Category Archives: Ποίηση

Νίκος Κυριακίδης, Μυστήριο

dimoula-kiki-660

Ποιός πήρε το παγκάκι της κ. Δημουλά;
Όχι, δεν ήταν ο εργολάβος-συγγραφέας ιππότης του Παναγίου τάφου που
καθόταν από πίσω της, στην αίθουσα της Ακαδημίας.
Μιλάμε για παγκάκι, όχι πολυθρόνα
Δεν πρέπει να ήταν και οι υπόλοιποι λεγεωνάριοι, της Λεγεώνας της Τιμής
‘’ο Μεγαλόσταυρος’’, τρεμάμενοι στην ετήσια πασχαλινή τους συνάντηση.
Επίσης κι εκεί, έχει καταργηθεί το παγκάκι.
Ήταν νέγρος και ήταν νύχτα…

Αναδημοσίευση από: https://tokoskino.wordpress.com/2013/05/07/%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CF%85%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF/

Κ.Π. Καβάφης, Τρώες

k.kavafis-150-xronia-apo-ti-gennhsh-tou-poihth

 

Είν’ η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων·
είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε· κομμάτι
παίρνουμ’επάνω μας· κι αρχίζουμε
νάχουμε θάρρος και καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.
Ο Aχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας
βγαίνει και με φωνές μεγάλες μάς τρομάζει.—

Είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη
θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.

Aλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη κι η απόφασίς μας χάνονται·
ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει·
κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.
Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ’ αισθήματα.
Πικρά για μας ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

*Από τα «Ποιήματα 1897-1933», εκδ. Ίκαρος 1984.

Lionel Fogarty, Δεν είμαι ο αϊ-βασίλης

Ο μαύρος αϊ-βασίλης είναι λυπημένος γιατί έμαθε ότι απολύθηκε
Ήρθαν τα Χριστούγεννα πάλι
να ανακατώσουν τις οικονομίες της οικογένειας
Τα παιδιά στο σχολείο δοξολογούν
την σιωπηλή άγια νύχτα και το
δέντρο που θα κοπεί για να γίνει δώρα
Και περιμένουν τον μεγάλο
λευκό αϊ-βασίλη με τα κόκκινα γένια
να κατέβει από την καμινάδα
Και το πιστεύουν στ’ αλήθεια
ενώ τα τραγουδάκια των μήντια τα κοροϊδεύουν
για να αγοράσουν τα πάντα σε υψηλές τιμές.
Και αυτό που λέει ο μαύρος γονιός
στα παιδιά του είναι, ποιος
στο διάτανο είναι ο χριστός που
έρχεται και κλέβει την κουλτούρα μας
με ελάφια και έλκηθρα;
Ύστερα όλοι γυρνάτε και τραγουδάτε
καλά χριστούγεννα, λοιπόν πρόκειται
για μια κερδοφόρα μπίζνα
για τους πλούσιους, δεν το ξέρετε παιδιά;
Τα Χριστούγεννα καταστρέφουν τους φτωχούς
και είναι απομίμηση της ευτυχίας
Τα Χριστούγεννα είναι ενάντια στις πεποιθήσεις
των Murri γιατί γιορτάζουν την γέννηση ενός
ανθρώπου και όχι όλων των ανθρώπων.
Σίγουρα θα μου πείτε για τον μαύρο αϊ-βασίλη
αλλά να θυμάστε ότι πάω με τα νερά σας
γιατί είστε πολύ μικροί
για να σας εξηγήσω την πολιτική πολιτιστική
θλιμμένη καταπιεσμένη φύση αυτού που τα επονομαζόμενα
χριστούγεννα επέβαλαν στα αδέρφια μας στο παρελθόν.
Ακόμα κι εδώ, η εικόνα του
αϊ-βασίλη ξεχνάει λησμονεί τα φτωχά σκούρα
παιδιά ακόμα και τα λευκά παιδιά το κάνουν, γιατί;
γιατί ο αϊ-βασίλης είναι ο καπιταλιστής που βρίσκεται εκεί
για να σε ξεγελάσει και να ξεζουμίσει
τον μπαμπά και τη μαμά σου.
Πώς μπορείς να είσαι χαρούμενος όταν
οι συγγενείς σου είναι άποροι και οι άνθρωποι λιμοκτονούν ή
ζουν σε άθλια σπίτια.
Πώς μπορείς να είσαι χαρούμενος
τη μέρα που ο κόσμος κάνει πολέμους για την ειρήνη.
Λοιπόν, αν θες να  είσαι χαρούμενος βαθιά μέσα σου τότε κάντο κάθε φορά
που έχει φεγγάρι, άστρο λαμπρό και πρωινό ξημέρωμα
Και μάζεψε ήλιο πριν ο ΑΪ-ΒΑΣΙΛΗΣ έρθει και
πάρει τα ΔΩΡΑ σου!

