόρφωση οικολογικής ευαισθησίας (και πνευματικότητας, αν προτιμάτε) από όλα τα ξόρκια και τις ακατάλληπτες βουδιστικές φράσεις που χρησιμοποιούνται στο όνομα του οικολογικού πνευματισμού.

Κατά συνέπεια, τέτοιες μνημειώδεις αλλαγές, όπως η διάλυση του έθνους-κράτους και η αντικατάσταση του από μια συμμετοχική δημοκρατία, δεν συμβαίνουν σ’ ένα ψυχολογι­κό κενό, όπου το μόνο που αλλάζει είναι η πολιτική δομή. Η διαφωνία μου με τον Jeremy Brecher συνίστατο στο ότι σε μια κοινωνία που θα επιχειρούσε ριζοσπαστική στροφή προς μια αποκεντρωτική, συμμετοχική δημοκρατία, βασισμένη σε κοινοτικές και οικολο­γικές αρχές, είναι απλά λογικό να υποθέσει κανείς ότι οι άνθρωποι δεν θα επέλεγαν ένα τόσο ανεύθυνο σύστημα που θα επέτρεπε τη σοβαρή μόλυνση του ποταμού Hudson. Ο αποκεντρωτισμός, η άμεση συμμετοχική δημοκρατία, και μια τοπικιστική έμφαση στις κοινοτικές αξίες θα πρέπει να θεωρηθούν ως ένα αδιάσπαστο “όλον” — όπως ακριβώς υπάρχουν στο όραμα που υπερασπίζομαι πάνω από τριάντα χρόνια. Αυτό το “όλον” δεν περιλαμβάνει απλά και μόνο μια νέα πολιτική, αλλά μια νέα πολιτική κουλτούρα που αγκαλιάζει νέους τρόπους σκέψης και αίσθησης, και νέες διαπροσωπικές σχέσεις, συμ­περιλαμβανομένων και των τρόπων με τους οποίους αντιλαμβανόμαστε το φυσικό κόσμο. Όροι όπως “πολιτική” και “ιδιότητα του πολίτη” θα επαναπροσδιορίζονταν με βάση το πλούσιο νόημα που είχαν στο παρελθόν, και θα διευρύνονταν για τις ανάγκες του παρό­ντος.

Δεν είναι δύσκολο να δειχθεί — θέμα προς θέμα — ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να αμβλυνθεί σε μεγάλο βαθμό ο διεθνής καταμερισμός εργασίας χρησιμοποιώντας τοπι­κούς και περιφερειακούς πόρους, εφαρμόζοντας οικοτεχνολογίες, διαμορφώνοντας νέα κλίμακα ανθρώπινης κατανάλωσης σε ορθολογική (πραγματικά υγιεινή) βάση, και δίνο­ντας έμφαση στην ποιοτική παραγωγή που παρέχει διαρκή (κι όχι “μιας χρήσης”) μέσα συντήρησης της ζωής. Είναι λυπηρό που η πολύ σημαντική καταγραφή αυτών των προο­πτικών, τις οποίες συγκέντρωσα και αξιολόγησα το 1965 σ’ ένα δοκίμιο με τίτλο “Προς μια Απελευθερωτική Τεχνολογία”, γράφτηκε πολλά χρόνια πριν για να είναι προσιτή στη σημερινή γενιά ανθρώπων με οικολογικό προσανατολισμό. Πράγματι, σε εκείνο το δοκί­μιο υποστήριξα επίσης την ενοποίηση των περιφερειών και την ανάγκη διασύνδεσης των πόρων μεταξύ των οικο-κοινοτήτων. Διότι οι αποκεντρωμένες κοινότητες είναι αναπό­φευκτα αλληλεξαρτημένες.

Προβλήματα Αποκεντρωτισμού

Εάν πολλοί πραγματιστές αρνούνται να δουν τη σπουδαιότητα του αποκεντρωτισμού, πολλοί οικολόγοι τείνουν να αγνοούν τα αληθινά προβλήματα που προκύπτουν από τον “τοπικισμό” — προβλήματα που δεν είναι λιγότερο ανησυχητικά από αυτά τα οποία θέ­τει μια διεθνοποίηση που ευνοεί την πλήρη διασύνδεση της οικονομικής και πολιτικής ζωής σε παγκόσμια βάση. Χωρίς τις ολικές πολιτιστικές και πολιτικές αλλαγές που έχω υποστηρίξει, οι αντιλήψεις περί αποκεντρωτισμοΰ, που δίνουν έμφαση στην τοπικιστική απομόνωση και σ’ ένα βαθμό αυτάρκειας, μπορεί να οδηγήσουν σε πολιτιστικό επαρχιω­τισμό και σωβινισμό. Ο επαρχιωτισμός μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα τόσο σοβαρά όσο η “διεθνοποιητική” νοοτροπία που παραβλέπει τη μοναδικότητα των πολιτισμών, τις ιδιομορφίες των οικο-συστημάτων και οικο-περιφερειών, και την ανάγκη για ένα τρόπο οργάνωσης της κοινοτικής ζωής σε ανθρώπινη κλίμακα που καθιστά τη συμμετοχική δη­μοκρατία εφικτή. Αυτό δεν είναι δευτερεύον ζήτημα σήμερα, σ’ ένα οικολογικό κίνημα που τείνει να ταλαντεύεται προς καλοπροαίρετες αλλά μάλλον απλοϊκές ακρότητες. Δεν μπορώ παρά να επαναλάβω κατηγορηματικά ότι πρέπει να βρούμε τρόπο να μοιραζόμα­στε τον κόσμο τόσο με τους άλλους ανθρώπους όσο και με μη ανθρώπινες μορφές ζωής, μια άποψη που είναι συχνά δύσκολο να πραγματοποιηθεί σε υπερβολικά “αυτάρκεις” κοινότητες.

Όσο κι αν σέβομαι τις προθέσεις εκείνων που υποστηρίζουν την τοπική αυτοδυναμία και αυτο-συντήρηση, οι έννοιες αυτές μπορεί να αποδειχθούν εξαιρετικά παραπλανητι­κές. Μπορώ βεβαίως να συμφωνήσω με τον David Morris του Ινστιτούτου Τοπικής Αυτο­δυναμίας, για παράδειγμα, ότι εάν μια κοινότητα μπορεί να παράγει τα προϊόντα που χρειάζεται, θα πρέπει ίσως και να το κάνει. Οι αυτο-συντηρούμενες κοινότητες, όμως, δεν μπορούν να παράγουν όλα τα πράγματα που χρειάζονται — εκτός κι αν συζητάμε για επιστροφή στον εξαντλητικό τρόπο ζωής του χωριού, που, ιστορικά, γερνούσε πρόωρα τους άντρες και τις γυναίκες, και τους παραχωρούσε ελάχιστο χρόνο για πολιτική ζωή πέρα από τα άμεσα σύνορα της ίδιας της κοινότητας.

Μετά λύπης μου αναφέρω ότι υπάρχουν άνθρωποι στο οικολογικό κίνημα που, στην ουσία, υπερασπίζονται την επιστροφή σε μια οικονομία υψηλής έντασης εργασίας, για να μην πω (την επιστροφή) πίσω στη Λίθινη Εποχή. Προφανώς, πρέπει να δώσουμε στα ιδε­ώδη του τοπικισμού, αποκεντρωτισμού και αυτο-συντήρησης βαθύτερο και πληρέστερο νόημα.

Σήμερα μπορούμε να παράγουμε τα βασικά μέσα ζωής – και πολύ περισσότερα — σε μια οικολογική κοινωνία που θα στόχευε στην παραγωγή χρήσιμων αγαθών υψηλής ποιό­τητας. Ωστόσο, κάποιοι άλλοι οικολόγοι καταλήγουν πολύ συχνά να υπερασπίζονται ένα είδος “κολλεκτιβικού” καπιταλισμού, στα πλαίσια του οποίου μια κοινότητα λειτουργεί ως μεμονωμένος επιχειρηματίας, με μια αίσθηση ιδιοκτησίας ως προς τις πλουτοπαραγω­γικές πηγές της. Ένα τέτοιο σύστημα συνεταιρισμών για μια ακόμα φορά σημειώνει την απαρχή ενός συστήματος διανομής με βάση την αγορά, καθώς οι συνεταιρισμοί εμπλέκο­νται στο δίχτυ των “αστικών δικαιωμάτων” — δηλαδή, σε συμβόλαια και λογιστική κατα­γραφή που επικεντρώνονται στα ακριβή ποσά που θα λαμβάνει μια κοινότητα σε “ανταλ­λαγή” των προϊόντων που παραδίδει στις άλλες. Παρόμοια δείγματα εκφυλισμού συνέβη­σαν στη Βαρκελώνη μεταξύ ορισμένων επιχειρήσεων εργατικού ελέγχου που, μετά την απαλλοτρίωση τους από τους εργάτες τον Ιούλιο του 1936, λειτούργησαν ως καπιταλιστι­κές επιχειρήσεις – μια πρακτική που πολέμησαν οι αναρχο-συνδικαλιστές της CΝΤ στις αρχές της Ισπανικής Επανάστασης.

Αποτελεί πρόβλημα το γεγονός ότι ούτε η αποκέντρωση ούτε η αυτο-συντήρηση από μόνες τους είναι απαραίτητα δημοκρατικές. Η ιδανική πόλη στην Πολιτεία του Πλάτωνα σχεδιάσθηκε πράγματι να είναι αυτάρκης, η αυτάρκειά της όμως στόχευε στη διατήρηση μιας ελίτ πολεμιστών και φιλοσόφων. Πράγματι, η ικανότητά της να διαφυλάσσει την αυ­τάρκειά της εξαρτάτο από την ικανότητα της να αντιστέκεται, όπως η Σπάρτη, στις φαι­νομενικά “φθοροποιούς” επιδράσεις των εξωτερικών πολιτισμών (ένα χαρακτηριστικό που, μπορώ να πω, ότι εμφανίζεται ακόμα σε πολλές κλειστές κοινωνίες της Ανατολής). Παρομοίως, η αποκέντρωση από μόνη της δεν παρέχει καμιά εξασφάλιση ότι θα έχουμε μια οικολογική κοινωνία. Μια αποκεντρωμένη κοινωνία μπορεί εύκολα να συνυπάρξει με υπερβολικά άκαμπτες ιεραρχίες. Κτυπητό παράδειγμα, σχετικά, είναι η φεουδαρχία στην Ευρώπη και την Ανατολής μια κοινωνική τάξη πραγμάτων στην οποία οι ιεραρχίες των πριγκήπων, δουκών και βαρόνων βασίζονταν σε εξαιρετικά αποκεντρωμένες κοινό­τητες. Με όλο το σεβασμό στον Fritz Schumacher, το μικρό δεν είναι απαραίτητα και ωραίο.

Ούτε επίσης συνεπάγεται ότι οι κοινότητες που έχουν οργανωθεί σε ανθρώπινη κλίμα­κα και οι “κατάλληλες τεχνολογίες” αποτελούν από μόνες τους την εγγύηση κατά των εξουσιαστικών κοινωνιών. Στην πραγματικότητα, η ανθρωπότητα έζησε για αιώνες σε χωριά και μικρές πόλεις, συχνά με σφιχτά οργανωμένους κοινωνικούς δεσμούς, ακόμα και κομμουνιστικές μορφές ιδιοκτησίας. Όλα αυτά όμως παρείχαν την υλική βάση για εξαιρετικά δεσποτικές αυτοκρατορίες. Με οικονομικούς όρους, οι κοινότητες αυτές θα κέρδιζαν υψηλή θέση μεταξύ των κοινωνιών “μηδενικής ανάπτυξης” που προτείνουν οι­κονομολόγοι όπως ο Herman Daly. Εντούτοις, (οι κοινότητες αυτές) αποτέλεσαν τη βάση για την οικοδόμηση των πιο φοβερών ανατολικών δεσποτισμών στην Ινδία και Κίνα. Τέλος, οι αυτάρκεις και αποκεντρωμένες αυτές κοινότητες, ακόμα πιο πολύ κι από τους στρατούς που τους ρήμαζαν, φοβόντουσαν τους αυτοκρατορικούς φοροεισπράκτορες που τους κατάκλεβαν.

Εάν εκθειάζαμε τέτοιες κοινότητες με βάση το μέγεθος τους ή το βαθμό στον οποίο ήταν αποκεντρωμένες, αυτάρκεις, ή χρησιμοποιούσαν “κατάλληλες τεχνολογίες”, θα έπρεπε να αγνοήσουμε το βαθμό στον οποίο ήταν επίσης πολιτιστικά στάσιμες και ευά­λωτες στην εξουσία εξωγενών ελίτ. Ο φαινομενικά οργανικός, προσκολλημένος όμως στην παράδοση καταμερισμός εργασίας τους, μπορεί κάλλιστα να έχει διαμορφώσει τις βάσεις για εξαιρετικά καταπιεστικές και διεφθαρμένες κοινωνικές κάστες σε διαφορετι­κά μέρη του κόσμου — κάστες που μαστίζουν την κοινωνική ζωή της Ινδίας μέχρι σήμε­ρα.

Με κίνδυνο να φανώ ότι επαναλαμβάνομαι, αισθάνομαι υποχρεωμένος να τονίσω ότι ο αποκεντρωτισμός, ο τοπικισμός, η αυτάρκεια, ακόμα και η συνομοσπονδία — άν λη­φθούν το καθένα ξεχωριστά — δεν παρέχουν εγγυήσεις για την επίτευξη μιας ορθολογι­κής οικολογικής κοινωνίας. Στην πραγματικότητα, όλα αυτά σε διάφορες χρονικές περιό­δους έχουν στηρίξει ακραίες μορφές τοπικιστικών κοινοτήτων, ολιγαρχίες, ακόμα και δε­σποτικά καθεστώτα. Επομένως, χωρίς τη θεσμική σύνθεση των παραπάνω δομών δεν μπορούμε να ελπίζουμε στην επίτευξη μιας ελεύθερης κοινωνίας με οικολογικό προσα­νατολισμό.

Συνομοσπονδισμός και Αλληλεξάρτηση

Ο αποκεντρωτισμός και η αυτο-συντήρηση πρέπει να εμπεριέχουν μια αρχή κοινωνι­κής οργάνωσης πολύ ευρύτερη από τον απλό τοπικισμό. Μαζί με την αποκέντρωση, τη σχετική αυτάρκεια, την ανθρώπινη κλίμακα κοινοτικής οργάνωσης, τις οικοτεχνολογίες κ.λπ., υπάρχει επιτακτική ανάγκη για δημοκρατικές και αληθινά κοινοτικές μορφές αλ­ληλεξάρτησης — με δυο λόγια, για ελευθεριακές μορφές συνομοσπονδισμού.

Σε πολλά άρθρα και βιβλία έχω αναπτύξει λεπτομερώς την ιστορία των συνομοσπονδιακών δομών από τις αρχαίες και μεσαιωνικές μέχρι τις σύγχρονες συνομοσπονδίες, όπως στην Ισπανία στις αρχές του δέκατου έκτου αιώνα, οι Παρισινές συνελεύσεις των δεοΐΐοη το 1793, καθώς και πιο σύγχρονες απόπειρες για συνομοσπονδία, ιδιαίτερα από τους αναρχικούς στην Ισπανική Επανάσταση της δεκαετίας του ’30. Σήμερα, οι σοβαρές παρε­ξηγήσεις που δημιουργούνται συχνά μεταξύ των υποστηρικτών της αποκέντρωσης, οφεί­λονται στην πολύ συχνή αδυναμία τους να αντιληφθούν την ανάγκη για συνομοσπονδία — η οποία, τουλάχιστον, συντελεί στην αντιστάθμιση της τάσης των αποκεντρωμένων κοινοτήτων να παρασύρονται προς την απομόνωση και τον επαρχιωτισμό. Εάν δεν έχου­με μια σαφή αντίληψη της έννοιας του συνομοσπονδισμού — το ότι, δηλαδή, αποτελεί μια αρχή-κλειδί και δίνει πληρέστερο νόημα στον αποκεντρωτισμό — τότε η ατζέντα για ελευθεριακή τοπική αυτοδιεύθυνση μπορεί εύκολα, στην καλύτερη περίπτωση, να κατα­στεί κενή, ή να χρησιμοποιηθεί για την επίτευξη εξαιρετικά τοπικιστικών στόχων στη χει­ρότερη.

