Ερίκο Μαλατέστα, Αναρχία και βία

mala

ΑΝΑΡΧΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΜΗ ΒΙΑ, μη κυριαρχία ανθρώπου σε άνθρωπο, μη επιβολή βιαίως της βούλησης ενός ή περισσοτέρων στους υπολοίπους. Είναι μόνο μέσω της εναρμόνισης των συμφερόντων, μέσω της εθελούσιας συνεργασίας, της αγάπης, του σεβασμού, της αμοιβαίας ανοχής, είναι μόνο με την πειθώ, το παράδειγμα, τη μεταδοτικότητα και το αμοιβαίο όφελος από την επιείκεια που μπορεί και πρέπει να θριαμβεύσει η αναρχία, δηλαδή μια κοινωνία αδελφών ελευθέρως αλληλέγγυων, η οποία θα εξασφαλίζει στους πάντες την μέγιστη ελευθερία, τη μέγιστη ανάπτυξη, τη μέγιστη δυνατή ευημερία.

Υπάρχουν σίγουρα άλλοι άνθρωποι, άλλες παρατάξεις, άλλες σχολές τόσο ειλικρινώς αφιερωμένες στο γενικό καλό, όσο μπορούν να είναι οι καλύτεροι ανάμεσα μας. Αλλά αυτό που διακρίνει τους αναρχικούς απ’ όλους τους άλλους, είναι ακριβώς ο φόβος της βίας, η επιθυμία και η πρόθεση να εξαλειφθεί η βία, δηλαδή η υλική δύναμη, από την ανθρώπινη άμιλλα. θα μπορούσαμε ως εκ τούτου να πούμε ότι η ιδιαίτερη ιδέα που διακρίνει τους αναρχικούς, είναι η κατάργηση του χωροφύλακα, ο αποκλεισμός από τους κοινωνικούς συντελεστές του κανόνα που επιβάλλεται μέσω της κτηνώδους, είτε νόμιμης, είτε παράνομης, δύναμης

Αλλά τότε, θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς, γιατί στον σημερινό αγώνα, εναντίον των κοινωνικο-πολιτικών θεσμών που θεωρούν καταπιεστικούς, οι αναρχικοί έχουν κηρύξει και ασκήσει, κηρύττουν και ασκούν, όταν μπορούν, τη χρήση βίαιων μέσων, κάτι το οποίο προφανώς αντιφάσκει με τους σκοπούς τους; Κι αυτό σε βαθμό που, κάποιες φορές, πολλοί καλόπιστοι, όπως και όλοι οι κακόπιστοι αντίπαλοι τους, να πιστεύουν ότι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Αναρχισμού ίσως να είναι ακριβώς η βία;

Το ερώτημα μπορεί να φαίνεται όχι προκαλεί αμηχανία, αλλά μπορώ να το απαντήσω με λίγα λόγια. Για να ζήσουν δύο εν ειρήνει, πρέπει να το θέλουν αμφότεροι· αν ένας από τους δύο είναι ισχυρογνώμων και θέλει με τη βία να επιβάλλει στον άλλο να δουλεύει για λογαριασμό του και να τον υπηρετεί, αυτός ο άλλος, αν θέλει να διατηρήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια του και να μην περιπέσει στην πλέον ταπεινή δουλεία, παρ’ όλη την αγάπη του για την ειρήνη και την ομόνοια, είναι υποχρεωμένος ν’ αντισταθεί στη δύναμη μ’ όλα τα πρόσφορα μέσα.

Η ρίζα των κακών που ταλαιπώρησαν και ταλαιπωρούν την ανθρωπότητα, εκτός εκείνων εννοείται που εξαρτώνται από τις αντίξοες δυνάμεις της φύσης, βρίσκεται στo ότι οι άνθρωποι δεν έχουν κατανοήσει πως η συμφωνία και αδελφική συνεργασία είναι το καλύτερο μέσο για την εξασφάλιση στους πάντες του μέγιστου δυνατού καλού, με αποτέλεσμα οι πιο δυνατοί και πιο πανούργοι να θέλουν να υποτάξουν και να εκμεταλλεύονται τους υπολοίπους. Κι όταν καταφέρουν ν’ αποκτήσουν κάποιο πλεονέκτημα, θέλουν να το εξασφαλίσουν και να το διαιωνίσουν, δημιουργώντας για την υπεράσπιση του κάθε μορφής όργανα συνεχούς καταναγκασμού. Εξ αυτού ολόκληρη η ιστορία είναι γεμάτη αιματηρούς συγκρούσεις: Αυταρχικές ενέργειες, αδικίες, άγρια καταπίεση από τη μια πλευρά, εξεγέρσεις από την άλλη.

