Μέσα και σκοποί

«…Καμιά επανάσταση δε μπορεί να γίνει μέσο απελευθέρωσης για τον άνθρωπο, αν τα μέσα που χρησιμοποιούνται για να την προωθήσουν δεν είναι ταυτόσημα στο πνεύμα και στην προοπτική με τους σκοπούς που θέλουν να επιτύχουν. Η επανάσταση… είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα τ’ άλλα η επανεκτίμηση και ο φορέας νέων αξιών. Είναι ο μεγάλος δάσκαλος της νέας ηθικής, που εμπνέει τους ανθρώπους μ’ ένα καινούργιο νόημα για τη ζωή και τις εκδηλώσεις της, ενώ στις κοινωνικές σχέσεις, είναι ο διανοητικός και πνευματικός αναπλάστης…». Έμμα Γκόλντμαν

 

1. «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα » μια σύντομη  ιστοριογραφική προσέγγιση.

 Ιησουιτισμός

Οι Ιησουίτες θεωρούνται πολύ αυστηρό  θρησκευτικό τάγμα τα μέλη του οποίου ορκίζονται πενία, αγνότητα και υπακοή με έμβλημα την φράση “Ad Majorem Dei Gloriam», δηλαδή « Για τη Μεγαλύτερη Δόξα του  Θεού». Το τάγμα ιδρύθηκε από τον ισπανό ιππότη Ιγνάτιο Λογιόλα το 1539 και τον επόμενο χρόνο έλαβε την παπική έγκριση. Σχεδόν εξαρχής απέκτησε τεράστια επιρροή, καθώς τα μέλη του επενέβαιναν σημαντικά στην ευρωπαϊκή πολιτική. Οι Ιησουίτες είχαν εμπλακεί σε αρκετές  συνομωσίες.

Οι Ιησουίτες κήρυτταν με φανατισμό  πως “ο σκοπός αγιάζει τα μέσα” και γι αυτό  το τάγμα πρωτοστάτησε στην  Ιερά Εξέταση σε μια μαύρη περίοδο στην ιστορία της Εκκλησίας –  η οποία συστάθηκε το 1480, δηλαδή 60 χρόνια πριν από το Τάγμα του Ιησού λάβει την παπική βούλα. Η Ιερά Εξέταση αρχικά ήταν πόνημα του Δομινικανού Τάγματος, αλλά αργότερα οι Ιησουίτες την υποστήριξαν με μεγάλο ζήλο.

 

Η οργάνωση προσπαθούσε να εξυγιάνει την Καθολική Εκκλησία από τις αιρέσεις και να τιμωρήσει τις παρεκκλίσεις από την πίστη προχωρώντας σε πραγματικό κυνήγι ανθρώπων. Οι αθωώσεις όσων έφταναν να περάσουν από Ιερά Εξέταση ήταν από σπάνιες ως μηδαμινές, καθώς υπό την πίεση φρικτών βασανιστηρίων, σωματικών και ψυχολογικών, οι «αιρετικοί» σχεδόν πάντα ομολογούσαν όποιο θρησκευτικό έγκλημα και αν τους είχαν προσάψει, μόνο και μόνο για να λυτρωθούν μια ώρα αρχύτερα ψυχή τε και σώματι στην πυρά.  Οι Ιησουίτες κήρυτταν πως “ο σκοπός αγιάζει τα μέσα” και στην διάδοση με κάθε μέσο και με τη βία  του χριστιανισμού στις αποικίες του νέο ανακαλυφθέντα  κόσμου από τους ευρωπαίους  ενάντια στις θρησκευτικές  αντιλήψεις των  ιθαγενών λαών.  Ισχυρίζονταν ότι αφού ο σκοπός είναι να  διαδώσουμε σε όλον το κόσμο τον αληθινό θεό και το μήνυμα του, και αφού ο σκοπός είναι ιερός όλα τα πρόσφορα μέσα είναι και αυτά ιερά και άγια.

Μακιαβελισμός

Νικολο Μακιαβέλι  (1469 – 1527) o Μακιαβέλι χρησιμοποίησε πρώτος  το δόγμα “ο σκοπός αγιάζει τα μέσα” και  είναι  από τους πρώτους που εντάσσει τον αμοραλισμό στην πολιτική σκέψη μέσα από την πραγματεία του ο «Ηγεμόνας» .

Για το αν η ζωή η ίδια, ιδίως η κοινωνική, είναι σκληρή και ανήθικη, δεν μπορεί, ασφαλώς, να κατηγορηθεί  μόνο ο Μακιαβέλι. Αντιθέτως, ο ίδιος επιμένει πως είναι αναγκαίο ο ηγέτης και να είναι και να παραμένει ενάρετος.  Ισχυρίστηκε όμως, ότι ο ηγεμόνας αν δεν έχει τη δυνατότητα να απομακρύνεται περιστασιακά από τις αρετές δεν θα παραμείνει για πολύ ηγέτης και τη θέση του θα καταλάβει ένας άλλος, ενδεχομένως καθόλου ενάρετος, για αυτό του συνιστά να μάθει να γίνεται άμα χρειασθεί και λέων και αλεπού.

Κι αυτό, επειδή στόχος του ηγεμόνα δεν είναι να σώσει την ψυχή του, αλλά το κράτος του και την ευημερία των υπηκόων του. Ο Μακιαβέλι θεωρεί πως το να συνδέεις πολιτική και ηθική, αποτελεί είτε ανικανότητα, είτε υποκρισία.  Καταγράφει για τον ηγέτη, μια δική του, ξεχωριστή από των πολλών ανθρώπων, ηθική , ενάντια στης επιταγές του Ουμανισμού της εποχής του. ο Μακιαβέλι  είχε αντίρρηση για την εκδοχή του μοραλιστή  ηγεμόνα, αφού ενστερνίστηκε με πάθος στον «Ηγεμόνα»,  του ότι  «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» .

Έκτοτε όλα τα πολιτικά ρεύματα που αποσκοπούν στην κυριαρχία ενστερνίστηκαν αυτό το δόγμα από τους Ιακωβίνους μέχρι τους μπολσεβίκους, τους φασίστες και τους θρησκευτικούς φονταμενταλιστές και πολλά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας πήγασαν από μια αντίληψη που ιεροποιούσε τον σκοπό και κατά αντανάκλαση και τα μέσα.

Νετσαγεφισμός

Αυτός όμως που εισήγαγε το δόγμα αυτό  στους επαναστατικούς προλεταριακούς κύκλους είναι ο Νετσάγιεφ . Την άνοιξη του 1869, ο Νετσάγιεφ γράφει την «Κατήχηση του Επαναστάτη» {1}, ένα πρόγραμμα για την «αμείλικτη καταστροφή» του κράτους και της κοινωνίας. Η θεμελιώδης αρχή της μπροσούρας είναι η ρήση «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», που θα αποτελέσει τον ακρογωνιαίο λίθο της επαναστατικής σταδιοδρομίας του Νετσάγιεφ, ο οποίος πιστεύει πως ο επαναστάτης πρέπει να έχει «στα έσχατα βάθη της ύπαρξής του» την εξέγερση, να είναι «αμείλικτος εχθρός αυτού του κόσμου» και να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε μέσο του δοθεί για να τα καταφέρει, συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της βίας.

Την ίδια χρονιά, ο Νετσάγιεφ επιστρέφει στη Ρωσία και τη Μόσχα αποφασισμένος να ξεκινήσει την επανάσταση τον επόμενο χρόνο και ιδρύει την οργάνωση «Λαϊκή Εκδίκηση» με τα χρήματα που έχει μαζέψει στη Γενεύη. Μιλάει παθιασμένα για τον σκοπό του και στρατολογεί μέλη για την οργάνωση, στα οποία επιβάλει την απόλυτη υποταγή στις αρχές της «Κατήχησης» και στον αρχηγό, δηλαδή τον ίδιο.

Οι μηδενιστικές του πρακτικές θα ξεφύγουν από τον έλεγχο, όταν ο Ιβάν Ιβάνοφ, φοιτητής και μέλος της «Λαϊκής Εκδίκησης», θα αντιδράσει στον αυταρχισμό του Νετσάγιεφ, με τον δεύτερο να τον κατηγορεί ως προδότη και να τον εκτελεί βάναυσα με τη βοήθεια των υπόλοιπων μελών στις 21 Νοεμβρίου του 1869. Συγκεκριμένα, ο Ιβάνοφ ξυλοκοπείται, στραγγαλίζεται, πυροβολείται και το πτώμα του πετιέται σε μια παγωμένη λίμνη της Μόσχας. Από το περιστατικό αυτό θα εμπνευστεί και το πολιτικό μυθιστόρημα του ο Ντοστογιέφσκι «Οι Δαιμονισμένοι», το οποίο εκδίδεται τρία χρόνια αργότερα και αναφέρεται στο Νετσάγιεφ μέσα από τον πρωταγωνιστή, Πιότρ Βερχοβένσκι.

Η σκέψη του Νετσάγιεφ  παραμείνει ζωντανή μέχρι και τις μέρες μας και ο «νετσαγεφισμός» θα εκφραστεί μέσα από πολλές ιστορικές συγκυρίες. Είναι ιστορικά εξακριβωμένο   πως οι Λένιν και Στάλιν ουσιαστικά άσκησαν την εξουσία τους μέσα σε αυτά τα πλαίσια, ακόμα  και  οι Μαύροι Πάνθηρες επανεξέδωσαν την «Κατήχηση του Επαναστάτη» το 1969, εκατό χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευση της μπροσούρας, και οι Ερυθρές Ταξιαρχίες που ξεκίνησαν τη δράση τους τον ίδιο χρόνο, επηρεάστηκαν έντονα από το έργο του Σεργκέι Νετσάγιεφ.

2. Οι αστοί υποστηρίζουν ότι η ηθική είναι μια αυτόνομη κατάσταση και ότι αφορά ως επί το πλείστον τις ιδιωτικές σχέσεις των ανθρώπων και όχι την πολιτική και οικονομική  ζωή,  συνεπείς προς τον μακιαβελισμό υποστηρίζουν την άποψη   του ότι είναι «νόμιμο είναι και ηθικό»  χωρίς φυσικά να μας λένε από πού εκπηγάζει αυτό το δίκαιο και οι νόμοι και ποιους ωφελεί. Ο σύγχρονος καπιταλισμός{2} έχει σαν αξιακή προμετωπίδα  και σκοπό την ελεύθερη αγορά, το επιχειρείν, τον ανταγωνισμό και το ατομικό κέρδος μπροστά σε αυτές της ελευθερίες η υπόλοιπες είναι μη πραγματικές είναι τυπικές και μερικές. Οι κοινωνική ζούγκλα, ο πόλεμος όλων εναντίων όλων{3} είναι το μέσο προς τον επιδιωκόμενο σκοπώ που είναι η κερδοφορία και η κυριαρχία. Ο σύγχρονος καπιταλισμός είναι φανατικά αμοραλιστής και αυτόν τον αμοραλισμό τον επιβάλει σε όλες τις έκφρασης της κοινωνικής ζωής, τα σκάνδαλα και η σκανδαλολογία είναι το καλλυντικό της ευπρέπειας του γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερο σκάνδαλο από την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Μόνο οι αναρχικοί και κύρια το ρεύμα που αναφέρετε στην κοινωνική αναρχία όχι μόνο αποστασιοποιήθηκε από αυτό το δόγμα αλλά άσκησε και έντονη κριτική σε όλες της πολιτικές που εκπορεύονταν από αυτό, τόσο  για την προπαγάνδα μέσα από την δράση (έμπρακτη προπαγάνδα) όσο και στην αντίληψη των μαρξιστών που έλεγαν ότι η δικτατορία του προλεταριάτου το προσωρινό εργατικό κράτος  είναι το μέσω για να φτάσουμε στον  επιδιωκόμενο σκοπό, τον κομμουνισμό.

Ο αναρχισμός εκτός από ένα πολιτικό ρεύμα είναι και ένα ρεύμα ηθικής {4} μόνο που αντιλαμβάνεται αυτή την ηθική όχι σαν αυτόφωτη αλλά σαν ετερόφωτη (σαν την σελήνη που φωτίζεται από τον ήλιο), με αυτό θέλουμε να πούμε ότι η ηθική μας εκπηγάζει από τον αξιακό μας κόσμο και όχι το αντίθετο, φερ’ ειπείν η κατάργηση της εκμετάλλευσης από άνθρωπο σε άνθρωπο δεν είναι μόνο ένα πολιτικό  αξιακό αίτημα αλλά εμπεριέχει και το στοιχείο της ηθικής.