Τι είναι, επομένως, ο συνομοσπονδισμός; Πάνω απ’ όλα είναι ένα δίκτυο εκτελεστικών συμβουλίων, τα μέλη ή οι αντιπρόσωποι των οποίων εκλέγονται από άμεσα δημοκρατικές λαϊκές συνελεύσεις στα διάφορα χωριά, πόλεις, ακόμα και στις γειτονιές των μεγαλουπό­λεων. Τα μέλη αυτών των συνομοσπονδιακών συμβουλίων έχουν αυστηρή εξουσιοδότη­ση, είναι ανακλητά και υπεύθυνα ενώπιον των συνελεύσεων που τους επιλέγουν για το συντονισμό και την εφαρμογή της πολιτικής που διαφορφώνεται από τις ίδιες (τις συνε­λεύσεις). Η λειτουργία τους επομένως είναι καθαρά εκτελεστική και πρακτική, κι όχι πο­λιτική (με την έννοια της λήψης αποφάσεων για τη διαμόρφωση πολιτικής) όπως είναι η λειτουργία των αντιπροσώπων στα κοινοβουλευτικά συστήματα διακυβέρνησης.

Η άποψη περί συνομοσπονδίας εμπεριέχει μια σαφή διάκριση μεταξύ της διαμόρφω­σης πολιτικής, άφ’ ενός, και του συντονισμού και της εκτέλεσης της πολιτικής που έχει υι­οθετηθεί, αφ’ ετέρου. Η διαμόρφωση πολιτικής είναι αποκλειστικό δικαίωμα των λαϊκών κοινοτικών συνελεύσεων που βασίζονται στις πρακτικές της συμμετοχικής δημοκρατίας. Ο συντονισμός κι η διαχείριση είναι υπευθυνότητα των συνομοσπονδιακών συμβουλίων, που γίνονται όργανα για τη διασύνδεση των χωριών, πόλεων, γειτονιών και μεγαλουπό­λεων σε συνομοσπονδιακά δίκτυα. Η εξουσία επομένως ρέει από τη βάση προς την κορυ­φή κι όχι από την κορυφή προς τη βάση, και στις συνομοσπονδίες, η ροή της εξουσίας από τη βάση στην κορυφή ελαττώνεται ανάλογα με το πεδίο δράσεως του ομοσπονδια­κού συμβουλίου, που εκτείνεται εδαφικά από τοπικές κοινότητες σε περιφέρειες και από περιφέρειες σε ακόμα ευρύτερες εδαφικές περιοχές.

Το αποφασιστικό στοιχείο που δίνει υπόσταση στο συνομοσπονδισμό είναι η αλληλε­ξάρτηση των κοινοτήτων με στόχο την αυθεντική αλληλοβοήθεια που βασίζεται στη συμ­μετοχή σε σχέση με την κατανομή των πόρων, την παραγωγή και τη διαμόρφωση πολιτι­κής. Εάν μια κοινότητα δεν είναι υποχρεωμένη να βασίζεται σε κάποια άλλη, ή άλλες γε­νικότερα, για την ικανοποίηση σημαντικών υλικών αναγκών και την πραγματοποίηση κοινών πολιτικών στόχων, με τρόπο που να αποτελεί μέρος ενός μεγαλύτερου όλου, τότε η απομόνωση και ο ακραίος τοπικισμός είναι η πιθανότερη κατάληξη. Μόνο εφόσον αναγνωρίσουμε ότι η συνομοσπονδία πρέπει να θεωρηθεί ως η προέκταση ενός είδους συμμετοχικής διαχείρισης – δια μέσου συνομοσπονδιακών δικτύων — μπορεί η αποκέ­ντρωση και ο τοπικισμός να εμποδίσουν τις κοινότητες από το να αποσυρθούν μέσα στα τοπικιστικά τους όρια σε βάρος ευρύτερων συνασπισμών ανθρώπινης συνεργασίας.

Ο συνομοσπονδισμός είναι, επομένως, ένας τρόπος διαιώνισης της αλληλεξάρτησης που πρέπει να υπάρχει μεταξύ κοινοτήτων και περιφερειών — πράγματι, είναι ένας τρό­πος εκδημοκρατισμού αυτής της αλληλεξάρτησης χωρίς να εγκαταλειφθεί η αρχή του το­πικού ελέγχου. Αν και ένας λογικός βαθμός αυτάρκειας είναι επιθυμητός σε κάθε περιο­χή ή περιφέρεια, ο συνομοσπονδισμός αποτελεί μέσο αποφυγής του ακραίου τοπικισμού αφ’ ενός, καθώς και ενός εξωφρενικού εθνικού και παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας αφ’ ετέρου. Με δυο λόγια, είναι ένας τρόπος με τον οποίο μια κοινότητα μπορεί να δια­τηρήσει την ταυτότητα και την αυτονομία της ενώ, παράλληλα, συμμετέχει ισότιμα στο μεγαλύτερο σύνολο που συγκροτεί μια ισορροπημένη οικολογική κοινωνία.

Ο συνομοσπονδισμός ως αρχή κοινωνικής οργάνωσης φθάνει στο αποκορύφωμα της ανάπτυξής του όταν η ίδια η οικονομία λειτουργεί σε συνομοσπονδιακή βάση, θέτοντας τα αγροκτήματα, τα εργοστάσια και τις άλλες αναγκαίες επιχειρήσεις της περιοχής υπό τοπικό έλεγχο — όταν, δηλαδή, μια κοινότητα, όσο μικρή ή μεγάλη κι αν είναι, αρχίζει να διαχειρίζεται τους δικούς της οικονομικούς πόρους σ’ ένα αλληλένδετο δίκτυο με άλ­λες κοινότητες. Η επιβολή μιας επιλογής μεταξύ της αυτάρκειας, αφ’ ενός, και ενός συ­στήματος ανταλλαγών με βάση την αγορά, αφ’ ετέρου, αποτελεί υπερ-απλουστευμένη και μη αναγκαία διχοτόμηση. Προτιμώ να πιστεύω ότι μια συνομοσπονδιακή οικολογική κοι­νωνία θα βασίζεται στη συμμετοχή και στην ικανοποίηση που δίνει η κατανομή των αγα­θών μεταξύ των κοινοτήτων σύμφωνα με τις ανάγκες τους, κι όχι σε “συνεταιριστικές” καπιταλιστικές κοινότητες που βαλτώνουν στο δούναι και λαβείν των σχέσεων ανταλλα­γής·

Αδύνατον; Εκτός κι αν πιστέψουμε ότι η κρατικοποιημένη οικονομία (που ενισχύει με οικονομική δύναμη την πολιτική εξουσία του συγκεντρωτικού κράτους) ή μια ιδιωτική οι­κονομία της αγοράς (της οποίας ο νόμος “ανάπτυξη ή θάνατος” απειλεί με υπονόμευση την οικολογική σταθερότητα ολόκληρου του πλανήτη) είναι περισσότερο λειτουργική, μου είναι αδύνατο να δω ποια άλλη βιώσιμη εναλλακτική λύση διαθέτουμε πέρα από τη συνομοσπονδιακή τοπική αυτοδιεύθυνση της οικονομίας. Οπωσδήποτε, στην περίπτωση αυτή, δεν θα είναι πια οι προνομιούχοι γραφειοκράτες του δημοσίου ή οι άπληστοι αστοί επιχειρηματίες — ή ακόμα και οι “κολλεκτιβιστές” καπιταλιστές στις επωνομαζόμενες επιχειρήσεις εργατικού ελέγχου — προωθώντας όλοι τα δικά τους ειδικά συμφέροντα — εκείνοι που θα αντιμετωπίζουν τα προβλήματα μιας κοινότητας, αλλά οι πολίτες, ανεξάρ­τητα από το επάγγελμα και το χώρο εργασίας τους. Αυτή τη φορά, θα είναι απαραίτητο να ξεπερασθούν τα παραδοσιακά ειδικά συμφέροντα της εργασίας, του χώρου εργασίας, της κοινωνικής θέσης και των σχέσεων ιδιοκτησίας, και να δημιουργηθεί ένα γενικό συμ­φέρον βασισμένο σε αμοιβαία κοινοτικά προβλήματα.

Η συνομοσπονδία είναι η σύνθεση της αποκέντρωσης, του τοπικισμού, της αυτάρκειας, της αλληλεξάρτησης — και πολλών άλλων. Αυτά τα άλλα είναι η απαραίτητη ηθική εκ­παίδευση και δόμηση του χαρακτήρα – ότι, δηλαδή, οι Έλληνες αποκαλούσαν παιδεία — που οδηγεί στους ορθολογικούς και ενεργούς πολίτες της συμμετοχικής δημοκρατίας αντί για τους παθητικούς ψηφοφόρους και καταναλωτές της σημερινής “δημοκρατίας”. Τελικά, δεν υπάρχει υποκατάστατο για μια συνειδητή ανασυγκρότηση των μεταξύ μας σχέσεων και των σχέσεών μας με το φυσικό κόσμο.

Το επιχείρημα ότι η αναδιάρθρωση της κοινωνίας και της σχέσης μας με το φυσικό κό­σμο μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την αποκέντρωση ή τον τοπικισμό ή την αυτοσυντήρη­ση μας αφήνει με μια ελλιπή συλλογή λύσεων. Οτιδήποτε παραλείπαμε μεταξύ αυτών των προϋποθέσεων για μια κοινωνία βασισμένη στις συνομοσπονδιοποιημένες τοπικές κοινό­τητες, θα άφηνε μια τεράστια “μαύρη τρύπα” σε ολόκληρο το κοινωνικό οικοδόμημα που ελπίζουμε να δημιουργήσουμε. Η τρύπα αυτή θα μεγάλωνε και τελικά θα κατέστρεφε το ίδιο το οικοδόμημα — ακριβώς όπως η οικονομία της αγοράς, σε συνδυασμό με το “σο­σιαλισμό”, την “αναρχία”, ή οποιαδήποτε άλλη ιδέα έχει κανείς για μια “ιδεατή” κοινω­νία, θα εξουσίαζε τελικά την κοινωνία στο σύνολο της. Ούτε μπορούμε να παραλείψουμε τη διάκριση μεταξύ της διαμόρφωσης πολιτικής και της διαχείρισης, γιατί μόλις η διαμόρ­φωση πολιτικής ξεφύγει από τα χέρια του λαού, καταβροχθίζεται από τους αντιπροσώ­πους του, που δεν αργούν με τη σειρά τους να γίνουν γραφειοκράτες.

Ο συνομοσπονδισμός, ουσιαστικά, πρέπει να κατανοηθεί ως ένα όλον, ως ένα συνειδη­τά συγκροτημένο σώμα αλληλεξαρτήσεων που ενώνει τη συμμετοχική δημοκρατία σε το­πικές κοινότητες μ’ ένα επιμελώς ελεγχόμενο σύστημα συντονισμού. Εμπεριέχει τη δια­λεκτική εξέλιξη της ανεξαρτησίας και της εξάρτησης σε μια σύνθεση αλληλεξάρτησης, ακριβώς όπως το άτομο σε μια ελεύθερη κοινωνία αναπτύσσεται από την εξάρτηση της παιδικής ηλικίας στην ανεξαρτησία της νεότητας, απλά και μόνο για να συνθέσει και τις δύο σε μια συνειδητή μορφή αλληλεξάρτησης μεταξύ ατόμων και μεταξύ ατόμου και κοι­νωνίας.

Ο συνομοσπονδισμός είναι κατά συνέπεια ένα ευμετάβλητο και διαρκώς εξελισσόμενο είδος κοινωνικού μεταβολισμού, στα πλαίσια του οποίου η ταυτότητα μιας οικολογικής κοινωνίας διαφυλάσσεται μέσω των διαφορών της και της ενυπάρχουσας δυνατότητάς της για ακόμα μεγαλύτερη διαφοροποίηση. Ο συνομοσπονδισμός, στην πραγματικότητα, δεν σημειώνει το τέλος της ιστορίας (όπως πρόσφατα μας ωθούν να πιστέψουμε οι ιδεο­λόγοι του “τέλους της ιστορίας” για το φιλελεύθερο καπιταλισμό) αλλά μάλλον το σημείο εκκίνησης για μια νέα οικο-κοινωνική ιστορία που χαρακτηρίζεται από μια συμμετοχική εξέλιξη μέσα στην κοινωνία και μεταξύ της κοινωνίας και του φυσικού κόσμου.

Συνομοσπονδισμός και Δυαδική Εξουσία

Στο συγγραφικό μου έργο προσπάθησα, πάνω απ’ όλα, να δείξω πως η συνομοσπονδία σε τοπική βάση βρίσκεται σε οξεία ένταση με το συγκεντρωτικό κράτος γενικά, και με το έθνος-κράτος των ημερών μας. Ο συνομοσπονδισμός, προσπάθησα να τονίσω, δεν είναι απλώς μια μοναδική κοινωνική, ιδιαίτερα τοπική, μορφή διαχείρισης. Είναι μια σφύζου­σα παράδοση στις υποθέσεις της ανθρωπότητας, παράδοση που έχει πίσω της μια ιστορία αιώνων. Οι συνομοσπονδίες για γενιές επί γενεών προσπάθησαν να αντισταθμίσουν μια εξ ίσου σχεδόν μακρόχρονη ιστορική τάση προς το συγκεντρωτισμό και τη δημιουργία του έθνους-κράτους.

Εάν δεν αντιληφθούμε ότι ο συνομοσπονδισμός και ο κρατισμός βρίσκονται σε ένταση μεταξύ τους — μια ένταση στα πλαίσια της οποίας το έθνος-κράτος έχει χρησιμοποιήσει μια ποικιλία ενδιάμεσων λύσεων, όπως οι επαρχιακές κυβερνήσεις στον Καναδά και οι πολιτειακές κυβερνήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, για να δημιουργήσει την ψευδαίσθη­ση “τοπικού ελέγχου” — τότε η έννοια της συνομοσπονδίας χάνει κάθε νόημα. Η αυτονο­μία των επαρχιών στον Καναδά και τα δικαιώματα των πολιτειών στις Ηνωμένες Πολι­τείες δεν έχουν μεγαλύτερη σχέση με τη συνομοσπονδία απ’ ό,τι είχαν τα “σοβιέτ” ή συμ­βούλια, που ως φορείς λαϊκού ελέγχου υπήρχαν σε ένταση με το ολοκληρωτικό κράτος του Στάλιν. Τα ρωσικά σοβιέτ κατελήφθησαν από τους μπολσεβίκους και υποσκελίστη­καν από το κόμμα τους μέσα σ’ ένα ή δύο χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Επομένως η οπορτουνιστική κάθοδος “συνομοσπονδιστών” υποψηφίων στις εκλογές για πολιτειακές κυβερνήσεις – ή, ακόμα πιο εφιαλτικά, για τη θέση του κυβερνήτη σε φαι­νομενικά δημοκρατικές πολιτείες (όπως έχουν προτείνει ορισμένοι Αμερικανοί Πράσι­νοι) — αποδυναμώνει το ρόλο των συνομοσπονδιακών τοπικών κοινοτήτων ως δύναμης αντιστάθμισης του έθνους-κράτους και μειώνει τη σπουδαιότητα της ανάγκης για ένταση μεταξύ συνομοσπονδίας και έθνους-κράτους ενώ, συγχρόνως, συσκοτίζει το γεγονός ότι αυτά τα δύο δεν μπορούν να συνυπάρξουν σε μακροπρόθεσμη βάση.