[μτφρ. Jazra Khaleed]

Ο Lionel Fogarty (1958- ) ανήκει στη φυλή των Murri της Αυστραλίας και έχει εκδόσει πέντε ποιητικές συλλογές. Ο Αβορίγινας συγγραφέας και ποιητής Mudrooroo γράφει σχετικά με την ποίηση του Fogarty: «Ο Lionel Fogarty αρνείται να παραδοθεί στις κριτικές νόρμες που επιβλήθηκαν στους ποιητές της Αυστραλίας από τους αποίκους. Ο τρόπος που γράφει, αποτελεί την απάντηση του Αβορίγινα τραγουδοποιού ενάντια στην γενοκτονία που έπληξε την γλώσσα του και την τυραννία που του επιβλήθηκε από μια ξένη γλώσσα. Ωθεί το νόημα και τη δομή της αγγλικής γλώσσας στις ακρώρειές της και απελευθερώνει τη γλώσσα του από τον πολιτισμικό ιμπεριαλισμό.»

Το ποίημα “I’m not Santa” συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή New and Selected Poems, Munaldjali, Mutuerjaraera(1995). Περισσότερα για τον Lionel Fogarty και την ποίηση των αυτοχθόνων της Αυστραλίας μπορείτε να διαβάσετε στο δεύτερο τεύχος του Τεφλόν.

Αναδημοσίευση από: http://teflon.wordpress.com/2009/12/31/lionel-fogarty-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%B9-%CE%BF-%CE%B1%CF%8A-%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B7%CF%82/#more-2097

Jazra Khaleed, Παιδί/Φανάρι

fanari1
Σε ξέρω καλά
Με κοιτάς μέσα από τα φιμέ τζάμια
Καθώς σου καθαρίζω το παμπρίζ
Μαρσάρεις ανυπόμονα
Περιμένοντας το φανάρι
Ν’ ανάψει πράσινο
Χαϊδεύεις το δέρμα του τιμονιού
Τα μπάσα παίζουν στο τέρμα
Πίσω από τα μαύρα σου γυαλιά
Με κοιτάς με βλέμμα περιφρονητικό
Σε ξέρω καλά
Δεν αξίζω τίποτα για σένα
Ούτε καν το μισό ευρώ
Που κρατάς ανάμεσα σε δείκτη και μεσαίο
Ανοίγεις το παράθυρο βιαστικά
Δεν γυρίζεις καν να με κοιτάξεις
Σε ξέρω καλά
Μα εσύ δεν ξέρεις
Ότι καθώς απλώνω το αριστερό χέρι
Ανοιχτό
Στο δεξί κρατώ σφιχτά
Ένα μαχαίρι

Αναδημοσίευση από: http://teflon.wordpress.com/2009/03/09/jazra-khaleed-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%AF%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B9/

Kamaroudine Abdallah Paune, Θάνατος στους μετανάστες

Εγώ έφτασα χτες.
Κι εσύ; Χτες; Προχτές;
Μετανάστη, από ποια χώρα είσαι;

Εγώ έρχομαι από την Αφρική
Λίκνο του ανθρώπινου γένους
Εποίκισα αυτόν τον πλανήτη
Στο έλεος των καταιγίδων.
Σαν τους ωκεανούς
Ακολούθησα την παλίρροια
Κατά μήκος της ήσυχης ακτής.

Μετανάστη, αυτή η γη δεν είναι δική σου,
Αυτή η χώρα είναι δική μου και των πατέρων μου,
Αυτή η χώρα ανήκει στους –

Ξένε, έξω από την χώρα μου,
Αλλοδαπέ, χωρίς χαρτιά, σχιστομάτη, αράπη!
Εγώ είμαι πραγματικά χοντροκέφαλος…
Γάλλος από την Πολωνία, από τη Ρωσία, την Ισπανία
Αμερικάνοι από την Ιταλία, την Ιρλανδία ή τη Σενεγάλη
Αυτή η γη, είναι παλαιστινιακή;
Είναι εβραϊκή, αραβική ή βερβερίνικη;

Εσύ που είσαι του σήμερα και καταδιώκεις αυτούς του χτες
Δεν καταδιώκεσαι κάπου αλλού;
Είμαστε όλοι μετανάστες στον έναν ή στον άλλον τόπο.
Έτσι λοιπόν, μετανάστευσε. Στον θάνατο.

[μτφρ. Jazra Khaleed]

Ο Kamaroudine Abdallah Paune ζει στα νησιά Mayotte και γράφει ποίηση στα γαλλικά.

Αναδημοσίευση από: http://teflon.wordpress.com/2010/01/25/kamaroudine-abdallah-paune-%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%82/

Linton Kwesi Johnson: Το Γράμμα Του Γιού

 LKJ

Φυλακές Μπρίξταν
Λεωφόρος Τζέμπ
Λάνταν, σάουθγουέστ δυό
Ίνγκλαν

Αγαπημένη μάμα,

Καλή σου μέρα.
Ελπίζω τούτες
οι γραμμές να σέ ’βρουν
στην καλύτερή σου υγεία.

Μάμα,
δεν έχω ιδέα πώς να σ’ το πω
γιατί πάλι την έκανα
για να προσέξω τον μικρό τον Τζίμ
έκανα -να τον φροντίσω- πάλι ό,τι μπορούσα.