Δεν προτίθεμαι να κάνω διακρίσεις μεταξύ των παρατάξεων: Οποιοσδήποτε θέλει να χειραφετηθεί, ή να προσπαθήσει να χειραφετηθεί, οφείλει να αντιπαρατάξει τη δύναμη στη δύναμη, τα όπλα στα όπλα. Όμως ο καθένας, ενώ βρίσκει αναγκαίο και δίκαιο να χρησιμοποιεί τη δύναμη για να υπερασπίσει την ελευθερία του, τα συμφέροντα του, την τάξη του, τη χώρα του, καταδικάζει, στο όνομα μιας ιδιαίτερης ηθικής που τον διακρίνει, τη βία, όταν αυτή στρέφεται εναντίον του για την ελευθερία, τα συμφέροντα, την τάξη, τη χώρα κάποιων άλλων. […] Θυμίζω ότι επ’ ευκαιρία μιας πολύκροτης αναρχικής απόπειρας, κάποιος που φιγουράριζε τότε στις πρώτες γραμμές του σοσιαλιστικού κόμματος και είχε επιστρέψει φρέσκος-φρέσκος από τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, κραύγαζε δυνατά, με την έγκριση των συντρόφων του, ότι η ανθρώπινη ζωή είναι ιερή και δεν πρέπει να αφαιρείται ούτε για την υπόθεση της ελευθερίας. Φαίνεται ότι εξαιρείται η ζωή των Τούρκων και η υπόθεση της ελληνικής ανεξαρτησίας. Παραλογισμός ή υποκρισία;

Ωστόσο η αναρχική βία είναι η μοναδική που δικαιολογείται, η μοναδική που δεν είναι εγκληματική. Μιλώ φυσικά για τη βία που έχει όντως αναρχικά χαρακτηριστικά, και όχι για κάποια τυφλή ή παράλογη βίαιη ενέργεια η οποία αποδίδεται στους αναρχικούς, ή για εκείνη που πιθανώς διαπράττεται από πραγματικούς αναρχικούς, ωθούμενους στην παράφορα από άδικες καταδιώξεις, ή τυφλωμένους, λόγω υπερβολικής ευαισθησίας που δεν μετριάζει η λογική, από τη θέα των κοινωνικών αδικιών, από τη λύπη για τη λύπη των άλλων. Η πραγματική αναρχική βία είναι αυτή που σταματά όταν σταματά η ανάγκη υπεράσπισης της ελευθερίας. Αυτή μετριάζεται από τη γνώση ότι τα άτομα ξεχωριστά, λόγω κληρονομικότητας και περιβάλλοντος, είναι ελάχιστα υπεύθυνα για τη θέση που βρέθηκαν· αυτή δεν την εμπνέει το μίσος, αλλά η αγάπη· και είναι ιερή εφόσον σκοπεύει στην απελευθέρωση των πάντων και όχι στην αντικατάσταση της κυριαρχίας των άλλων με τη δική τους.

[…] Οι αναρχικοί δεν είναι υποκριτές. Η δύναμη χρειάζεται να αποκρούεται με τη δύναμη: Σήμερα εναντίον της καταπίεσης του σήμερα· αύριο εναντίον της καταπίεσης που ίσως αντικαταστήσει αυτή του σήμερα. Εμείς θέλουμε την ελευθερία για όλους, για μας και για τους φίλους μας, όπως για τους αντιπάλους και τους εχθρούς μας. Ελευθερία στοχασμού και προπαγάνδισης της σκέψης μας, ελευθερία εργασίας και οργάνωσης της ζωής μας όπως μας ευχαριστεί· όχι ελευθερία, εννοείται -και παρακαλούνται οι κομμουνιστές να μην παρερμηνεύουν— για την κατάργηση της ελευθερίας και εκμετάλλευση της εργασίας των άλλων.
[«Pensiero e Volontà», 1 Σεπτεμβρίου 1924]

Ο επαναστατικός τρόμος
[…] Το μίσος και η επιθυμία για εκδίκηση είναι αχαλίνωτα συναισθήματα, που φυσιολογικά η καταπίεση ξυπνά και τροφοδοτεί· αλλά αν αυτά μπορεί ν’ αποτελέσουν μια δύναμη χρήσιμη για την αποτίναξη του ζυγού, ίσως κατόπιν να αποδειχτούν μια αρνητική δύναμη όταν θα πρέπει ν’ αντικατασταθεί η καταπίεση όχι με μια νέα καταπίεση, αλλά με την ελευθερία και την αδελφοσύνη μεταξύ των ανθρώπων. Γι’ αυτό κι εμείς οφείλουμε να ενισχύουμε τη διέγερση εκείνων των ανώτερων συναισθημάτων που η ενεργητικότητά τους κατευθύνεται στη φλογερή αγάπη του καλού, προσέχοντας να μην ανασταλεί η ορμή, αποτελούμενη από καλούς και κακούς παράγοντες, η αναγκαία για τη νίκη. Ας δεχτούμε πως η μάζα θα δράσει καλύτερα σύμφωνα με τις παρορμήσεις της, παρά αν με το πρόσχημα της καθοδήγησης της, τής βάζαμε ένα φρένο το οποίο θα μπορούσε να μετατραπεί σε μια νέα τυραννία —αλλά να θυμόμαστε πάντοτε ότι εμείς οι αναρχικοί δεν μπορούμε να είμαστε ούτε εκδικητές, ούτε «τιμωροί». Εμείς θέλουμε να είμαστε απελευθερωτές και οφείλουμε να δράσουμε ως τέτοιοι μέσω της διδαχής και του παραδείγματος.

θ’ ασχοληθώ εδώ μ’ ένα πολύ σημαντικό ζήτημα, το οποίο άλλωστε είναι το μοναδικό σοβαρό επιχείρημα που παρουσιάζουν σι επικριτές μου σ’ αυτή τη συζήτηση: Την άμυνα της επανάστασης.