Περιγράφοντας το συνομοσπονδισμό ως ένα όλον — ως μια δομή για αποκέντρωση, συμμετοχική δημοκρατία, και τοπικισμό — και ως δυνατότητα για ακόμα μεγαλύτερη διαφοροποίηση στη βάση μιας νέας εξέλιξης, θα ήθελα να τονίσω ότι η ίδια έννοια του όλου που ισχύει για τις αλληλεξαρτήσεις μεταξύ τοπικών κοινοτήτων ισχύει επίσης και για τις ίδιες τις τοπικές κοινότητες. Η τοπική κοινότητα, όπως έχω επισημάνει σε παλαιό­τερα κείμενα, είναι η πιο άμεση πολιτική αρένα του ατόμου, ο κόσμος που βρίσκεται κυ­ριολεκτικά ένα σκαλοπάτι πέρα από τον ιδιωτικό χώρο της οικογένειας και την οικειότη­τα των προσωπικών σχέσεων. Σ’ αυτή την πρωταρχική πολιτική αρένα, όπου η πολιτική θα πρέπει να γίνει αντιληπτή με την ελληνική έννοια της άμεσης διεύθυνσης των υποθέ­σεων της πόλης ή της κοινότητας, το άτομο μπορεί να μεταμορφωθεί από απλό πρόσωπο σε ενεργό πολίτη, από ιδιωτικό ον σε δημόσιο ον. Η σημαντική αυτή αρένα που κυριολε­κτικά διαμορφώνει τον πολίτη σε λειτουργικό ον με άμεση συμμετοχή στο μέλλον της κοι­νωνίας, συνιστά ένα επίπεδο ανθρώπινων αλληλεπιδράσεων που είναι πολύ πιο βασικό (με εξαίρεση την ίδια την οικογένεια) από κάθε επίπεδο που εκφράζεται με αντιπροσω­πευτικές μορφές διακυβέρνησης, όπου η συλλογική εξουσία κυριολεκτικά μετατρέπεται σε εξουσία συγκεντρωμένη σ’ ένα ή μερικά άτομα. Η τοπική κοινότητα είναι κατά συνέ­πεια η πιο αυθεντική αρένα δημόσιας ζωής, όσο κι αν έχει παραμορφωθεί μέσα στην πο­ρεία της ιστορίας….

Αναδημοσίευση από: http://eleftheriakos.gr/node/531

ΜΙΑ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΙΔΕΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ Του Andrea Tognina

 

Οι αναρχικοί είναι λίγοι. Συνήθως αντιμετωπίζονται με δυσπιστία. Καλλιεργούν μια ουτοπία η οποία στα μάτια των πολλών φαίνεται απραγματοποίητη. Η ιστορία τους έχει σημαδευτεί από πολλές ήττες. Σήμερα όμως πολλά κοινωνικά κινήματα  βασίζονται σε ελευθεριακές ιδέες και πράξεις.

«Τώρα πια ο αναρχισμός (…) καταλαμβάνει τη θέση που ανήκε στον μαρξισμό την εποχή των κινημάτων της δεκαετίας του ‘60: ακόμη και κάποιος που δεν θεωρείται αναρχικός προσφεύγει σε αναρχικές ιδέες και αυτοπροσδιορίζεται σε σχέση με αυτές», έγραψε πρόσφατα ο νεοϋορκέζος ανθρωπολόγος David Graeber,  ένας από τους διανοούμενους στους οποίους αναφέρεται το κίνημα Occupy Wall Street.
Η φράση μπορεί να φανεί καρπός της αισιόδοξης βούλησης ενός στρατευμένου αναρχικού, είναι όμως επίσης αλήθεια ότι στο πρόσφατο χρονικό των κοινωνικών κινημάτων όλο και πιο συχνά εμφανίζονται στοιχεία της ελευθεριακής σκέψης : η αρχή της αυτοδιαχείρισης, οι συναινετικές αποφάσεις, η απόρριψη των ιεραρχιών.
Ο αναρχισμός, με καθυστέρηση αρκετών χρόνων, φαίνεται να επηρεάζεται από τα αποτελέσματα του 1989. «Τα τελευταία 15 χρόνια ο αναρχισμός βρίσκεται σε ανάκαμψη», παρατηρεί ο Gabriel Kuhn, αναρχικός φιλόσοφος αυστριακής καταγωγής. Η πτώση των κομουνιστικών καθεστώτων έδωσε κατά κάποιο τρόπο δίκιο στους αναρχικούς.
Η παραδοσιακή μαρξιστική σκέψη έχασε τη λάμψη της.
«Τη δεκαετία του ‘90 πολλοί συμμερίζονταν τις κριτικές στον αυταρχικό σοσιαλισμό, αλλά κρατούσαν τις αποστάσεις τους από τον αναρχισμό. Τον θεωρούσαν ουτοπικό, ρομαντικό και χαοτικό. Χρησιμοποίησαν όμως πολλά στοιχεία από τον αναρχισμό: τη δημοκρατία της βάσης, την οριζόντια οργάνωση, τη δυσπιστία απέναντι στις ιεραρχίες και τους πολιτικούς, και επίσης την αρχή της άμεσης δράσης », λέει ο Kuhn.
Συνάντησα τον  Gabriel Kuhn στο Saint-Imier, που βρίσκεται στο τμήμα της ελβετικής οροσειράς του Γιούρα (Jura) [1]  που ανήκει στο καντόνι της Βέρνης, στην πρόσφατη διεθνή αναρχική συνάντηση που οργανώθηκε με την ευκαιρία των 140 χρόνων από το συνέδριο που γέννησε την αντιαυταρχική Διεθνή.
Εδώ ξεκίνησε η πρώτη περίοδος της ιστορίας του αναρχικού κινήματος, η οποία σηματοδοτήθηκε από μια σημαντική παρουσία αναρχικών στο εργατικό κίνημα μερικών χωρών και από τις επαναστατικές εμπειρίες της κομούνας του Παρισιού, των σοβιέτ  στην Ουκρανία και της ισπανικής επανάστασης. Μια περίοδος η οποία μπορούμε να θεωρήσουμε  ότι ολοκληρώθηκε με το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.

Από τον ταξικό αγώνα στην κοινωνική εξέγερση

Η αναρχική σκέψη θα επανεμφανιστεί στα κινήματα της δεκαετίας του ‘60 στα οποία ήταν ισχυρή η ελευθεριακή  τάση. « Στο πλαίσιο της νέας αριστεράς του ‘68 ο αναρχισμός αλλάζει χαρακτήρα. Τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά αποκτούν σημαντικότερο ρόλο. Η εξέγερση ενάντια στην αστική οργάνωση της κοινωνίας (ordine borghese) υποσκελίζει την παράδοση του ταξικού αγώνα», σημειώνει ο Gabriel Kuhn. Ο αναρχισμός επηρεάζει τη νέα αριστερά κι επηρεάζεται κι εκείνος με τη σειρά του. Το κίνημα ανοίγεται σε νέες προοπτικές. « Η παραδοσιακή κεντρικότητα των οικονομικών ζητημάτων αντιμετωπίζεται με περισσότερο κριτική ματιά, η προσοχή μετατοπίζεται και προς άλλες μορφές κυριαρχίας: την πατριαρχία, το ρατσισμό, τις έμφυλες διακρίσεις, την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος».
Μετά το ‘68 ο αναρχισμός γίνεται πιο ποικιλόχρωμος και ανακαλύπτει εκ νέου όψεις της κλασικής ελευθεριακής σκέψης που είχαν ως τότε μάλλον υποβαθμιστεί: παραδείγματος χάρη τις σκέψεις γύρω από τη σεξουαλικότητα του Erich Mühsam [2], τον πρόδρομο οικολογισμό του Elisée Reclus [3] ή στην Ελβετία, τις πρωτοβουλίες της Margarethe Hardegger [4]  υπέρ του ελέγχου των γεννήσεων . «Υπάρχουν κάποιοι κύκλοι γενεών: το ‘68 είναι μια σημαντική στιγμή, μετά ίσως η δεκαετία του ‘80 με το κίνημα punk, και η δεκαετία του ‘90 με τη ζαπατιστική εξέγερση στο Μεξικό, την εμφάνιση των κινημάτων για μια ‘’άλλη παγκοσμιοποίηση’’ και τον ερχομό του internet», παρατηρεί η  Marianne Enckell, αρχειοθέτρια στο Διεθνές Κέντρο Μελετών για τον Αναρχισμό (CIRA) στη Λοζάνη.
Το όραμα του 19ου αιώνα για μια  μεγάλη επαναστατική αναγέννηση δεν εξαφανίζεται, συνήθως όμως τίθεται σε δεύτερο επίπεδο σε σχέση με τις προσπάθειες να δημιουργηθούν όσο το δυνατόν περισσότερο αυτόνομοι χώροι στην καθημερινότητα. « Όλο και λιγότερο το όραμα της στιγμής της αλλαγής και όλο και περισσότερο η προσπάθεια να φανταστούμε την εφαρμογή των αναρχικών ιδεών στην καθημερινή ζωή», συνοψίζει ο  Edy Zarro, ένας από τους εμπνευστές του αναρχικού εκδοτικού οίκου La Baronata, κι εκείνος στο Saint-Imier μαζί με άλλους συντρόφους από το Ticino. Σε αυτό το πλαίσιο, μάλλον η λέξη κλειδί  είναι η αυτοδιεύθυνση.

logo-autogestione-1024x890


Η καθημερινή αναρχία

Τις τελευταίες δεκαετίες το ελευθεριακό κίνημα βρήκε γόνιμο έδαφος για σκέψη και πειραματισμό στις διάφορες αυτοδιαχειριζόμενες πραγματικότητες που αναδύθηκαν στην Ιταλία την Ισπανία κι αλλού. Και χάρη στην οριζόντια και ευέλικτη δομή του, μπόρεσε γρήγορα να αφουγκραστεί και να απορροφήσει τους παλμούς που προέρχονταν από άλλα κοινωνικά κινήματα. « Παραδείγματος χάρη το  Molino ( ένα αυτοδιαχειριζόμενο κοινωνικό κέντρο στο  Ticino από το  1996) είναι πολύ επηρεασμένο από το ζαπατιστικό κίνημα στο Μεξικό. Σύντροφοι και συντρόφισσες πήγαν στην  Chiapas μετεφέροντάς μας ερεθίσματα  τα οποία μπορέσαμε να επεκτείνουμε σε θεωρίες και πρακτικές που είναι μέχρι σήμερα χρήσιμες», διηγείται ο  Paolo Casellini, ένας από τους ακτιβιστές του κοινωνικού κέντρου.
«Αυτό που έχει νόημα για εμάς τους αναρχικούς και ελευθεριακούς είναι η υιοθέτηση μεθόδων οριζόντιας, αυτοδιαχειριζόμενης, χωρίς ανάθεση, συναίνεσης. Δεν είναι ανάγκη να πάμε μακριά, μέχρι το Μεξικό, αρκεί να δούμε αυτό που συμβαίνει στην κοιλάδα Σούζα (Val di Susa), με το κίνημα No Tav (κίνημα που αντιστέκεται ενάντια στη σιδηροδρομική γραμμή υψηλής ταχύτητας στη Γαλλία και την Ιταλία)», παρατηρεί από την πλευρά του ο Michele Bricòla, ένας από τους συντάκτες του αναρχικού περιοδικού Voce libertaria στο Ticino.
Αναμφίβολα μέσα στο αναρχικό κίνημα το άνοιγμα προς συγγενή κινήματα και η τάση να αποδεσμεύεσαι από την εξουσία αντί να την πολεμάς μετωπικά δεν έχουν την ομόφωνη αποδοχή. Όμως μεγάλο μέρος του αναρχισμού φαίνεται ότι έχει αφήσει πίσω του – αν ποτέ ήταν δικές του –  τις έννοιες της ηγεμονίας που είχαν επεξεργαστεί οι πολιτικές θεωρίες του 19ου αιώνα, προτιμώντας δικτυακές σχέσεις με άλλα κοινωνικά κινήματα. « Κάποτε διακηρύσσαμε τις ιδέες μας τώρα είμαστε εδώ για να μάθουμε», δηλώνει ο Peter Schrembs, εδώ και σαράντα χρόνια ενεργός στο αναρχικό κίνημα στο Ticino.

Ριζοσπαστικός πραγματισμός

«Σε κάθε περίπτωση, οι αναρχικοί αποτελούν μια τέτοια μειοψηφία που αν αρνηθούν να συνεργαστούν με άλλους δεν θα μπορέσουν να κάνουν και πολλά πράγματα. Κι επίσης δεν είναι οι αναρχικοί που θα κάνουν την επανάσταση, αλλά ο κόσμος. Δεν θέλουμε να υποκαταστήσουμε τον κόσμο, δεν είμαστε μια επαναστατική πρωτοπορία», λέει ο Michel Némitz από το αυτοδιαχειριζόμενο πολιτισμικό κέντρο Espace Noir στο St-Imier, ένας από τους οργανωτές της διεθνούς συνάντησης.
Ο αναρχισμός σήμερα μάλλον ευνοεί την πράξη, τη συγκεκριμένη δράση που εμπνέεται από ελευθεριακές μεθοδολογίες. Μια προσέγγιση η οποία έχει ιστορικές ρίζες στο κίνημα. Όπως γράφει ο David Graeber, «ο αναρχισμός επιδίωξε να είναι ένας ηθικός λόγος  πάνω στην επαναστατική πρακτική». Ένας ηθικός λόγος θεμελιωμένος στην προϋπόθεση ότι η ελευθερία δεν μπορεί να κατακτηθεί με αυταρχικά μέσα και ότι η κοινωνική αλλαγή ξεκινάει από την αλλαγή των καθημερινών σχέσεων. Βέβαια, στο αναρχικό κίνημα δεν λείπει η αφέλεια, οι δογματισμοί και μερικές φορές η ασάφεια. Όμως παραμένει ο πιο ριζοσπαστικός ερμηνευτής των θεμελιωδών αρχών της γαλλικής επανάστασης: ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη.
«Είμαι πραγματικά ελεύθερος όταν όλα τα ανθρώπινα όντα που με περιβάλλουν, άντρες και γυναίκες, είναι εξίσου ελεύθερα. Η ελευθερία των άλλων ανθρώπων, αντί να αρνείται ή να περιορίζει την ελευθερία μου, είναι απεναντίας η αναγκαία προϋπόθεση και επιβεβαίωσή της» έγραψε ο Μ. Μπακούνιν. Μάλλο σήμερα οι αναρχικοί οικολόγοι θα επέκτειναν αυτή την έννοια της ελευθερίας και στα ζώα, τα δέντρα και τα βουνά.

29 Αυγούστου 2012

(Μετάφραση Ν. Χριστόπουλος)

[1]. Ή ‘’Ζυρά’’ σύμφωνα με τη γαλλόφωνη προφορά.

[2]. Erich Mühsam (1878-1934): Γερμανός επαναστάτης καλλιτέχνης (ποιητής) και αναρχικός. Πρωτοστάτησε στην ‘’επανάσταση των συμβουλίων’’ και τη βραχύβια Συμβουλιακή Δημοκρατία στο Μόναχο το 1918. Το 1933 συλλαμβάνεται από τα ναζιστικά τάγματα εφόδου (SA) για τις διεθνιστικές / ελευθεριακές του απόψεις και βέβαια για την εβραϊκή του καταγωγή και οδηγείται στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Oranienburg όπου δολοφονείται το 1934  μετά από σκληρά βασανιστήρια.

[3]. Elisée Reclus (1830-1905): Φημισμένος γεωγράφος στην εποχή του, θεμελιωτής της σύγχρονης κοινωνικής γεωγραφίας, κομουνάρος στην κομούνα του Παρισιού και αναρχικός. Οι μελέτες του διεύρυναν τους ορίζοντες της επιστήμης της γεωγραφίας θέτοντας στο επίκεντρο της γεωγραφικής σκέψης τη συνάρθρωση των φυσικών με τα κοινωνικά, ιστορικά και ανθρωπολογικά στοιχεία. Το βιβλίο του L’Homme et la Terre  ( Ο Άνθρωπος και η Γη ) ανοίγει με τη φράση: ‘’Ο άνθρωπος είναι η φύση που αυτοσυνειδητοποιείται’’. Ένας πρόδρομος της ‘’κοινωνικής οικολογίας’’.