Ο σύντροφος  Νίκο Μπέρτι γράφει σχετικά:  

«…Ο αναρχισμός, σαν μια επαναστατική κριτική του υπάρχοντος συστήματος, είναι το ριζοσπαστικό αποτέλεσμα της κοινωνικής πορείας για εξέλιξη. Ταυτόχρονα, αποτελεί μια επαναστατική απάντηση στην αποσύνθεση των εννοιών που δημιουργεί αυτή η εξέλιξη. Αυτή η απάντηση είναι σαφής όταν προτείνει μια ελευθεριακή κοινωνία σαν τη μοναδική λύση, που είναι ικανή να δώσει ουσιαστικό περιεχόμενο στην ανθρώπινη κοινωνία. Σαν τελικό σημείο της λογικής της κοινωνικής εξέλιξης, ο αναρχισμός περιέχει τα στοιχεία της φιλελεύθερης παράδοσης του διαφωτισμού, ενώ σαν απάντηση στη λογική που θέλει να εξαφανίσει την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, έχει γνήσια σοσιαλιστική καταγωγή. Αυτό εξηγεί τη μοναδικότητα του αναρχικού κινήματος, και τους ιδιαιτέρους ουσιαστικούς δεσμούς του με τα πλατύτερα σοσιαλιστικά και εργατικά κινήματα…

Απ’ όλα αυτά, είναι δυνατό να στηρίξουμε μια υπόθεση για τη φύση του αναρχικού κινήματος, το οποίο μπορεί να οριστεί ως εξής: είναι ένα ηθικό κίνημα που δρα με μια πολιτιστική κατεύθυνση, μέσα στην κοινωνία. Αυτή η διχοτόμηση-αντίθεση, ανάμεσα στο ηθικά ακράδαντο ιδανικό του αναρχισμού που το κάνει εντελώς διαφορετικό από κάθε άλλο πολιτικό κίνημα, και στις πιεστικές πολιτικές απαιτήσεις να ανταποκριθεί στην πραγματικότητα, έχει σημαδέψει ολόκληρη την ιστορία του κινήματος…

Ο αναρχισμός, έχει αποδείξει ότι η ελευθερία δεν μπορεί να έρθει μέσα από τους δρόμους που προτείνουν ο σοσιαλισμός και ο φιλελευθερισμός. Έτσι, μετά από 100 χρόνια ο αναρχισμός παραμένει η μονή εναλλακτική πρόταση για εκείνους που πραγματικά επιθυμούν την ελευθερία και την ισότητα, γενικευμένες στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό…

Ο αναρχισμός, επιπλήττει τον φιλελευθερισμό ως ένα μερικό δόγμα της ελευθερίας και τον σοσιαλισμό ως ένα μερικό δόγμα της ισότητας. Η μερικότητα συνίσταται στο ότι αυτά τα δύο δόγματα προτίθενται να πραγματώσουν τις αρχές τους μέσω της προσωρινής εξάρτησης των δύο αξιών, με την έννοια ότι πρώτα πραγματώνεται η μία και μετά η άλλη, ενώ ο αναρχισμός θεωρεί ότι μόνο στην ταυτόχρονη πραγμάτωση τους έγκειται η επιτυχία τους…»

3. Οι αναρχικοί συνεπείς με την άποψη που εξέφρασε το προλεταριάτο στην Πρώτη Διεθνή ότι «η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο της ίδιας»,  πάλεψαν οποιαδήποτε αντίληψη του απελευθερωτή της τάξης και κατέδειξαν μέσα από θέσεις ότι όποιος  επιδιώκει να ανυψωθεί πάνω από την τάξη και να το παίξει απελευθερωτής δεν θα κάνει τίποτε περισσότερο από το να δημιουργήσει νέα πιο δυσβάστακτα δεσμά με την έννοια ότι αυτός θα ορίσει τι είναι ελευθερία και τι δεν είναι, υπάρχει όμως  και ένας άλλος λόγος το ίδιο σημαντικός που ισχυρίζεται   ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται αλλά κατακτάται και κερδίζεται, η ελευθερία που χαρίζεται είναι μισή ελευθερία. Το ότι επιβεβαιώθηκαν  ιστορικά  με έναν τραγικό τρόπο  οι αναρχικοί μαζί με τους εργάτες της Πρώτης Διεθνούς αναδείχτηκε από την τροπή που πήρε ο σοσιαλισμός σε διεθνές επίπεδο.

Ο αναρχισμός θεωρεί ως μία από τις πρώτιστες αρχές του τη  θέση βάσει της όποιας μόνον ελευθεριακά μέσα {5} μπορούν να χρησιμοποιηθούν (και όχι απλώς «θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν»), για να οικοδομηθεί με επιτυχία μια ελευθεριακή  κομουνιστική κοινωνία. Αυτή είναι  και η σημασία της άποψης του Μπακούνιν (η οποία θεωρήθηκε σαν ένας παραλογισμός από μερικούς αντιπάλους του), όταν υποστήριζε  ότι «η ελευθερία μπορεί να δημιουργηθεί μόνον από την ελευθερία». Αντιτίθεται στο ιακωβίνικο δόγμα ότι «όποιος δεν μπορεί να ζήσει ελεύθερος θα αναγκαστεί να ζήσει» δεν πιστεύει σε ένα ιερό σκοπό και μια ιδέα όχι μόνο γιατί  αυτή  η πίστη εργαλειοποιεί τους ανθρώπους αλλά όπως έλεγε και ο σύντροφος Λαντάουερ « Ο σοσιαλισμός κάθε εποχή είναι και εφικτός και ανέφικτος.

Είναι εφικτός όταν υπάρχουν οι κατάλληλοι άνθρωποι που να τον θέλουν και να τον πραγματοποιήσουν, και ανέφικτος όταν οι άνθρωποι είτε δεν τον θέλουν ή απλώς φαντάζονται ότι τον θέλουν, δεν είναι όμως ικα­νοί να τον πραγματοποιήσουν». Επομένως κανένας ιερός σκοπός δεν καθαγιάζει τα μέσα γιατί πέραν από την ηθικότητα αντιλαμβανόμαστε μακριά  από κάθε ντετερμινισμό ότι  κάθε ανθρώπινη ιδέα που αναφέρεται στη βελτίωση των κοινωνικών συνθηκών είναι πρωτίστως μία επιθυ­μία που στηρίζεται μόνο στην πιθανότητα.  Δεν είναι ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι οι καταπιεζόμενοι  εκμεταλλευόμενοι της σημερινής εποχής, θα ακολουθήσουν τον έναν  ή τον άλλο δρόμο. Εκείνο, όμως, που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα είναι, ότι χωρίς πλατιές μαζικές ελευθεριακές, αντιιεραρχικές, αντισυγκεντρωτικές  οργανώσεις, χωρίς λαϊκά αντιθεσμικά όργανα, χωρίς συνοχή θεωρίας και πράξης δεν μπορεί να επιτευχθεί αυτός ο αγώνας. Ή που θα είναι αγώνας απελευθερωτικός ή που δε θα είναι!

4.  Επανερχόμενοι στο ζήτημα των  μέσων και σκοπών ένας αναρχικός δεν μπορεί να βάλει  βόμβα στο μετρό ή σε μια πλατεία που θα έχει σαν αποτέλεσμα να σκοτωθούν εκατοντάδες ανυποψίαστοι άνθρωποι, ένας αναρχικός δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει βασανιστήρια για να αποσπάσει πληροφορίες από τον εχθρό, μια αναρχική/αναρχικός δεν μπορεί να συμμετέχει στον πλειστηριασμό ενός σπιτιού από κατάσχεση όπως και δεν μπορεί να είναι εργοδότες κλπ .  Οπως λέει ο σύντροφος  Στιούαρτ Κρίστι*

« Ένας αναρχικός δεν μπορεί να εγκληματεί ενάντια στην κοινωνία. Αυτό μπορεί να το ισχυρισθεί κανείς με δογματική βεβαιότητα διότι ένας άνθρωπος ένοχος για βιασμό, αντικοινωνικό φόνο, εκμετάλ­λευση, πάθος να κυβερνά, ή για άσκηση εξωτερικού καταναγκασμού πάνω σε άλλους ανθρώπους, αυτομάτως δεν μπορεί πλέον να είναι αναρχικός, όπως δεν μπορεί να είναι χορτοφάγος αυτός που τρώει χοιρινές μπριζόλες, ροστ-μπιφ ή κοκκινιστό αρνί. Το ζήτημα δεν είναι κατά πόσο ένα άτομο κατανοεί την τάδε ή την δείνα ιδεολογία, ή υποστηρίζει την τάδε ή την δείνα οργάνωση, αλλά κατά πόσο είναι αυτό που πρεσβεύει ότι είναι. Να προσθέσουμε ότι τα διαχωριστικά όρια μεταξύ εξουσιαστή και ελευθεριακού πουθενά δεν διακρίνονται καθαρότερα απ’ ό,τι στο έγκλημα.

Ένας αναρχικός συχνότατα στιγματίζεται σαν εγκληματίας από το κράτος, ή μπορεί να αναμειχθεί σε δραστηριότητες που αντιστρα­τεύονται τα συμφέροντα του κράτους. Η αναρχική φιλοσοφία είναι από την φύση της εχθρός του κράτους. Ως εκ τούτου, είναι πολύ πιθανό ένας αναρχικός να αναμειχθεί σε παράνομες δραστηριότητες, ποτέ όμως σε αντικοινωνικές» .

Σχετικά

Ι.  «… Δεν αρκεί όμως να επιθυμεί κανείς κάτι και να το θέλει πραγματικά, πρέπει να χρησιμοποιεί τα κατάλληλα μέσα για την πραγμάτωσή του. Και τα μέσα αυτά δεν είναι αυθαίρετα:  απορρέουν υποχρεωτικά απ’ τους σκοπούς στους οποίους αποβλέπουμε κι απ’ τις συνθήκες στις οποίες αγωνιζόμαστε.

Γιατί αν αγνοήσουμε την επιλογή των κατάλληλων μέσων θα πραγματώσουμε άλλους σκοπούς, ίσως μάλιστα εντελώς αντίθετους απ’ αυτούς στους οποίους αποβλέπουμε, και κάτι τέτοιο θα έχει ολοφάνερη και αναπόφευκτη συνέπεια των μέσων που επιλέξαμε. Όποιος ακολουθήσει λάθος δρόμο δεν θα πάει εκεί που θέλει αλλά εκεί που θα τον οδηγήσει ο δρόμος. Είναι λοιπόν, αναγκαίο να δηλώσουμε ποια είναι τα μέσα που, κατά τη γνώμη μας, οδηγούν στην πραγμάτωση των επιθυμούμενων σκοπών και τα οποία προτείνουμε να χρησιμοποιηθούν.

Το ιδανικό μας δεν ανήκει στην κατηγορία των ιδανικών που η πραγμάτωσή τους εξαρτάται από τα μεμονωμένα άτομα. Το ζήτημα είναι ν’ αλλάξουμε τον τρόπο ζωής  μας και όλης της κοινωνίας:  να συνδιαμορφώσουμε μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις που θα βασίζονται στην αγάπη και την αλληλεγγύη να επιτύχουμε την πλήρη υλική, ηθική και πνευματική ανάπτυξη όχι μόνο των μεμονωμένων ατόμων, όχι των μελών μιας συγκεκριμένης τάξης ή ενός πολιτικού κόμματος, αλλά όλης της ανθρωπότητας. Αυτός ο κοινωνικός μετασχηματισμός δεν είναι κάτι που μπορεί να επιβληθεί με τη βία πρέπει να ξεπηδήσει απ’ τη φωτισμένη συνείδηση καθενός από μας και να επιτευχθεί με την ελεύθερη συναίνεση όλων.

Το πρώτο μας καθήκον, επομένως, πρέπει να είναι το να πείσουμε τους ανθρώπους. Είναι εντελώς γελοίο και διαμετρικά αντίθετο με το σκοπό μας να επιδιώξουμε να επιβάλλουμε με τη βία την ελευθερία, την αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους και την πλήρη ανάπτυξη των ανθρώπινων ικανοτήτων. Πρέπει, λοιπόν, να βασιζόμαστε στην ελεύθερη θέληση των άλλων και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προκαλέσουμε την ανάπτυξη και την έκφραση αυτής της θέλησης.

Είναι, όμως, εξίσου γελοίο και αντίθετο με το σκοπό μας ότι όσοι δεν συμμερίζονται τις απόψεις μας έχουν το δικαίωμα να μας εμποδίζουν όσον αφορά την έκφραση της θέλησής μας –εφόσον βέβαια, δεν τους αρνούμαστε το δικαίωμα στην ίδια την ελευθερία που απολαμβάνουμε εμείς. Ελευθερία, επομένως, για όλους. Ελευθερία να προπαγανδίζουν στην πράξη τις ιδέες τους, χωρίς κανέναν περιορισμό πέρα απ’ το πολύ φυσικό γεγονός ότι θα πρέπει να εξασφαλίζεται η ελευθερία για όλους.

Σ’ όλα αυτά, όμως, αντιτίθενται –και μάλιστα με κτηνώδη βία –  εκείνοι που επωφελούνται από τα υφιστάμενα προνόμια, εκείνοι που σήμερα κυριαρχούν κι επιβάλλουν το έλεγχό τους σ’ όλη την κοινωνία. Αντίσταση λοιπόν! Και ώσπου να έρθει η ημέρα που θα καταστεί εφικτή η πραγμάτωση αυτών του σκοπών θα παλεύουμε με τη συνεχή  προπαγάνδιση των ιδεών μας. Οργάνωση των λαϊκών δυνάμεων.  Αδιάκοπος αγώνας, βίαιος ή μη βίαιος ανάλογα με τις συνθήκες, ενάντια στην κυβέρνηση και ενάντια στην τάξη των αφεντικών για να κατακτήσουμε όσο γίνεται περισσότερη ελευθερία και ευημερία για όλους…».  Ερρίκο Μαλατέστα,1923

 

ΙΙ.  «… Μια θεωρία της αναρχικής δράσης πρέπει να συμβαδίζει είτε μ’ ένα ορθολογικό, είτε ένα ηθικό αίτημα, χωρίς αυτά τα δύο να έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους. Έτσι θα μπορέσουμε ν’ αποφύγουμε το πολύ πι­θανό «παράδοξο των συνεπειών», ή, για να το πούμε αλλιώς, τα αθέλητα αποτελέσματα ηθελημένων ενεργειών. Κάτι τέτοιο είναι δυνατόν μέσα από την αναγκαία συμφωνία σκοπών και μέσων, με την έννοια ότι τα μεν πρέπει να εξαρτώνται από τους δε. Κατά συνέπεια, ο αγώνας για την ελευθερία και την ισότητα πρέπει να διεξάγεται με ελευθεριακά και εξισωτικά εργαλεία, γιατί διαφορετικά θα καταστούν μάταιοι, υλικά και ηθικά, οι ίδιοι οι σκοποί της δράσης, οδηγώντας σε αντίθετο αποτέλεσμα από το επιθυμητό.

Αν λάβουμε υπόψη ότι η ιστο­ρία, μην έχοντας έμφυτους ηθικούς σκοπούς, υπακούει κυ­ρίως στη λογική της δύναμης, προκύπτει σαφώς η αναγκαιό­τητα μιας δυναμικής δράσης. Το πρόβλημα της χρήσης της δύναμης είναι, σε τελική ανάλυση, πρόβλημα της χρήσης της βίας. Η αναγκαιότητα της την καθιστά υποχρεωτική για την αναρχική δράση, ταυτοχρόνως όμως την εξαναγκάζει να μην υπερβαίνει τα όρια της «νόμιμης» άμυνας, αφού οφείλει να σέ­βεται τα μεθοδολογικά κριτήρια της συνάφειας μέσων και σκοπών. Ανοίγει έτσι μια σειρά αντιφατικών ζητημάτων, ευρι­σκομένων σε λανθάνουσα κατάσταση.

