Tag Archives: ΠΟΙΗΣΗ

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ

PALIO TRAGOUDI

Σ’ ΑΠΟΧΤΗΣΑ

Σ’ είδα απ’ τ’ αμπέλια ν’ ανεβαίνεις
τα κλήματα περίπαθα μπλεγμένα στις αχτίνες σου –
σ’ είδα από τα νερά τα κύματα να σε φθονούνε,
από της φυλακής το παραθύρι σου φώναξα το χαίρε,
από τους ώμους του έρωτα κι ανάμεσα από τα φιλιά,
πάνω από τους καπνούς της μάχης.

Στ’ αλήθεια ευτύχησα γιατί δεν έγινα
δούλος κι αφέντης κανενός,
σ’ απόχτησα ξέροντας πως ανήκεις
σ’ όλα τα μάτια που σε βλέπουν.

Από τη συλλογή Ουρανία 1978

ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΕΜΑΣ

Ας έχουμε επίγνωση της ανεπάρκειάς μας
Ας μην ταυτίζουμε το γήρας μας με αυτό
του Κόσμου
Μην όλα τα μετράμε με τα μέτρα μας

Γεγονός πως φεύγουμε αδικαίωτοι
Όμως οι δρόμοι καθόλου δεν τελειώνουν
Τα οράματα θα συνεχίσουν την τροχιά τους
κι οι εξεγέρσεις αλλεπάλληλες
σαν τις εκρήξεις του άστρου της ημέρας
αέναα θα ξεσπούν

Όλα θα οικοδομούνται και χωρίς εμάς
Όλα θα βαίνουν στην αρχή τους και
στο τέλος τους
Χωρίς εμάς

Από τη συλλογή Μειλίγματα  1990

 

ΠΑΛΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Επάνω σε μια τάβλα την έχουν ξαπλωμένη
τ΄άσπρα της χέρια σέρνουνται στο χώμα, στα χαλίκια
σέρνεται κι η πλεξούδα της στη σκόνη
κι η φούντα της σαν σκούπα ολόχρυση το δρόμο καθαρίζει
και σκουπισμένο τον αφήνει απ΄ τ΄ αγκαθόξυλα
για να περνούν ξυπόλητοι και ποδεμένοι,
όσοι την παν νεκροί να την πομπέψουνε
στου Κλαδισού την ποταμιά.
Θανάτου αέρας σήκωσε τα σωθικά της
ξωπίσω της πολλοί, κι αδέλφια ακόμα, τηνε περιγελούν
και την πρησμένη της κοιλιά κεντούν μ΄ ένα καλάμι …
Τ΄ αχείλι της σκισμένο δεν σαλεύει
να δώσει πάλι δίκια απόκριση στα όσα της λέγαν
σε μας παράδωσε το μετερίζι της τιμής της.
Ήταν εκεί κι η μάνα μου κι άλλες μανάδες
όπου πρωί-πρωί τις σύρανε να δούνε την ντροπή
να δούνε τι μας καρτερεί και μας που ανταρτέψαμε
μα κείνες τήνε κλάψανε και τη μοιρολογήσανε
την τρυφερή της παρθενιά σπαραχτικά εμαρτύρησαν
στις λυγαριές και στα πουλιά του ποταμού,
για θυγατέρα τους την ελογάριασαν•
με τ΄ ακριβό σταμνί του δρόμου της επλύναν
το κέρινό της πρόσωπο το παιδιακίσιο με τα δυο
γεφυρωτά της φρύδια απ΄ όπου εδιάβηκεν
η Λευτεριά με την Αγάπη για να παν αντίπερα
σ΄ άλλους καιρούς καλύτερους κι ειρηνεμένους.
Μα εκείνοι μανιασμένοι κι άσπλαχνοι
παίρνουν σπαθί και κόβουν το κεφάλι της
και σε κοντάρι το καρφώνουνε με την πλεξούδα
να σειέται στον αέρα και να γνέφει αδιάκοπα
κι φούντα της ολόχρυση να διώχνει τα πουλιά της φρίκης.