[4]. Margarethe Faas-Hardegger(1882-1963): Ελβετή ελευθεριακή συνδικαλίστρια (επηρεασμένη από τον γαλλικό επαναστατικό συνδικαλισμό και τις ελευθεριακές ιδέες του Gustav Landauer), φεμινίστρια, ειρηνίστρια και συγγραφέας. Στον συνδικαλιστικό της αγώνα μάχεται και για τα πολιτικά/κοινωνικά δικαιώματα των γυναικών αλλά και για την αντισύλληψη, την άμβλωση, τον έλεγχο των γεννήσεων, τον ελεύθερο έρωτα, την κατάργηση του στρατού. Καταδικάστηκε σε ένα χρόνο φυλακή γιατί βοήθησε δύο γυναίκες να διακόψουν την κύησή τους. Αφιερώθηκε επίσης στην προσπάθεια ίδρυσης αναρχο – κομουνιστικών αγροτικών κοινοτήτων.

Το κείμενο είναι μετάφραση από το αναρχικό περιοδικό VOCE libertaria (No 22, Σεπτέμβριος – Νοέμβριος 2012) που εκδίδεται στο ιταλόφωνο Ticino της Ελβετίας και το οποίο συμμετείχε μαζί με τις εκδόσεις La Baronata από την ίδια πόλη στη Διεθνή αναρχική συνάντηση στο Saint-Imier τον Αύγουστο του 2012. Οι σημειώσεις είναι του μεταφραστή.

 

Διεθνής Συνάντηση Του Αναρχισμού – Saint-Imier Αύγουστος 2012


Από τις 8 έως τις 12  Αυγούστου του  2012 στο Saint-Imier (ένα μικρό ελβετικό χωριό 4800 κατοίκων που βρίσκεται στην περιοχή των οροσειρών του Γιούρα (Jura) [1] και ανήκει στο καντόνι  της Βέρνης), πραγματοποιήθηκε η Διεθνής Συνάντηση του Αναρχισμού. Ο τόπος δεν επιλέχτηκε τυχαία, 140 χρόνια πριν, το 1872 στο Saint-Imier, οργανώθηκε η πρώτη Aντιαυταρχική Διεθνής, ως απάντηση στη συγκεντρωτική και απολυταρχική Διεθνή του Μαρξ. Η Οργανωτική Επιτροπή της Διεθνούς  Συνάντησης Του Αναρχισμού στο St. Imier 2012 στο κάλεσμά της ανέφερε:

Η  ομοσπονδία του Γιούρα (Jura)
Η Διεθνής Ένωση των Εργαζομένων (AIT ή IWA στην αγγλική) ιδρύθηκε το 1864. Αμέσως συγκροτήθηκαν τμήματά της στις πόλεις Chaux-De-Fonds, Locle, St-Imier και άλλες περιοχές των ελβετικών οροσειρών του  Γιούρα. Πολλοί από τους εργάτες και τις εργάτριες που προσχώρησαν ήταν ακόμη κατ’ οίκον εργαζόμενοι/ες (ωρολογοποιοί). Τους άρεσε το διάβασμα και εμφορούνταν από ένα πνεύμα ανεξαρτησίας. Η συνάντησή τους με τον Μπακούνιν, ο οποίος επισκέφθηκε την περιοχή το 1869 , δεν έμεινε χωρίς συνέπειες. Η σύγκλιση των απόψεων που -αυτοί/αυτές- ανακάλυψαν κατέστησε την Ομοσπονδία του Γιούρα τον, αντιτιθέμενο στην μαρξιστική τάση, ελευθεριακό πόλο της AIT. Η αντίθεσή τους, εξαγρίωσε τον Μαρξ ο οποίος έκανε ότι μπορούσε για να εξαφανίσει αυτό το ρεύμα. Το 1872 νόμιζε ότι πέτυχε το στόχο του. Στο συνέδριο που έγινε στην Χάγη, κατάφερε να συγκεντρώσει το μέγιστο των αντιπροσώπων που απαιτούνταν, από τους οποίους μερικοί/ες παρουσιάστηκαν ως εκπρόσωποι τμημάτων τα οποία κατόπιν αποδείχτηκαν ανύπαρκτα. Χάρη σε αυτή την πλαστή πλειοψηφία πετυχαίνει την ψήφιση του αποκλεισμού του Μπακούνιν, του Τζέιμς  Γκιγιώμ και για μια χούφτα ψήφους παραλίγο και του  Adhemar Schiwitzgubel (και οι τρεις ήταν  αντιπρόσωποι της ομοσπονδίας του Γιούρα). Σοκαρισμένα, τα τμήματα της αντιαυταρχικής τάσης της AIT, ανάμεσά τους εκείνα της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Γαλλίας, του Βελγίου και των Ηνωμένων Πολιτειών, οργανώνουν ένα συνέδριο στο  Saint-Imier όπου οι αποφάσεις που λαμβάνονται είναι ξεκάθαρα ελευθεριακές. Η αντιαυταρχική AIT επιβίωσε απέναντι στη μαρξιστική τάση μέχρι το τέλος του αιώνα. Εκατόν σαράντα χρόνια μετά από το συνέδριο στο  Saint-Imier η εκμετάλλευση και η αλλοτρίωση των εργαζόμενων ανδρών και γυναικών  είναι το ίδιο βάναυσες. Η μαρξιστική αυταπάτη διαλύθηκε μαζί με τις κομουνιστικές δικτατορίες. Ο καπιταλισμός ζει από κρίση σε κρίση: κοινωνική κρίση, πολιτική κρίση, στις οποίες τώρα πια προστίθεται και η οικολογική κρίση’’.

p23-3p23-1Στη συνάντηση το 2012 συμμετείχαν πάνω από 3000 άτομα και μέσα σε πέντε μέρες έγιναν ενενήντα περίπου ομιλίες/συναντήσεις/συζητήσεις, 26 αυναυλίες και μουσικές παραστάσεις, 24 προβολές ( συν τριάντα επιπλέον που προβάλλονταν κυκλικά) και μια μεγάλη έκθεση βιβλίου στο χώρο ενός παγοδρομίου. Εν κατακλείδι ένα πλήθος σχέσεων, εμπειριών, προταγμάτων, συζητήσεων κάθε είδους: από τον συνδικαλισμό, στον αναρχοφεμινισμό, από τα ελευθεριακά σχολεία, στην αυτοδιαχείριση, από τη δράση των συντρόφων σε όλη την Ευρώπη, την Αφρική, την Ασία, την Αμερική, στις συναντήσεις της IFA (Διεθνής των Αναρχικών Ομοσπονδιών) και της Organisation socialiste libertaire (Ελευθεριακή Σοσιαλιστική Οργάνωση).

Από το αναρχικό περιοδικό Voce libertaria που εκδίδεται στο ιταλόφωνο Ticino της Ελβετίας και το οποίο συμμετείχε μαζί με τις εκδόσεις La Baronata από την ίδια πόλη στη Διεθνή αναρχική συνάντηση στο Saint-Imier τον Αύγουστο του 2012 , δημοσιεύουμε  το κείμενο του Andrea Tognina, σχετικά με  τις προβληματικές που αναδύθηκαν στη συνάντηση  αλλά και τη γενικότερη κατάσταση του αναρχισμού σήμερα. Οι σημειώσεις είναι του μεταφραστή.

ΜΙΑ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΙΔΕΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
Του Andrea Tognina

Οι αναρχικοί είναι λίγοι. Συνήθως αντιμετωπίζονται με δυσπιστία. Καλλιεργούν μια ουτοπία η οποία στα μάτια των πολλών φαίνεται απραγματοποίητη. Η ιστορία τους έχει σημαδευτεί από πολλές ήττες. Σήμερα όμως πολλά κοινωνικά κινήματα  βασίζονται σε ελευθεριακές ιδέες και πράξεις.

«Τώρα πια ο αναρχισμός (…) καταλαμβάνει τη θέση που ανήκε στον μαρξισμό την εποχή των κινημάτων της δεκαετίας του ‘60: ακόμη και κάποιος που δεν θεωρείται αναρχικός προσφεύγει σε αναρχικές ιδέες και αυτοπροσδιορίζεται σε σχέση με αυτές», έγραψε πρόσφατα ο νεοϋορκέζος ανθρωπολόγος David Graeber,  ένας από τους διανοούμενους στους οποίους αναφέρεται το κίνημα Occupy Wall Street.
Η φράση μπορεί να φανεί καρπός της αισιόδοξης βούλησης ενός στρατευμένου αναρχικού, είναι όμως επίσης αλήθεια ότι στοιχεία της ελευθεριακής σκέψης όλο και πιο συχνά εμφανίζονται στο πρόσφατο χρονικό των κοινωνικών κινημάτων : η αρχή της αυτοδιαχείρισης, οι συναινετικές αποφάσεις, η απόρριψη των ιεραρχιών.
Ο αναρχισμός, με καθυστέρηση αρκετών χρόνων, φαίνεται να επηρεάζεται από τα αποτελέσματα του 1989. «Τα τελευταία 15 χρόνια ο αναρχισμός βρίσκεται σε ανάκαμψη», παρατηρεί ο Gabriel Kuhn, αναρχικός φιλόσοφος αυστριακής καταγωγής. Η πτώση των κομουνιστικών καθεστώτων έδωσε κατά κάποιο τρόπο δίκιο στους αναρχικούς.
Η παραδοσιακή μαρξιστική σκέψη έχασε τη λάμψη της.
«Τη δεκαετία του ‘90 πολλοί συμμερίζονταν τις κριτικές στον αυταρχικό σοσιαλισμό, αλλά κρατούσαν τις αποστάσεις τους από τον αναρχισμό. Τον θεωρούσαν ουτοπικό, ρομαντικό και χαοτικό. Χρησιμοποίησαν όμως πολλά στοιχεία από τον αναρχισμό: τη δημοκρατία της βάσης, την οριζόντια οργάνωση, τη δυσπιστία απέναντι στις ιεραρχίες και τους πολιτικούς, και επίσης την αρχή της άμεσης δράσης », λέει ο Kuhn.
Συνάντησα τον  Gabriel Kuhn στο Saint-Imier, που βρίσκεται στο τμήμα της ελβετικής οροσειράς του Γιούρα (Jura)  που ανήκει στο καντόνι της Βέρνης, στην πρόσφατη διεθνή αναρχική συνάντηση που οργανώθηκε με την ευκαιρία των 140 χρόνων από το συνέδριο που γέννησε την αντιαυταρχική Διεθνή.
Εδώ ξεκίνησε η πρώτη περίοδος της ιστορίας του αναρχικού κινήματος, η οποία σηματοδοτήθηκε από μια σημαντική παρουσία αναρχικών στο εργατικό κίνημα μερικών χωρών και από τις επαναστατικές εμπειρίες της κομούνας του Παρισιού, των σοβιέτ (συμβουλίων) στην Ουκρανία και της ισπανικής επανάστασης. Μια περίοδος η οποία μπορούμε να θεωρήσουμε  ότι ολοκληρώθηκε με το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.

Από τον ταξικό αγώνα στην κοινωνική εξέγερση

Η αναρχική σκέψη θα επανεμφανιστεί στα κινήματα της δεκαετίας του ‘60 στα οποία ήταν ισχυρή η ελευθεριακή  τάση. « Στο πλαίσιο της νέας αριστεράς του ‘68 ο αναρχισμός αλλάζει χαρακτήρα. Τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά αποκτούν σημαντικότερο ρόλο. Η εξέγερση ενάντια στην αστική οργάνωση της κοινωνίας (ordine borghese) υποσκελίζει την παράδοση του ταξικού αγώνα», σημειώνει ο Gabriel Kuhn. Ο αναρχισμός επηρεάζει τη νέα αριστερά κι επηρεάζεται κι εκείνος με τη σειρά του. Το κίνημα ανοίγεται σε νέες προοπτικές. « Η παραδοσιακή κεντρικότητα των οικονομικών ζητημάτων αντιμετωπίζεται με περισσότερο κριτική ματιά, η προσοχή μετατοπίζεται και προς άλλες μορφές κυριαρχίας: την πατριαρχία, το ρατσισμό, τις έμφυλες διακρίσεις, την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος».
Μετά το ‘68 ο αναρχισμός γίνεται πιο ποικιλόχρωμος και ανακαλύπτει εκ νέου όψεις της κλασικής ελευθεριακής σκέψης που είχαν ως τότε μάλλον υποβαθμιστεί: παραδείγματος χάρη τις σκέψεις γύρω από τη σεξουαλικότητα του Erich Mühsam [2], τον πρόδρομο οικολογισμό του Elisée Reclus [3] ή στην Ελβετία, τις πρωτοβουλίες της Margarethe Hardegger [4]  υπέρ του ελέγχου των γεννήσεων . «Υπάρχουν κάποιοι κύκλοι γενεών : το ‘68 είναι μια σημαντική στιγμή, μετά ίσως η δεκαετία του ‘80 με το κίνημα punk, και η δεκαετία του ‘90 με τη ζαπατιστική εξέγερση στο Μεξικό, την εμφάνιση των κινημάτων για μια ‘’άλλη παγκοσμιοποίηση’’ και τον ερχομό του internet», παρατηρεί η  Marianne Enckell, αρχειοθέτρια στο Διεθνές Κέντρο Μελετών για τον Αναρχισμό (CIRA) στη Λοζάνη.
Το όραμα του 19ου αιώνα για μια  μεγάλη επαναστατική αναγέννηση δεν εξαφανίζεται, συνήθως όμως τίθεται σε δεύτερο επίπεδο σε σχέση με τις προσπάθειες να δημιουργηθούν όσο το δυνατόν περισσότερο αυτόνομοι χώροι στην καθημερινότητα. « Όλο και λιγότερο το όραμα της στιγμής της αλλαγής και όλο και περισσότερο η προσπάθεια να φανταστούμε την εφαρμογή των αναρχικών ιδεών στην καθημερινή ζωή», συνοψίζει ο  Edy Zarro, ένας από τους εμπνευστές του αναρχικού εκδοτικού οίκου La Baronata, κι εκείνος στο Saint-Imier μαζί με άλλους συντρόφους από το Ticino. Σε αυτό το πλαίσιο, μάλλον η λέξη κλειδί  είναι η αυτοδιεύθυνση.

Η καθημερινή αναρχία

Τις τελευταίες δεκαετίες το ελευθεριακό κίνημα βρήκε γόνιμο έδαφος για σκέψη και πειραματισμό στις διάφορες αυτοδιαχειριζόμενες πραγματικότητες που αναδύθηκαν στην Ιταλία την Ισπανία κι αλλού. Και χάρη στην οριζόντια και ευέλικτη δομή του, μπόρεσε γρήγορα να αφουγκραστεί και να απορροφήσει τους παλμούς που προέρχονταν από άλλα κοινωνικά κινήματα. « Παραδείγματος χάρη το  Molino ( ένα αυτοδιαχειριζόμενο κοινωνικό κέντρο στο  Ticino από το  1996) είναι πολύ επηρεασμένο από το ζαπατιστικό κίνημα στο Μεξικό. Σύντροφοι και συντρόφισσες πήγαν στην  Chiapas μετεφέροντάς μας ερεθίσματα  τα οποία μπορέσαμε να επεκτείνουμε σε θεωρίες και πρακτικές που είναι μέχρι σήμερα χρήσιμες», διηγείται ο  Paolo Casellini, ένας από τους ακτιβιστές του κοινωνικού κέντρου.
«Αυτό που έχει νόημα για εμάς τους αναρχικούς και ελευθεριακούς είναι η υιοθέτηση μεθόδων οριζόντιας, αυτοδιαχειριζόμενης, χωρίς ανάθεση, συναίνεσης. Δεν είναι ανάγκη να πάμε μακριά, μέχρι το Μεξικό, αρκεί να δούμε αυτό που συμβαίνει στη Val di Susa, με το κίνημα No Tav (κίνημα που αντιστέκεται ενάντια στη σιδηροδρομική γραμμή υψηλής ταχύτητας στη Γαλλία και την Ιταλία)», παρατηρεί από την πλευρά του ο Michele Bricòla, ένας από τους συντάκτες του αναρχικού περιοδικού Voce libertaria στο Ticino.
Αναμφίβολα μέσα στο αναρχικό κίνημα το άνοιγμα προς συγγενή κινήματα και η τάση να αποδεσμεύεσαι από την εξουσία αντί να την πολεμάς μετωπικά δεν έχουν την ομόφωνη αποδοχή. Όμως μεγάλο μέρος του αναρχισμού φαίνεται ότι έχει αφήσει πίσω του – αν ποτέ ήταν δικές του –  τις έννοιες της ηγεμονίας που είχαν επεξεργαστεί οι πολιτικές θεωρίες του 19ου αιώνα, προτιμώντας δικτυακές σχέσεις με άλλα κοινωνικά κινήματα. « Κάποτε διακηρύσσαμε τις ιδέες μας τώρα είμαστε εδώ για να μάθουμε», δηλώνει ο Peter Schrembs, εδώ και σαράντα χρόνια ενεργός στο αναρχικό κίνημα στο Ticino.