Υπάρχουν ακόμη πολλοί που γοητεύονται από την ιδέα του «τρόμου». Αυτοί νομίζουν ότι η γκιλοτίνα, οι τουφεκισμοί, οι σφαγές, οι εκτοπίσεις, η φυλακή («κρεμάλα και φυλακή» μου έλεγε προσφάτως ένας από τους πιο γνωστούς κομμουνιστές) είναι ισχυρά και απαραίτητα όπλα της επανάστασης και πιστεύουν ότι αν τόσες επαναστάσεις έχουν ηττηθεί ή δεν έχουν δώσει το αναμενόμενο αποτέλεσμα, οφείλεται στην καλοσύνη, στην «αδυναμία» των επαναστατών, οι οποίοι δεν καταδίωξαν, δεν καταπίεσαν και δεν έσφαξαν αρκετά.

Υπάρχει μια τρέχουσα προκατάληψη σε συγκεκριμένα επαναστατικά περιβάλλοντα, που έχει τις ρίζες της στη ρητορική και στις ιστορικές διαστρεβλώσεις των απολογητών της μεγάλης γαλλικής επανάστασης και η οποία ενδυναμώθηκε τα τελευταία χρόνια με την προπαγάνδα των μπολσεβίκων. Αλλά η αλήθεια είναι ακριβώς το αντίθετο· ο τρόμος υπήρξε ανέκαθεν εργαλείο της τυραννίας. Στη Γαλλία εξυπηρέτησε την παράλογη τυραννία του Ροβεσπιέρου και άνοιξε τον δρόμο στον Ναπολέοντα και την επακόλουθη αντίδραση. Στη Ρωσία κατεδίωξε και δολοφόνησε αναρχικούς και σοσιαλιστές, μακέλεψε εργάτες και εξεγερμένους αγρότες, και τελικά ανέκοψε την ορμή μιας επανάστασης που πραγματικά θα μπορούσε ν’ ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στον πολιτισμό.

Εκείνοι που πιστεύουν στην επαναστατική αποτελεσματικότητα, η οποία απελευθερώνει από την καταπίεση και την αγριότητα, έχουν την ίδια νοοτροπία με τους νομικούς, που πιστεύουν ότι μπορεί ν’ αποφευχθεί το έγκλημα και να βελτιωθεί ηθικά ο κόσμος μέσω των αυστηρών ποινών. Ο τρόμος, όπως και ο πόλεμος, αποκαλύπτει τα αταβιστικά, κτηνώδη συναισθήματα, ακόμη κι αν καλύπτονται καλά από ένα βερνίκι πολιτισμού και φέρνει στο προσκήνιο τα χειρότερα στοιχεία που διαθέτει ο πληθυσμός. Και αντί να χρησιμεύει για την υπεράσπιση της επανάστασης, τη δυσφημεί, την κάνει μισητή στις μάζες και, μετά από μια περίοδο άγριων συγκρούσεων, καταλήγει αναγκαστικά σ’ αυτό που σήμερα θ’ αποκαλούσαμε «εξομάλυνση», δηλαδή τη νομιμοποίηση και τη διαιώνιση της τυραννίας. Είτε κερδίσει η μία είτε η άλλη παράταξη, θα καταλήγουμε πάντοτε στη συγκρότηση μιας ισχυρής κυβέρνησης, η οποία θα εξασφαλίζει στους μεν την ειρήνη σε βάρος της ελευθερίας και στους δε την κυριαρχία χωρίς πολλούς κινδύνους.

Γνωρίζω καλά ότι οι αναρχικοί τρομοκράτες (εκείνοι οι λίγοι που υπάρχουν) απορρίπτουν κάθε οργανωμένο τρόμο, που ασκείται από πληρωμένα όργανα βάσει των διαταγών μιας κυβέρνησης και θα ήθελαν οι μάζες να θανατώσουν οι ίδιες τους εχθρούς τους. Αλλά αυτό δεν θα έκανε τίποτ’ άλλο από το να χειροτερεύσει την κατάσταση. Ο τρόμος μπορεί να αρέσει στους φανατικούς, αλλά ταιριάζει προπάντων στους πραγματικά κακούς, τους διψασμένους για χρήμα και αίμα. Και δεν χρειάζεται να εξιδανικεύουμε τη μάζα, παρουσιάζοντάς την σαν αποτελούμενη από απλούς ανθρώπους, οι οποίοι μπορεί να προβαίνουν σε κάποιες ακρότητες, αλλά εμφορούνται πάντοτε από καλές προθέσεις. Οι μπάτσοι και οι φασίστες υπηρετούν τους μπουρζουάδες, αλλά προέρχονται από τη μάζα!