Μάμα,
ό,τι μπορούσα έκανα,
αλλά να, ξέρεις,
–λυπάμαι που σ’ το λέω–
ο μικρός Τζίμ πάει, τον μάγκωσαν.

Ήταν στο τέλειωμα της ημέρας
που όλοι τρέχουν σαν τρελοί
να πανε σπίτι και στο βραδινό τους μπάνιο.
Εγώ κι ο Τζίμ στεκόμασταν
–για το λεωφορείο–
και ξαφνικά
σκάει ένα αστυνομικό βανάκι.

Έξω την κάνουνε τρεις αστυνόμοι,
όλοι τους βαστάν μπαστούνια.
Του λόγου τους τραβάν ίσα σε μένα και στον Τζίμ.

Ένας απ’ αυτούς την κολλά στον Τζίμ
του σφυρίζει ότι τον παίρνει μέσα.
Ο Τζίμ του λέει να τον αφήσει
αφού δεν έχει κάνει τίποτα
και ότι δεν έχει κλέψει
ποτέ του ούτε κουμπί.
Κι ο Τζίμ τρέμοντας μιλάει αργά
κι οι αστυνόμοι σκάν τα χάχανα.

Μάμα,
άσε με –θα σου πώ τί του κάνανε
Μάμα,
άσε με να σου πώ τί έκαναν στον Τζίμι

τον βαρέσαν στο στομάχι
δίπλωσε στα δυό απ’ την μάχη
φέραν στη φάτσα του μπαστούνι
που άκουσα να σπάει πηγούνι
του το φέραν στο κεφάλι
βάρυναι μολύβι (πάλι)
ρίξαν στον σπόρο του κλωτσιά
κι άρχισε αίμα να τρέχει με μιας

Μάμα,
Δεν μπόραγα να κάθομαι κει πέρα
και να μη φτιάνω τίποτε –
του την φέρνω ενός στο μάτι
και του κόβει το γινάτι
άλλον βάρεσα στο στόμα
–σαν να ακούω, ουρλιάζει ακόμα–
στον άλλονε στη μέση του κλωτσιά
κι αρχινά τα βογγητά –παραπατά,
του την ρίχνω στην μάπα, ίσα
πέφτει πρόσωπο στην πίσσα

κάνει κρότο
και στον τόπο

Μάμα,
κι άλλοι αστυνόμοι ήρθαν
και με έσπασαν στο ξύλο.
Κατηγορούνε –λέει– τον Τζίμ για sus*
κι ελόγου μου για φόνο

Μάμα,
μην κάνεις κάτι βιαστικά,
μην πέφτεις στις θλίψεις
και χαμηλώνεις την καρδιά.
Να ’σαι φτιαμένη από κουράγιο
μέχρι να ξανακούσω από τα σένα.

Παραμένω
ο γιός σου,
Σόνυ.

*sus: θατσερική νομοθεσία που ανασύστησε την –κοπής 19ου αιώνα– προληπτική σύλληψη για «υποψία» (εκ του suspicion). Στην ουσία μηχανισμός ελέγχου της μαύρης νεολαίας.

http://www.youtube.com/watch?v=ZlrqPweVpnU

 

From Brixton Prison, Jebb Avenue London S.W. 2 Inglan

Good day
I hope that when these few lines reach you they may
Find you in the best of health
I doun know how to tell ya dis
For I did mek a solemn promise
To tek care a lickle Jim
An try mi bes fi look out fi him

Mama, I really did try mi bes
But none a di less
Sorry fi tell ya seh, poor lickle Jim get arres
It was de miggle a di rush hour
Hevrybody jus a hustle and a bustle
To go home fi dem evenin shower
Mi an Jim stan up waitin pon a bus
Not causin no fuss

When all of a sudden a police van pull up
Out jump tree policemen
De whole a dem carryin baton
Dem walk straight up to me and Jim
One a dem hold on to Jim
Seh dem tekin him in
Jim tell him fi leggo a him
For him nah do nutt’n
And ‘im nah t’ief, not even a but’n
Jim start to wriggle
De police start to giggle

Mama, mek I tell you wa dem do to Jim?
Mek I tell you wa dem do to ‘im?

Dem thump him him in him belly and it turn to jelly
Dem lick ‘im pon ‘im back and ‘im rib get pop
Dem thump him pon him head but it tough like lead
Dem kick ‘im in ‘im seed and it started to bleed

Mama, I jus couldn’t stan up deh, nah do nuttin’

So mi jook one in him eye and him started fi cry
Me thump him pon him mout and him started fi shout
Me kick him pon him shin so him started fi spin
Me hit him pon him chin an him drop pon a bin
– an crash, an dead

More policman come dung
Dem beat me to the grung
Dem charge Jim fi sus
Dem charge mi fi murdah

Mama, doan fret
Doan get depress an downhearted
Be of good courage
Till I hear from you

I remain
your son,
Sonny

[πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Οροπέδιο]