Περαστικός ας ήταν να τη δει τραγουδιστής
για να της πει τ΄ αξέχαστο τραγούδι,
εγώ είμαι ένα μικρό πουλί μέσα στην καλαμιά
δε τραγουδώ, δεν κλαίω, μόνο θυμίζω
σημάδι έχω τη φωλιά μου εδώ, δε φεύγω
μαζί με τ΄ άλλα τα πουλιά για να ξεχειμωνιάσω …

Από τη συλλογή Βορεινό Προάστιο, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδ. Γαβριηλίδης Αθήνα, 2008)

Δος μου όνομα

Ποια είμαι; Ποια είμαι;
μα την αλήθεια, δε θυμάμαι.
Μάργωσε η μνήμη μου, έρχεται χιόνι
τ’ ακούω, απ’ τα βουνά που κατεβαίνει
ριγούν οι ευκάλυπτοι. Ποιο τα’ όνομά μου;

Δος μου εσύ όνομα
που’ σαι άγγιχτος και νέος.

Η μέλλει της να φύγει και να ξεχαστεί,
η αχόρταγη είμαι των ήχων και των λόγων,
η ώριμη πριν να μεστώσει,
η άγουρη στην ωριμότητά της,
η αμφίβια όπου πατάει κι όπου πετάει μαζί.

Η μέλλει της να ξεχαστεί.

Από τη συλλογή Το λαγούτο, Αθήνα 1971

ΤΣΑΚΙΖΩ ΤΙΣ ΛΙΑΝΕΣ ΕΛΙΕΣ

Τσακίζω τις λιανές ελιές και συλλογίζομαι
όσά ΄τανε να γίνουν κι απομείναν
σύννεφα, όπου δεν ρίξαν τη βροχή
παρά τα σκόρπισεν ενάντιος άνεμος.

Θα τις γλυκάνω με το βρυσικό νερό
με τ΄άλλαγμα η πικράδα τους θα φύγει
μάραθο και λεμόνι θα τους βάλλω να ευωδιάσουνε

Μα η πίκρα η δικιά μου πως γλυκαίνει;

Ωσάν την πράσινην ελιά να με τσακίζανε
δεν θα ΄φευγα με τους προσκυνημένους.

Από τη συλλογή Κατώφλι και παράθυρο, 1962

ΒΑΣΙΛΙΚΗ Κ.

Ας ήμουν άξια να ΄στηνα τραγούδι
μεγάλο, ωσάν καράβι αρματωμένο
άφοβο του καιρού.
Τραγούδι για την ομορφιά σου, για τα νειάτα σου
και για τη μοναξιά σου,
και να ειπώ :
Το πώς εδέχτης ν΄αποθάνεις και δεν έρριξες
βλέμμα για τον Απρίλη πικραμένο
το πώς σηκώθηκες μονάχη σου
και στάθηκες μ΄ολάνοιχτα τα μάτια.

Μπροστά σου εφτά τουφέκια
πίσω σου το χάραμα
με τα τριαντάφυλλα και με τους κρόκους,
τι σούδινε κουράγιο, τι σε φτέρωνε
τι κύταζαν τα μάτια σου πέρα-μακριά
κι ήτανε τόσο ξάστερο το μέτωπό σου
ποιαν Ευτυχία, ποιαν Άνοιξη είδες να ξημερώνει
πίσω από τα τειχιά κι από τα σίδερα.
Γίνε οδηγός μου πνέμα ηρωϊκό!
Κάνε ν΄αστράψει και για μένα αναλαμπή
από τη φλόγα που σε συνεπήρε.