Ριζοσπαστικός πραγματισμός

«Σε κάθε περίπτωση, οι αναρχικοί αποτελούν μια τέτοια μειοψηφία που αν αρνηθούν να συνεργαστούν με άλλους δεν θα μπορέσουν να κάνουν και πολλά πράγματα. Κι επίσης δεν είναι οι αναρχικοί που θα κάνουν την επανάσταση, αλλά ο κόσμος. Δεν θέλουμε να υποκαταστήσουμε τον κόσμο, δεν είμαστε μια επαναστατική πρωτοπορία», λέει ο Michel
Némitz από το αυτοδιαχειριζόμενο πολιτισμικό κέντρο Espace Noir
στο St-Imier, ένας από τους οργανωτές της διεθνούς συνάντησης.
Ο αναρχισμός σήμερα μάλλον ευνοεί την πράξη, τη συγκεκριμένη δράση που εμπνέεται από ελευθεριακές μεθοδολογίες. Μια προσέγγιση η οποία έχει ιστορικές ρίζες στο κίνημα. Όπως γράφει ο David Graeber, «ο αναρχισμός επιδίωξε να είναι ένας ηθικός λόγος  πάνω στην επαναστατική πρακτική». Ένας ηθικός λόγος θεμελιωμένος στην προϋπόθεση ότι η ελευθερία δεν μπορεί να κατακτηθεί με αυταρχικά μέσα και ότι η κοινωνική αλλαγή ξεκινάει από την αλλαγή των καθημερινών σχέσεων. Βέβαια, στο αναρχικό κίνημα δεν λείπει η αφέλεια, οι δογματισμοί και μερικές φορές η ασάφεια. Όμως παραμένει ο πιο ριζοσπαστικός ερμηνευτής των θεμελιωδών αρχών της γαλλικής επανάστασης: ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη.
«Είμαι πραγματικά ελεύθερος όταν όλα τα ανθρώπινα όντα που με περιβάλλουν, άντρες και γυναίκες, είναι εξίσου ελεύθερα. Η ελευθερία των άλλων ανθρώπων, αντί να αρνείται ή να περιορίζει την ελευθερία μου, είναι απεναντίας η αναγκαία προϋπόθεση και επιβεβαίωσή της» έγραψε ο Μ. Μπακούνιν. Μάλλο σήμερα οι αναρχικοί οικολόγοι θα επέκτειναν αυτή την έννοια της ελευθερίας και στα ζώα, τα δέντρα και τα βουνά.

29 Αυγούστου 2012

[1]. Ή ‘’Ζυρά’’ σύμφωνα με τη γαλλόφωνη προφορά.

[2]. Erich Mühsam (1878-1934): Γερμανός επαναστάτης καλλιτέχνης (ποιητής) και αναρχικός. Πρωτοστάτησε στην ‘’επανάσταση των συμβουλίων’’ και τη βραχύβια Συμβουλιακή Δημοκρατία στο Μόναχο το 1918. Το 1933 συλλαμβάνεται από τα ναζιστικά τάγματα εφόδου (SA) για τις διεθνιστικές / ελευθεριακές του απόψεις και βέβαια για την εβραϊκή του καταγωγή και οδηγείται στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Oranienburg όπου δολοφονείται το 1934  μετά από σκληρά βασανιστήρια.

[3]. Elisée Reclus (1830-1905): Φημισμένος γεωγράφος στην εποχή του, θεμελιωτής της σύγχρονης κοινωνικής γεωγραφίας, κομουνάρος στην κομούνα του Παρισιού και αναρχικός. Οι μελέτες του διεύρυναν τους ορίζοντες της επιστήμης της γεωγραφίας θέτοντας στο επίκεντρο της γεωγραφικής σκέψης τη συνάρθρωση των φυσικών με τα κοινωνικά, ιστορικά και ανθρωπολογικά στοιχεία. Το βιβλίο του L’Homme et la Terre  ( Ο Άνθρωπος και η Γη ) ανοίγει με τη φράση: ‘’Ο άνθρωπος είναι η φύση που αυτοσυνειδητοποιείται’’. Ένας πρόδρομος της ‘’κοινωνικής οικολογίας’’.

[4]. Margarethe Faas-Hardegger(1882-1963): Ελβετή ελευθεριακή συνδικαλίστρια (επηρεασμένη από τον γαλλικό επαναστατικό συνδικαλισμό και τις ελευθεριακές ιδέες του Gustav Landauer), φεμινίστρια, ειρηνίστρια και συγγραφέας. Στον συνδικαλιστικό της αγώνα μάχεται και για τα πολιτικά/κοινωνικά δικαιώματα των γυναικών αλλά και για την αντισύλληψη, την άμβλωση, τον έλεγχο των γεννήσεων, τον ελεύθερο έρωτα, την κατάργηση του στρατού. Καταδικάστηκε σε ένα χρόνο φυλακή γιατί βοήθησε δύο γυναίκες να διακόψουν την κύησή τους. Αφιερώθηκε επίσης στην προσπάθεια ίδρυσης αναρχο – κομουνιστικών αγροτικών κοινοτήτων.

 (Μετάφραση Ν. Χριστόπουλος)


Περί αναρχισμού και βίας – Αντιβίαιοι Ναι, Μη βίαιοι Όχι

logo autogestione

τoυ Αντρέα Πάπι*

Η ΒΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ που προέρχεται από το ρήμα βιάζω, το οποίο σημαίνει μια ενέργεια ικανή ν’ αλλάξει σε σημαντικό βαθμό τις συνθήκες ύπαρξης άλλων έμ­βιων όντων, τάξεων, πραγμάτων κ.ο.κ. Αντιστοίχως στην πολιτική η λέξη βία συνδέεται στενά με την καταπίεση, την επιβολή, τον εξαναγκασμό, την κατάχρηση. Μ’ αυτή την έννοια συνδέεται επίσης στενά με τη δράση των κατόχων της εξου­σίας, οι οποίοι πάντοτε ανατρέχουν στη βία, είτε αυτή είναι νόμιμη, είτε παράνομη από δικαιικής πλευράς, προκειμένου να ασκήσουν την κυριαρχία την οποία κατέχουν. Στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας η χρήση της βίας συνδέεται πράγ­ματι με την ανάγκη επιβολής της θέλησης των κυρίαρχων, κάτι που συνιστά έναν από τους ουσιαστικότερους λόγους για τους οποίους οι αναρχικοί, που είναι τέτοιοι αφού οραματί­ζονται μια κοινωνική και συλλογική συμβίωση θεμελιωμένη στην αμοιβαία ελευθερία και συνεπώς με τη βία εξορισμένη από τη διαχείριση των σχέσεων και των αποφάσεων, σκέ­φτονται και δρουν ώστε να συγκροτήσουν κοινωνίες στις ο­ποίες δεν θα υφίστανται πλέον συγκεντρωτικές και ιεραρχικές μορφές της πολιτικής εξουσίας.

Με μια πρώτη ματιά, το βλέμμα για το πού βαδίζει o κόσμος προσκρούει σε μια αναπόφευκτη διαπίστωση: το καθημερινό γίγνεσθαι στο οποίο, ηθελημένα ή αθέλητα, συμμετέ­χουμε και, πολύ πιο συχνά απ’ ότι μας αρέσει, πρωταγωνι­στούμε, αναμφίβολα καθορίζεται από τη βία, ακριβέστερα εμποτίζεται από τη βία. Αυτό συμβαίνει στις υποχρεωτικές σχέσεις μας με τη γραφειοκρατία, στην επαφή με τους μηχα­νισμούς, την κουλτούρα της εξουσίας που σταθερά καθορίζει την ποιότητα και την ποσότητα των επιβολών των οποίων είναι κάτοχος και φορέας, στην οργανωμένη και ένοπλη ισχύ όλων των μιλιταρισμών που δικαιολογούν τις απαιτήσεις τους με το άλλοθι ότι μας προσφέρουν σιγουριά και εξασφαλίζουν τη διατήρηση των δημοκρατικών ελευθεριών, στη συστηματική και δολοφονική εκμετάλλευση εκατομμυρίων ανθρώπινων υπάρξεων εκβιαζόμενων από την πείνα και την αθλιότητα στις οποίες υποβάλλονται, στην αντιδραστική θέληση αντα­πόδοσης και στην όσια ανάγκη που προκαλεί τις εξεγέρσεις, αλλά σπανίως καταφέρνει να μετατραπεί στη χαρά της εξέγερσης. Τα δελτία ειδήσεων, με εικόνες και λέξεις, μας δείχνουν καθημερινά κοιμητήρια που χωρίς σταμάτημα σκορπίζονται στον πλανήτη όπου φιλοξενούμαστε εμείς οι άνθρω­ποι.

Ένα πρόβλημα όχι μόνο ηθικό

Αν θεωρηθούν δεδομένες οι σκέψεις που μόλις παρατέθηκαν και παραμένοντας στο πλαίσιο της πολιτικής, ο’ αυτό το άρθρο μ’ ενδιαφέρει να εξετάσω κάποιες βαθύτερες σκέψεις για το νόημα της χρήσης των βίαιων μεθόδων στις οποίες μπορεί να προσφύγουν οι καταπιεσμένοι και οι εκμεταλλευόμενοι, οι υποταγμένοι γενικά, για ν’ αντιτεθούν στις κυρίαρχες δυνάμεις, είτε κατά την όσια πράξη της εξέγερσης εναντίον της καταπίεσης που υφίστανται, είτε κυρίως όταν συνειδητοποιούν την ανάγκη πραγμάτωσης εναλλακτικών αρχών και ιδανικών.

Παρότι γνωρίζω ότι στο ζήτημα της βίας η σχέση της με την ηθική είναι ουσιαστική, εγώ πιστεύω ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο ηθικό, ή μάλλον δεν είναι μόνο και κυρίως ηθικό. Πράγματι χρειάζεται να θυμόμαστε ότι, όντας η ηθική σε όλα τα επίπεδα ένα ναρκοπέδιο, είναι πολύ επικίνδυνο, αλλά κυρίως ακατάλληλο, να την επιλέγουμε σαν μοναδική βάση για την αποτίμηση της αξίας των επιλογών μας. Η ηθική ασχολείται και αναζητεί την ορθότητα των ανθρώπινων συμπερι­φορών σε σχέση με τις έννοιες του καλού και του κακού, οι οποίες εφόσον με κανέναν τρόπο δεν μπορούν να θεωρηθούν δεδομένες, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι στον καθορισμό τους προκύπτουν αναπόφευκτα οπτικές όχι μόνο διαφορετι­κές, αλλά και πολύ εύκολα αντιτιθέμενες. Μπορούμε ευλόγως να ισχυριστούμε ότι στην πραγματικότητα υπάρχουν διαφορετικές ηθικές, που ενίοτε παρουσιάζονται σαν μοναδικές, έτσι ώστε η επιλογή μιας απ’ αυτές, προφανώς με αιτιολογημένους λόγους, να σημαίνει σχεδόν μοιραία τον αποκλεισμό ή την καταδίκη όλων των άλλων. Υπάρχουν έτσι, παραδείγ­ματος χάριν, πολλές θρησκευτικές ηθικές, με την κάθε μια άρρηκτα συνδεδεμένη με τη θρησκεία της αναφοράς της, υπάρχει μια ηθική της ελευθερίας, μια ηθική της προσταγής, μια ηθική της εξουσίας, μια ηθική της βίας, μια ηθική της μη βίας, κ.ο.κ. Η κάθε μια έχει έγκυρες και δικαιολογημένες αι­τιολογίες, που είναι αναμφισβήτητες για όποιον τις ενστερνί­ζεται. Ποτέ κανείς δεν ενστερνίστηκε μια ηθική επιλογή καθεαυτή, αφού πίσω από κάθε μια τους υπάρχουν πάντοτε μία ή περισσότερες επιλογές υπαρξιακής ή φιλοσοφικής έννοιας.

Το κύριο πρόβλημα το οποίο πρέπει να είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε, είναι αν έχει νόημα αυτό που κάνουμε. Να διερωτηθούμε δηλαδή κατά πόσο η συνειδητή και προγραμματισμένη χρήση βίαιων μορφών εξέγερσης εναντίον των καταπιεστικών δομών που θα επιθυμούσαμε να συντρίψουμε, είναι λειτουργική, κατά πόσο δηλαδή είμαστε όντως σε θέση να έχουμε αντίστοιχα και συμφυή αποτελέσματα, ακόμη και από ηθική άποψη, μ’ εκείνες τις ιδανικές προϋποθέσεις που θα έπρεπε να κινητοποιούν τις πράξεις μας και να μας ωθούν να τις επιλέξουμε.

Για να γίνω πιο κατανοητός, θεωρώ ότι πρώτα απ’ όλα εί­μαι υποχρεωμένος να ξεκαθαρίσω τους λόγους που μπορούν να μας οδηγήσουν στην τελική μας επιλογή. Οφείλουμε δηλα­δή να έχουμε πλήρως συνειδητοποιήσει ότι πριν επιλέξουμε το πώς θα δράσουμε, είναι απαραίτητο να έχουμε φτάσει σε μια κάποια βεβαιότητα σε σχέση μ’ αυτό, από τη στιγμή που οποιαδήποτε ενέργεια σαφώς βίαιη, είναι καθεαυτή φορέας μιας ικανής δόσης δύναμης εναντίον αυτού που θα τη δεχθεί, εφόσον τείνει να τον εκμηδενίσει και στην καλύτερη περίπτωση να τον υποτάξει. Πράγματι, η χρήση βίας εμπεριέχει κατά βάθος τη θέληση να εκμηδενιστεί ο αντίπαλος, να εξουδετερωθεί, να τιμωρηθεί, να υποταχθεί, να εξουδετερωθεί. Και υ­πάρχει μεγαλύτερη δύναμη απ’ αυτή που δίνει τη δυνατότητα εκμηδένισης του; Ως εκ τούτου μια τέτοια επιλογή σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει με επιπολαιότητα, ελαφρότητα ή βιασύνη, αλλά πρέπει να είναι προϊόν προσεκτικής σκέψης και μελέτης.

Μια αναρχική άποψη

Η δική μου είναι μια, όχι η, αλλά μια, αναρχική άποψη. Συνεπώς έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά της αναρχικής οπτικής που, όντας μερική, σχετική και όχι απόλυτη, όπως όλες οι οπτικές που δεν περιορίζονται σ’ ένα συγκεκριμένο πεδίο δράσης, αντιπροσωπεύει μια θεώρηση ικανή να συμπεριλάβει οικουμενικές αξίες, τις οποίες προτείνει με τη συνείδηση ότι εμπεριέχουν μια εγκυρότητα ικανή να επεκταθεί στους πάντες και σε όλες τις περιπτώσεις. Και η αναρχική άποψη ως αρχή προϋποθέτει πριν από οτιδήποτε άλλο, την άνευ όρων άρνηση κάθε μορφής καταπιεστικής εξουσίας και κυριαρχίας, καθώς δέχεται την ύπαρξη μιας ισότητας κοινωνικά διάχυτης, επιδιώκει τη διαρκή άσκηση της ελευθερίας και αρνείται οποιαδήποτε άσκηση βίας για την υλοποίηση των αποφάσεων και της συλλογικής θέλησης, αποφάσεων που παίρνονται μέσω οριζόντιων, μη ιεραρχικών και μη άκαμπτων δομών.