Ο Φασισμός μάζεψε πολλούς εγκληματίες κι έτσι, μέχρι ενός βαθμού, ξεκαθάρισε προκαταβολικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα πραγματοποιηθεί η επανάσταση· αλλά δεν πρέπει να θεωρήσουμε ότι όλοι οι Ντουμίνι και Τσεζαρίνο Ρόσι είναι φασίστες. Υπάρχουν εκείνοι που για κάποιον λόγο δεν θέλουν, ή δεν μπορούν να γίνουν φασίστες· αλλά είναι διατεθειμένοι να κάνουν στο όνομα της «επανάστασης», εκείνο που οι φασίστες κάνουν στο όνομα της «πατρίδας». Κι έτσι, όπως οι κακοποιοί σ’ όλα τα καθεστώτα είναι πάντοτε έτοιμοι να τεθούν στην υπηρεσία των νέων καθεστώτων και να γίνουν τα πιο αφοσιωμένα τους όργανα, οι φασίστες του σήμερα μπορεί να σπεύσουν να δηλώσουν αύριο αναρχικοί, κομμουνιστές ή ότι άλλο τους καπνίσει, προκειμένου να συνεχίσουν να έχουν δύναμη και να ικανοποιούν τα ταπεινά τους ένστικτα. Και αν δεν μπορούν να το καταφέρουν στις χώρες τους επειδή είναι γνωστοί και σταμπαρισμένοι, πηγαίνουν και κάνουν αλλού τους επαναστάτες και προσπαθούν ν’ αναδειχθούν παρουσιαζόμενοι σαν οι πιο βίαιοι, οι πιο «ενεργητικοί» σε σχέση με τους άλλους, αντιμετωπίζοντας σαν μετριοπαθείς, καθυστερημένους, «πυροσβέστες», αντεπαναστάτες, εκείνους που αντιλαμβάνονται την επανάσταση ως ένα μεγάλο έργο καλοσύνης και αγάπης.

Σαφώς η επανάσταση πρέπει ν’ αμυνθεί και να εξελιχθεί με μια αμείλικτη λογική· αλλά δεν πρέπει και δεν μπορεί ν’ αμυνθεί με μέσα που αντιφάσκουν με τους σκοπούς της.
Το μεγαλύτερο αμυντικό μέσο της επανάστασης παραμένει πάντοτε η αφαίρεση από τους μπουρζουάδες των οικονομικών μέσων της κυριαρχίας, ο εξοπλισμός των πάντων (μέχρις ότου να μπορέσουν όλοι να πετάξουν τα όπλα σαν παιχνίδια άχρηστα και επικίνδυνα) και το ενδιαφέρον του πληθυσμού, στην πλειονότητα του, για τη νίκη.

Αν, προκειμένου να νικήσουμε, θά ‘πρεπε να στήσουμε κρεμάλες στις πλατείες, θα προτιμούσα να χάσουμε.
[«Pensiero e Volontà», 10 Οκτωβρίου 1924]

Πηγή: «Εργαστήρι Ελευθεριακής Κουλτούρας»

Αναδημοσίευση από:: Αναρχία και βία (Ερίκο Μαλατέστα) | Πάρε-Δώσε http://www.pare-dose.net/3906#ixzz2jgogBzKS

 

Στρατής Τσίρκας, Ισπανικό Ορατόριο

tsirkas1

ΙΣΠΑΝΙΚΟ ΟΡΑΤΟΡΙΟ

1939

 

Μια μέρα ήρθαν και μου ‘παν:

– Τι χάνεις τον καιρό σου με θέματα επίκαιρα; Ο Ισπανικός αγώνας είναι ένα «επεισόδιο». Θα περάσει και θα ξεχαστεί. Μαζί του θα σβήσουν κι οι στίχοι σου. Γιατί δεν τραγουδάς καλύτερα κάτι για τις Αθάνατες Αλήθειες και την Αιώνια Ομορφιά;

Κι απάντησα:

Ηλίθιοι!…

Σα να μην ξέρετε

πως η Αιώνια Ομορφιά,

ολόγυμνη,

άδραξε το ντουφέκι, βγήκε στα βουνά

και πολεμάει.

Το ζαχαρένιο της γόνι

ολόγυμνο λιώνει

στις λάσπες των χαρακωμάτων

και το λευκό της στήθος

ολόγυμνο φουρτούνιασε καθώς τα στέρνα

των κάτασπρων φαριών της Αποκάλυψης.

Σαν να μη βλέπετε την Ισπανία

που σαν ζυλβερνική βολίδα

εβγήκε από την τροχιά της γης

και με τ’ αβυσσαλέο της στόμα,

τη φλεγόμενη κόμη της,

τα ματωμένα της πέλματα

και τις δρωμένες της μασχάλες

στριφογυρίζει στο διάστημα

κραυγάζοντας.

Σα να μην ξέρετε πως ίσαμε

σε στάχτες κι αστέρια διάττοντα

να σκορπίσει ο πλανήτης τούτος,

την ψυχή και την σάρκα μας

κρυφό θα τις τρώει μαράζι,

για όσα δεν έγιναν,

για όσα δεν ακούστηκαν

για την Μαδρίτη

την ώρα που έπρεπε.

Τόσες κραυγές και κατάρες και τόσες

μανάδες τρελές κι αξεδίψαστες κόρες

και χέρια κομμένα και μάτια περίτρομα

στους αμείλιχτους καρφωμένα ουρανούς,

πικράναν το ψωμί που τρώμε

θολώσαν το νερό που πίνουμε

και σπάσαν το λαγήνι των ονείρων μας.

***

Αύγουστος του Τριανταέξι. Χαράματα.

Κάποιον ανήφορο ανεβαίνω.

Στην ούγια του ένα δέντρο φορτωμένο

με κόκκινα λουλούδια, σαν κραυγές.

Ο ουρανός τόσο κοντά και πίσω

μαντεύω τη θάλασσα μας’ ακρογιάλι.

Στην αμμουδιά του ένα κορίτσι περιμένει…

Κείνο το ίδιο πρωινό

πέντε χιλιάδες μιναδόροι του Οβιέντο

ξεκινούν πάνω σε φορτηγά αυτοκίνητα

να διαφεντέψουν τη Μαδρίτη.