Πράγματι, αν η αναρ­χία σημαίνει αξιακά μη βία, μη κυριαρχία ανθρώπου σε άν­θρωπο, πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί το μέσο της βίας, χω­ρίς ν’ αρνούμαστε τη λογική της; Πού ξεκινά και πού τελειώ­νει η αναγκαιότητα της; Και ποιος έχει το δικαίωμα να τη χρησιμοποιεί; H   δύναμη και στη συγκε­κριμένη περίπτωση η βία, δεν μπορεί να ξεπερνά τα όρια της αρνητικής της λειτουργίας, τα οποία προκύπτουν απ’ το ότι συνιστά ένα εργαλείο του αναρχισμού και σαφώς όχι ένα συν­τακτικό στοιχείο της αναρχίας.  Με αυτά τα δεδομένα, η επαναστατική βία πρέπει να γίνει κατανοητή μόνο ως μια σκληρή αναγκαιότητα, προκειμένου να αποφύγουμε, ακριβώς, το μέσο να γίνει σκοπός.

Η αναρχική δράση προβλέπει τη βία ως αναγκαιότητα για την απελευθέρωση από τη βία των κυβερνώντων και των αφεντικών, όχι όμως για την οικοδόμηση της αναρχίας. Για τον αναρχισμό η βία αποτελεί μέσο και δεν απορρίπτεται a priori αφού, αν η μη βία είναι μια συντακτική αξία της αναρχίας, αυτή, ωστόσο, δίνει προτεραιότητα σε μεγαλύτερες αξίες, όπως είναι η ελευθερία, η ισότητα και η ίδια η αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Η αναγκαιότητα της βίας, ωστόσο, δικαιολογείται ως extrema ratio, σχεδόν σαν απρόθυμη αποδοχή της αδυναμίας να πράξουμε διαφορετικά.  Αναμφίβολα, η βία γίνεται μια ηθική επιταγή όταν βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου πρέπει να δράσουμε ενεργά προκειμένου να εμποδίσουμε την περαιτέρω διατήρηση της καταπίεσης…» Νίκο Μπέρτι,1998

Προσθήκες στο βασικό κείμενο

1.  Νετσάγιεφ και Μπακούνιν και την αυτοκριτική του Μπακούνιν δείτε εδώ:

Σεργκέι Νετσάγιεφ και Νετσαγιεφισμός | κουλτούρα κ’ επανάσταση

Επισης  Γένεση του Ολοκληρωτισμού

 

2 . Ο Καστοριάδης λέει σχετικά:

«…Αν ο καπιταλισμός μπόρεσε να λειτουργήσει και να αναπτυχθεί στο παρελθόν, αυτό έγινε επειδή κληρονόμησε μια σειρά ανθρωπολογικών τύπων τους οποίους δεν δημιούργησε ο ίδιος: αδιάφθορους δικαστές, ακέραιους δημόσιους υπαλλήλους ικανούς να υπηρετούν το κοινό καλό, εκπαιδευτικούς αφοσιωμένους στο καθήκον τους, εργάτες για τους οποίους η δουλειά ήταν –παρά τις σκληρές συνθήκες- πηγή αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας κλπ. Αυτοί οι ανθρωπολογικοί τύποι δεν αναδύθηκαν από μόνοι τους, αλλά δημιουργήθηκαν σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους με αναφορές σε αξίες που ήσαν τότε καθιερωμένες: την εντιμότητα, την ανιδιοτελή προσφορά προς το κοινωνικό σύνολο, τη μετάδοση της γνώσης, την εργασία που παράγει ωφέλιμο έργο  κλπ.

Στις σύγχρονες κοινωνίες αυτές οι αξίες δεν έχουν πέραση, αφού το μόνο που μετράει πλέον είναι το ΧΡΗΜΑ. Οι ανθρωπολογικοί τύποι που ενσαρκώνουν την εντιμότητα, την ηθική ακεραιότητα, την ανιδιοτέλεια γίνονται σχεδόν αδιανόητοι στη σύγχρονη εποχή. Δεν υπάρχουν επομένως καθιερωμένες αξίες ικανές να λειτουργήσουν ως φραγμός στη διάδοση της διαφθοράς. Ακόμη και ο ανθρωπολογικός τύπος που αποτέλεσε ιστορικό δημιούργημα του ίδιου του καπιταλισμού, ο τύπος του επιχειρηματία –που συνδύαζε την τεχνική επινοητικότητα, την ικανότητα να δημιουργεί αγορές- είναι και αυτός προς εξαφάνιση. Αντικαθίσταται από διευθυντικές γραφειοκρατίες και από κερδοσκόπους, που εγκαταλείπουν τις παραγωγικές δραστηριότητες για να στραφούν προς το ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΟ ΚΕΡΔΟΣ. Το ίδιο το σύστημα καταστρέφει βαθμιαία όλους τους ανθρωπολογικούς τύπους που είναι αναγκαίοι για την ύπαρξη και λειτουργιά του…»

 

3. Δεν  υποστηρίζουμε  την επαναφορά παλιών ξεχασμένων αξιών, αλλά σαν ένδειξη της καταστάσεις, δείτε επίσης την μελέτη του  Κροπότκιν για τις πόλεις στην αναγέννηση στα βιβλία του «Αλληλοβοήθεια ένας παράγοντας της εξέλιξης» και  «Η κατάκτηση του ψωμιού» που επηρέασαν πολλούς διανοητές και επηρεάζουν μέχρι σήμερα, αντίθετα λέω οτι ο νεοφιλελευθερισμός υποστηρίζεται, ότι έκτος από ιδεολογία ή οικονομική πολιτική είναι  πρώτα απ’ όλα και κυρίως, ένας τύπος κυβερνητικής ορθολογικότητας. Ο Φουκό, ορίζει την κυβερνητική ορθολογικότητα ως μια κανονιστική λογική που διέπει τη δραστηριότητα της διακυβέρνησης, με τη έννοια όχι μόνο της άμεσης αλλά και της έμμεσης καθοδήγησης των ανθρώπων, έτσι ώστε αυτοί να οδηγούνται και να συμπεριφέρονται με έναν ορισμένο τρόπο.

Η «ορθολογικότητα» αυτή δεν εφαρμόζεται με την άσκηση   ενός άμεσου αλλά περισσότερο ενός έμμεσου (συγκαλυμμένου)  καταναγκασμού, μιας καταπίεσης. Από αυτή την άποψη, η κριτική ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό δεν θα ‘πρεπε να περιορίζεται μόνο στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής (ιδιωτικοποιήσεις, η απορρύθμιση εργασιακών σχέσεων)  ούτε σε ένα ορισμένα σύνολο θεωρητικών ιδεών (Φρίντμαν, Χάγεκ)  ούτε στους  πολιτικούς που στράφηκαν σε αυτόν στα τέλη της δεκαετίας του 1970 (Ρέιγκαν, Θάτσερ κλπ). Η νεοφιλελεύθερη «ορθολογικότητα» έχει μιαν ευρύτερη εμβέλεια και μπορεί να προωθείται ακόμα και από κυβερνήσεις που αναφέρονται στην αριστερά. Αυτό που ορίζει τη νεοφιλελεύθερη ορθολογικότητα είναι το ότι οδηγεί τα υποκείμενα να δρουν με βάση το υπόδειγμα του ανταγωνισμού. Ο νεοφιλελευθερισμός οδηγεί τα άτομα να προσπαθούν να μεγιστοποιηθούν την ικανοποίηση των συμφερόντων τους, παραμερίζοντας κάθε ηθική αναστολή.

Στο ίδιο μότο διαπλάθεται και το «νεοφιλελεύθερο υποκείμενο»  με την παρόξυνση του ανταγωνισμού μεταξύ των ατόμων (πόλεμος όλων εναντίων όλων), με τις τεχνικές αξιολόγησης, με την ενθάρρυνση του ιδιωτικού δανεισμού, με την παρακίνηση να μετατραπούν τα υποκείμενα σε «ανθρώπινο κεφάλαιο», μέσω της καταναλωτικής ζήτησης. Το άτομο πλέον πρέπει να φροντίζει να συσσωρεύει, να επιδιώκει την επιτυχία, ενώ ταυτόχρονα είναι υπεύθυνο (και επομένως ένοχο), για την ενδεχόμενη αποτυχία του. Το νεοφιλελεύθερο υποκείμενο συγχέει την ελευθερία και την αυτονομία με τον ανταγωνισμό.

Επιχειρώντας να μεγιστοποιήσει με κάθε τίμημα την απόδοση του ατόμου σε όλα τα πεδία, ο νεοφιλελευθερισμός καταλήγει να αναγορεύει σε κανόνα την έλλειψη κάθε περιορισμού. Αυτή η έλλειψη περιορισμού συγκαλύπτει όμως το γεγονός ότι  στην πραγματικότητα, υπάρχει ένα όριο στην επιθυμία και αυτό το όριο το καθορίζουν το κεφάλαιο και η επιχείρηση. Οι συντηρητικοί και οι θιασώτες του «εκσυγχρονισμού» βλέπουν στο νεοφιλελεύθερο υποκείμενο ένα ον απελευθερωμένο από όλες τις αλυσίδες του. Αλλά η έλλειψη κάθε περιορισμού, που υπόσχεται ο νεοφιλελευθερισμός, δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματική ελευθερία. Ο μηχανισμός της «απόδοσης – απόλαυσης», που καθιερώνει ο νεοφιλελευθερισμός, είναι ένα σύστημα που λειτουργεί σαν ψευδαίσθηση της ελευθερίας του ατόμου, γιατί παραμένει στην ουσία ένας τρόπος κοινωνικής χειραγώγησης και πειθάρχησης … Η ΑΣΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΩΣ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΔΙΑΡΚΟΥΣ ΑΠΕΙΛΗΣ

 

5. Για την  έμπρακτη προπαγάνδα. (Μικρή Ιστοριογραφία)

Κύριος θεωρητικός του εξεγερσιακού αναρχισμού και υπερασπιστής της έμπρακτης προπαγάνδας ήταν  ο Luigi Galleani (1861-1931) μετέπειτα ατομικιστής, ο Γκαλεάνι πίστευε ότι κάθε μεταρρυθμιστική κίνηση, των κοινωνικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων συμπεριλαμβανόμενων, είναι μάταια και πως η «προπαγάνδα δια του παραδείγματος» – οι βίαιες δράσεις, όπως οι εκτελέσεις – είναι απαραίτητη για την αφύπνιση των λαϊκών τάξεων και την κοινωνική επανάσταση. Αυτή η πιουριστική θέση περί καταλυτικής δράσης απορρίφθηκε από τους αναρχικούς των μαζών.

Από τη στιγμή που η επιχειρηματολογία αυτή θεωρεί πως οι αγώνες για άμεσες διεκδικήσεις είναι μάταιοι, η συμμετοχή στα σωματεία είναι πιθανή μόνο υπό την προϋπόθεση ότι αντιτίθεται κάθετα στην πραγματική τους δουλειά και πως οι επίσημες οργανώσεις, όπως αυτά, αποτελούν ανάχωμα στην ελευθερία, την πρωτοβουλία και την εξέγερση, δεν μένουν παρά ελάχιστα πεδία αναρχικής δραστηριότητας. Το ένα από αυτά είναι η θεωρητική προπαγάνδα υπέρ του αναρχισμού. Αλλά για πολλούς άλλους εμφανίστηκε ένα άλλο μονοπάτι: η εξεγερσιακή δράση, που είναι συχνά βίαιη και αναλαμβάνεται από αναρχικά άτομα και ομάδες και είναι γνωστή ως «προπαγάνδα δια του παραδείγματος», σε αντίθεση με την «προπαγάνδα δια του λόγου», δηλαδή τα κείμενα και τις ομιλίες. Αρχικά, η φράση «προπαγάνδα δια του παραδείγματος» αναφερόταν σε κάθε προσπάθεια πρακτικής προώθησης της δυνατότητας και επιθυμίας για επανάσταση. Όμως, από τη δεκαετία του 1880 κι έπειτα, η προπαγάνδα δια του παραδείγματος κατέληξε να ταυτίζεται σχεδόν αποκλειστικά με με δράσεις ατομικής τρομοκρατίας, εκτελέσεων ή με τις επαναστατικές απόπειρες, τις οποίες έκαναν αναρχικοί.

Υπάρχουν ορισμένες βασικές ιδέες πίσω από την προπαγάνδα δια του παραδείγματος: η ανάγκη για εκδίκηση συγκεκριμένων αντιπροσωπευτικών μελών της άρχουσας τάξης, η πίστη ότι αυτές οι δράσεις υπονομεύουν την εξουσία κι εκφράζουν την ατομικότητα και η ελπίδα ότι θα εμπνεύσουν την εξέγερση στην εργατική τάξη και τους αγρότες, προκειμένου αυτοί να αναλάβουν παρόμοιες δράσεις εξέγερσης και ανυπακοής, με κατάληξη μια γενικευμένη εξέγερση ή επανάσταση. Η προπαγάνδα δια του παραδείγματος μπορούσε επίσης να περιλαμβάνει απαλλοτριώσεις χρημάτων από την άρχουσα τάση με σκοπό την οικονομική ενίσχυση της επαναστατικής υπόθεσης· όμως δεν μπορούσε να περιλαμβάνει μεταρρυθμιστικούς αγώνες ή δράσεις που θα μπορούσαν με κάποιον τρόπο να γίνουν αντιληπτές ως συμβιβαστικές με την υπάρχουσα κοινωνική τάξη πραγμάτων.