Ποιο είναι κατά βάθος το πρόβλημα σε σχέση με την πιθανότητα πραγμάτωσης μιας μελλοντικής αναρχικής κοινωνίας; Όπως βλέπω εγώ τα πράγματα, αυτό έχει να κάνει με το ξεπέρασμα και την κατεδάφιση των ιστορικά, δομικά και κυρίως πολιτιστικά παγιωμένων εμποδίων, τα οποία εδραιώνουν την τάξη της εξουσίας και της ιεραρχίας. Η θεσμοθέτηση της σημερινής εξουσίας, πράγματι, που νομιμοποιεί την αναγκαιότητα ύπαρξης της ιεραρχικής προσταγής και την άσκηση της μέσω της χρήσης της συντεταγμένης ισχύος, έχει ουσιαστικά δύο μορφές δικαιολόγησης:

1) Η πιο παλιά και αταβιστική είναι θρησκευτικού τύπου, σύμφωνα με την οποία ο ένας ή περισσότεροι θεοί, από τη στιγμή που δεν εμπιστεύονται την ανθρώπινη ατέλεια την οποία έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι από το ύψος της υπεράνθρωπης εξουσίας τους, υποχρεώνουν την ανθρωπότητα να υπακούει σε ορισμένους επιλεγμένους απ’ αυτούς ανθρώπους, προκειμένου να πραγ­ματοποιηθεί το θεϊκό θέλημα, αποκαλυφθέν και γενικά θεσπισθέν μέσω των ιερών κειμένων»

2) Η άλλη, λαϊκού χαρακτήρα, είναι το χομπσιανό homo nominis lupus , σύμφωνα με το οποίο, απ’ τη στιγμή που από τις απαρχές της φυσικής κατάστασης κάθε άνθρωπος είναι εχθρός των άλλων ανθρώπων, για να μπορέσει να ζήσει με ασφάλεια και αρμονία, στην κοινωνία την οποία συγκροτεί έχει ανάγκη να βρει κάποιον να προστάζει, κάποιον που να είναι σε θέση να επιβάλλει με την ισχύ εκείνη την τάξη η οποία είναι απαραίτητη για μια κοινή ζωή και για την οποία υπάρχει η διαδεδομένη πεποίθηση πως διαφορετικά δεν θα μπορούσε να υπάρξει.

Το καθήκον των αναρχικών λοιπόν είναι να κάνουν προτάσεις και να δράσουν προκειμένου να δείξουν και να πείσουν ότι οι δικαιολογίες για τη θεϊκή βούληση και την ανάγκη προσταγής από τα πάνω έχουν καθοριστεί ιστορικά και δεν είναι τίποτα άλλο από απλές ανθρώπινες πεποιθήσεις, επιβαλλόμενες και νομιμοποιημένες με το πέρασμα του χρόνου από τη θέληση των ανά καιρούς ισχυρών. Όχι μόνο δεν ισχύουν, αλλά μπορούν ν’ αντικατασταθούν πλήρως από μια θεώρηση που βασίζεται στις αρχές της ελευθερίας, στη συλλογική διεύθυνση των πραγμάτων χωρίς έλεγχο από τα πάνω, στη δυνα­τότητα οργάνωσης χωρίς ιεραρχία και προσταγή, σε μορφές οριζόντιας διαχείρισης. Μπορούμε κάλλιστα να μη μας κυβερνούν, αλλά να αυτοκυβερνιόμαστε, αντικαθιστώντας τη δύναμη επιβολής με την αμοιβαιότητα, την αλληλεγγύη και την αποτελεσματική συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων, οι οποίες δεν θα υπάρχει πλέον ανάγκη να επιβάλλονται με τη δύναμη και τη δικαιική νομιμότητα των ένοπλων σωμάτων των προορισμένων για την ασφάλεια και τη δημόσια τάξη, δηλαδή από τους εκτελεστές της θέλησης των αυταρχικών θεσμών.

Απουσία της βίας 

Αναρχικά λοιπόν, οι αποφάσεις για τα διάφορα ζητήματα θα πρέπει να παίρνονται και να υλοποιούνται με τη συμμετοχή των πάντων, αφού δεν μπορούν και δεν πρέπει να επιβάλλονται, αλλά να είναι αποτέλεσμα επιθυμίας και συναίνεσης όλων των ατόμων που συμμετέχουν και συναποτελούν τη δεδομένη κοινωνία. Αυτή είναι μια από τις θεμελιώδεις αρχές που μας διακρίνει.  αυτό δεν αρκεί και είναι υπερβολικά απατηλό να περιοριστούμε να καταργήσουμε τους μπάτσους και αυτούς που τους διατάζουν. Αντιθέτως, πρέπει προπάν­των να καταφέρουμε να εξαφανίσουμε την αναγκαιότητα, εσωτερικευμένη και εκ των πραγμάτων, της δουλειάς και της παρουσίας τους. Αυτό μπορεί να συμβεί μονάχα αντικαθιστώντας την αυταρχική βία μιας κεντρικής κυβέρνησης, που επιβάλλεται προστατευόμενη από τους μπάτσους, με μορφές ελευθεριακής αυτοκυβέρνησης από τις οποίες απουσιάζει η βία και δεν έχουν καμία ανάγκη τους μπάτσους.  Ο Μαλατέστα είχε κατανοήσει κάτι τέτοιο και είχε προτάξει περισσότερα από ένα επιχειρήματα προκειμένου να το καταλά­βουν οι σύντροφοι και όλοι αυτοί που ενδιαφέρονται για τις αναρχικές προτάσεις. «Η εξάλειψη του σωματικού καταναγκασμού δεν αρκεί για ν’ αναδειχθεί η αξιοπρέπεια ενός ελεύθερου ατόμου, αλλά αυτό πρέπει να έχει μάθει ν’ αγαπά τους ομοίους του, να σέβεται τα δικαιώματα που θέλει να σέβονται οι άλλοι για λογαριασμό του, ν’ αρνείται τόσο να τον διατάζουν όσο και να διατάζει… Ο χωροφύλακας δεν είναι ακριβώς βίαιος, αλλά το τυφλό όργανο στην υπηρεσία του βίαιου» .(1)

Έχει συνεπώς νόημα, προκειμένου να υλοποιηθούν οι αναρχικές πολιτικές προτάσεις, η χρήση βίαιων μέσων και οργάνων προκειμένου ν’ αντιπαλευτεί η καταπίεση και η επιβολή των κρατών και των εκμεταλλευτών; Αξίζει τον κόπο και είναι σύμφωνο και συναφές με τις αρχές μας, να εκθέτουμε σε κίνδυνο τόσο τη δική μας, όσο και τη ζωή των άλλων, στον αγώνα για την ελευθερία; Από μια πρώτη ματιά θ’ απαντούσαμε, σε κάθε περίπτωση, όχι. «Οι αναρχικοί είναι εναντίον της βίας. Αυτό είναι γνωστό. Η κεντρική ιδέα του αναρχισμού είναι η εξάλειψη της βίας από την κοινωνική ζωή είναι η οργάνωση των θεμελιωδών κοινωνικών σχέσεων βάσει της ελεύθερης θέλησης των ατόμων, χωρίς την παρέμβαση του χωροφύλακα».(2)

Στην πραγματικότητα η απάντηση δεν είναι ούτε απλή, ούτε άμεση, ούτε δεδομένη, όπως συμβαίνει πάντοτε με ερωτήματα εξαιρετικά σύνθετα, εφόσον για τους αναρχικούς είναι θεμελιώδης η μελέτη του προβλήματος της αντίστασης. Δεδομένου ότι είναι ανήθικο να υποφέρεις και να μην εξεγεί­ρεσαι και, πέρα από ανήθικο, είναι και βλαπτικό, αφού δεν κάνεις τίποτ’ άλλο από το να επικυρώνεις την καταπίεση χωρίς να προσφέρεις κάποια πιθανότητα απελευθέρωσης.

Για τους αναρχικούς είναι θεμελιώδες και αναγκαίο να εξεγείρονται και να εναντιώνονται στη βία των συντεταγμένων εξουσιών, έτσι ώστε αυτή να σταματήσει να αποτελεί εργαλείο των πολιτικών ρυθμίσεων. «Η βία δικαιολογείται μόνο όταν είναι αναγκαία για την υπεράσπιση του εαυτού μας και των άλλων απέναντι στη βία. Όταν παύει να υπάρχει αυτή η αναγκαιότητα, αρχίζει το έγκλημα… Ο σκλάβος βρίσκεται πάντοτε σε κατάσταση νόμιμης άμυνας και συνεπώς η βία του εναντίον του αφέντη, εναντίον του καταπιεστή, είναι πάντοτε δικαιολογημένη ηθικά και το μόνο κριτήριο που μπαίνει είναι η χρησιμότητα και η οικονομία δυνάμεων σε σχέση με τον ανθρώπινο κόπο και πόνο».(3)

Ιδού που επανέρχεται πλήρως ο ηθικός προβληματισμός. Αλλά μπορεί να συζητηθεί μόνο όταν οριστούν γενικά και οικουμενικά η ιδέα και ο σκοπός απ’ όπου εμπνέεται. Η αρχή από την οποία εμπνέεται δεν έχει σε τίποτα να κάνει με την ηθική, έχει όμως να κάνει ο έσχατος σκοπός ο οποίος πρέπει να επιτευχθεί, δηλαδή η αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία σύμφωνα με τις αναρχικές αρχές της κοινωνικής ελευθερίας, που καθίσταται έτσι η βάση οποιασδήποτε μελλοντικής ηθικής. Ο Μαλατέστα ορίζει την έννοια και τα όρια της χρήσης της βίας, σύμφωνα με τον σκοπό του θριάμβου του αναρχισμού. Όντας αυτός αντίθετος με τη βία, αλλά και μη θέλοντας να την υφίσταται, θεωρεί δίκαιη και δικαιολογημένη την εξέγερση, ακόμη και τη βίαιη, προκειμένου να απελευθερωθούμε από τον καταπιεστή. Όμως, αφού ο θεμελιώδης σκοπός, δεν είναι η απελευθέρωση απ’ αυτόν ή τον άλλο καταπιεστή συγκεκριμένα, αλλά γενικά από την καταπίεση που θεμελιώνεται με τη βία, εφόσον επιτευχθεί ο πρωταρχικός σκοπός και απελευθερωθούμε, η χρήση της βίας πρέπει ν’ αποκλείεται εξ ολοκλήρου. Χρησιμοποιείται μόνο αν δεν υπάρχει άλλο δυνατό μέσο απελευθέρωσης και συνιστά συνεπώς αποκλειστικό εργαλείο άμυνας απέναντι στη βία της κυριαρχίας, κι όχι εργαλείο διαχείρισης και κοινωνικής συγκρότησης. Για τους αναρχικούς η βία είναι αντικοινωνική.

Η αναγκαιότητα της άμυνας

Ο Μαλατέστα εκφράζει και διατυπώνει μια οικουμενική αρχή, ικανή να δώσει νόημα στην επιλογή της δράσης: η βία είναι μια θλιβερή αναγκαιότητα και δικαιολογείται μόνο από την αναγκαιότητα της άμυνας και της μη υποταγής. Καθώς ασπάζομαι πλήρως αυτή την άποψη και, παρότι αναγνωρίζω πως είναι δύσκολο να περιορίσουμε σε μια πρόταση μια τόσο σύνθετη προβληματική, λέω ότι οι αναρχικοί είναι αντιβίαιοι, χωρίς να είναι μη βίαιοι.

Όπως όλες οι διατυπώσεις αρχών, που εκ φύσεως ανάγον­ται σε πολύ ευρύτερα επίπεδα στοχασμού, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε και τη συγκεκριμένη, χρειάζεται να αναγνωριστεί πλήρως το πνεύμα και το νόημα της, διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος να εργαλειοποιηθεί, αν όχι να μυθοποιηθεί. Λόγω μιας τέτοιας ανάγκης θα ήθελα να πω κάποια πράγματα για την προσέγγιση του Μαλατέστα, γιατί θεωρώ ότι πρέπει να γίνει πλήρως κατανοητή. Ο δικός μας Ερίκο ήταν ένας πεισμένος εξεγερτικός και τέτοιος παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του, αν και στις τελευταίες σκέψεις του άρχισε να ασκεί κάποια κριτική, που όμως δεν άγγιζε στο ελάχιστο τη βασική του πεποίθηση. Αυτό ισχύει τόσο για την άμεση δράση στην οποία ενεπλάκη, όσο και για τις θεωρητικές του απόψεις. Από τη Συμμορία τον Ματέζε μέχρι την Κόκκινη Βδομάδα, για να παραθέσουμε τα πιο γνωστά ιστορικά γε­γονότα, με την καρδιά, τη σκέψη και με μεγάλη γενναιοψυχία, πληρώνοντας πάντοτε σε πρώτο πρόσωπο, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της οργάνωσης και της προώθησης της λαϊκής εξέγερσης, η οποία επιθυμούσε να εξελιχθεί σε κοινωνική επανάσταση. Όμως αφιέρωσε σελίδες και σελίδες σ’ έναν προσεκτικό θεωρητικό στοχασμό προκειμένου να ξεκαθαρίσει ποια θα πρέπει να είναι η αναρχική συνδρομή στον εξεγερτικό αγώνα, ασχολούμενος κυρίως με ποια θα πρέπει να είναι αυτή στην περίπτωση νίκης. Αν υπάρχει ένα όριο στη σκέψη του, έγκειται στο ότι σ’ όλη του τη ζωή δεν κατάφερε ποτέ να βρει άλλον πιθανό δρόμο για την επανάσταση πέρα από την εξέγερση, για την οποία όμως κάθε σκέψη του ακο­λουθεί ενσυνείδητα ένα ακριβές σχήμα: για να καταφέρουμε να οικοδομήσουμε την αναρχία κατά αρχήν πρέπει να εξεγερθούμε, είναι το περίφημο αναγκαίο κακό το οποίο δεν μπο­ρούμε να παραβλέψουμε, προκειμένου να γκρεμίσουμε το σύστημα της καταπιεστικής εξουσίας αλλά είχε άκρως ξεκαθαρισμένες ιδέες για το τι θα είναι η εξέγερση.

Η εξέγερση είναι ο λαός που ξεσηκώνεται, το σύνολο των εκμεταλλευόμενων, των απόβλητων, των περιθωριοποιημένων και όλων των καταπιεσμένων, οι οποίοι, μη διατεθειμένοι πλέον να υποφέρουν, αποφασίζουν με την καρδιά τους να σπάσουν τις αλυσίδες και ν’ ανατρέψουν τους καταπιεστές τους. Είναι ένας πραγματικός λαϊκός αγώνας, κι αν χρειαστεί, ένας λαϊκός πόλεμος. Τίποτα το πρωτοποριακό, το ελιτίστικο, καμία σχέση με τη συνειδητή μειοψηφία που δρα αυθαιρέτως στο όνομα του λαού. Τάχθηκε πάντοτε εναντίον των βομβιστών, αυτών που κάνουν επιθέσεις, των μιμητών του Ραβασόλ, αυτών που, με γενναιοψυχία, επιτίθενται με το ίδιο τους το χέρι στον εχθρό, διεξάγοντας έναν πόλεμο που, όπως όλοι οι πόλεμοι, γίνεται για να κερδηθεί και επιδιώκει την εκμηδένιση του αντιπάλου. Η αναγκαία βία είναι μόνο αυτή της άμυνας, συμπεριλαμβάνοντας στην άμυνα και την επιθυμία απελευθέρωσης από την καταπίεση, ενώ δεν μπορεί να είναι τέτοια αυτή που, στο όνομα της απελευθερωτικής θέλησης, υιοθετεί τη λογική της πολεμικής επίθεσης στον ε­χθρό για να τον καταστρέψει. Είναι προφανές για αυτόν, αλλά και για κάθε πεπεισμένο αναρχικό, ότι η βία πρέπει να σταματήσει μόλις η εξέγερση καταστήσει ανενεργούς τους καταπιεστές και τους τυράννους, ακριβώς για να μην επιτρέψει την εμφάνιση απαίσιων μορφών βίας, οι οποίες λόγω του υπάρχοντος μίσους και της καταπιεσμένης μνησικακίας, θα μπορούσαν να εκδηλωθούν μέσα στο ντελίριο της νίκης.