Από τη συλλογή Ποιήματα, (Εγκώμιο) 1957

ΟΛΓΑ ΚΑΜΠΑΝΙΕΡΗ

Ένα όνειρο, μια παιδιακίσια σκανταλιά
με τις μικρές εργάτισσες μπροστά στις μηχανές
ξεχάστηκε …
Γύρισε η λουρίδα ξαναγύρισε λεπίδα και τσεκούρι αλύπητο
της χώρισε το μπράτσο.
Δεξιά της τώρα ένα μανίκι αδειανό ανεμίζει
απ΄ τα ζερβά το χέρι της το μοναχό·
με τούτο μόνο πέρασε στ΄αντάρτικο κι εβάσταξε τουφέκι
με τούτο πάλεψε τα βάσανα της φυλακής
μ΄αυτό κεντούσε τα προικιά που δεν εχάρηκε
ποτέ της …

Από τη συλλογή Κατώφλι και παράθυρο, 1962

ΑΝΕΜΟΣ ΑΟΚΝΟΣ

Δεν έχω φόβο πια κανένα
Μέσα μου υπάρχουν
οι φόβοι μ΄όλα τους τα πρόσωπα
Η φλούδα μου σκληρή – χυμοί στο βάθος
Ιδανική εποχή ποτέ μη δύσεις

Άνεμος άοκνος σκορπάει
τη σκόνη μου στα πεύκα στρόβιλος
την ανεβάζει εκεί απ΄όπου επάρθη
φυσάει τον αναμμένο Αρκτούρο

Ήσουν η δημιουργία κάποτε θάλασσα για μένα
ήσουν ο Ωκεανός πριν δω πριν μαθητεύσω
στων άστρων το δρυμό –
πριν να γνωρίσω των αριθμών το ρίγος

Από τη συλλογή Μειλίγματα, 1990

ΤΗΝ ΑΡΜΟΝΙΑ ΖΗΤΩ

Την αρμονία ν΄ακούσω ζητώ
τη μουσική της γαλήνης
όπως απ΄τα λιβάδια ακούγεται
την ώρα που τ΄άστρα δακρύζουν
και την πρωινή πάχνη υφαίνουν.
Τότε αναδείχνεται του αγκαθιού το φύλλο
σαν ασημένιο κέντημα πάνω στο χώμα
η εύνοια τ΄ουρανού προσγειώνεται
και προστατεύει τον ύπνο του σπόρου.
Άγια τα γήινα, μα εγώ έχω κινήσει
για των ερωτημάτων τους κόσμους,
διάλειμμα στη θλίψη η περιέργειά μου.

Ανία της έντασης
πλήξη των σχέσεων και πλήξη της μοναξιάς
να ξεφύγω θέλω και να φύγω ακμαία,
με τη γύρη των άστρων ν΄αφομοιωθώ.
Νεφέλη πάνω απ΄το κάστρο αυτό να με σηκώσει.

Από τη συλλογή Ουρανία, 1978

ΤΟΠΙΟ Β΄

Είδα το Βέλες
από τα χιόνια του να φέγγει
στους γυμνούς λόφους κρατημένο
όπως παιδί στης μάνας του το στήθος
ώρα πολέμου, ώρα αποκλεισμού.

Στάζουν οι στέγες του και κρύσταλλα
ματώνουν το μουντό πρωί
στις ράγες στο σταθμό χειμώνας
στους ώμους του Άγγελου το χιόνι.

Τον Κόστα Ράτσιν
είδα να ταλαντεύεται να πέφτει
καθώς πουλί, την τουφεκιά ν΄αντιλαλεί
να τον θρηνούν του Λόπουσνικ οι οξιές
όχι στον ύπνο μου – ύπνο δεν έχω.

Το Βέλες σκέφτομαι
κι αυτόν τον μοιρασμένο ποταμό του
που παρασύρει ατάραχος τους ρύπους
περιφρονά τις έριδες, τις βίζες.
Ενωτικός, αγαθοδαίμων.