Η προπαγάνδα δια του παραδείγματος παίζει εντελώς καθοριστικό ρόλο στην αντίληψη του Γκαλεάνι. Απορρέει από τις αφόρητες συνθήκες της σύγχρονης κοινωνίας: «η τρομερή ευθύνη για την εξεγερσιακή δράση» πρέπει «να επιστρέψει πίσω στα μούτρα των εκμεταλλευτών που ρουφάνε μέχρι και την τελευταία σταγόνα από τον ιδρώτα και το αίμα των απλών ανθρώπων, πίσω στα μούτρα των μπάτσων που προστατεύουν τους απατεώνες» και «στους δικαστές που κλείνουν τρυφερά το μάτι στους καταπιεστές, τους εκμεταλλευτές και τους διεφθαρμένους και συνεργούν στην ατιμωρησία τους». Με λίγα λόγια, αυτό που είναι ανήθικο δεν είναι η ατομική εξέγερση αλλά η κοινωνία που την προκαλεί. Αυτές οι εξεγέρσεις είναι αναπόφευκτες – «Τι αξία έχει η αποκύρηξή τους;» – και δίκαιες – «η αστική τάξη και οι κακοτυχίες της δεν μας συγκινούν καθόλου». Η «ατομική εξεγερσιακή δράση» αποτελεί την πρώτη φάση τής επαναστατικής διαδικασίας και δεν μπορεί να διαχωριστεί απ’ αυτήν: «Το ιδανικό … είναι ενσωματωμένο στα μαρτύρια των προαγγέλων του και συντηρείται με το αίμα των πιστών του». Η ατομική εξέγερση και θυσία αποτελούν αναπόφευκτο και απαραίτητο συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο αυθεντικό ιδανικό και το εξεγερσιακό κίνημα, που κορυφώνεται με την επανάσταση. Η «θυσία … ανυψώνεται σε ιερό πρότυπο», που εμπνέει νέες εξεγέρσεις μέχρι τελικά να «μην υπάρχουν φυλακές αρκετά μεγάλες για να εγκλωβίσουν την εξέγερση που απλώνεται».Ο χείμαρρος της επανάστασης, «η τελική απεγνωσμένη κατάκτηση», υπερνικά τα πάντα.

Ο εξεγερσιακός αναρχισμός και η προπαγάνδα δια του παραδείγματος στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν κατά την περίοδο της Πρώτης Διεθνούς και δεν αποτέλεσαν τμήμα της σκέψης του Μπακούνιν. Οι ιδέες αυτές ήρθαν στο προσκήνιο μετά τη διάλυση της αναρχικής Πρώτης Διεθνούς το 1877 και κυριάρχησαν για μία μικρή περίοδο κατά τη δεκαετία του 1880. Πρέπει να σημειωθεί ότι η στροφή προς τις βίαιες εξεγερσιακές δράσεις δεν περιοριζόταν στους αναρχικούς της εποχής. Ένα τμήμα του ναροτνικού κινήματος της Ρωσίας υιοθέτησε κατά τη δεκαετία του 1870 ως κεντρικές πτυχές της στρατηγικής του τις εκτελέσεις και τις ληστείες για το σκοπό της υπόθεσης, οδηγώντας στην εκτέλεση του Τσάρου Αλέξανδρου Β’ το 1881 από τον Ιγκνάτι Γκρινεβίτσκι51. Η προσέγγιση αυτή διαδόθηκε και δραματοποιήθηκε στη Δυτική Ευρώπη μέσα από βιβλία όπως το Υπόγεια Ρωσία του Στεπνιάκ, που εκδόθηκε το 1883. Το Στεπνιάκ ήταν ψευδώνυμο του Ρώσου αναρχικού Σεργκέι Κραβτσίνσκι (1852-1895), ο οποίος ενεπλάκη στη δολοφονία του αρχηγού της τσαρικής αστυνομίας, του Στρατηγού Νικολάι Μεζέντσεφ. Η τρομοκρατία αυτού του είδους παρέμεινε θεμελιώδες στοιχείο των επιγόνων των ναροτνικών, του S.R., αν και τα περισσότερα μέλη του S.R. δεν ήταν αναρχικοί.

Η στροφή προς την εξεγερσιακότητα ήταν μεγάλη και στην Ιταλία. Το 1877, ο νεαρός Μαλατέστα και μια ένοπλη ομάδα 25 περίπου αναρχικών επιχείρησαν να προκαλέσουν μια αγροτική εξέγερση, χωρίς επιτυχία· ο Στεπνιάκ είχε εμπλακεί στους σχεδιασμούς αυτής της προκαθορισμένης εξέγερσης. Μια ακόμα σημαντική στιγμή της ανόδου της προπαγάνδας δια του παραδείγματος ήταν η ίδρυση της Αντιεξουσιαστικής Διεθνούς – που είναι περισσότερο γνωστή ως Μαύρη Διεθνής – την 14ή Ιουλιού 1881 στο Λονδίνο, μετά από το Διεθνές Σοσιαλ-Επαναστατικό Συνέδριο που οργανώθηκε από εξέχουσες προσωπικότητες όπως οι Κροπότκιν, Μοστ και Μαλατέστα. Αντίθετα με την Πρώτη Διεθνή, που χαρατηριζόταν από πολιτική ποικιλομορφία κι εστίαζε στους άμεσους εργατικούς αγώνες, η Μαύρη Διεθνής ήταν «αναρχική, κομμουνιστική, αντιθρησκευτική, αντικοινοβουλευτική κι επαναστατική, όλα αυτά ταυτόχρονα». Αποδείχτηκε ιδιαίτερα ελκυστική για τους εξεγερσιακούς αναρχικούς και το μανιφέστο της διακύρυττε ότι «μια έμπρακτη ενέργεια που διεξάγεται ενάντια στους κατεστημένους θεσμούς έλκει τις μάζες πολύ περισσότερο από χιλιάδες φυλλάδια και χειμάρρους λέξεων».

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1880 είχαν ξεσπάσει ευρύτατες αντιδράσεις στους κύκλους των αναρχικών απέναντι στην προπαγάνδα δια του παραδείγματος. Πολλοί απ’ αυτούς που την υποστήριξαν στο παρελθόν, όπως ο Κροπότκιν, ο Μπέργκμαν, η Γκόλντμαν, ο Μαλατέστα και ο Μοστ, άρχισαν να εντοπίσουν τα μειονεκτήματά της.

Σύμφωνα με τους περισσότερους αναρχικούς, η προπαγάνδα δια του παραδείγματος αποδείχθηκε αναποτελεσματική και εντελώς καταστροφική για τον αναρχισμό. Προκάλεσε τεράστια καταστολή, ακρωτηριάζοντας με αυτόν τον τρόπο τις προσπάθειες σχηματισμού ενός μαζικού αναρχικού κινήματος. Η εξεγερσιακότητα αποδεδειγμένα δεν αποδυνάμωσε ούτε τον καπιταλισμό ούτε το κράτος. Όπως σχολίαζε ο Μαλατέστα, «Γνωρίζουμε ότι αυτές οι επαναστατικές απόπειρες, για τις οποίες ο λαός δεν είναι αρκετά προετοιμασμένος, είναι στείρες, συχνά προξενούν μεγάλη οδύνη, επειδή προκαλούν ανεξέλεγκτες αντιδράσεις, και βλάπτουν τον ίδιο το σκοπό που υπηρετούν». Αυτό που είναι ουσιαστικό και αναμφισβήτητα ωφέλιμο «δεν είναι να σκοτώσουμε το βασιλιά σαν άτομο, αλλά να σκοτώσουμε όλους τους βασιλιάδες – των παλατιών ή των κοινοβουλίων και των εργοστασίων – μέσα στην καρδιά και τη σκέψη των ανθρώπων. Να ξεριζώσουμε δηλαδή την πίστη στην αρχή της εξουσίας, πίστη που εξακολουθεί να έχει ένα μεγάλο μέρος του λαού».

Ο Κροπότκιν έβλεπε με συμπάθεια τον συνδικαλισμό τής Πρώτης Διεθνούς, αλλά κατά την περίοδο της Μαύρης Διεθνούς ήταν αρκετά εχθρικός προς τα σωματεία. Κατά τη δεκαετία του 1890 όμως, καλούσε για επιστροφή στον συνδικαλισμό του Μπακούνιν και της Πρώτης Διεθνούς, το έκανε όμως «δέκα φορές πιο δυνατά»: «Γιγάντια σωματεία να αγκαλιάζουν εκατομμύρια προλετάριους». Στα τέλη της δεκαετίας του 1880 η Μισέλ  έβλεπε το δρόμο για την επανάσταση να περνά μέσα από την επαναστατική γενική απεργία, αν και διατηρούσε κάποια συμπάθεια προς την προπαγάνδα δια του παραδείγματος.

Η ίδια η φύση της εξεγερσιακής δράσης γινόταν ολοένα και περισσότερο αντιληπτή ως ελιτίστικη· αντί να ενθαρρύνει την εργατική τάξη και τους εργάτες να δράσουν, στην καλύτερη περίπτωση ενίσχυε την παθητική εμπιστοσύνη του λαού σε ηγέτες και σωτήρες από τα πάνω, δημιουργώντας μια αυτοδιοριζόμενη πρωτοπορία των λαϊκών τάξεων. Το ίδιο πράγμα αντανακλούσε και η απόρριψη των άμεσων διεκδικήσεων, όπως οι αυξήσεις μισθών. Ο αναρχισμός μετατράπηκε σε δόγμα μιας επίλεκτης ελίτ που δεν ασχολείται με τις καθημερινά προβλήματα των λαϊκών τάξεων, απορρίπτει τα σωματεία και λειτουργεί στην ουσία καταστροφικά για τα λαϊκά κινήματα. Η προπαγάνδα δια του παραδείγματος δεν έκανε πολλά για τη διάδοση των αναρχικών ιδεών, εκτός από το να συνδέσει τον αναρχισμό με τη βία και τις βομβιστικές επιθέσεις στα μάτια της κοινής γνώμης και να απομονώσει τον αναρχισμό απ’ τις μάζες. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1890, ο εξεγερσιακός αναρχισμός αποτελούσε εν πολλοίς μειοψηφικό ρεύμα.

Αυτές οι κριτικές βασίζονταν στην παράδοση των αναρχικών της Πρώτης Διεθνούς, που ενστερνίζονταν αυτό που εμείς ορίζουμε ως αναρχισμό των μαζών. Σύμφωνα με τον Μπακούνιν και τη Συμμαχία, το κεντρικό σημείο της στρατηγικής είναι η εμφύτευση του αναρχισμού μέσα στα λαϊκά κοινωνικά κινήματα προκειμένου αυτά να ριζοσπαστικοποιηθούν, η εξάπλωση των αναρχικών ιδεών και στόχων και η προώθηση μιας κουλτούρας αυτοδιαχείρισης και άμεσης δράσης, με την ελπίδα ότι τα κινήματα αυτά θα συνεισφέρουν στην κοινωνική επανάσταση.  “Μαύρη Φλόγα” (υπό έκδοση)

Σημείωση

* Ο Στιούαρτ Κρίστι είναι Σκωτσέζος αναρχικός δημοσιογράφος, συγγραφέας και μεταφραστής. Γεννημένος το 1946, είναι ενεργός στο κίνημα από την ηλικία των δεκαέξι ετών. Ενώ είχε περάσει με ωτοστόπ στην Ισπανία το 1964, με πρόθεση την εκτέλεση του δικτάτορα Φρανσίσκο Φράνκο, ο Κρίστι και ο συνεργάτης του, Φερνάντο Καρμπάγιο Μπλάνκο, συνελήφθησαν. Στην κατοχή του Κρίστι βρέθηκαν εκρηκτικά και αντιμετώπισε τον κίνδυνο καταδίκης σε θάνατο δια στραγγαλισμού, όμως τρία χρόνια αργότερα αφέθηκε ελεύθερος μετά από μια διεθνή καμπάνια για την απελευθέρωσή του, με τη στήριξη του Ζαν Πωλ Σαρτρ. Μετά την επιστροφή του στη Βρετανία, βοήθησε στην επανασύσταση του Αναρχικού Μαύρου Σταυρού για τη στήριξη πολιτικών κρατουμένων στην Ισπανία και αλλού, αλλά και στην έκδοση του περιοδικού Black Flag. Το 1972 αθωώθηκε από τις κατηγορίες που του είχαν προσαφθεί για συμμετοχή στη σειρά επιθέσεων σαμποτάζ της Οργισμένης Ταξιαρχίας, μετά από μια από τις μεγαλύτερες σε διάρκεια δίκες στην ιστορία της Βρετανίας. Συνέχισε τη δραστηριότητά του ιδρύοντας τις εκδόσεις Cienfuegos Press, αργότερα Christie Books, και παραμένει ένας ενεργός αγωνιστής με συνεισφορά στο ευρύτερο αναρχικό κίνημα.

Αναδημοσίευση από: http://eleftheriakos.gr/mesa-kai-skopoi

Ένας αναρχικός άνεμος στη γεωγραφία

geogranar

 

 

 

 