Η σύγκρουση των εξουσιών

Δεν είναι δύσκολο να έρθουμε στο σήμερα, όπου αυξάνει μια κατακερματισμένη χρήση της βίας εκ μέρους ανατρεπτι­κών τάσεων ποικίλης έμπνευσης. Από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και τους άλλους εγχώριους μαχόμενους σχηματισμούς στον ισλαμικό φονταμενταλισμό που δρα σε παγκόσμιο επίπεδο. Με διαφορετική ιδεολογική βάση, δρουν όλες σπέρνοντας τον τρόμο, είτε μεταξύ των γραμμών του εχθρού που θέλουν να χτυπήσουν, είτε μεταξύ των ανθρώπων των περιοχών που χτυπιούνται. Σύμφωνα με τα αναρχικά κριτήρια τα οποία παρουσιάσαμε εδώ, οι βίαιες ενέργειες των ανατρεπτικών επιθέ­σεων που βλέπουμε καθημερινά, δεν έχουν σε τίποτα να κάνουν με μια εξεγερτική θέληση. Σε ότι αφορά τη Δύση, μου φαίνεται, αντιθέτως, έκφραση μαχόμενων, που προσπα­θούν να διεξάγουν έναν ανελέητο πόλεμο, ο οποίος ουσιαστικά εκλαμβάνεται από τις μάζες που θα ήθελαν να εμπλέξουν σαν ασαφής και ξένος. Είναι ένας προσωπικός πόλεμος ο οποίος, άσχετα με τις προθέσεις, σε κάποιες περιπτώσεις διακηρυγμένες σε κάποιες άλλες όχι, έχει τη γεύση της σύγκρουσης μεταξύ αντιτεθέμενων εξουσιών και διεξάγεται στο όνομα του περίφημου λαού του 19ου αιώνα, ο οποίος όμως, αντί να εξεγείρεται στο πλευρό τους, κοιτάζει τρομαγμένος και ζητά την προστασία των ισχυρών ανθρώπων των θεσμών προκειμένου να προστατευθεί. Σε ότι αφορά την Ανατολή και τη Μέση Ανατολή, επειδή η πολιτιστική και κοινωνική κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική, θα πρέπει ν’ αναλυθεί ξεχωριστά και με σοβαρότητα, κι εδώ δεν είναι το κατάλληλο μέρος για κάτι τέτοιο.

Προσωπικά προτιμώ να μη θεωρώ την εξέγερση σαν τη μοναδική επαναστατική δραστηριότητα. Τη βρίσκω περιοριστική και περισταλτική. Μάλιστα, όσο περισσότερο περνά ο καιρός, τόσο περισσότερο πείθομαι ότι δεν είναι αυτός ο κύριος δρόμος που πρέπει ν’ ακολουθήσουμε, με την έννοια ότι δεν περιλαμβάνει όλες τις δυνάμεις και ενέργειες για να υπάρξει η λαϊκή αφύπνιση. Κατά τη γνώμη μου η αναρχία δια­κρίνεται κυρίως λόγω της μορφής της κοινωνίας και της αυτοδιευθυντικής μεθόδου που προτείνει, και όχι λόγω της εναντίωσής της στο υπάρχον. Στην πραγματικότητα η εναντίωσή της είναι άμεση συνέπεια της σαφώς εναλλακτικής της τοποθέτησης απέναντι στην κυριαρχία. Όχι αντιστρόφως, ότι δηλαδή τοποθετούμαστε εναλλακτικά απέναντι στην κυριαρχία λόγω κυρίως της εναντίωσής μας στο υπάρχον. Αυτό δεν σημαίνει ότι είμαι αντίθετος στις λαϊκές εξεγέρσεις. Αυτές θα υπάρχουν όσο θα υπάρχουν αδικίες, καταπίεση και εκμετάλλευση. Κι όταν ο λαός αφυπνιστεί κι έχει την ευκαιρία, όπως κάθε άλλος αναρχικός, θα συμμετέχω πεισμένος και θα κάνω αυτό που μου αναλογεί, γιατί η εξέγερση εναντίον των αυ­ταρχικών ενεργειών της εξουσίας είναι καθεαυτή δίκαιη. Αλλά η γνώση μου λέει ότι δεν είναι αυτός, καθεαυτός, ο δρόμος για την πραγμάτωση μιας κοινωνίας απελευθερωμένης και ελεύθερης. Η ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα νικηφόρων εξεγέρσεων, που στη συνέχεια εγκαθίδρυσαν τρομερές ολοκληρωτικές εξουσίες. Απ’ ότι ξέρω, ή πιστεύω ότι ξέρω, ο εξεγερτικός δρόμος, καθεαυτός, είναι εντελώς ανεπαρκής σαν πραγματικό μέσο απελευθέρωσης και οικοδόμησης της άλλης κοινωνίας την οποία ονειρεύεται ο αναρχικός.

Διεύθυνση χωρίς εξουσία

Η αναρχία προσδιορίζεται και διακρίνεται λόγω της με­θόδου μέσω της οποίας τα ίδια της τα υποκείμενα λαμβάνουν τις αποφάσεις και λόγω της αρχής της διεύθυνσης των υποθέσεων χωρίς την ύπαρξη μιας εξουσίας θεσμισμένης από τα πάνω που θα επιβάλλει τη θέληση της, και όχι λόγω του τύπου της εξέγερσης που θα χρησιμοποιήσει. Είμαστε αναρχικοί όχι γιατί απλώς αισθανόμαστε την ανάγκη να εξεγερθούμε, αλλά γιατί θέλουμε να οικοδομήσουμε κάτι το εναλλακτικό, το οποίο θα τείνει στη μέγιστη δυνατή πολιτική, κοινωνική και υπαρξιακή ελευθερία. Οι εξεγέρσεις και οι διάφορες μορφές της επανάστασης με κανέναν τρόπο δεν είναι μια δική μας ιδιαιτερότητα, δεν είναι αυτό που μας διακρίνει. Οι πάντες, συμπεριλαμβανομένων των μπολσεβίκων, των ισλαμιστών, μέχρι και των φασιστών, εφόσον καταπιέζονται και εμποδίζονται να εκφραστούν, τείνουν να εξεγείρονται, προκειμένου ν’ απελευθερωθούν απ’ ότι τους καταπιέζει. Αλλά η εξέγερση τους και, εφόσον υπάρξει, η επανάσταση τους, έχουν μια γεύση καθόλα διαφορετική από τη δική μας, αναμφιβόλως αντίθετη. Αυτοί, με ιδεολογικές αιτιολογήσεις και ιδανικά διαφορετικά μεταξύ τους, θέλουν την εγκαθίδρυση μιας νέας ισχυρής εξουσίας, απόλυτης, ολοκληρωτικής, θεοκρατικής. Εξεγείρονται απέναντι στην υπάρχουσα εξουσία επειδή θέλουν να μπουν στη θέση της και να κυριαρχήσουν πάνω στους αν­θρώπους. Εμείς, όταν καταφέρουμε να εξεγερθούμε, αντιθέ­τως, θα θέλουμε να γκρεμίσουμε όχι μόνο την υπάρχουσα εξουσία, αλλά και κάθε άλλη μορφή κυριαρχίας, γιατί θέλουμε να οικοδομήσουμε μια κοινωνία θεμελιωμένη στην απουσία ιεραρχίας και κυρίαρχης εξουσίας. Δεν παρουσιαζόμαστε ως εκ τούτου σαν εξεγερτικοί, αλλά κυρίως ως φανατικοί εραστές της ελευθερίας, όλης της δυνατής ελευθερίας, της αυτοκυβέρνησης, της θέλησης να μην μας κυβερνούν από τα πάνω και να ζούμε και να συμβιώνουμε με τους άλλους χωρίς βίαιη επιβολή, με αλληλεγγύη, αμοιβαιότητα και τη μέγιστη συναινετική συμφωνία.

Δεν πρέπει να φοβόμαστε να δανειστούμε, οφείλουμε όμως να παραμείνουμε αμετακίνητοι στις ιδέες μας. Πρέπει να δημιουργήσουμε τόπους ελευθεριακού πειραματισμού, όπου θα μπορούμε να ζούμε και να δοκιμάζουμε μορφές αυτοκυβέρνησης και κοινωνικής αλληλεγγύης, λέγοντας όχι στη δι­δαχή ενός και μόνο μοντέλου, ναι σε πολλά περισσότερα. Πολυσθενείς, πολυκεντρικοί και ακεντροι τόποι, χωρίς ιεραρχίες και γραφειοκρατίες στο εσωτερικό τους, ικανοί να γεννούν καινοτομίες και πολιτιστικές ανατροπές, να είναι δημιουργι­κοί και χωρίς προκαταλήψεις, αποτελώντας παραδείγματα για το πώς μπορεί να φτιαχτεί και να υπάρξει μια κοινωνία. Στιγμές συλλογικής αυτοκυβέρνησης, ελευθεριακά κοινωνικά κέντρα, ελευθεριακά σχολεία, ελευθεριακοί δήμοι από τα κάτω, δυνατότητα για όποιον επιθυμεί να προβεί σε κοινούς πει­ραματισμούς και οτιδήποτε άλλο έρχεται στο μυαλό που αντιπροσωπεύει και δείχνει την κοινωνία την οποία επιθυμούμε. Μια κοινωνία μέσα στην κοινωνία τελικά, ικανή ν’ ανατρέψει τα υπάρχοντα μοντέλα και το συλλογικό φαντασιακό. Αν ενώ διαδίδεται δεχτεί την επίθεση από τις θεσμισμένες εξουσίες, ενίοτε θα αμυνθεί και θα εξεγερθεί για να διατηρήσει το δικαίωμα της στην ελεύθερη επιλογή, στην ελεύθερη σκέψη, στον ελεύθερο πειραματισμό. Είναι δυνατόν να υπάρξει! Και, πιστέψτε με, είναι πολύ πιο ισχυρή και θορυβώδης από οποιαδήποτε εκπυρσοκρότηση όπλου ή έκρηξη βόμβας, από οποιονδήποτε πόλεμο, οποιαδήποτε βίαιη ενέργεια.

Σημειώσεις:

1. Errico Malatesta, Επιλεγμένα γραπτά, με την επιμέλεια των  C. Zaccaria και G. Berneri, “Umanità Nova” 20 Ιουλίου 1920, Εκδόσεις RL, Napoli, 1947.
2. Errico Malatesta, Σελίδες καθημερινού αγώνα, 1ος Τόμος, “Umanità Nova” 25 Αυγούστου 1921, σελ. 195,  Carrara, 1975.
3. Id., σελ.. 196.

Τη συλλογή κειμένων σχετικά με τον Αναρχισμό και τη Βία, ετοίμασε ο Παναγιώτης Καλαμαράς στο Εργαστήρι της Ελευθεριακής Κουλτούρας. Κυκλοφόρησε σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων στην πόλη της Αθήνας το καλοκαίρι του 2004.

* Το άρθρο τον Αντρέα Πάπι δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο αναρχικό περιοδικο  A rivista anarchica  τεύχος 299, Φλεβάρης 2004.

Eduardo Colombo: Δημοκρατία και Αναρχία-Αυτονομία και αντιπροσώπευση

Τη Δευτέρα 23 Απριλίου 2012 ο Eduardo Colombo ήταν ο κύριος ομιλιτής στην εκδήλωση – συζήτηση που έγινε στο Πολυτεχνείο (αίθουσα Γκίνη) με θέμα «Δημοκρατία και Αναρχία-Αυτονομία και αντιπροσώπευση».

Παρακάτω ακολουθεί το βίντεο της εκδήλωσης:

Ο Eduardo Colombo γεννήθηκε στην Αργεντινή το 1929. Σπούδασε ιατρική και στη συνέχεια εργάστηκε ως γιατρός σε νοσοκομεία αλλά και ως ψυχαναλυτής.Έχει διατελέσει καθηγητής κλινικής και κοινωνικής ψυχολογίας καθώς και ψυχιατρικής στα πανεπιστήμια της Λα Πλάτα και του Μπουένος Άιρες στην Αργεντινή.Αποτελεί ιδρυτικό μέλος της Ένωσης Κοινωνικής Ψυχιατρικής της Αργεντινής, με πληθώρα επιστημονικών δημοσιεύσεων. Η πολιτική του διαδρομή ξεκινάει το 1945 ως φοιτητής, σε ένα ασταθές καθεστώς που για δεκαετίες ακροβατεί ανάμεσα στα πραξικοπήματα και την περονική «δημοκρατία».Πρώτα συμμετέχει στο φοιτητικό κίνημα, στη συνέχεια στο εργατικό, σε μια περίοδο όπου οι ναυτεργάτες δίνουν ηρωικούς αγώνες, ενώ απ’το 1947 και ύστερα εντάσσεται στη F.O.R.A [Εργατική Ομοσπονδία της Περιοχής της Αργεντινής], την ιστορική αναρχοσυνδικαλιστική ομοσπονδία της Αργεντινής που παρά τις διαρκείς κρατικές απόπειρες απαγόρευσής της ανθίσταται επίπονα και επίμονα. Το 1949 φυλακίζεται για πρώτη φορά από το περονικό καθεστώς σε μια προσπάθεια καταστολής κάθε αντιπολιτευόμενης φωνής. Ο Κολόμπο θα συμμετάσχει σε κάθε εκδοτική και εν γένει θεωρητική προσπάθεια του αναρχικού κινήματος και τα σύντομα διαστήματα όπου αυτή δεν ήταν παράνομη θα είναι «υπεύθυνος σύμφωνα με το νόμο».Ο Κολόμπο θα φυλακιστεί και άλλες φορές για την ενεργή υποστήριξη και συμμετοχή του στις απεργίες, αλλά και για την πολιτική του στράτευση.

Θα χάσει τη θέση του τόσο στο πανεπιστήμιο όσο και στο νοσοκομείο και θα αναγκαστεί να αυτοεξοριστεί στο Παρίσι, όπου και ζει από το 1970 και ύστερα.Θα συνδεθεί αμέσως με το αναρχικό και αναρχοσυνδικαλιστικό κίνημα της Γαλλίας ενώ θα συνδεθεί με μακροχρόνια φιλία και με τον Κορνήλιο Καστοριάδη, γεγονός που αποτυπώνεται έντονα και στα κείμενά του.Υπήρξε ενεργό μέλος της C.N.T της Γαλλίας ενώ συμμετέχει μέχρι σήμερα στο εκδοτικό της τμήμα στο Παρίσι. Από το 1974 μέχρι το 1978 υπήρξε μέλος της σύνταξης του περιοδικού La Lanterne noire, από το 1983 ως το 1986 του περιοδικού Volontà, και από το 1997 ως σήμερα του περιοδικού Réfractions. Συγγραφέας πλήθους βιβλίων και άρθρων, επιστημονικών και πολιτικών, που εστιάζουν στην αναρχική θεωρία και στο αναρχικό κίνημα. Συνεχίζει να εργάζεται ως ψυχαναλυτής στο Παρίσι. Στα ελληνικά κείμενα του έχουν κυκλοφορήσει από το περιοδικό Αυτονοmedia και τις εκδόσεις  Ελευθεριακή Κουλτούρα. Από τις εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες κυκλοφορεί το βιβλίο Αλλάζοντας Παράδειγμα – Αναρχισμός, κοινωνική υποxρέωση και καθήκον υπακοής, ενώ ετοιμάζεται και το Η Βούληση του λαού: Δημοκρατία και Αναρχία.