Αναδημοσίευση από: http://teflon.wordpress.com/2011/03/21/linton-kwesi-johnson-%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%84%CE%BF-%CF%87%CF%89%CE%BD%CE%AF-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%83%CF%84%CF%8C%CE%BC%CE%B1-%CF%83%CE%B5-%CE%AD%CE%BD%CE%B1/#more-3971

Susan Griffin, Μ’ αρέσει να σκέφτομαι τη Χάριετ Τάμπμαν

 

Μ’ αρέσει να σκέφτομαι τη Χάριετ Τάμπμαν.
Τη Χάριετ Τάμπμαν που κουβαλούσε ένα περίστροφο,
που ’χε το κεφάλι σημαδεμένο από πέτρα που της πέταξε
το αφεντικό (επειδή
αντιμίλησε), που την
είχαν επικηρύξει
για χιλιάδες δολάρια και
ποτέ δεν την έπιασαν, που
δεν έβρισκε καμία χρησιμότητα στο νόμο
όταν ο νόμος ήταν λάθος,
αυτή που αψήφησε το νόμο. Μου αρέσει
να τη σκέφτομαι.
Μ’ αρέσει να τη σκέφτομαι ιδιαιτέρως
όταν σκέφτομαι  το πρόβλημα
της σίτισης των παιδιών.

Ο νόμος απαντά
στο πρόβλημα της σίτισης των παιδιών
με παροχή δέκα δωρεάν  γευμάτων το μήνα,
που σημαίνει, στην καθημερινότητα του παιδιού,
πως τρώει μεσημεριανό μέρα παρά μέρα.
Δευτέρα αλλά όχι Τρίτη.
Μ’ αρέσει να σκέφτομαι τον Πρόεδρο
Να τρώει μεσημεριανό τη Δευτέρα, αλλά όχι την
Τρίτη.
Και όταν σκέφτομαι τον Πρόεδρο
και το νόμο, και το πρόβλημα της
σίτισης των παιδιών, μ’ αρέσει να
σκέφτομαι τη Χάριετ Τάμπμαν
και το περίστροφό της.

Κι άλλοτε πάλι
σκέφτομαι τον Πρόεδρο
και άλλους άνδρες,
άνδρες που εξασκούν το νόμο,
που σέβονται το νόμο,
που επιβάλλουν το νόμο,
που κρύβονται πίσω
και λειτουργούν μέσω
και τρέφονται
εις βάρος
παιδιών που πεινάνε
εξαιτίας του νόμου,

άνδρες που κάθονται σε γραφεία με χώρισμα
και σκέφτονται τις διακοπές
και λένε στις γυναίκες
ποιανού έγνοια είναι
να ταΐζει τα παιδιά
να μην είναι υστερικές
να μην είναι υστερικές όπως στη λέξη
υστερικός, ελληνική που θα πει
μήτρα που υποφέρει,
να μην υποφέρουν στη
μήτρα,
να μην νοιάζονται,
να μην ενοχλούν τους άντρες
γιατί εκείνοι προτιμούν να σκέφτονται
άλλα πράματα
και δε θέλουν να πάρουν
τις γυναίκες στα σοβαρά.

Θέλω αυτοί να σκέφτονται τη Χάριετ Τάμπμαν,
και να θυμούνται,
να θυμούνται ότι χτυπήθηκε από έναν λευκό
και επέζησε
έζησε για να επανορθώσει τις αδικίες που υπέστη
και έζησε σε βάλτους
φορώντας  ρούχα ανδρικά
φυγάδευσε εκατοντάδες
σκλάβους, και ποτέ δεν την ’πιασαν,
και ηγήθηκε ενός στρατού,
και κέρδισε μια μάχη,
και αψήφησε τους νόμους
γιατί οι νόμοι ήταν λάθος, θέλω οι άντρες
να μας πάρουν στα σοβαρά.
Κουράστηκα να τους περιμένω να σκεφτούν
τι είναι σωστό και τι λάθος.
Θέλω να φοβηθούν.
Θέλω να φοβηθούν τώρα
όπως εγώ υπέφερα στη μήτρα, και
θέλω να ξέρουν
ότι πάντα φτάνει η ώρα
φτάνει πάντα η ώρα να διορθώσεις
κάθε λάθος,
φτάνει πάντα η ώρα
της τιμωρίας
και η ώρα αυτή
ξεκινά μόλις τώρα.

[μτφρ. kyoko]

 

I Like to Think of Harriet Tubman

I like to think of Harriet Tubman.
Harriet Tubman who carried a revolver,
who had a scar on her head from a rock thrown
by a slave-master (because she
talked back), and who
had a ransom on her head
of thousands of dollars and who
was never caught, and who
had no use for the law
when the law was wrong,
who defied the law. I like
to think of her.
I like to think of her especially
when I think of the problem
of feeding children.


The legal answer
to the problem of feeding children
is ten free lunches every month,
being equal, in the child’s real life,
to eating lunch every other day.
Monday but not Tuesday.
I like to think of the President
eating lunch on Monday, but not
Tuesday.
and when I think of the President
and the law, and the problem of
feeding children, I like to
think of Harriet Tubman
and her revolver.