Η γεωγραφία και ο αναρχισμός συνδέονται ιστορικά μέσω μιας ελάχιστα γνωστής αλλά ουσιαστικής ιστορίας που χρονολογείται στο δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα και περιλαμβάνει γεωγράφους όπως ο Elisée Reclus και ο Pierre Kropotkine, που ήταν επίσης κορυφαίοι υποστηρικτές και στοχαστές του αναρχισμού. Μαζί με άλλους αναρχικούς γεωγράφους, όπως ο Leon Metchnikoff, ο Charles Perron ή ο Mikhail Dragomanov, συμμετείχαν στη συγκρότηση του αναρχικού κινήματος στη δεκαετία του 1880 στην Ευρώπη, μετά τη διάλυση της πρώτης Διεθνούς Ένωσης Εργαζομένων.
Αυτή η σύμπτωση δεν είναι τυχαία γιατί η αναρχική θεωρία και πρακτική έχουν κοινά σημεία με τη γεωγραφία, αλλά δεν εξαρτάται η μία από την άλλη. Αυτοί οι γεωγράφοι έχουν δει στο χώρο και στην κομμουναλιστική ή φεντεραλιστική προοπτική μοχλούς τόσο ατομικής όσο και συλλογικής χειραφέτησης. Ακόμα κι αν οι κυρίαρχοι αναρχικοί θεωρητικοί της προηγούμενης γενιάς, όπως ο Pierre-Joseph Proudhon ή ο Michel Bakounine, ενδιαφέρονταν περισσότερο για τον τομέα της κοινωνιολογίας ή των πολιτικών επιστημών, ένα μεγάλο μέρος του έργου τους μπορεί να αναλυθεί από γεωπολιτική σκοπιά.
Ενώ ο Μαρξ και οι μαρξιστές έλκονται από την ιστορία και συνεπώς από το χρόνο, οι αναρχικοί ενδιαφέρονται για το χώρο και ως εκ τούτου για το περιβάλλον. Η ελευθερία έχει ανάγκη από αέρα. Η ιστορία φαίνεται να είναι πιο επιδεκτική, πιο επιβλητική, κάτι το οποίο γίνεται κατανοητό από το  “καθήκον της μνήμης” που έχει. Ο χώρος μπορεί να προσδιοριστεί, αλλά πάντα υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι σπάνε το κλουβί. Το έργο δεν έχει ολοκληρωθεί, διότι ακόμη κι αν το Τείχος του Βερολίνου έπεσε, μπορεί να βρει κανείς τείχη κατά μήκος του Ρίο Γκράντε, στην Παλαιστίνη, στη Θέουτα,  στην Κύπρο, στο Panmunjom ή αλλού – και η λίστα συνεχίζεται… Αλλά κανένα συρματόπλεγμα, κανένας φράχτης δε θα εμποδίσει τους φτωχούς να κερδίσουν τους πλούσιους τόπους ή την ελευθερία.
Η μαρξιστική θεώρηση φαίνεται τελεολογική στους αναρχικούς γεωγράφους με την προγραμματισμένη διαδοχή της από τους τρόπους παραγωγής που οδηγούν αναπόφευκτα στον κομμουνισμό. Ο Reclus και ο Kropotkine τόνισαν, ωστόσο, από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, ότι η εξέλιξη του καπιταλισμού, όχι μόνο δεν περιορίζεται στη συγκέντρωση του βιομηχανικού κεφαλαίου στα χέρια κάποιων μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά πολλαπλασιάζει τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και διατηρεί την αγροτική τάξη.
Σύμφωνα με αυτούς, αυτή η διαδικασία δεν εξαρτάται μόνο από τη διάδοση της ηλεκτρικής ενέργειας που επιτρέπει διάσπαρτη εγκατάσταση, αλλά και από την ανάπτυξη των μεσαίων τάξεων. Σε αντίθεση με την μαρξιστική ανάλυση που σχηματοποιεί τον ανταγωνισμό ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο, οι αναρχικοί γεωγράφοι λαμβάνουν υπόψη την ύπαρξη αυτών των νέων τάξεων, που όπως έχει ήδη ειπωθεί από τον Proudhon, περιπλέκουν το παιχνίδι των οικονομικών, πολιτικών και ιδεολογικών δυνάμεων. Όσον αφορά την αγορά, διαφοροποιείται σε παγκόσμιο επίπεδο σε έναν ανταγωνισμό από τις νέες χώρες. Ο Reclus προαναγγέλλει έτσι την παρακμή του Ηνωμένου Βασιλείου και την εμφάνιση της Κίνας.
Το ενδιαφέρον των αναρχικών γεωγράφων για το χώρο και το περιβάλλον έρχεται σε αντιστοιχία με την εμπειρία τους. Η άρνηση τους για τον σοβινισμό των εθνών ή των μικρών πατρίδων συνοδεύεται από μια αγάπη για το ταξίδι – η οποία έχει επιλεγεί ή έχει επιβληθεί (ο Reclus, ο Kropotkine και ο Metchnikoff έχουν ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, αλλά ήταν επίσης και πολιτικοί εξόριστοι) – που τους επιτρέπει να γνωρίσουν από κοντά τους λαούς, την ποικιλομορφία τους, αλλά και την κοινότητά τους, πέρα από τις γνώσεις που παρέχει μια βιβλιοθήκη. Η επαφή με την “υγιή φύση”, όπως την αποκαλεί ο Reclus, ευνοεί τη συμφυή σε κάθε άτομο και κοινωνία ποιητική και αισθητική διάσταση. Δεν την βλέπουν σαν κάτι που πρέπει να απομονωθεί. Ο Reclus  δεν είναι “urbaphobe 1“, δεδομένου ότι η πόλη μπορεί να είναι το μέρος της δυστυχίας και του πολιτισμού. Με την προσκόλλησή τους στο δαρβινισμό ότι όλα αλλάζουν, ο “αγώνας για τη ζωή” αντισταθμίζεται από την “αμοιβαία βοήθεια” ή την “αλληλοβοήθεια” εντός και μεταξύ των ειδών.
Ο Reclus, ο Kropotkine και ο Metchnikoff πολεμούν με αποφασιστικότητα τις ιδέες του Malthus, εκτιμώντας ότι ο λόγος του για το πεπερασμένο είναι μόνο ένα μέσο για την αστική τάξη και τα κράτη να αρνηθούν  να μοιραστούν τον πλούτο που παράγουν οι εργαζόμενοι. Οι πόροι θα πρέπει να διαχειριστούν αποτελεσματικά. Η κύρια αιτία σπατάλης τους είναι η ιδιωτική ιδιοκτησία και ο νόμος της αγοράς. Ο Kropotkine θεωρεί ότι οι πρώτοι σοσιαλιστές έκαναν λάθος με το να στηρίξουν το συνεταιριστικό τους σχέδιο στην παραγωγή, ενώ έπρεπε να ξεκινήσουν από την κατανάλωση: να σκεφτούν τις ανάγκες και να οργανωθούν αναλόγως.
Τέλος, η γεωγραφία αυτών των αναρχικών βασίζεται σε δύο πυλώνες της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής: την κοινότητα και την ομοσπονδία των κοινωνικοοικονομικών οργανισμών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κοινοτισμός του εικοστού αιώνα, τον οποίο ο Kropotkine θεωρεί το ιδεώδες χειραφέτησης στις ελεύθερες πόλεις του Μεσαίωνα έως την Γαλλική Επανάσταση ή την Ελβετική Συνομοσπονδία, τους έχει εμπνεύσει, παρά την καταστολή της Κομμούνας του Παρισιού (1871) που σηματοδότησε επίσης την αποτυχία της Πρώτης Διεθνούς.
Αλλά η κοινότητα, το τοπικό, το μικρό, δεν αρκούν, υπό τον κίνδυνο των τοπικών εγωισμών ή της εντροπίας: είναι αναγκαία η ανταλλαγή, ο δεσμός, η ομοσπονδία υπό τη μορφή συμβάσεων διμερών (αμοιβαία υποχρέωση μεταξύ των μερών) και αθροιστικών (ισοδυναμία τελών, δικαιωμάτων, και υποχρεώσεων). Αυτές οι συμβάσεις βασίζονται στην επιτακτική (που απαγορεύεται από το γαλλικό Σύνταγμα) και ανακλητή εντολή. Ενάντια στο χάος της παγκόσμιας αναταραχής και στην αποτυχία των εναλλακτικών λύσεων – η δύσκαμπτη κοινωνική δημοκρατία, ο κομμουνισμός της δικτατορίας, ο επαναστατικός εθνικισμός ή η πολιτική οικολογία – μια γενιά ανακαλύπτει εκ νέου τη σκέψη και τη δράση αυτών των αναρχικών γεωγράφων. Γεωγράφοι συγκεντρώνονται μέσω διεθνούς δικτύωσης – δίκτυο αναρχικών γεωγράφων – για να τους γνωρίσουμε και να κάνουμε πράξη τον τρόπο σκέψης τους.
Ταυτόχρονα, η πλειοψηφία των κοινωνικών κινημάτων σε όλο τον κόσμο έχουν μια γεωγραφική πρακτική: κατάληψη των δημόσιων χώρων με τους αγανακτισμένους και κατά τη διάρκεια των εξεγέρσεων στην Τυνησία, την Αίγυπτο και την Τουρκία επανοικειοποίηση των δημοσίων χώρων, όπως στην Ελλάδα, ζώνες υπεράσπισης ενάντια σε άχρηστα έργα όπως στη Notre-Dame -des-Landes ή στην κοιλάδα Susa, οργάνωση οικονομικών κυκλωμάτων μικρών ή διαφορετικών με προγράμματα παρακολούθησης και αξιολόγησης της αρκτικής ή με τοπικά συστήματα συναλλαγών. Στην Oaxaca στο Μεξικό ή στο Port Said, ο κοινοτισμός παραμένει ζωντανός…
Από τη σύγκλιση μιας αναρχικής γεωγραφικής σκέψης με αυτές τις δράσεις μπορεί να αναπτυχθεί μια νέα ελπίδα της χειραφέτησης.
1: urbaphobie: η εχθρικότητα προς την πόλη
Πηγή: Liberation
Επιμέλεια μετάφρασης: Κωνσταντίνα Μαγγίνα

Αναδημοσίευση από: http://afterhistory.blogspot.gr/2013/10/blog-post_16.html

Πολιτική επιθεώρηση “Κοινωνικός Αναρχισμός” τεύχος 2

 

socialanarchy_2_m

Κυκλοφόρησε το 2ο τεύχος της πολιτικής επιθεώρησης “Κοινωνικός Αναρχισμός” με κύρια θεματική τον φασισμό. Περιεχόμενα 2ου τεύχους:

Σημείωμα της Συντακτικής ομάδας

Antisystemic, Αντίλογος στο Κράτος: Περί των βασικών αρχών της πολιτικής ετερονομίας

Φώτης Τερζάκης, “Μη συστημικός Φασισμός” ή παίζοντας με τις λέξεις

Νίκος Νικολαΐδης, Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και το κίνημα της ζωής

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Η αβάσταχτη επιφανειακότητα της φασιστικής αισθητικής

Νεφέλη-Μυρτώ Πανδίρη, Γερμανική εργατική τάξη και ναζισμός, από το 1924 έως το 1933

Δημήτρης Καταϊφτσής, Η Ρουμανία της Σιδηράς Φρουράς

Άννα Καραγεωργίου, Προμήνυμα κινδύνου

Άρης Τσιούμας, Σχόλια πάνω στην επικαιρότητα

Σπύρος Δαπέργολας, Ζητήματα για την αναρχική πολιτική οργάνωση

Αντώνης Δρακωνάκης, Οργάνωση ενάντια στην παρέα

Μετάφραση, Hegel, Schelling, Holderlin
Το παλιότερο συστηματικό πρόγραμμα του γερμανικού ιδεαλισμού 1797

Βιβλιοπαρουσίαση, Έλενα Νακοπούλου, Ουτοπία & επανάσταση

Αρχείο, Άρης Καρύτσας, Η επινόηση του ελληνικού έθνους

Φωτογραφίες τεύχους, Άννα Καραγεωργίου, Ο Κάσπαρ είναι νεκρός

σελ. 144, τιμή: 5 ευρώ

Αναδημοσίευση από: http://koursal.wordpress.com/2013/12/07/127/

ΑΝΟΙΚΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ – ΣΥΖΗΤΗΣΗ «ΜΑΣ ΑΦΟΡΑ ΟΛΟΥΣ!»

futuro

ΑΝΟΙΚΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ – ΣΥΖΗΤΗΣΗ
 
 «ΜΑΣ ΑΦΟΡΑ ΟΛΟΥΣ!»[1]
 
Διεκδικώντας το δικαίωμα όλων στην δημόσια ψυχική υγεία
Αντιστεκόμενοι στην κατασταλτική ψυχιατρική και
στην εξαθλίωση που επιβάλλουν κυβέρνηση και μνημόνιο
Οργανώνοντας εστίες αντίστασης και διεκδίκησης
για μια άλλη κουλτούρα στην ψυχική υγεία
 
Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013, 10:00
 
κεντρικό κτήριο Πανεπιστημίου Αθηνών (Προπύλαια)
Πανεπιστημίου 30
Αμφιθέατρο «Γιάννης Δρακόπουλος»
(είσοδος από Ρήγα Φεραίου)
 
Είμαστε επαγγελματίες εργαζόμενοι και άνεργοι στο χώρο της ψυχικής υγείας που μας  πνίγει η βαρβαρότητα της ασκούμενης ψυχιατρικής. Είμαστε άνθρωποι που έχουμε διαγνωστεί από επαγγελματίες που δε μας άκουσαν, που τα συμπτώματα μας φροντίσανε να μας τα διαγράψουν με ηλεκτροσόκ και φάρμακα παρά να μας ακούσουν ως ανθρώπους που έχουμε τραυματιστεί. Είμαστε γονείς και φίλοι ανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία που σπάνια αν όχι ποτέ δεν μπήκαμε σε έναν ανοικτό διάλογο με επαγγελματίες για την πολυπλοκότητα των προβλημάτων που αναδύθηκαν όλα αυτά τα χρόνια στην καθημερινότητά μας.
Βιώνουμε όλοι μας τις συνέπειες μιας παγκόσμιας κρίσης που στην ελληνική πραγματικότητα έχει ήδη δημιουργήσει σε όλους/ες μας ανασφάλεια και απογοήτευση. Βλέπουμε στο ήδη απαξιωμένο δημόσιο σύστημα ψυχικής υγείας να διαγράφεται ένα μέλλον ακόμα πιο δυσοίωνο. Στο πνεύμα του πιο άκρατου νεοφιλελευθερισμού οι επιταγές είναι ξεκάθαρες: ιδιωτικοποίηση της παρεχόμενης φροντίδας και περίθαλψης, εργασιακή επισφάλεια και εκτόπιση των πιο αδύναμων από τους ψυχικά πάσχοντες στο δρόμο στο «μοντέλο όσο πιο αδύναμος τόσο πιο περιττός». Και γνωρίζουμε πολύ καλά πως η αδυναμία αυτή είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν κοινωνικών συνθηκών. Συνδεόμαστε γιατί εξαθλιωμένοι και επισφαλείς εργαζόμενοι σημαίνει αύξηση της ψυχιατρικής καταστολής. Συνδεόμαστε γιατί ο λόγος των άμεσα ενδιαφερομένων μας είναι αναγκαίος για τη διάνοιξη θεραπευτικών διεξόδων. Συνδεόμαστε γιατί το επιχειρούμενο fast trackκλείσιμό των ψυχιατρείων  που προγραμματίζεται μας αφορά όχι γιατί τα θέλουμε ανοικτά αλλά ακριβώς γιατί κανείς δε μιλάει για το τι εννοείται ως κλείσιμο και τι ως άνοιγμα: ως  ανοικτή πόρτα και άνοιγμα στην κοινότητα, ως ανοικτή ακρόαση και ανοικτός διάλογος. Αντίθετα ο ψυχιατρικός μονόλογος ήδη αρθρώνει λόγο περί «υποχρεωτικής κατ’ οίκον νοσηλείας», μιλάει για την αναγκαιότητα ίδρυσης δικαστικών ψυχιατρείων, φέρνει στην επικαιρότητα το ηλεκτροσόκ ως εξωραϊσμένη και σαφώς οικονομικότερη πρακτική. Με αιχμή της επικαιρότητας τις ανεκδιήγητες αποφάσεις του υπουργού τηλεπωλήσεων και τηλεαπολύσεων για τα ψυχιατρεία και τον αγώνα που έχει ήδη ξεκινήσει για την κατάργηση στην πράξη της παρακράτησης των συντάξεων των ενοίκων δομών ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης καλούμε σε μια ανοικτή συνάντηση συζήτηση.
Καλούμε καθένα και καθεμία που ενδιαφέρεται σε μια συνάντηση που, όπως έλεγε και Γιώργος Γιαννουλόπουλος μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής του, πρόκειται για ένα θέμα που μας αφορά όλους.
Καλούμε λοιπόν σε μια συνάντηση γιατί το χρειαζόμαστε στη ροή ενός αγώνα διεκδίκησης και ανατροπής, γιατί έχουμε ανάγκη να αρθρώνεται αντίλογος στον κυρίαρχο ψυχιατρικό λόγο, αυτόν που από θέσπισής του πορεύεται χέρι χέρι με τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο.
Καλούμε όσους/ες ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν ισότιμα σε μια ανοικτή συζήτηση για να δημιουργήσουμε τις σχέσεις εκείνες που θα αποτελέσουν θεμέλια για τη διαμόρφωση ενός πολύμορφου κινήματος στο χώρο της ψυχικής υγείας.
Καλούμε σε μια συνάντηση διεκδίκησης καταρχήν των αυτονόητων αλλά για να πάμε πέρα από το υπάρχον μοντέλο. Μαζί με χρήστες υπηρεσιών ψυχικής υγεία, επιζήσαντες της ψυχιατρικής, οικογένειες και φίλους, μαζί με επαγγελματίες και κάθε ενδιαφερόμενο/η για να πάρουμε την (ψυχική) υγεία στα χέρια μας.
Πρωτοβουλία
για τη δημιουργία ενός πολύμορφου
κινήματος στο χώρο της ψυχικής υγείας