Παράτησαν μας λύκους τα παιδιά και τα σπίτια μας

για την Καρδιά του Κόσμου.

Κι έτσι πέντε χιλιάδες μιναδόροι

περιπλανώμενοι στα μονοπάτια μας Καστίλλιας

μπήκαν ομαδικά

                      στην λεωφόρο μας Ιστορίας.

Εκείνο το κορίτσι στ’ ακρογυάλι;

Είναι η γυναίκα μου.

Θέλω να πω: η ζωή μας

είναι σημαδεμένη τώρα με σινιάλα

σαν εφιαλτική κι ατέλειωτη λεωφόρο.

Ιρούν, Τολέντο, Μάλαγκα, Αλμερία,

Μπανταχόθ, Μπιλμπάο, Γκιχόν,

Βαρκελώνη, Χερόνα, Φιγκουέρας,

Μαδρίτη, Μαδρίτη, Μαδρίτη…

Ανάμεσα μας μπλέχτηκε

σαν το φτενό στημόνι μας αράχνης

ο δακρυσμένος μας έρωτας.

Τα χρόνια θα περάσουν, θα λέμε:

Τη μέρα του ξολοθρεμού μας Γκουέρνικας

στεφανωθήκαμε.

Κι ο νους μας θα πηγαίνει

όχι στα λεμονάνθια και το ρύζι

αλλά στα πτώματα.

***

Επίσημο ανακοινωθέν:

Μέτωπο Ρίο Γκανταρράμα

Ο Αντόνιο Κολ, ένας ναύτης –

(Συνδικαλιστική Διεθνής Εργατών Θαλάσσης,

ψηλά το κεφάλι: «ένας ναύτης…»)

ολομόναχος

ζωσμένος με τα εκκωφαντικά μπράτσα

λίγων πακέτων δυναμίτη –

(Χαρά στην αφροδίσια ζώνη του,

χαρά στην ορμή των νεφρών του) –

τίναξε δώδεκα τανκς

πριν σκοτωθεί.

Τέτοια λουλούδια εκρηχτικά,

τέτοια βεγγαλικά τριαντάφυλλα,

τελείες και κόμματα στις γραμμές

της νέας Κοσμογονίας που γράφεται

σαβανώνουν

τη σκοτεινόχρωμη πουκαμισοφορούσαν ύδρα.

***

Σε μια ταβέρνα καταλανική .

Χορεύουν.

Με το μοναδικό του χέρι

σφίγγει τη μέση της γυναίκας. Χαμογελά.

Κι εκείνη καμαρώνει τη στολή, τ’ άδειο μανίκι.

Ρωτά. Κι η απάντηση,

μια λέξη,

λιτή, σκληρή, κι ακατάλυτη σαν Πυραμίδα:

Τερουέλ!

***

Μαδρίτη. Γεύμα επίσημο.

Τρακόσιοι καλεσμένοι. Αντιπρόσωποι

της Διεθνούς Εργατικής Βοήθειας

τρώνε:

                                     Φακή

                                     Ελιές

                                     και Ψωμί.

Κάτι δε λείπει;

«Στα όργια των έρυθρων…»

κάτι δε λείπει;

Μα ήρθε κι αυτό

από την οροφή.

Πρέπει να δείτε τις φωτογραφίες…

Πλάι στ’ ανέγγιχτα πιάτα, στα τραπεζομάντιλα

και καταγής

και καταγής

κάτι λεκέδες σκοτεινοί…

– Το κρασί που τους έλειπε!

Σκεπάζω τα μάτια μου.

Θυμάμαι το βιβλικό εκείνο:

«Σίτον, οίνον και έλαιον».

Κύριε, Κύριε του ελέους και των οικτιρμών,

Εσύ που ξεδίψασες τους μεθυσμένους του Κανά,

πως ήταν δυνατό ν’ αφήσεις αγλύκαντα

τα πιο καλά παιδιά της Οικουμένης;

«Ουρανόθεν επέμπετο – υπό μορφήν οβίδος»

ευλογημένης από τον Πάπα και τους παπάδες του.

***

Ελάτε το λοιπόν κάτι να πούμε

Για τις Αθάνατες Αλήθειες και την Αιώνια Ομορφιά.

                       «Η εκστατική μελαγχολία

                       μετουσιώνει την ανάμνηση

                       των ριγηλών ερώτων…»

ή αν θέτε:

                      «Κείνο το θάμα τ’ απονύχτερο

                       με τ’ ολοστρόγγυλο φεγγάρι

                      πάνω απ’ τ’ ακύμαντα νερά…»

Με μια πλατιά χειρονομία μουντζώνω

την «ποίηση», το ρυθμό και τους νόμους της.

Αφήστε με! Αφήστε τη φωνή μου

γιομάτη πένθος, φλόγα και χολή

να τραγουδήσει όπως μπορεί,

να τραγουδήσει τους χαιρετισμούς της.

Χαίρε, ω χαίρε Μαδρίτη αλύγιστη

στων εχθρών και στων φίλων τα στίφη.

Το αίμα σου,

Θρεμμένο από το λίβα των μαυριτανικών ερήμων

και τη δροσιά των νερών που κλυδώνισαν

καραβέλες αλήτισσες, δεν το ρούφηξαν

των τηλεβόλων τα χαίνοντα στόματα,

με τα κομψά πορτοφόλια

του Παρισιού και του Σίτυ.