And then sometimes
I think of the President
and other men,
men who practice the law,
who revere the law,
who make the law,
who enforce the law,
who live behind
and operate through
and feed themselves
at the expense of
starving children
because of the law,


men who sit in paneled offices
and think about vacations
and tell women
whose care it is
to feed children
not to be hysterical
not to be hysterical as in the word
hysterikos, the greek for
womb suffering,
not to suffer in their
wombs,
not to care,
not to bother the men
because they want to think
of other things
and do not want to take
women seriously.


I want them to think about Harriet Tubman,
and remember,
remember that she was beaten by a white man
and she lived
and she lived to redress her grievances,
and she lived in swamps
and wore the clothes of a man
bringing hundreds of fugitives from
slavery, and was never caught,
and led an army,
and won a battle,
and defied the laws
because the laws were wrong, I want men
to take us seriously.
I am tired wanting them to think
about right and wrong.
I want them to fear.
I want them to feel fear now
as I have felt suffering in the womb, and
I want them
to know
that there is always a time
there is always a time to make right
what is wrong,
there is always a time
for retribution
and that time
is beginning.

[1970]

Αναδημοσίευση από: http://teflon.wordpress.com/2012/02/28/susan-griffin-%CE%BC-%CE%B1%CF%81%CE%AD%CF%83%CE%B5%CE%B9-%CE%BD%CE%B1-%CF%83%CE%BA%CE%AD%CF%86%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%B7-%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B5%CF%84-%CF%84%CE%BF/#more-4961

ΚΑΒΑΦΗΣ

KAVAFIS (1)

 

Επάνοδος από την Ελλάδα

Ώστε κοντεύουμε να φθάσουμ’, Έρμιππε.
Μεθαύριο, θαρρώ· έτσ’ είπε ο πλοίαρχος.
Τουλάχιστον στην θάλασσά μας πλέουμε·
νερά της Κύπρου, της Συρίας, και της Aιγύπτου,
αγαπημένα των πατρίδων μας νερά.
Γιατί έτσι σιωπηλός; Pώτησε την καρδιά σου,
όσο που απ’ την Ελλάδα μακρυνόμεθαν
δεν χαίροσουν και συ; Aξίζει να γελιούμαστε; —
αυτό δεν θα ’ταν βέβαια ελληνοπρεπές.

Aς την παραδεχθούμε την αλήθεια πια·
είμεθα Έλληνες κ’ εμείς — τι άλλο είμεθα; —
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις της Aσίας,
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις
που κάποτε ξενίζουν τον Ελληνισμό.

Δεν μας ταιριάζει, Έρμιππε, εμάς τους φιλοσόφους
να μοιάζουμε σαν κάτι μικροβασιλείς μας
(θυμάσαι πώς γελούσαμε με δαύτους
σαν επισκέπτονταν τα σπουδαστήριά μας)
που κάτω απ’ το εξωτερικό τους το επιδεικτικά
ελληνοποιημένο, και (τι λόγος!) μακεδονικό,
καμιά Aραβία ξεμυτίζει κάθε τόσο
καμιά Μηδία που δεν περιμαζεύεται,
και με τι κωμικά τεχνάσματα οι καημένοι
πασχίζουν να μη παρατηρηθεί.

A όχι δεν ταιριάζουνε σ’ εμάς αυτά.
Σ’ Έλληνας σαν κ’ εμάς δεν κάνουν τέτοιες μικροπρέπειες.
Το αίμα της Συρίας και της Aιγύπτου
που ρέει μες στες φλέβες μας να μη ντραπούμε,
να το τιμήσουμε και να το καυχηθούμε.