Από τη συλλογή Ευνοημένοι, 1998

Η ΑΠΛΩΣΤΡΑ

Φυσάει αέρας στεγνωτής
κινάει τα τέλια της απλώστρας σαν τα ξάρτια,
φουσκώνει ασπρόρουχα και σκούρα μανιασμένα.

Ωσάν καράβι η αυλή μου, όπου το σπρώχνει ο άνεμος
σ΄αγνώριστα ταξίδια,
έβαλε μπρος να ξεσηκώσει τα ντουβάρια.

Σπρώχνει κι εμέ π’ απλώνω μ΄ανοιχτά τα χέρια
– έτσι λιγνή κι ανάλαφρη
σα φύλλο θα με πάρει –
και να ΄τανε να μ΄έφερνε στα πέλαγα
μακριά από τη ζωή του μόχθου και της έγνοιας. 

Από τη συλλογή Κατώφλι και παράθυρο,1962

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΦΥΛΑΞΩ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ

Πρέπει να προφυλάξω τη μητέρα
να την προετοιμάσω για τα γηρατειά.
Την πείρα μου δεν έχει, βιάστηκε
ν΄αποδημήσει πριν ασπρίσουν
τα ωραία της μαλλιά.

Στον ύπνο μου τη βλέπω νέα
στις αρρώστιες, στις θλίψεις μου να με παρηγορεί
στους φόβους μου να με καθησυχάζει :
δεν είναι αλήθεια να με βεβαιώνει
γι αυτά που ακούς να λένε.
Θάνατος, κάτω κόσμος δεν υπάρχει
ποτέ δε συναντήσαμε το μαύρο καβαλάρη.

Αύρες είμαστε, αγέρας
στα φύλλα κατοικούμε
γι αυτό φθινόπωρο να΄σαι προσεκτική …

Από τη συλλογή Ευνοημένοι, 1998

Εγκώμιο

(απόσπασμα)

Πάντοτε δείλιαζες να παίρνεις·

δισταχτική είχες την παλάμη και στο δίκιο σου·

και για την πληρωμή του μεροκάματού σου

εχρώσταες χάρη.

Δε σε φελήσανε οι αγώνες μου.

Εσύ ήθελες να μείνεις πάντοτε παράμερα, και, ταπεινή,

από τον ουρανό περίμενες ανάπαψη.

Να ‘σουν κοντά μου με το χαμηλό

τσεμπέρι, το δειλό περπάτημα χωρίς ελπίδα

— ας μην περίμενες χαρά και δικαιοσύνη.

Πάρε, για σένα τα ‘φεραν τα ρόδα και τ’ αρώματα,

τα σπάνια, τ’ ακριβά του κόσμου εσέ ταιριάζουνε,

εργάτισσά μου αφρόντιστη κι αστόλιστη.

Πάρε τα τα στεφάνια και τα κρύσταλλα

με τα τριαντάφυλλα και με τις δάφνες.

Για σε θα σκύβουνε στο μάρμαρο οι τεχνίτες,

οι σμίλες θα ιστορούνε το μόχτο σου,

μ’ ανάγλυφα θα διηγούνται τα πάθη σου,

η Τέχνη θα καταδεχτεί να υψώνει αιώνια

κι άφθαρτη τη θύμησή σου.

Οι γενναίοι δοξαστήκανε κι οι ήρωες,

όσοι κρατήσαν τη Ζωή και φύλαξαν τo Δίκιο.

Τώρα περνάς εσύ με το δειλό περπάτημα, το κουρασμένο,

και μπαίνει η Ταπεινότη σου στο Ηρώο.

Φόριε τα ρούχα της δουλειάς και το τσεμπέρι,

βάστα και το ταγάρι σου με το φαΐ της φυλακής

— με τούτα τα ιερά άμφια σε θέλουμε να μπεις

στης αιωνιότητας τη δόξα!