Χαίρε, ω χαίρε Μαδρίτη, τάφε του μίσους,

της εκδίκησης, χαίρε, αστείρευτη μήτρα.

Με τα καμάκια όλων των βραχνάδων

σε σταύρωσαν

μέσα στις στέρφες τους νύχτες –

ορφανές από δάκρυα κι αγάπη –

μέσα στην παχυλή τους ανία

τα κατεργάστηκαν.

Χαίρε, ω χαίρε, Μαδρίτη, εγερτήριο

στων λαών το βαρύτατον ύπνο.

Στ’ όνομα σου χιμούν οι γροθιές προς τα πάνω,

ηράκλειες στήλες ελπίδας και δύναμης

κι αλαργεύουνε πέρα τους μαύρους ορίζοντες,

πως αλαργεύει το νερό που βράζει

το πήλινο σκέπασμα.

***

Ισπανία! Φωνάξαμε

μέσα από το βαθύ μας ύπνο.

Ξυπνήσαμε και πάλι

τ’ όνομα σου κραυγάσαμε.

Να, τι δυνήθηκες:

Τον γκρεμό που χωρίζει

τη ζωή απ’ τα όνειρα

να γεφυρώσεις.

Όπως γεφύρωσες τις καρδιές

των πέντε ηπείρων.

Κι όπου να πάμε, όπου να σταθούμε

μες στην ψυχή μας θα φυλάμε σαν άρωμα

την οπτασία της ηρωικής σου εξόρμησης,

Ισπανία,

και μέσα στις βρισιές, τις κραυγές και τα κλάματα

θα ξεχωρίζουμε πάντα τους ήχους

της Κουκαράτσας, του Ριέγκο και της Διεθνούς.

Και τώρα

της ελπίδας ελάτε φωνές

απ’ τα βάθη

της φυλακής, της εξορίας,

των ρημαδιών και των νεκροταφείων.

Τραγουδάτε κιθάρες τσακισμένες

κάτω απ’ τα λαβωμένα λιόδεντρα

και μέσα απ’ τα πυρπολημένα στάχυα.

Φάμπρικες σιωπηρές, νεκρά λιμάνια

και γυμνές γαλαρίες του Πράντο,

μιλάτε!

***

Τη βαθιά και βαριά μας πληγή θεραπεύει

όλο φως και τραγούδια κι ελπίδα ένα χάδι.

Μετερίζι βαστάμε στης λήθης τα ερέβη,

των αγώνων η ανάμνηση, φλόγα και λάδι,

να ζήσει. Σκληροί και βουβοί πιλατεύουμε

την απέραντη δίψα μας, δίψα γι’ αγάπη

και παγκόσμια χαρά. Και δεν τα μολεύουμε

στους κρουνούς της μαγάρας, που μαύρο δρολάπι

ξαπολά πάνωθε μας, τα λαύρα μας χείλη.

Ένα γύρον οι κάμποι βουίζουν ακόμα

απ’ τα νέα τραγούδια. Συντρόφοι και φίλοι

τα σκόρπισαν σκυμμένοι στο λεύτερο χώμα.

Κι ω τα χέρια,

τ’ ατσαλένια χέρια, που αντάμα

δρεπάνι, ντουφέκι, σφυρί και κοντύλι

κρατήσαν.

Γήινα χέρια!

Τριών χρόνων ελεύτερη

κι υπεράνθρωπη ζήση

τους φτάνει

της χαράς

που ξανάρχεται

να φυλάξουν

τη γέψην

ακέρια.

Για την Άνοιξη,

για ν’ ανθίσουν κι οι πέτρες,

για τη χαρά που γευτήκαμε χτες,

για να την καταχτήσουμε ξανά,

για πάντα, για όλους και παντού,

ψηλά,

ψηλά τις καρδιές μας

και τις γροθιές.

Μας μένει πάντα

μια δέσμη ξανθά στάχυα

κι ένα άστρο αυγερινό.

***

Τα μάτια που λαβώθηκαν τα σκότη ν’ αντικρίζουν,

τα σκότη και τον όλεθρο, τις τριλογίες του πένθους,

να τα γιατρέψει πως μπορεί μια δέσμη ξανθιά στάχυα

κι ένα άστρο αυγερινό;

Στάχυα της νέας συγκομιδής, στάχυα μεστά του Οχτώβρη,

που κυματίζετε πλατιά στα πόδια του άγριου δάσου,

τις ρίζες σας ποια δύναμη, ποια δίψα τις ποτίζει,

πούθε βυζαίνετε το φως και με τ’ αγνάντεμα σας

αναστυλώνονται οι καρδιές κι οι στεναγμοί ξεχνιούνται;

Κι άστρο λαμπρό της νέας αυτής και των καινούργιω ελπίδω

σημάδι παρηγορικό σαν άνθι μυγδαλιάς

φλόγα λευκή στην παγωνιά των γκρίζων οριζόντων,

πως αρμενίζεις λαγαρό σε μουσικούς αιθέρες

και δε σε σβήνουν οι κραυγές του κόσμου που πεθαίνει;

Ελάτε σάλπιγγες χαλκές και μπρούτζινες καμπάνες,

κόκκινες φλόγες των βιολιών και γαλανές των μπάσων

κι ω τσίμπαλα γιορτάσιμα και πιάνα λυγμικά,

κραυγές της μάνας θάλασσας κι αδερφικές φωνές,

μαζί να τραγουδήσουμε – πόσο είναι ο κόσμος νέος.