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

ΖΑΚ ΠΡΕΒΕΡ

Prevert-1max

ΣΑΝ ΑΠΟ ΘΑΥΜΑ 

Σαν από θαύμα

Τα πορτοκάλια μιας πορτοκαλιάς επάνω στα κλαδιά

Σαν από θαύμα

Προχωρεί ένας άνθρωπος

Σαν από θαύμα βάζοντας

Το ένα του πόδι μπρος απ’ τ’ άλλο για να περπατήσει

Σαν από θαύμα

Ένα λευκό πέτρινο σπίτι πίσω του

Σαν από θαύμα

Σταματάει ο άνθρωπος μπρος στην πορτοκαλιά

Κόβει ένα πορτοκάλι το καθαρίζει και το τρώει

Ρίχνει τα φλούδια μακριά και φτύνει τα κουκούτσια

Σαν από θαύμα σβήνοντας

Την πρωινή του δίψα

Σαν από θαύμα

Ο άνθρωπος χαμογελάει

Βλέπει τον ήλιο που ανατέλλει και που λάμπει

Σαν από θαύμα

Και μαγεμένος επιστρέφει  σπίτι του

Εκεί σαν από θαύμα βρίσκει τη γυναίκα του

Να ’χει αποκοιμηθεί

Και μαγεμένος την κοιτάζει

Τόσο όμορφη και νέα

Σαν από θαύμα

Είναι γυμνή στον ήλιο

Την κοιτάζει

Κι αυτή ξυπνάει σαν από θαύμα

Του χαμογελά

Σαν από θαύμα τη χαϊδεύει

Σαν από θαύμα εκείνη τον αφήνει

Λοιπόν σαν από θαύμα

Περνάνε διαβατάρικα πουλιά

Σαν από θαύμα τα πουλιά

Πηγαίνουν προς τη θάλασσα

Πετούν ψηλά

Πάνω απ’ το πέτρινο αυτό σπίτι

Όπου ο άντρας και η γυναίκα

Σαν από θαύμα

Κάνουν έρωτα

Πάνω απ’ τον κήπο τα πουλιά περνούν

Πάνω απ’ τον κήπο της πορτοκαλιάς που τώρα νανουρίζει

Τα πορτοκάλια της στο πρωινό αεράκι

Σαν από θαύμα ρίχνοντας τη σκιά της

Στο δρόμο απ’ όπου ένας παπάς περνάει

Στη σύνοψή του βυθισμένος

Στη σύνοψή του που κρατάει στα χέρια.

Και τέλος ο παπάς πατάει σ’ εκείνο το πορτοκαλόφλουδο

Πού ’ριξε ο άνθρωπος από μακριά

Γλιστράει και πέφτει

Πέφτει ακριβώς

Όπως ένας παπάς ένα όμορφο πρωινό

Γλιστράει σ’ ένα πορτοκαλόφλουδο

Και πέφτει.

ΖΑΚ  ΠΡΕΒΕΡ

(Από τη συλλογή ποιημάτων ‘’Θέαμα και Ιστορίες’’, εκδ. Ύψιλον)

Πρίμο Λέβι: Όπου να’ ναι θα ακούσουμε πάλι το εγέρθητι

Σαν σήμερα, στις 11 Απριλίου του 1987, ο Πρίμο Λέβιαυτοκτόνησε, πέφτοντας από τις σκάλες του σπιτιού του στο Τορίνο. Ο εβραϊκής καταγωγής Ιταλός χημικός –που στη συνέχεια έγινε συγγραφέας και ποιητής- επέζησε από τον εφιάλτη του Άουσβιτς, τον οποίο κατέγραψε σε σειρά βιβλίων του, με γνωστότερο το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», γραμμένο το 1946-1947, ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Δεν ξέχασε ποτέ το παράγγελμα «εγέρθητι» (Wstawać), που άκουγαν οι έγκλειστοι στο στρατόπεδο συγκέντρωσης κάθε πρωί. Ήθελε να μην ξεχάσουμε ποτέ τη μεγαλύτερη κτηνωδία στην ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, στο φόβο μήπως επαναληφθεί. Της Κατρίν Αλαμάνου

Το παράγγελμα Wstawać ήταν το παράγγελμα «ἐγέρθητι» στα πολωνικά, που άκουγαν κάθε πρωί οι έγκλειστοι στο Άουσβιτς.[1]

Ονειρευόμασταν στις άγριες νύχτες
όνειρα βίαια και πυκνά,
ονειρευόμασταν με την ψυχή και το σώμα
αν θα γυρίσουμε, να φάμε, να εξιστορήσουμε.
Ώσπου αντηχούσε κοφτά, σιγανά
το παράγγελμα που συνόδευε την αυγή
«Wstawać»
και ράγιζε την καρδιά μας
Τώρα που ξαναβρήκαμε τα σπίτια μας,
τώρα που χορτάσαμε την κοιλιά μας,
και οι αφηγήσεις μας στέρεψαν όλες,
σήμανε ἡ ώρα. Όπου να’ ναι θα ακούσουμε πάλι
το ξενικό παράγγελμα: «Wstawać»

Πρίμο Λέβι, «Η ανακωχή», 11 Ιανουαρίου 1946


O Πρίμο Λέβι, το 1940

Γεννημένος το 1919, το 1938, σπούδαζε στο τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου του Τορίνο, όταν το Νοέμβριο του ίδιου έτους, στην Ιταλία τέθηκαν σε ισχύ ρατσιστικοί νόμοι που επέβαλαν διακρίσεις σε βάρος των Εβραίων, μεταξύ αυτών και η απαγόρευση της εγγραφής τους στο Πανεπιστήμιο. Όσοι ήδη σπούδαζαν θα μπορούσαν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους. Ο Λέβι αποφοίτησε με άριστα το 1941. Πάνω στο πτυχίο του αναγραφόταν ότι είναι Εβραίος.


Η διπλωματική εργασία του Πρίμο Λέβι

Το 1942 ήρθε σε επαφή με μέλη αντιφασιστικών οργανώσεων και εντάχθηκε στο παράνομο Κόμμα της Δράσης (Partito d’Azione). Τον Οκτώβριο του 1943 εντάχθηκε στην αντιστασιακή οργάνωση «Δικαιοσύνη και Ελευθερία» (Giustizia e Libertà). Το Δεκέμβριο του 1943, ο ίδιος και οι σύντροφοί του συνελήφθησαν από τη φασιστική αστυνομία και μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο στο Φόσσολι. Στις 22 Φεβρουαρίου του 1944, 650 Εβραίοι, μεταξύ αυτών και ο Λέβι, στοιβάχτηκαν σε ένα τρένο και μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς.