[1] Από τίτλο ομιλίας του Γιώργου Γιαννουλόπουλου στη μνήμη του οποίου οργανώνεται η συνάντηση

 

Η μακεδονική γλώσσα και τα παπατζηλίκια τού κ. Μπαμπινιώτη

του Άκη Γαβριηλίδη

Σκαλίζοντας κάτι χαρτιά για ένα άλλο θέμα, έπεσα πρόσφατα σε ένα άρθρο που είχε δημοσιεύσει πριν από πέντε περίπου χρόνια στο Βήμα ο εθνικός μας «καθηγητής της Γλωσσολογίας, πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, τ. πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών» (σύμφωνα με την ίδια του την αυτοπαρουσίαση κάτω από το άρθρο), με τίτλο Γλωσσικές παραχαράξεις. Η «Μακεδονική» των Σκοπίων και τα περί σλαβομακεδονικής μειονότητας.

Ακόμη και χωρίς τον υπότιτλο, δεν θα ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς για ποιο σκοπό γράφτηκε το άρθρο: φυσικά για να προσδώσει και από τη σκοπιά της γλωσσολογίας περιωπή επιστημοσύνης στη γνωστή παραληρηματική θεωρία ότι η δημοκρατία της Μακεδονίας, οι κάτοικοί της, ο πολιτισμός τους, κάθε στοιχείο της κοινωνικής τους ζωής, είναι «ανύπαρκτοι». Η συμβολή αυτή είναι κρίσιμη, διότι, σε αντίθεση π.χ. με τους ιστορικούς και εν μέρει τους αρχαιολόγους, η ελληνική γλωσσολογική κοινότητα, προς τιμήν της, υπήρξε μάλλον απρόθυμη να συνεργήσει σε αυτή την κακόγουστη παράσταση. Και πράγματι, το άρθρο, από τη στιγμή που δημοσιεύθηκε, προστέθηκε και αυτό στο κιτ με τα «συντριπτικά αποδεικτικά στοιχεία» που κουβαλάν μαζί τους όλοι οι μακεδονομάχοι του διαδικτύου και εκσφενδονίζουν κατά των απίστων με την πρώτη ευκαιρία, όντας σίγουροι ότι τους «αποστομώνουν».

Διαβάζοντας όμως το άρθρο, διαπιστώνει κανείς ότι αυτή που θα άξιζε το χαρακτηρισμό «ανύπαρκτη» είναι μάλλον η θεμελίωση της θέσης που θέλει να υποστηρίξει. Για να μην πω ότι είναι στα όρια της διανοητικής και πολιτικής ανεντιμότητας.

Πρώτα απ’ όλα, ο ίδιος ο λόγος του Μπαμπινιώτη δεν μοιάζει καθόλου επιστημονικός ως προς τη μορφή του. Είναι ένας λόγος φλύαρος, παλιλλογικός, δημαγωγικός, γεμάτος παρενθέσεις, θαυμαστικά, εισαγωγικά –κυρίως αυτά- και υποτιμητικές, έως και σχεδόν απειλητικές εκφράσεις κατά παντός υπευθύνου ή ανευθύνου. Είναι φανερό ότι πρόκειται για έναν λόγο δικανικού τύπου, που δεν παριστάνει καν ότι σκοπεύει να αναζητήσει αμερόληπτα την αλήθεια –όπως υποτίθεται ότι κάνει η επιστήμη-, αλλά είναι ρητά απολογητικός υπέρ ενός εκ των δύο διαδίκων.

Η επίφαση επιστημοσύνης συνίσταται στην επίκληση κάποιων βιβλιογραφικών αναφορών σε τέσσερις υποσημειώσεις. Από τις τέσσερις, η πρώτη αφορά ένα άρθρο που συνέγραψε … ο ίδιος ο Μπαμπινιώτης, ενώ η δεύτερη έναν συλλογικό τόμο στον οποίο είχε αυτός την «επιστημονική» (ο χαρακτηρισμός ανήκει επίσης στον ίδιο) επιμέλεια. Ως προς αυτή τη δεύτερη, μάλιστα, ο κ. πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού ψέγει την «Ελληνική Πολιτεία» που δεν χαλάλισε ακόμα κανένα μυστικό ή φανερό κονδύλιο για την «ευρύτερη διάδοση» του τόμου. Επί λέξει, την κατηγορεί ότι «δεν έστερξε ποτέ – μολονότι ζητήθηκε – να προβεί σε έκδοση τού βιβλίου στην αγγλική γλώσσα, ώστε να γίνουν ευρύτερα γνωστές οι ελληνικές επιστημονικές θέσεις επί τού θέματος». (Ίσως κάτι ήξερε η «Ελληνική Πολιτεία» και δεν το έκανε).

Οι άλλες δύο, –και εδώ είναι το ζουμί-, αφορούν έργα ξένων επιστημόνων, με αυτές δε –και με την όλη σκηνοθετική παρουσίασή τους- επιδιώκεται να δημιουργηθεί στον αναγνώστη η εντύπωση ότι η θέση περί «ανυπαρξίας της ψευδώνυμης μακεδονικής των Σκοπίων» είναι αυτονόητη αλήθεια την οποία συμμερίζεται σύμπασα η διεθνής επιστημονική κοινότητα. Για να το επιτύχει αυτό, όμως, το άρθρο προβαίνει σε μία απροκάλυπτη και εξαιρετικά χοντροκομμένη χειραγώγηση.

Παραθέτω αυτούσιο παρακάτω το κείμενο των δύο αυτών υποσημειώσεων, διατηρώντας την ορθογραφία και τη μορφοποίηση του πρωτοτύπου:

3. Ο μεγάλος ιταλός ινδοευρωπαϊστής γλωσσολόγος Vittore Pisani (Il Macedonico, περιοδικόPaideia 12, 1957, σ. 250) γράφει «πράγματι ο όρος μακεδονική γλώσσα [εννοεί τη γλώσσα των Σκοπίων] είναι προϊόν πολιτικής ουσιαστικά προέλευσης». Ο δε ειδικός σλαβιστής γλωσσολόγος, ο Γάλλος Αndrι Vaillant (Le probleme du Slave Macidonien περιοδικό Bulletin de la Sociitι deLinguistique de Paris 39, 1938, σ. 205), είναι αυτός που τονίζει ότι «το όνομα Bulgari είναι στηνπραγματικότητα η εθνική ονομασία των Σλάβων τής Μακεδονίας, πράγμα που δείχνει πως (οι Σλάβοι τής περιοχής αυτής) υιοθέτησαν το όνομα Βούλγαροι που τους έδωσαν οι Σέρβοι».

4. Ο γερμανός γλωσσολόγος Heinz Wendt, (Sprachen 1961, σ. 285, λ. Slawische Sprachen), μιλώντας για τις σλαβικές γλώσσες, λέει: «Αν κατατάξει κανείς τις σλαβικές γλώσσες με βάση τη σημερινή τους δομή, πρέπει να θεωρήσει τη Βουλγαρική και τη Μακεδονική, [εννοεί τη γλώσσα των Σκοπίων] λόγω των εξεχουσών δομικών ιδιαιτεροτήτων τους, ως αυτοτελή ομάδα και να την αντιπαραθέσει προς όλες τις άλλες σλαβικές γλώσσες».

O επιστήμονας ως ταχυδακτυλουργός

Ακόμα και σε αυτό το «επιστημονικό» τμήμα του άρθρου, είναι εμφανής η δικολαβίστικη προσπάθεια εντυπωσιασμού τού αναγνώστη: ο κ. καθηγητής της Γλωσσολογίας δεν αρκείται να αναφέρει το όνομα του συγγραφέα του άρθρου στο οποίο παραπέμπει, αλλά αισθάνεται την ανάγκη να παρεμβάλει όχι ένα, όχι δύο, αλλά τέσσερα εγκωμιαστικά επίθετα ανάμεσα στο άρθρο και το κύριο όνομα. Πράγμα που, σε ένα επιστημονικό άρθρο, θα ήταν απλώς γελοίο. Ο μόνος λόγος να αναφερθεί ότι ο συγγραφέας αυτός είναι «μεγάλος Ιταλός ινδοευρωπαϊστής γλωσσολόγος» είναι η ανάγκη του Μπαμπινιώτη να προσδώσει κύρος στα λεγόμενά του. Η δε αναφορά σε ένα στοιχείο τελείως αδιάφορο από επιστημονική άποψη όπως είναι η εθνικότητα του συγγραφέα –την οποία ούτως ή άλλως θα ήταν εύκολο να μαντέψουμε με βάση το όνομά του- έχει προφανώς το νόημα «κοιτάξτε, δεν τα λέω μόνο εγώ, τα λένε και ξένοι».

Ωστόσο, αυτή η παραπομπή, και η επόμενη, μας κάνει να υποπτευθούμε ακριβώς αυτό που θέλει να διαψεύσει: ότι, ακριβώς, τα λέει μόνο αυτός.

Πράγματι, όπως φαίνεται καθαρά στο απόσπασμα, αλλά και στον ίδιο τον τίτλο του άρθρου του μεγάλου Ιταλού ινδοευρωπαϊστή γλωσσολόγου, ο συγγραφέας αυτός δέχεται την ύπαρξη μακεδονικής γλώσσας, χωρίς εισαγωγικά, χωρίς να τη θεωρεί «ψευδεπίγραφη» ή «παραχαραγμένη»!!! [1]

Το ίδιο ακριβώς εξάλλου ισχύει και για τα άλλα δύο έργα, τόσο εκείνο του ειδικού σλαβιστή Γάλλου γλωσσολόγου όσο και εκείνο του Γερμανού: και οι δύο χρησιμοποιούν απερίφραστα τον όρομακεδονική γλώσσα! Γι’ αυτό, και στις δύο περιπτώσεις, ο Μπαμπινιώτης παρεμβαίνει απροκάλυπτα στο κείμενο προσθέτοντας ο ίδιος μέσα σε αγκύλες τη φράση «[εννοεί τη γλώσσα των Σκοπίων]» και τις δύο φορές που εμφανίζεται στα αποσπάσματα ο όρος «μακεδονική γλώσσα».

Με αυτό το μεγαλοπρεπές καπέλωμα, όμως, η στήριξη που παρέχουν τα παραθέματα αυτά στη θέση περί «ανυπαρξίας της γλώσσας των Σκοπίων» είναι ισοδύναμη με εκείνη της φράσης «ρώτα και τον μπάρμπα μου τον ψεύτη». Διότι το τι «εννοεί» ο συγγραφέας είναι μία αυθαίρετη και αντιδεοντολογική υπόθεση του Μπαμπινιώτη! Εμείς βλέπουμε τι έγραψαν οι μεγάλοι ή λιγότερο μεγάλοι γλωσσολόγοι, και αυτό που έγραψαν είναι «μακεδονική». Εάν εννοούσαν κάτι άλλο, τίποτε δεν τους εμπόδιζε να έγραφαν αυτό το άλλο. Δεν το έγραψαν όμως[2].

Θα είχα την τάση να πω ότι, αν υπάρχει εδώ κάποια παραχάραξη, αυτή είναι ακριβώς η προσπάθεια του Μπαμπινιώτη να βάλει τους «μεγάλους» συναδέλφους του να λένε άλλα από αυτά που πραγματικά είπαν. Ο χαρακτηρισμός όμως αυτός δεν είναι κατάλληλος, για τον απλούστατο λόγο ότι η πλαστογράφηση, κατά ένα σχεδόν … μπρεχτικό τρόπο, γίνεται μπροστά στα μάτια του θεατή, και δεν μπαίνει καν στον κόπο να κρύψει το μηχανισμό της!

Η εξαπάτηση δηλαδή είναι τόσο οφθαλμοφανής και παιδαριώδης, που δεν μπορεί να εξαπατήσει παρά μόνο όσους είναι διατεθειμένοι να εξαπατηθούν· δεν μπορεί να πείσει παρά μόνο τους ήδη πεπεισμένους.

Και ποιοι είναι αυτοί; Είναι φυσικά οι θεατές μπροστά στα μάτια των οποίων εξελίσσεται αυτή η επιτέλεση, και οι οποίοι μοιράζονται την ίδια επιθυμία με τον περφόρμερ, και τυφλώνονται απ’ αυτή· δεν βλέπουν τη λαθροχειρία επειδή δεν θέλουν να την δουν. Όπως το κοινό ενός ταχυδακτυλουργού προσέρχεται στο θέαμα με την προσδοκία να γοητευθεί και να τον χειροκροτήσει, ή όπως το κοινό ενός παπατζή παρασύρεται να παίξει από την επιθυμία του να κερδίσει μολονότι ξέρει ότι τα χαρτιά είναι πιθανότατα σημαδεμένα.