Από τη Συλλογή Ποιήματα (1957)

Πώς παγιδεύτηκα

Πώς παγιδεύτηκα σ’ αυτό το σκοτεινό νεφέλωμα

σ’ αυτά τα δίχτυα που κλωσούν

καινούρια άστρα κι αναλώνονται

στης άναρχης δημιουργίας τις φλόγες;

Εδώ θ’ αφανιστώ και θ’ αφομοιωθώ

χωρίς τουλάχιστο το λαμπρό θάνατο

που ’χουν τα ουράνια σώματα.

Ο πόνος μ’ έφερε, ο πόνος θα μου δώσει τέλος;

Αόρατες δυνάμεις μ’ οδηγούνε όπου δεν θέλω

και με πάνε αντίθετα, πάντα αντίθετα,

η αγάπη μού δίνεται άκαιρη όταν δεν τη ζητώ,

μια καταπίεση ακόμα

κι όλο μακραίνω στην παγίδα ωστόσο μέσα.

Από τη συλλογή Ουρανία, Κέδρος, 1978

http://www.poiein.gr/archives/14085

http://www.victoriatheodorou.blogspot.gr/

César Vallejo

video-imagen-csarvallejo

Τα εννιά τέρατα

Και δυστυχώς
ο πόνος στον κόσμο μεγαλώνει συνεχώς
μεγαλώνει τριάντα λεπτά το δευτερόλεπτο, βήμα βήμα
και η φύση του πόνου είναι διπλός πόνος
και η συνθήκη του μαρτυρίου, σαρκοβόρος, αχόρταγη,
είναι διπλός πόνος
και η λειτουργία της πιο καθαρής χλόης, διπλός
πόνος
και το καλό του να είσαι, η κατήφειά μας εις διπλούν.

Ποτέ, ανθρώπινοι άνθρωποι
δεν υπήρξε τόσος πόνος στο στήθος, στο πέτο, στο πορτοφόλι,
στο γυαλί, στο κρεοπωλείο, στην αριθμητική!
Ποτέ τόση επίπονη συμπάθεια
ποτέ δεν εφόρμησε η απόσταση από τόσο κοντά
ποτέ, ποτέ η φωτιά
δεν έπαιξε καλύτερα το ρόλο του θανατερού κρύου!
Ποτέ, κύριε υπουργέ υγείας, δεν ήταν η υγεία
πιο θανάσιμη
ποτέ δεν εξήγαγε τόσο μέτωπο απ’ το μέτωπο η ημικρανία!
Ποτέ δεν είχε το κομοδίνο στο συρτάρι πόνο
η καρδιά στο συρτάρι πόνο
η σαύρα στο συρτάρι πόνο.

Η κακοτυχία μεγαλώνει, αδέλφια άνθρωποι,
πιο γρήγορα απ’ τη μηχανή, σαν δέκα μηχανές, και μεγαλώνει
με τα ζωντανά του Ρουσώ, με τα γένια μας·
κι είναι μια πλημμύρα με τα δικά της υγρά
με την δική της λάσπη, το δικό της στέρεο σύννεφο!
Το πάσχειν αντιστρέφει τις θέσεις, επενεργεί
στο ότι το υγρό στοιχείο του σώματος είναι κάθετο
ως προς το πεζοδρόμιο,
το μάτι βλέπεται και το αυτί ακούγεται
και αυτό το αυτί χτυπά εννιά φορές την ώρα
του κεραυνού, και εννιά ξεκαρδίσματα
την ώρα του σιταριού, και εννιά θυληκούς ήχους
την ώρα του θρήνου, και εννιά ύμνους
την ώρα της πείνας, και εννιά βροντές
και εννιά χτυπήματα με το μαστίγιο, μείον μιας κραυγής.