15 Αυγούστου 1942

Εκεί καταγράφηκε ως το νούμερο 174.517 και αμέσως οδηγήθηκε στο στρατόπεδο Buna-Monowitz, γνωστό ως Άουσβιτς III, όπου παρέμεινε μέχρι την απελευθέρωσή του από τον Κόκκινο Στρατό στις 27 Ιανουαρίου του 1945.


Φεβρουάριος 1948

Παρέμεινε ζωντανός χάρη σε μια σειρά από συγκυρίες. Όπως καταγράφει ο ίδιος μερικές από τις αιτίες της επιβίωσης του ήταν οι ακόλουθες: Ήταν μικρόσωμος και αδύνατος από φυσικού του, άρα άντεξε την ασιτία. Γνώριζε σχετικά γερμανικά, είχε σπουδές χημείας κι έτσι βρέθηκε στο κομάντο χημείας. Στάθηκε τυχερός όσες φορές πέρασε από «επιλογή» για τους θαλάμους αερίων. Κατάφερε να μην αρρωστήσει καθ’ όλη τη διάρκεια του εγκλεισμού του μέχρι την φυγή των Γερμανών, οπότε και αρρώστησε από οστρακιά. Βρέθηκε στο αναρρωτήριο του στρατοπέδου και έτσι γλίτωσε τον βέβαιο θάνατο που επεφύλαξαν οι Γερμανοί σε όσους κρατούμενους πήραν μαζί τους κατά την φυγή τους. Μετά την απελευθέρωσή του, έπειτα από μια πολύμηνη περιπλάνηση στην ανατολική Ευρώπη, επέστρεψε στην Ιταλία τον Οκτώβριο του 1945. Στα επόμενα χρόνια θα κάνει οικογένεια, θα εργαστεί, θα γράψει βιβλία που θα γνωρίσουν την παγκόσμια αναγνώριση.[2]

Στο «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», ο Πρίμο Λέβι  καταθέτει εν θερμώ τη μαρτυρία του από τον εγκλεισμό του στο Αουσβιτς (το βιβλίο γράφτηκε αμέσως μετά την επιστροφή του, το 1946). Στο «Η Ανακωχή» αφηγείται την επιστροφή από το στρατόπεδο του θανάτου στον κόσμο των ζωντανών. Το «Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν» είναι το κατ’ εξοχήν βιβλίο του στοχασμού γύρω από τα στρατόπεδα εξοντώσεως, γραμμένο 40 χρόνια μετά το πρώτο και έναν μόλις χρόνο πριν από την αυτοκτονία του (1987), το 1986. Λαμβάνει εκ των υστέρων χροιά πνευματικής διαθήκης ενός από τους διαυγέστερους ευρωπαίους στοχαστές που προσέγγισαν το φαινόμενο των ναζιστικών στρατοπέδων εξοντώσεως.

Στο τρίτο βιβλίο, εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο διαστρέφονται οι πολίτες σε ένα ολοκληρωτικό σύστημα, πολίτες που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν «φυσιολογικοί». Βεβαίως, ξεχωρίζει τους ανώτερους αξιωματούχους, καθώς προϋπήρχε πολιτική ένταξή τους και ιδεολογική ταύτιση με τις απόψεις του Χίτλερ. Το αποτέλεσμα είναι πως οι ενεχόμενοι από την πλευρά των θυτών προσπαθούν να ανακατασκευάσουν την αλήθεια, οικοδομώντας διαφορετικά τη μνήμη αυτή ή ορισμένοι φτάνοντας ως την πλήρη άρνηση της ύπαρξης των στρατοπέδων εξοντώσεως (κεφ. «Η μνήμη της προσβολής»).[3]


Ένα χρόνο πριν φύγει. 1986

Αποσπάσματα από το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος»

 «Πολλοί λαοί ή άτομα συμβαίνει να θεωρούν περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά ότι «κάθε ξένος είναι εχθρός […] Όταν αυτή η ανομολόγητη αλυσίδα αποτελέσει τη μείζονα πρόταση ενός συλλογισμού, τότε στο τέλος της αλυσίδας βρίσκονται τα στρατόπεδα. Αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας σύλληψης του κόσμου οδηγημένης στην έσχατη συνέπειά της: όσο υπάρχει αυτή η αντίληψη τα αποτελέσματά της θα μας απειλούν. Η ιστορία των στρατοπέδων εξόντωσης θα έπρεπε να ερμηνευτεί από όλους σαν ένα δυσοίωνο σημάδι κινδύνου».

«Το φορτηγό σταμάτησε και είδαμε μια μεγάλη πύλη και πάνω της μια επιγραφή ζωηρά φωτισμένη (η ανάμνηση της με βασανίζει ακόμα στα όνειρα μου): ARBEIT MACHT FREI, η εργασία απελευθερώνει».