“Ο αναρχισμός δεν προτείνει την κοινωνία της διαφάνειας, την εξαφάνιση κάθε συγκρουσιακότητας, το τέλος κάθε διαίρεσης, την παγκόσμια αρμονία. Αυτό θα ήταν το τέλος της ιστορίας, μια εσχατολογία. Ούτε προτείνει την κατάργηση κάθε νόρμας ή κανόνα, κάθε υποχρέωσης, κάθε δεσμού. Η ελεύθερη συμφωνία απαιτεί απόλυτο σεβασμό αυτών που συμφωνούνται. Ο αναρχισμός δεν είναι ανομία…

Η αναρχία είναι κατά γράμμα μια αρχή οργάνωσης που αντιτίθεται σε μια αρχή διαταγής ή κυριαρχίας. Ο αναρχισμός προτείνει τη θέσμιση μιας κοινωνίας χωρίς πολιτικό καταναγκασμό, μιας εξισωτικής κοινωνίας, προτείνει την κατάργηση της διαφοράς βαθμίδων και περιουσιών. Στη σύντομη διαδρομή της ύπαρξής του, και ανάμεσα στις βίαιες καταστολές που υπέστη, το αναρχικό κίνημα φαντάστηκε μορφές – σίγουρα ατελείς, κάποιες ακόμα κι απαρχαιωμένες – που θα επέτρεπαν την ανάδυση κοινωνικών υποχρεώσεων μεταξύ ίσων, υποχρεώσεων που δεν θα προϋπέθεταν την υπακοή: τον φεντεραλισμό, τον κομουναλισμό, τις κολεκτίβες, κ.ο.κ. Προσπάθησε να διαφοροποιήσει καταλλήλως την πληρεξουσιότητα ελεγχόμενων εντολοδόχων από την πληρεξουσιότητα της καθολικής αντιπροσώπευσης της ομάδας ή του προσώπου. Επίσης διαχώρισε, έστω και πιο δύσκολα, αφού τα όρια εδώ είναι αβέβαια, τη χρήση της απόφασης μέσω της πλειοψηφίας από την αναπαλλοτρίωτη γνώμη του ατόμου…

Για να φτάσουμε σε ένα ορθό καθεστώς, όπου θα αναγνωρίζεται η ελευθερία και ισότητα καθενός και καθεμιάς, είναι αναγκαία η κατάργηση της κυριαρχίας, δηλαδή η οικοδόμηση ενός κοινωνικοπολιτικού συστήματος στο οποίο η συμβολικο-θεσμίζουσα ικανότητα θα ανήκει στη συλλογικότητα κι όχι σε ένα τμήμα της χωριστό απ’ τα υπόλοιπα”  (Απόσπασμα από το βιβλίο του E. Colombo  Αλλάζοντας Παράδειγμα – Αναρχισμός, κοινωνική υποxρέωση και καθήκον υπακοής).

David Graeber – Κράτος και δημοκρατία: ο ανέφικτος γάμος

Τα τελευταία διακόσια χρόνια οι δημοκράτες προσπαθούσαν να μπολιάσουν με ιδανικά λαϊκής αυτοκυβέρνησης τον καταπιεστικό μηχανισμό του κράτους. Τελικά, το σχέδιο αυτό απλώς δεν λειτουργεί. Τα κράτη δεν μπορούν, από τη φύση τους, να εκδημοκρατιστούν πραγματικά. Εξάλλου  αποτελούν κατά βάση τρόπους οργάνωσης της βίας. Οι αμερικάνοι φεντεραλιστές ήταν αρκετά ρεαλιστές όταν υποστήριζαν ότι η δημοκρατία είναι ασύμβατη με μια κοινωνία που βασίζεται σε ανισότητες πλούτου. Για να προστατευτεί ο πλούτος, χρειάζεται ένας μηχανισμός καταπίεσης που θα συγκρατεί τον ίδιο αυτόν τον “όχλο”, στον οποίο δίνει δύναμη η δημοκρατία. Η Αθήνα υπήρξε μοναδική περίπτωση από αυτή την άποψη καθώς ήταν ουσιαστικά μεταβατική: υπήρχαν σίγουρα ανισότητες πλούτου, και μπορούμε να θεωρήσουμε εύλογα ότι υπήρχε ακόμα και μια άρχουσα τάξη, δεν υπήρχε όμως κατ’ουσίαν ένας επίσημος μηχανισμός καταπίεσης. Εξάλλου οι μελετητές διαφωνούν για το αν μπορεί να θεωρηθεί καν κράτος.

Ακριβώς όταν εξετάζει κανείς το πρόβλημα του μονοπώλιου της καταναγκαστικής δύναμης, όλα τα δημοκρατικά προσχήματα διαλύονται μέσα σε ένα κυκεώνα αντιφάσεων. Για παράδειγμα, ενώ οι σύγχρονες ελίτ έχουν, σε μεγάλο βαθμό, ξεπεράσει το πρώιμο λόγο περί του “όχλου” ως δολοφονικού “τέρατος”, το ίδιο αυτό σχήμα επανέρχεται, σχεδόν στην ίδια μορφή που είχε το 16ο αιώνα, κάθε φορά που κάποιος προτείνει τον εκδημοκρατισμό κάποιας πτυχής του καταναγκαστικού μηχανισμού. Στις ΗΠΑ, λόγου χάρη, οι θιασώτες του “κινήματος υπέρ των πλήρως ενημερωμένων ενόρκων”, οι οποίοι τονίζουν ότι το σύνταγμα επιτρέπει στην πραγματικότητα στους ενόρκους να αποφασίζουν για ζητήματα δικαίου, και όχι απλώς για τα αποδεικτικά στοιχεία, συνήθως κατηγορούνται από τα ΜΜΕ ότι επιθυμούν να επιστρέψουν στην εποχή των λιντσαρισμάτων και της “οχλοκρατίας”. Δεν αποτελεί σύμπτωση ότι οι ΗΠΑ, μια χώρα που εξακολουθεί να υπερηφανεύεται για το δημοκρατικό της πνεύμα, είναι πρωτοπόρα παγκοσμίως στη μυθοποίηση, ακόμα και στην αποθέωση της αστυνομίας της.

Ο Φράνσις Ντουπουί-Ντερί (2002) έπλασε τον όρο “πολιτική αγοραφοβία” για να αναφερθεί στην καχυποψία για τη λαϊκή διαβούλευση και λήψη αποφάσεων που διατρέχει τη δυτική παράδοση, όπως φαίνεται τόσο στα έργα του Κονστάντ, του Σεγιές ή του Μάντισον, όσο και σε αυτά του Πλάτωνα ή του Αριστοτέλη. Θα προσέθετα ότι ακόμα και τα πιο εντυπωσιακά επιτεύγματα του φιλελεύθερου κράτους, τα πιο αυθεντικά δημοκρατικά του στοιχεία -π.χ. η εγγύηση της ελευθερίας του λόγου και της συνάθροισης- οφείλονται σ’ αυτήν ακριβώς την αγοραφοβία. Μόνο όταν γίνεται απολύτως ξεκάθαρο ότι ο δημόσιος λόγος και η συνάθροιση δεν είναι πια καθαυτά μέσα λήψης πολιτικών αποφάσεων, αλλά, στην καλύτερη των περιπτώσεων, μια προσπάθεια άσκησης κριτικής ή επιρροής και υποβολής προτάσεων προς αυτούς που τις λαμβάνουν, μόνο τότε μπορούν να θεωρηθούν ιερά και απαραβίαστα. Το κρίσιμο είναι ότι αυτή την αγοραφοβία δεν τη μοιράζονται μόνο οι πολιτικοί και οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι, αλλά σε μεγάλο βαθμό και ο ίδιος ο λαός. Οι λόγοι δεν χρειάζεται να αναζητηθούν μακριά. Μολονότι οι φιλελεύθερες δημοκρατίες δεν μοιάζουν σε τίποτα με την αθηναϊκή αγορά, σίγουρα δεν στερούνται αναλογιών με τις ρωμαϊκές αρένες. Το φαινόμενο του παραμορφωτικού καθρέπτη, με το οποίο οι κυρίαρχες ελίτ ενθαρρύνουν μορφές λαϊκής συμμετοχής οι οποίες υπενθυμίζουν διαρκώς στον λαό πόσο ακατάλληλος είναι να κυβερνήσει, μοιάζει, σε πολλά σύγχρονα κράτη, να έχει φτάσει σε μια κατάσταση πρωτοφανούς τελειοποίησης. Σκεφτείτε εδώ, λόγου χάρη, την άποψη που σχηματίζει κανείς για την ανθρώπινη φύση αν γενικεύσουμε την εμπειρία του να πηγαίνει κανείς στη δουλειά του με το αυτοκίνητο, αντί με τα δημόσια μέσα μεταφοράς. Κι όμως η ερωτική σχέση του Αμερικάνου -ή του Γερμανού- με το αυτοκίνητο του ήταν αποτέλεσμα συνειδητών αποφάσεων πολιτικών και επιχειρηματικών ελίτ από τη δεκαετία του 1930. Θα μπορούσε να περιγράψει κανείς μαι παρόμοια ιστορία της τηλεόρασης ή του καταναλωτισμού ή, όπως σημείωσε εδώ και πολύ καιρό ο Πολάνυι, “της αγοράς”.

Οι νομομαθείς εν τω μεταξύ, γνωρίζουν από καιρό ότι η καταπιεστική φύση του κράτους εξασφαλίζει ότι τα δημοκρατικά συντάγματα θεμελιώνονταν πάνω σε μια ουσιώδη αντίφαση. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν (1978) το συνόψισε όμορφα επισημαίνοντας πως κάθε έννομη τάξη που διεκδικεί το μονοπώλιο στη χρήση βίας πρέπει να θεμελιώνεται σε μια δύναμη διαφορετική απ’την ίδια, πράγμα που αναπόφευκτα σημαίνει σε πράξεις που θεωρούνταν παράνομες σύμφωνα με το προϋπάρχον σύστημα δικαίου. Η νομιμότητα ενός συστήματος δικαίου, λοιπόν, στηρίζεται σε πράξεις εγκληματικής βίας. Στο κάτω, κάτω και οι Αμερικάνοι και οι Γάλλοι επαναστάτες ήταν, σύμφωνα με το νόμο με τον οποίον μεγάλωσαν, ένοχοι εσχάτης προδοσίας. Βέβαια, οι σεπτοί βασιλιάδες από την Αφρική ως το Νεπάλ έχουν κατορθώσει να λύσουν αυτόν το γρίφο τοποθετώντας τους εαυτούς τους, σαν το Θεό, εκτός συστήματος. Όπως μας υπενθυμίζουν όμως θεωρητικοί από τον Αγκαμπέν ως τον Νέγκρι, δεν υπάρχει προφανής τρόπος “ο λαός” να ασκήσει κυριαρχία με τον ίδιο τρόπο. Τόσο η δεξιά λύση(οι συνταγματικές τάξεις ιδρύονται και μπορούν να καταργηθούν από εμπνευσμένους ηγέτες -είτε πρόκειται για Ιδρυτές είτε πρόκειται για τον Φύρερ- που ενσαρκώνουν τη λαϊκή βούληση), όσο και η αριστερή(οι συνταγματικές τάξεις νομιμοποιούνται συνήθως μέσα από βίαιες λαϊκές επαναστάσεις), οδηγούν σε ατελείωτες πρακτικές αντιφάσεις. Ουσιαστικά, όπως έχει υπαινιχθεί ο κοινωνιολόγος Μάικλ Μαν(1999), το μεγαλύτερο μέρος των σφαγών του 20ου αιώνα οφείλεται σε κάποια εκδοχή αυτής της αντίφασης. Η απαίτηση, αφενός, για τη δημιουργία ενός ενιαίου μηχανισμού καταπίεσης σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη και, αφετέρου, για τη διατήρηση της πρόφασης ότι η νομιμότητα αυτού του μηχανισμού προέρχεται κατευθείαν από “τον λαό”, οδήγησε σε μια μόνιμη ανάγκη να οριστεί ποιος ακριβώς υποτίθεται ότι είναι αυτός ο “λαός”.

Στα διάφορα γερμανικά δικαστήρια των τελευταίων ογδόντα χρόνων -από τη Βαϊμάρη μέχρι και τους Ναζί και από την κομμουνιστική λαϊκή Δημοκρατία της Ανατολικής Γερμανίας έως την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Δυτικής- οι δικαστές χρησιμοποιούσαν την ίδια εναρκτήρια διατύπωση: “In Namen des volkes” – “Εις το όνομα του λαού”. Τα αμερικάνικα δικαστήρια, από την πλευρά τους, προτιμούν τη λύση: “Η υπόθεση του Λαού εναντίον του X”(Mann 1999:19).

Πρέπει, με άλλα λόγια, να επικαλούνται τον “λαό” ως την αυθεντία που βρίσκεται πίσω από την κατανομή της βίας, παρά το γεγονός ότι κάθε υπόνοια ότι οι διαδικασίες έχουν εκδημοκρατιστεί κατά οποιονδήποτε τρόπο θα αντιμετωπιστεί μάλλον με τρόμο από όλους τους ενδιαφερόμενους. Ο Μαν θεωρεί ότι οι πραγματικές απόπειρες επίλυσης αυτής της αντίφασης -η χρήση δηλαδή του μηχανισμού της βίας προκειμένου να προσδιοριστεί και να συγκροτηθεί  ένας ”λαός” ο οποίος, σύμφωνα με τους διοικητές αυτού του μηχανισμού, θεωρείται άξιος να εγγυάται την εξουσία τους- υπήρξαν υπεύθυνες για τουλάχιστον 60 εκατομμύρια δολοφονίες μόνο τον 20ο αιώνα.

Σ’αυτό το πλαίσιο, προτείνω ότι η αναρχική λύση -ότι δηλαδή το παράδοξο αυτό είναι αδύνατο να λυθεί στην πραγματικότητα- δεν είναι και τόσο παράλογη. Το δημοκρατικό κράτος υπήρξε ανέκαθεν μια αντίφαση. Η παγκοσμιοποίηση πολύ απλά εξέθεσε τα σαθρά υποστυλώματα του, δημιουργώντας την ανάγκη για δομές λήψης αποφάσεων σε πλανητική κλίμακα, όπου οποιαδήποτε αξίωση διατήρησης της λαϊκής κυριαρχίας, για να μη μιλήσουμε για τη συμμετοχή σ’αυτή, θα ήταν προφανώς γελοία. Η νεοφιλελεύθερη λύση βέβαια είναι να ανακηρύξουμε την αγορά ως τη μόνη μορφή δημόσιας διαβούλευσης που χρειάζεται κανείς και να περιορίσουμε το κράτος σχεδόν αποκλειστικά στην καταναγκαστική του λειτουργία. Σ’αυτά τα συμφραζόμενα, η απάντηση των Ζαπατίστας -να εγκαταλείψουμε την ιδέα ότι η επανάσταση είναι θέμα ελέγχου του καταπιεστικού μηχανισμού του κράτους και αντ’ αυτού να επαναθεμελιώσουμε  τη δημοκρατία στην αυτοοργάνωση των αυτόνομων κοινοτήτων- είναι απολύτως εύλογη. Αυτός είναι ο λόγος που μια κατά τ’ άλλα  άσημη εξέγερση στο νότιο Μεξικό προκάλεσε τέτοια αίσθηση στους ριζοσπαστικούς κύκλους. Η δημοκρατία λοιπόν επιστρέφει, για την ώρα στα διάκενα. Το αν θα προχωρήσει για να εγκολπωθεί τον κόσμο όλο ίσως να εξαρτάται λιγότερο από τις θεωρίες που φτιάχνουμε γι’ αυτήν, αλλά από το αν πιστεύουμε ειλικρινά ότι οι άνθρωποι είναι ικανοί να διαχειρίζονται, μέσα από διαβούλευση, τις υποθέσεις τους όσο καλά το κάνουν και οι ελίτ, οι αποφάσεις των οποίων υποστηρίζονται από τη δύναμη των όπλων- ή να έχουν έστω το δικαίωμα να το προσπαθήσουν ακόμα και αν δεν το κάνουν. Στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, όταν οι επαγγελματίες διανοούμενοι αντιμετώπιζαν τέτοια ζητήματα, σχεδόν σε παγκόσμιο επίπεδο, έπαιρναν το μέρος των ελίτ. Έχω την εντύπωση ότι αν το δούμε προσεχτικά, η συντριπτική πλειοψηφία συνεχίζει να δελεάζεται από τους διάφορους παραμορφωτικούς καθρέπτες και δεν έχει πραγματική πίστη στις δυνατότητες της λαϊκής δημοκρατίας. Ίσως και αυτό να αλλάξει όμως.