Για όποιον δεν συμμετέχει στην επιθυμία αυτής της σκηνοθεσίας, το συμπέρασμα που βγαίνει από το άρθρο δεν μπορεί παρά να είναι ένα: όλη η διεθνής γλωσσολογική κοινότητα αποδέχεται την ύπαρξη μακεδονικής γλώσσας. Διότι ο Μπαμπινιώτης, πριν δημοσιεύσει ένα τέτοιο άρθρο, μπορούμε να υποθέσουμε πως έψαξε μανιωδώς ό,τι σχετικό υπάρχει και δεν υπάρχει στη διεθνή βιβλιογραφία που θα μπορούσε να στηρίξει τη θέση του. Το μόνο όμως που βρήκε είναι τρία δημοσιεύματα, γραμμένα το 1938, το 1957 και το 1961 αντίστοιχα, εκ των οποίων τα δύο μιλάνε ρητά για μακεδονική γλώσσα, ενώ ούτε το τρίτο αμφισβητεί την ύπαρξή της. Άρα δεν πρέπει να υπάρχει κανείς εκτός Ελλάδος (και ίσως Βουλγαρίας) που να την αμφισβητεί.


[1] Ο λόγος για τον οποίο ο Μπαμπινιώτης αναλαμβάνει να καταβάλει το τίμημα να παραθέσει τον τίτλο «Il Macedonico» (εφόσον δεν μπορεί να τον πλαστογραφήσει και αυτόν χωρίς να εκτεθεί ανεπανόρθωτα) είναι ότι, ως αντιστάθμισμα, στο άρθρο αυτό βρίσκει τη διατύπωση πως η μακεδονική είναι «προϊόν πολιτικής ουσιαστικά προέλευσης». (Τι λες ρε παιδί μου! Πέφτω από τα σύννεφα! Μια γλώσσα, προϊόν πολιτικής προέλευσης; Απίστευτο. Εγώ νόμιζα ότι οι γλώσσες φυτρώνουν από τα δέντρα. Εκτός κι αν εννοεί ότι είναι μόνο ουσιαστικά  πολιτικής προέλευσης, όχι και τυπικά όπως η ελληνική).

[2] Όχι τίποτε άλλο, αλλά ο κ. τ. πρύτανης είχε την απαίτηση να πληρώσει ο Έλληνας φορολογούμενος τη μετάφραση των διανοητικών του επιτευγμάτων ώστε να τα απολαύσει και ολόκληρη η οικουμένη. Ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε το αποτέλεσμα: “the Macedonian language [the author here means the language of Skopje] …”. Αν όμως κυκλοφορούσε παγκοσμίως ένα άρθρο, στο οποίο ένας γλωσσολόγος παρεμβαίνει με αγκύλες μέσα στο παράθεμα ενός άλλου γλωσσολόγου –τον οποίο μάλιστα δηλώνει ότι θεωρεί «μεγάλο»- για να τον διορθώσει και να εξηγήσει στους υπόλοιπους γλωσσολόγους «τι εννοεί» κατά βάθος παρόλο που λέει το αντίθετο, θα γελούσε και το παρδαλό κατσίκι.

Αναδημοσίευση από: http://nomadicuniversality.wordpress.com/2013/12/12/%CE%B7-%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%B1-%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%B6%CE%B7%CE%BB%CE%AF%CE%BA/

Χαλκίδα: Δημοτική αγορά δημόσια, κοινωνική, για όλους

gatonia agora

 

Ο κυρίαρχος δημοσιογραφικός χυλός μας εξοικείωσε, τα τελευταία χρόνια, με τον χαρακτηρισμό «ποντικώνας». Η φωτογραφία, τραβηγμένη την Κυριακή, 1η Δεκεμβρίου 2013, αποδεικνύει περίτρανα το αντίθετο!

Μία πρόταση διαλόγου για τη Χαλκίδα

Του Γιώργου Παπαχριστοδούλου

Τι θα μπορούσε να γίνει με τη Δημοτική Αγορά της Χαλκίδας; Η πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία, όπως πληροφορηθήκαμε, ακυρώθηκε για τυπικούς λόγους, η απόφαση χαρακτηρισμού του ιστορικού κτίσματος ως διατηρητέου μνημείου, δημιουργεί νέα δεδομένα (με δεδομένη την πολύχρονη εγκατάλειψη του κτιρίου κι ενόψει των επικείμενων δημοτικών εκλογών).

Αναγκάζει δε τους πολίτες να τοποθετηθούν.
Πριν υποκύψουμε στην ασεβή ακράτεια ενίων δημοτικών συμβούλων οι οποίοι ήδη μαρσάρουν μπουλντόζες για να κατεδαφίσουν το κτίριο (συμμερίζονται μήπως την άποψη ότι «αρχιτεκτονική είναι εκείνο που δίδει ωραία ερείπια»!) ή υιοθετήσουμε τον εμφανή ρατσισμό εβδομαδιαίας τοπικής εφημερίδας περί «χρηστών ναρκωτικών τα οποία στεναχωρήθηκαν με την απόφαση», ας στοχαστούμε μερικά πράγματα:
ι ήταν και είναι η Αγορά;
-Γιατί λαϊκή;
-Γιατί δημοτική;
Κατά τη γνώμή μου, η αγορά έχει διττή έννοια: αφενός αναφέρεται στις εμπορικές δραστηριότητες αφετέρου στις δημόσιες – κοινωνικές δραστηριότητες, στον χώρο δηλαδή όπου ο πολίτης σχηματίζει γνώμη και του δίνεται η δυνατότητα να συμμετέχει άμεσα στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων. Τη δημοτική αγορά της Χαλκίδας, όπως και τις υπόλοιπες στον ελλαδικό χώρο, τις έχουμε ταυτίσει κυρίως με την πρώτη έννοια, κάτι φυσιολογικό, από τη στιγμή που οι αγορές συνιστούν πεδία καθημερινών εμπορικών συν-αλλαγών.
Η αγορά, ωστόσο, είναι κάτι πέρα από το ένα απλό, ψυχρό σύνολο με μανάβικα, χασάπικα, ψαράδικα, καφενείο, παντοπωλείο, τα οποία λειτούργησαν στον χώρο της λαϊκής της Χαλκίδας: η αγορά συγκροτεί, με μία διευρυμένη έννοια, έναν τόπο επικοινωνίας, και επαφής, ανταλλαγής απόψεων, πεδίο κοινωνικής συν-ύπαρξης.
Δεδομένης της κοινωνικής της λειτουργίας για την ύπαρξη και διαιώνιση του νοήματος της πόλης, η δημοτική αγορά της Χαλκίδας αποτέλεσε αυτό που οι αρχιτέκτονες ονομάζουν τοπόσημο. Σημάδι δηλαδή αναγνώρισης της πόλης και της ψυχής της– όπως συμβαίνει, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, με τον πορθμό του Ευρίπου, το Κόκκινο Σπίτι, το ναό της Αγίας Παρασκευής, τον σταθμό των τρένων, το τζαμί, το καφέ «Βυζαντινό» (παλιότερα, καφενείο του «Μανώλη του τρελού»).
More than a market (κάτι παραπάνω από μία εμπορική αγορά): η Αγορά και η πλατεία της υπήρξαν διαχρονικοί τόποι συνδεδεμένοι με την τοπική ιστορία: εκεί πραγματοποιούνταν οι προεκλογικές ομιλίες των πολιτικών, εκεί αναφέρουν μαρτυρίες ότι πρωτολειτούργησαν το Εργατικό Κέντρο, το πρώτο Μουσείο της πόλης, η Φιλαρμονική του Δήμου, η Τουριστική Αστυνομία. Ακόμη κι όταν οι πολλοί γοητεύτηκαν από την επέλαση του γκλάμουρ και υπέκυψαν στην κυριαρχία των πολυκαταστημάτων (τα οποία άλωσαν την τοπική αγορά), η Δημοτική Αγορά και οι δραστηριότητες που αναπτύσσονται γύρω της αποτελούν ένα ζωντανό κομμάτι της συλλογικής μνήμης των λαϊκών τάξεων, σημείο πρόσβασης για τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα τόσο της πόλης όσο και της ευβοϊκής ενδοχώρας (μέχρι την μεταφορά του σταθμού των υπεραστικών ΚΤΕΛ από την Φαβιέρου εκεί ψώνιζαν οι κάτοικοι των χωριών). Έτσι τη γνώρισε και ο υπογράφων: είτε κατεβαίνοντας από Προκόπι, είτε φεύγοντας για Νεροτριβιά, είτε ανεβαίνοντας για ψώνια από το Κάστρο.
Συνύπαρξη ρυθμών
Όσο για την αρχιτεκτονική της: όπως μας πληροφορεί το τοπικό τμήμα του Τεχνικού Επιμελητηρίου στην διαφωτιστική γνωμοδότησή του προς τον Δήμο Χαλκιδέων (2010) συνυπάρχουν δύο ρυθμοί: ο απλός νεοκλασικός (κτίσματα επί των οδών Βενιζέλου-Αρεθούσης και Κριεζώτου, Α΄ φάση οικοδόμησης, 1887) και το μοντέρνο κίνημα του Μεσοπολέμου – BAUHAUS (κτίσματα επί της οδού Νεοφύτου, Β’ Φάση οικοδόμησης, 1931). Η σημερινή κατάσταση ερειπίου, για την οποία την απόλυτη ευθύνη φέρουν οι κατά καιρούς εξουσιομανείς διαχειριστές της δημοτικής εξουσίας που συγκάλυψαν άστοχες παρεμβάσεις στο σώμα του κτιρίου, δεν μας επιτρέπει βέβαια να φανταστούμε ότι η Αγορά, εάν αποκατασταθεί, πράγμα εφικτό όπως αναφέρει η προαναφερθείσα γνωμοδότηση του ΤΕΕ, θα αποτελέσει ένα μοναδικό μνημείο αφήγησης της αρχιτεκτονικής ιστορίας της πόλης.
Τουναντίον, διαβάζουμε δημοσιογραφικές υστερίες του περί «ποντικώνα» ή αναφορές περί «ντροπής της Χαλκίδας που πρέπει να τελειώσει άμεσα», όπως δήλωσε ο ιθύνων νους της προσφυγής(2006), τότε δήμαρχος, νυν βουλευτής της ΔΗΜΑΡ, Δημ. Αναγνωστάκης. Με την ευκαιρία επειδή ο κ. Αναγνωστάκης μιλά για «ποικιλώνυμα πολιτικά, οικονομικά και επαγγελματικά συμφέροντα, που αντιστρατεύτηκαν την κοινή προσπάθεια πολιτών και φορέων της τοπικής μας κοινωνίας» να μην προχωρήσει ο χαρακτηρισμός ΟΦΕΙΛΕΙ ΑΜΕΣΑ να τα κατονομάσει. Ο δημόσιος βίος δεν μπορεί να πορεύεται με υπονοούμενα και γενικότητες. Οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουμε όλα τα δεδομένα ώστε να αποφασίσουμε για τα κοινά (έστω κι αν στην πραγματικότητα αντιμετωπιζόμαστε ως υπήκοοι-ψηφοφόροι του κομματο-πελατειακού συστήματος το οποίο συνήθως στηρίζει την περίφημη «οικονομία της αγοράς»).
Η Αγορά είναι λοιπόν αγορά επειδή στεγάζει δραστηριότητες που υπερβαίνουν την στενά εμπορική διάσταση και συγκροτούν έναν δημόσιο χώρο, λαϊκή επειδή εκεί συνυπάρχουν καθημερινοί άνθρωποι, δημοτική επειδή ανήκει στο δήμο, δηλαδή στους πολίτες, σε όλους, όχι τους ιδιώτες ή τους εκλεγμένους δημοτικούς συμβούλους.
Τι πόλη, τι αγορά θέλουμε
Ως πολίτες οι οποίοι ενδιαφέρονται για τη μνήμη της πόλης, μνήμη που συνδέεται και με το δικαίωμα στην πόλη, την ανεμπόδιστη πρόσβαση όλων στο δημόσιο χώρο δηλαδή ανεξαρτήτως της οικονομικής ή άλλης δύναμης, οφείλουμε να πάρουμε θέση για ένα θέμα το οποίο δεν είναι τεχνικό, θέμα «ειδικών» ή επιστημόνων, αλλά βαθιά πολιτικό.
Τι πόλη θέλουμε λοιπόν; Τι λαϊκή αγορά θέλουμε; Τι ζωή θέλουμε; Το κυρίαρχο σύστημα τοπικής εξουσίας έχει τη δική του πρόταση: μία δημοτική αγορά που είτε θα κατεδαφιστεί για να γίνει πάρκο είτε θα ανοικοδομηθεί για να αποτελέσει πεδίο αμιγώς κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων.
Μία άλλη πρόταση, η οποία αυτονόητα πρέπει να εμπλουτιστεί, θα ήθελε μία Λαϊκή Αγορά:

  • δημόσιο, ελεύθερο, κοινωνικό χώρο, μακριά από την κρατική κηδεμονία και την ιδιωτική υστεροβουλία, ο οποίος θα μπορούσε να στεγάζει καταστήματα- σημεία διανομής προϊόντων της ευβοϊκής γης τα οποία έχουν παραχθεί με σεβασμό στη φύση και χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου προς άνθρωπο, προϊόντα από συνεταιρισμούς, σημεία διανομής προϊόντων οικοτεχνίας και παραδοσιακής τέχνης.
  • Με προτεραιότητα στον αυτόνομο παραγωγό , όχι τις πολυεθνικές. Επιπλέον θα μπορούσε να λειτουργήσει ως τόπος για χαριστικά παζάρια κοινωνικής αλληλεγγύης, να στεγάσει το κοινωνικό παντοπωλείο και άλλες δομές του δήμου, ως κέντρο τεχνών, με χώρο για πολιτιστικές εκδηλώσεις, ως σημείο εκμάθησης της αρχιτεκτονικής ιστορία της πόλης, ως τόπος που θα στεγάσει αναζητήσεις της νεολαίας, θα καλύψει ανάγκες της τρίτης ηλικίας, θα εντάξει δημιουργικά τους μετανάστες στην τοπική κοινωνία. Με δωρεάν ασύρματο ίντερνετ, βιβλιοθήκη, κλπ.
  • Ε, ας φτιαχτεί και ένα μικρό, συνεργατικό κυλικείο-καφέ που θα προσφέρει τα βασικά και το τυχόν πλεόνασμά του θα διατίθεται για κοινωφελείς σκοπούς.
Κριτήριο δηλαδή θα πρέπει να είναι η κάλυψη των κοινωνικών-οικολογικών αναγκών σε συνδυασμό με τη διατήρηση τη αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Χαλκίδας, όχι το κέρδος. Τα χρήματα από τις δραστηριότητες (ενοίκια, κλπ.) θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν και την αποκατάσταση του κτιρίου. Τη γενική εποπτεία σε θέματα διαχείρισης και διαφάνειας του όλου εγχειρήματος να έχει ένα σώμα πολιτών, κληρωτών και άμεσα ανακλητών, οι οποίοι κάθε χρόνο θα ελέγχουν τα πεπραγμένα και θα καταθέτουν δημόσια τον απολογισμό.
Όλα αυτά ασφαλώς έχουν ως προϋπόθεση οι πολίτες να το θελήσουν συμμετέχοντας μέσα από αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες στη λήψη των αποφάσεων και παράλληλα το κτιριακό σύνολο της Αγοράς θα αντιμετωπιστεί ως ενιαίο σύνολο με την ομώνυμη, γειτονική πλατεία η οποία κακόπαθε από τη δικτατορία του αυτοκινήτου και την ανοησία των δημοτικών αρχών που έφτιαξαν μία από τις ασχημότερες «πλατείες» – γκαράζ στο κέντρο νεοελληνικής πόλης.
Άμεσα να διενεργηθεί αυτοψία από ανεξάρτητη επιτροπή για την στατικότητα του κτιρίου, να καθαριστεί ο χώρος, να διενεργηθεί αρχιτεκτονικός διαγωνισμός ιδεών για το σύνολο αγορά-πλατεία και παράλληλα να κατατεθούν δημόσιες προτάσεις από φορείς και πολίτες με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον.
Αναδημοσίευση από: http://xarmada.blogspot.gr/2013/12/blog-post.html

ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ: ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Ή ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ;

agora111

Το διαιωνιζόμενο αίσχος της Δημοτικής Αγοράς στη Χαλκίδα  είναι μία ακόμη απόδειξη (ίσως η πιο κατάπτυστη) της συνεχούς διαπλοκής και υποκρισίας όσων κυβέρνησαν και συνεχίζουν να κυβερνούν την πόλη. Απόδειξη, επίσης, ανικανότητας αλλά και έλλειψης προοπτικής αφού μάλλον η μόνη τους επιδίωξη είναι η εξυπηρέτηση ή η εξουσιαστική διαχείριση συγκρουόμενων οικονομικών συμφερόντων, στην τετραετία που αναλογεί στον καθένα. Το ότι όμως τόσα χρόνια δεν καθάριζαν το χώρο της εγκαταλελειμμένης δημοτικής αγοράς προκαλώντας εσκεμμένα (όπως οι ίδιοι δηλώνουν χωρίς να ντρέπονται) δυσοσμία και βρωμιά στο κέντρο της πόλης για να εκβιάσουν  την οργή των πολιτών (όπως οι ίδιοι παραδέχονται), πώς να το χαρακτηρίσουμε; Είναι γελοίοι και επικίνδυνοι. Πώς είναι δυνατόν όμως τέτοιου είδους εξουσιαστικοί τσαμπουκάδες να επιβάλλονται σε μια ολόκληρη πόλη και κανένας να μην μιλάει;

Το ζήτημα ξαναφούντωσε την προηγούμενη εβδομάδα με την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας να επιτρέψει την κατεδάφιση της Δημοτικής Αγοράς, λύνοντας τα χέρια στα αρπακτικά που εποφθαλμιούν το χώρο τόσα χρόνια. Καμία μέριμνα για τον κοινωνικό χαρακτήρα, την ιστορική μνήμη, καμία αναφορά στο  τμήμα της Δημοτικής Αγοράς το οποίο αποτελεί ένα από τα πρώτα οικοδομήματα σε ρυθμό BAUHAUS στην Ελλάδα.  Τι τους νοιάζει; Ένα τους νοιάζει: η ανάπτυξη, οι μπίζνες δηλαδή.

Αναδημοσιεύουμε το κείμενο που είχε μοιράσει το Μαύρο Πιπέρι το 2006, την τελευταία φορά που κορυφώθηκε η συζήτηση γύρω από το θέμα και το οποίο παραμένει ακόμη επίκαιρο.

agor

ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ
ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Ή ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ;

“Μπρος στην αναγκαιότητα γρήγορης κατασκευής ολόκληρων πόλεων, χτίζουμε νεκροταφεία από μπετόν – αρμέ, όπου μεγάλες μάζες του πληθυσμού είναι αναγκασμένες να πλήττουν μέχρι θανάτου…Για τους αστούς που κατεδαφίζουν και ανοικοδομούν την πόλη τους καθημερινά το μόνο που αξίζει την αιωνιότητα είναι η αυξανόμενη ροή βραχύβιων προϊόντων”  I.S

Ζούμε σε μια πόλη όπου τίποτα σχεδόν από την μακραίωνη ιστορία της δεν έμεινε όρθιο. Όλα σχεδόν τα ιστορικά κτίρια και κτίσματά της, κατεδαφίστηκαν στο βωμό του κέρδους και της δήθεν ορθολογικής ανάπτυξης, με αποτέλεσμα τη σύγχρονη τσιμεντούπολη στην οποία ζούμε. Όσα λίγα απέμειναν εγκαταλείπονται στο έλεος της αυτοκαταστροφής. Το κοινό χαρακτηριστικό στο διάβα της ιστορίας, είναι η ενεργητική συνενοχή και συμμετοχή όλων των δημοτικών αρχών που εξουσίασαν τις τύχες και τη μορφή της πόλης. Αποκορύφωμα η σημερινή δημοτική εξουσία η οποία με ύποπτο τρόπο εμμένει στη λύση της κατεδάφισης της δημοτικής αγοράς. Γιατί άραγε; Δεν υπάρχει λόγος να αναρωτιόμαστε, πρέπει να το θεωρούμε πια δεδομένο και γι’ αυτούς και για τους όποιους επόμενους επίδοξους δημοτικούς άρχοντες: σίγουρα κατευθύνονται με μοναδικό κριτήριο τη λογική της “οικονομικής ανάπτυξης” εξυπηρετώντας οικονομικά συμφέροντα που θα επενδύσουν πάνω στη λεηλασία του αστικού τοπίου. Μας κυβερνάνε ανδρείκελα και σίγουρα η ευθύνη είναι και δική μας αφού τους ψηφίζουμε και τους ανεχόμαστε συνήθως ασυζητητί.
Στην κοινωνία που ζούμε, σχεδόν σε κάθε τομέα, αυτοί που παίρνουν τις αποφάσεις, που ελέγχουν και καθορίζουν τις επιλογές, είναι μια μικρή ομάδα ανθρώπων (πραγματική ολιγαρχία), ενώ η πλειοψηφία των ανθρώπων το μόνο που έχει να κάνει είναι να δέχεται αυτές τις αποφάσεις παθητικά, να υπόκειται σε έλεγχο, να περιορίζει τη δράση της στα στενά όρια των επιλογών που έχουν ληφθεί από τα πάνω. Στηρίζονται πάνω στη γενικευμένη απάθεια και δρουν ανενόχλητοι στην ουσία. Ως πότε όμως;
Απόδειξη η καθημερινή μας ζωή στην πόλη, σε κάθε επίπεδο του δημόσιου λεγόμενου βίου. Άμεσο παράδειγμα το ζήτημα της κατεδάφισης ή της αποκατάστασης της δημοτικής αγοράς.

Το θέμα, αν θέλουμε να δούμε τα πράγματα στο βάθος τους ( δηλαδή από την προοπτική μιας πραγματικά δημοκρατικής, ανθρώπινης, οικολογικά ευαίσθητης και αυτόνομης πόλης), είναι πολύπλοκο. Το δίλημμα που τίθεται είναι αληθινό στην προφάνειά του και ψευδές στο βάθος. Κουβαλάει δηλαδή όλη την αντιφατικότητα του καπιταλιστικού πολιτισμού. Είναι αληθινό γιατί όντως μπροστά στη ριζικότητα του ερωτήματος τασσόμαστε υπέρ της αποκατάστασης του κτιρίου, της διατήρησης του ιστορικού του χαρακτήρα. Το διατηρητέο πατάει πάνω στο νήμα που μας συνδέει με την ιστορία της πόλης. Αποτελεί κομμάτι της τοπικής συλλογικής μνήμης. Ο καπιταλισμός ποτέ δε σεβάστηκε αυτή τη μνήμη, καταστρέφει όλα τα ιστορικά και φυσικά ριζώματα των ανθρώπινων κοινωνιών. Δεν χρειάζεται να επεκταθούμε, τρανό παράδειγμα οι σύγχρονες απάνθρωπες μεγαλουπόλεις του δυτικού κόσμου και η τρομερή οικολογική κρίση του πλανήτη. Παντού οι δημόσιοι χώροι κοινωνικής συνεύρεσης συρρικνώνονται, μεταβάλλονται σε απρόσωπα εμπορικά κέντρα ή σε οδούς που οδηγούν σε αυτά. Μέσα στην οχλοβοή των καταναλωτικών συναλλαγών υποθάλπεται η σιωπή της ίδιας της κοινωνίας. Οπότε η διεκδίκηση, η απαίτηση να αποκατασταθεί ο αρχιτεκτονικός χαρακτήρας της δημοτικής αγοράς είναι μορφή αντίστασης απέναντι στη λεηλασία της ιστορικής μνήμης και του οικιστικού περιβάλλοντος της πόλης. Ο καπιταλισμός προσκρούει πάνω στα διατηρητέα κτίρια, στα αρχαιολογικά μνημεία και ευρήματα, γιατί δεν ξέρει τι να τα κάνει, αντιφάσκουν με την ισοπεδωτική λογική του. Έρχονται από άλλες εποχές, όπου οι ανθρώπινες σχέσεις δεν υποτάσσονταν και δεν κατευθύνονταν από την πρωτοκαθεδρία του οικονομικού παράγοντα. Αποτελούν ρωγμές στην ομοιομορφία του αστικού τοπίου. Η διεκδίκηση λοιπόν αυτή, δεν είναι νοσταλγική προσκόλληση στο παρελθόν, συντηρητική εξύμνηση μιας χαμένης παράδοσης, φόβος απέναντι στην οικοδόμηση του καινούργιου. Είναι η διεκδίκηση ενός ιστορικού χώρου κοινωνικής συνεύρεσης και πρέπει να αναζητήσουμε τους τρόπους πολλαπλασιασμού τέτοιων χώρων μέσα στον ιστό της πόλης.
Από την άλλη, το ζήτημα στο βάθος του είναι ψευδές αν δε βγούμε από την καπιταλιστική λογική που μας μετατρέπει σε απαθή τηλεχαυνωμένα καταναλωτικά όντα και δεν αναζητήσουμε την οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας η οποία θα αρνείται το αποκομμένο από τη φύση, αποπνικτικό αστικό περιβάλλον. Το δίλημμα είναι ψευδές, αφού είτε με τη μια είτε την άλλη μορφή, ο συγκεκριμένος χώρος θα δομηθεί για να εξυπηρετήσει την αέναη δίχως νόημα κίνηση του κεφαλαίου, των εμπορευμάτων, του χρήματος και θα παραδοθεί στους ξέφρενους ρυθμούς της κατανάλωσης. Το ζήτημα είναι ψευδές, γιατί το διατηρητέο μέσα στο σύγχρονο απάνθρωπο πολεοδομικό τοπίο, μετατρέπεται συνήθως σε φανταχτερή μούμια απογυμνωμένη από την εκάστοτε κοινωνική πραγματικότητα. Δε θα δώσουμε εμείς λύση στην επενδυτική δυσπραγία, στο ότι μερικοί χώροι μένουν ανεκμετάλλευτοι με όρους τσεπώματος, γιατί αυτό το ανεκμετάλλευτο της υπόθεσης αφορά αυτούς που έχουν υλικό συμφέρον από τις οιεσδήποτε αλλαγές στη χρήση των πραγμάτων και των χώρων.
Τασσόμαστε λοιπόν μαχητικά υπέρ της αποκατάστασης και της διατήρησης του ιστορικού χαρακτήρα της δημοτικής αγοράς, γιατί θεωρούμε αυτή τη μάχη αντίσταση ενάντια στην κατεδαφιστική καπιταλιστική λαίλαπα.
Επιθυμούμε όμως να πάμε τα πράγματα πάρα πέρα και να ξαναθέσουμε το δημοκρατικό αίτημα στη ριζικότητά του. Θέλουμε να αποκαταστήσουμε το νόημα της δημοκρατίας με τη βαθιά, την πραγματική σημασία της λέξης.
Με αφορμή λοιπόν το ζήτημα που έχει ανακύψει στην αγορά, πέρα από το άμεσο αίτημα για τη διάσωση και αποκατάσταση ενός χαρακτηρισμένου διατηρητέου κτιρίου, είναι ευκαιρία να διερωτηθούμε γύρω από το θέμα μιας πραγματικά δημοκρατικής αυτοκυβέρνησης της πόλης. Ποιος πρέπει να αποφασίζει τελικά για τη μορφή της πόλης μέσα στην οποία θα ζει; Τι σημαίνει δημοτική αγορά; Αν η λέξη “δημοτική” δεν είναι μια ψεύτικη λέξη, μια απάτη γύρω από την οποία μια ολιγαρχία αποφασίζει για τη ζωή μας, τότε το μόνο νόημα που μένει είναι ότι οι δημότες, οι πολίτες με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης, είναι αυτοί που πρέπει να αποφασίζουν, για οτιδήποτε τους αφορά και δικαιωματικά τους ανήκει. Είναι εφικτό, αρκεί να βγούμε από την απάθεια και να γίνουμε τα πραγματικά ενεργά υποκείμενα της κοινωνικής ζωής. Η κοινωνία είναι δική μας αυτοδημιουργία, άρα ο λόγος και η πράξη πρέπει να ανήκει σε εμάς και όχι σε μια ολιγαρχική εξουσία που θα αποφασίζει δήθεν για το καλό μας.

Τα πράγματα στην κοινωνία δεν είναι εύκολα, αξίζει όμως τον κόπο να παλέψουμε. Λίγη μαγιά θα φουσκώσει το ψωμί.

pipe

Μαύρο Πιπέρι του Ευβοϊκού

Απρίλιος 2006 Χαλκίδα