«Εάν μέσα απ’ τα στρατόπεδα θα μπορούσε να δραπετεύσει ένα μήνυμα και να φτάσει στους ελεύθερους ανθρώπους θα ήταν αυτό: Προσπαθήστε να μην υποστείτε στο σπίτι σας αυτό που έχει επιβληθεί σε εμάς εδώ».

«Δίπλα μας στέκει μια ομάδα Ελλήνων, αυτοί οι φοβεροί και αξιοθαύμαστοι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, πεισματικοί, κλέφτες, σοφοί, αμείλικτοι και αλληλέγγυοι, αποφασισμένοι να ζήσουν, ανελέητοι αντίπαλοι στον αγώνα της επιβίωσης: από αυτούς τους Έλληνες που υπερίσχυσαν στις κουζίνες και στο εργοτάξιο, που ακόμα και οι Γερμανοί υπολογίζουν και οι Πολωνοί φοβούνται. Έκλεισαν τρία χρόνια στο Άουσβιτς, αυτοί ξέρουν καλύτερα από τον καθένα τι είναι το στρατόπεδο. Στέκονται στο κύκλο με τους ώμους κολλητά ο ένας στον άλλο και τραγουδούν μια μακρόσυρτη μελωδία».

«Ο καθένας αποχαιρέτησε την ζωή με τον δικό του τρόπο. Μερικοί προσευχήθηκαν, άλλοι μέθυσαν και άλλοι βυθίστηκαν για τελευταία φορά σ’ ένα ακατανόμαστο πάθος. Αλλά οι μητέρες ξενύχτησαν για να ετοιμάσουν φαγητό για το ταξίδι, για να πλύνουν τα παιδιά και να φροντίσουν τις αποσκευές και την άλλη μέρα το πρωί άπλωσαν στα συρματοπλέγματα τα ρούχα των παιδιών να στεγνώσουν, δεν ξέχασαν τις φασκιές, τα παιγνίδια, τα μαξιλάρια και τα χιλιάδες μικροπράγματα που χρειάζονται πάντα τα παιδιά. Κι εσείς δεν θα κάνατε το ίδιο; Ακόμα κι αν ξέρατε ότι αύριο θα σας σκοτώσουν μαζί με το παιδί σας, σήμερα δεν θα του δίνατε να φάει;».

«Ταξιδέψαμε ως εδώ μέσα σε σφραγισμένα βαγόνια, είδαμε τις γυναίκες και τα παιδιά μας να τους καταπίνει το σκοτάδι, σκλάβοι πηγαινοερχόμαστε χιλιάδες φορές στην βουβή δουλειά, νεκροί στην ψυχή πριν τον ανώνυμο θάνατο. Δεν θα ξαναγυρίσουμε. Κανείς δεν πρέπει να βγει από δω, κανείς που θα μπορούσε να φέρει στον κόσμο μαζί με το χαραγμένο στην σάρκα του νούμερο τη δυσοίωνη είδηση του τι κατάφερε να κάνει άνθρωπος στον άνθρωπο στο Άουσβιτς».

«Ο Κουν είναι παράλογος. Δεν βλέπει στη διπλανή κουκέτατον Μπέπο, τον Έλληνα που είναι εικοσιδύο χρόνων και μεθαύριο θα πάει στον θάλαμο των αερίων και το ξέρει και μένει ξαπλωμένος με το βλέμμα καρφωμένο στην λάμπα χωρίς να λέει τίποτα, χωρίς να σκέφτεται τίποτα; Δεν ξέρει ο Κουν ότι την επόμενη φορά θα είναι η σειρά του; Δεν καταλαβαίνει ότι αυτό που συνέβη σήμερα είναι μια Ύβρις που καμιά προσευχή δεν μπορεί να την εξευμενίσει, καμιά συγχώρεση, καμιά εξιλέωση των ενόχων, τίποτα απ’ όσα είναι στη δύναμη του ανθρώπου δεν μπορούν να την επανορθώσουν. Εάν ήμουν Θεός, θα έφτυνα στη γη την προσευχή του Κουν».

«Να εκμηδενίσεις τον άνθρωπο είναι δύσκολο, όσο και να τον δημιουργήσεις: δεν ήταν απλό, πήρε χρόνο, αλλά τα καταφέρατε, Γερμανοί. Είμαστε υπάκουοι κάτω από το βλέμμα σας, δεν έχετε να φοβηθείτε τίποτα από μας: καμιά πράξη αντίστασης, καμιά λέξη πρόκλησης, κανένα κριτικό βλέμμα».


[1] Δεσποινιάδης, Κώστας, «Ακούστηκε, κιόλας, το τρομερό παράγγελμα Wstawać»,e-dromos.gr, 5 Ιουνίου 2012.
[2] Τριαρίδης, Θανάσης, «Το Άουσβιτς δεν τελείωσε: Δέκα σημειώσεις για το Εάν αυτό είναι ο Άνθρωπος του Πρίμο Λέβι», triaridis.gr.
[3] Βαρών-Βασάρ, Οντέρ, «Το σύνδρομο του Αουσβιτς: Η πνευματική διαθήκη του αυτόχειρα Πρίμο Λέβι», tovima.gr, 11 Φεβρουαρίου 2001.