Σαν έφηβος είκοσι δυο χρονών αργανεβαίνει

την ανηφόρα των καιρών, τις σκάλες των αιώνων.

Κάθε μιλιά του κεραυνός, κάθε σιωπή του κρίνος

και κάθε αχνάρι του βαριά πλάκα στα περασμένα.

Δέντρα, πουλιά και σύννεφα, ποτάμια, καταρράχτες,

πέλαγα καραβόδαρτα κι έρημοι ωκεανοί,

ανοίγουν με θαμασμό – πόσο είναι ο κόσμος νέος!

Σαν έφηβος είκοσι δυο χρονών αργανεβαίνει

κι όλες της γης οι ομορφιές τον περιτριγυρίζουν.

Τώρα μαθαίνουν τα πουλιά να γλυκοτραγουδούνε,

τώρα μαθαίνουμε και μεις πως την κερδίζουν τη χαρά,

την αβασίλευτη χαρά, της λευτεριάς την κόρη

κι οδεύουμε τρεκλίζοντας. Τόσο είναι ο κόσμος νέος.

Αναδημοσίευση από: http://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2013/10/20/stratis-tsirkas-ispaniko-oratorio/

Urs Böke, Προχωρημένα μαθηματικά

boke

Η λογική των ελίτ

είναι ένας απλός υπολογισμός:

Όποιος παίρνει επίδομα ανεργίας
χρειάζεται κάθε μέρα
για τροφή
4 ευρώ συν μερικά σεντς

Ένας σκύλος της γερμανικής αστυνομίας
χρειάζεται κάθε μέρα
για τροφή
6 ευρώ συν μερικά σεντς

Αλλά όμως
αυτός εργάζεται.

Αναδημοσίευση από: http://teflon.wordpress.com/2013/09/04/urs-boke-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC/#more-5475

Επιστροφή στη βάση

BANEGEM
του Ραούλ Βανεγκέμ
Τι χρειαζόμαστε περισσότερο; Ευαίσθητη νόηση του κόσμου και ατομική δημιουργικότητα. Πρέπει ο καλλιτέχνης που υπνώττει μέσα στον καθένα να αφυπνιστεί, προκειμένου να ανακαλύψει ότι αυτό που νοηματοδοτεί το έργο του πέρα και έξω από το ίδιο –με την πολυμορφία που εκφράζεται, στη ζωγραφική, τη μουσική, τη λογοτεχνία, την αρχιτεκτονική, την ανθοκομική διακόσμηση, τη μαγειρική προετοιμασία, την ένδυση, την κηπουρική…– είναι η τέχνη της ζωής της οποίας αποτελεί το προσχέδιο. Η δημιουργία δεν πρέπει να είναι στην υπηρεσία του μηδενός, ούτε της αγοράς ούτε των ιδεών ούτε ενός κοινωνικού προγράμματος. Αρκεί να υπάρχει και να συνειδητοποιεί τη μυστική δύναμή της. Είναι η πραγματική ποίηση της ύπαρξης. Σήμερα που καταρρέει αυτός ο παλιός κόσμος που πάντοτε μας λεηλατούσε, αυτή η ποίηση αναδύεται για να μας σώσει από το ναυάγιο, οδηγώντας μας στα εύφορα εδάφη του ζωντανού. Εκεί όπου δεν επιβιώναμε παρά σαν θηρία, θα μάθουμε να ζούμε ως ανθρώπινα όντα.

Η αποτυχία των ιδεολογιών δεν έκανε τίποτα άλλο από το να αποκαλύψει την αποτυχία της σκέψης που είναι διαχωρισμένη από το ζωντανό. Στην πνευματική κατανόηση μιας πραγματικότητας που αναθεωρείται και αναιρείται από την οικονομία, θέλουμε να αντιπαραθέσουμε την ευαίσθητη νόηση μιας ζωής που δεν αφήνεται να υποβιβαστεί στην επιβίωση…