Ο πόνος μας αρπάζει από πίσω αδέρφια,
σε προφίλ
και μας οδηγεί άγριους στις ταινίες,
μας καρφώνει πάνω στα γραμμόφωνα
μας ξεκαρφώνει στο κρεβάτι, πέφτει καθέτως
πάνω στα εισιτήριά μας, τις επιστολές μας,
και είναι πολύ σοβαρό να υποφέρεις, μπορεί κάποιος να προσευχηθεί…
Γιατί σαν αποτέλεσμα
του πόνου, υπάρχουν κάποιοι
που γεννιούνται, άλλοι μεγαλώνουν, άλλοι πεθαίνουν,
και άλλοι που γεννιούνται και δεν πεθαίνουν, άλλοι
που πεθαίνουν χωρίς να έχουν γεννηθεί, και άλλοι
που ούτε γεννιούνται ούτε πεθαίνουν (η πλειοψηφία)
Και παρόμοια, ως αποτέλεσμα
του πάσχειν, είμαι θλιμμένος
ως τα νύχια, και πιο θλιμμένος ως τον αστράγαλο,
απ’ το να βλέπω το ψωμί, σταυρωμένο, το γογγύλι,
αιμόφυρτο,
το κρεμμύδι, να κλαίει,
τα σιτηρά γενικά, το αλεύρι,
το αλάτι, να γίνονται σκόνη, το νερό, να γλυστρά,
το κρασί, ένα ίδε ο άνθρωπος,
τόσο χλωμό χιόνι, τόσο φλογερός ήλιος!
Πώς, αδελφοί
να μην σας πω ότι δεν το αντέχω άλλο και
δεν μπορώ άλλο να αντέξω τόσο συρτάρι,
τόσο λεπτό, τόση
σαύρα και τόση
αντιστροφή, τόση απόσταση και τόση δίψα για δίψα!
Κύριε υπουργέ υγείας, τι να κάνω;
Αχ, δυστυχώς, ανθρώπινοι άνθρωποι
υπάρχουν, αδέρφια, υπερβολικά πολλά να κάνεις.

Μάζα

…Προκάτ τρελό σενάριο
και σκηνικά “στημένα”
μας όρισαν τα ερπετά
που ζουν στα παρασκήνια..,
κι εμείς.., “χωρίς να θέλουμε”..,
παίζουμε τη ζωή “μας”..,
ζωή απ’ τα καλούπια -τους
κι απ’ την υποταγή μας..!
Ξεκινάμε ανθρώποι…
και, μετά, στα σχολειά..,
σπουδαστήρια πετάγματος, τάχα..,
τα φτερά μας ‘ξαλείφουνε δόλια..,
κι η ζωή μας πορεία
σε σχοινί τεντωμένο…
κι από κάτ’ ένας βόθρος ανοιχτή αγκαλιά..!
Τελικά.., με κομμένα φτερά
και το πέταγμα χίμαιρα..,
καταντάμε κατθρώποι..!
Σικέ μιας Μοίρας έρμαια…
καταραμένο κλήρο
μας δώσαν σκάρτη μοιρασιά
της Γης οι Μοιροπλάστες..,
κι εμείς.., σαν τον δεχτήκαμε..,
φτιάχνουμε την ψυχή “μας”..,
ψυχή απ’ τα κουρέλια -τους
κι απ’ την ψευδαίσθησή μας..!

Ποίημα για να διαβαστεί και να τραγουδηθεί 
Για τη Δεισδαιμόνα


Ξέρω πως υπάρχει μια περσόνα
που με ψάχνει στo χέρι της, μέρα-νύχτα
και με συναντά, κάθε λεπτό, στα παπούτσια της.
Αγνοεί πως η νύχτα είναι θαμμένη
με σπιρούνια πίσω απ’ την κουζίνα;

Ξέρω πως υπάρχει μια περσόνα που αποτελείται από τα μέρη μου,
την οποία καθιστώ ακέραια όταν η μέση μου
καβαλά την ακριβολογική μικρή πέτρα της
Δεν ξέρει ότι το νόμισμα
που έχει πάνω χαραγμένη την μορφή της δεν θα επιστραφεί στο κομπόδεμά της;