Για να ανακτήσουμε τα πάντα από τη βάση, πρέπει να προσπαθήσουμε να βελτιώσουμε την καθημερινή ζωή των ατόμων και της συλλογικότητας, πρωταρχική συνθήκη ώστε η συλλογικότητα (η κομμούνα) να μην υποχωρήσει στον κοινοτισμό (εθνικισμό, τοπικισμό, φυλετισμό), ούτε στην αναδίπλωση στον εαυτό, δηλαδή στον ατομικισμό, ο οποίος τείνει πάντοτε να επιστρέφει στο παρελθόν για να αναστήσει τη βαρβαρότητα.
Όταν το κοινωνικό και η συνείδηση της αλληλεγγύης υπερισχύουν, οι εθνικές, θρησκευτικές, γλωσσικές, πολιτισμικές διαφορές εξαλείφονται άμεσα. Στην κοινωνική σύγκρουση, όλος ο κόσμος μιλάει την ίδια γλώσσα, αυτήν που εκφράζει την οικουμενική θέληση και την προσδοκία για μια καλύτερη ζωή.
Είδαμε πώς ο καταναλωτισμός περιέβαλε τον προλετάριο των εργοστασίων και των γραφείων με τα καινούργια ρούχα του καταναλωτή. Η παλιά εργατική ριζοσπαστικότητα σιγά σιγά εξαϋλώθηκε από το φόβο της απώλειας ασήμαντων αγαθών επιβίωσης στα οποία οι υπεραγορές «παρέχουν» πρόσβαση, έναντι αντιτίμου.
Σε μια οικονομία που κυριαρχείται από την αγορά, το έχειν είναι πιο σημαντικό από το είναι, η ποσότητα πιο σημαντική από την ποιότητα, η επιβίωση πιο σημαντική από την πραγματική ζωή. Για να θεμελιώσουμε την κοινωνία σε νέες βάσεις, πρέπει να δώσουμε προτεραιότητα στο είναι, στην ποιότητα, στη ζωή που βιώνεται ως περιπέτεια έμπλεη έρωτα και πάθους.
Ο Φουριέ, διερωτώμενος για το πώς θα ήταν μια αρμονική κοινωνία, καταφεύγει σ’ ένα παράδειγμα που αξίζει να στοχαστούμε. Οι πλούσιοι που προσχωρούν στο φαλανστήριο [κοινόβιο ακτημόνων], διαθέτουν τραπέζια όπου λόγω του πλούτου τους σωρεύονται τα πιο εκλεκτά εδέσματα. Οι φτωχοί, αντίθετα, αρκούνται σε πιο λιτά πιάτα, αλλά τρώνε και πίνουν με μεγαλύτερη χαρά και όρεξη από τους πλούσιους που είναι συγκεντρωμένοι γύρω από τα επιτηδευμένα τραπέζια τους. Έτσι, σιγά σιγά, οι εύποροι προύχοντες εγκαταλείπουν την πληκτική συντροφιά των οικείων τους για να πάνε να μοιραστούν τις απολαύσεις και τη συν-τροφικότητα που κυριαρχούν στο τραπέζι των φτωχών.
Όσο πιο ελκυστικές καταστούν οι συνελεύσεις άμεσης δημοκρατίας και οι συλλογικότητες που διαμορφώνονται –καθότι πιο ανθρώπινες, πιο εφευρετικές, πιο ζωντανές–, τόσο θα ροκανίζουν το έδαφος κάτω από τα πόδια του φιλάνθρωπου λαϊκισμού και θα παρέχουν στον καταναλωτή (τον οποίο η αυξανόμενη φτωχοποίηση θα απογοητεύει και θα εξοργίζει) νέα εδάφη, ζώνες απελευθερωμένες από το εμπόρευμα, το φόβο, τη δουλοπρεπή υποταγή στις δυνάμεις του χρήματος και στην εξουσία των δημαγωγών που τις χειραγωγούν για να παίζουν τους φύρερ και να τις καταστρέφουν κι άλλο…
Η γη και οι φυσικοί πόροι ανήκουν στις ανθρώπινες συλλογικότητες, όχι στις χρηματοοικονομικές, κρατικές, εθνικιστικές, τεχνοκρατικές και φυλετικές μαφίες. Η γη ανήκει σε αυτούς που προσπαθούν να την κάνουν καλύτερη.
Η βάση της ζωντανής κοινωνίας είναι η αυτοδιεύθυνση και η δημιουργική ανάπτυξη των φυσικών μορφών ενέργειας.
Πρέπει να ανακτήσουμε τα πάντα από τη βάση, να υφάνουμε ξανά την κοινωνία με το νήμα μιας ομοσπονδίας αυτόνομων και δημιουργικών ατόμων. Είναι προφανές ότι στο δρόμο και στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων συντελούνται οι μεγάλες αλλαγές τις οποίες βιώνει η Ελλάδα και οι οποίες προαναγγέλλουν αυτό που πρόκειται να συμβεί στον υπόλοιπο κόσμο. Όμως, αν ο δρόμος είναι το θέατρο των συγκρούσεων με τις δυνάμεις της τάξης, οι οποίες συντηρούν την αταξία που
έχουν ανάγκη όλες οι εξουσίες για να κυριαρχούν (περιλαμβανομένων των αριστερών και λαϊκιστών μικρών αρχηγών), είναι επίσης ένα έδαφος όπου τα άτομα συγκεντρώνονται για να αποφασίσουν γι’ αυτά που θα μπορούσαν να βελτιώσουν την ύπαρξή τους. Ωστόσο, αρκούμαστε να δείχνουμε τις «βιαιότητες» στους δρόμους, χωρίς να δείχνουμε μια βία λιγότερο θεαματική αλλά πιο επικίνδυνη για το κράτος και τις χρηματοοικονομικές μαφίες: τα εγχειρήματα των συνελεύσεων
άμεσης δημοκρατίας, τα σκιρτήματα αυτοδιαχείρισης, τις καταλήψεις εργοστασίων, τους αγώνες για την υπεράσπιση του περιβάλλοντος, τα κινήματα του τύπου «Να μην πληρώνουμε πια!».
Απόσπασμα από τις Συνοπτικές Σημειώσεις που γράφτηκαν από τον Ραούλ Βανεγκέμ ως πρόσκληση για συζήτηση με τις συντρόφισσες και τους συντρόφους στην Ελλάδα. Μεταφράστηκαν από την Εύη Παπακωνσταντίνου και εκδόθηκαν από τις Εκδόσεις των Ξένων τον Οκτώβριο του 2013.