Ξέρω τη μέρα,
αλλά μού έχει διαφύγει ο ήλιος·
Ξέρω την οικουμενική πράξη που επιτέλεσε στο κρεβάτι της
με ξένο θάρρος και μ’ αυτό το χλιαρό νερό, του οποίου
η επιφανειακή συχνότητα είναι ένα ορυχείο.
Είναι τόσο μικρή, ίσως, αυτή η περσόνα,
που ακόμα και τα ίδια της τα πόδια την πατούν;

Ένας γάτος είναι το όριο ανάμεσα σε μένα και σ’ αυτή
στην άκρη ακριβώς της κούπας του νερού του
Την βλέπω στις γωνιές του δρόμου, το πέπλο της
να ανοίγει και να κλείνει, πρώην φοινικιά ερωτηματική…
Τι μπορεί να κάνει παρά να αλλάξει κλάμμα;

Αλλά με ψάχνει και με ψάχνει. Τι ιστορία!

(μτφρ. :Radical Desire)

Αναδημοσίευση από:

http://radicaldesire.blogspot.gr/2011/07/cesar-vallejo.html

http://tokoskino.wordpress.com/2011/10/15/cesar-vallejo-%CE%BC%CE%AC%CE%B6%CE%B1/

http://radicaldesire.blogspot.gr/2011/07/cesar-vallejo_12.html

 

Ο Σέσαρ Βαγιέχο (César Abraham Vallejo Mendoza, 16 Μαρτίου 1892 – 15 Απριλίου 1938) ήταν ένας περουβιανός ποιητής. Αν και κατά τη διάρκεια της σχετικά σύντομης ζωής του δημοσίευσε μόνο τρεις ποιητικές συλλογές, εν τούτοις θεωρείται ένας από τους μεγάλους ποιητικούς καινοτόμους του 20ού αιώνα. Πάντα ένα βήμα μπροστά απ” τα υπόλοιπα λογοτεχνικά ρεύματα, το καθένα απ” τα βιβλία του ήταν ξεχωριστό απ” τ” άλλα και, υπό μία έννοια, επαναστατικό.

Γεννήθηκε στο Σαντιάγο ντε Τσιούκο, ένα απομακρυσμένο χωριό στις περουβιανές Άνδεις. Σπούδασε λογοτεχνία στο Universidad de la Libertad στο Τρουχίγιο του Περού. Η έλλειψη χρημάτων τον ανάγκασε να σταματήσει τις σπουδές του για ένα χρόνο και να εργαστεί σε μια φυτεία ζάχαρης, τη Χασιέντα Ρόμα, όπου είδε από πρώτο χέρι την εκμετάλλευση των αγροτών, μια εμπειρία που θα ασκούσε αργότερα σημαντική επίδραση στα πολιτικά του πιστεύω και στην ποιητική αισθητική του. Ο Βαγιέχο πήρε το πτυχίο του στην Ισπανική λογοτεχνία το 1915, την ίδια χρονιά που γνώρισε τη μποέμικη πλευρά του Τρουχίγιο, ειδικότερα μέσω των συνιδρυτών του APRA [1], Αντενόρ Ορίγο και Βίκτορ Ραούλ Άγια ντε λα Τόρρε.

Το 1916 μετακόμισε στη Λίμα, όπου σπούδασε, δούλεψε σαν δάσκαλος, ήρθε σε επαφή με την καλλιτεχνική και πολιτική πρωτοπορία της εποχής και άρχισε να γράφει τα ποιήματα που το1919 θα εκδίδονταν στην ποιητική συλλογή Οι Μαύροι Μαντατοφόροι (Los Heraldos Negros). Ο Σ.Β. υπέστη διάφορες συμφορές στα επόμενα έτη: έχασε τη θέση διδασκαλίας του γιατί αρνήθηκε να παντρευτεί μια γυναίκα με την οποία είχε ερωτική σχέση, η μητέρα του πέθανε το 1920, και φυλακίστηκε για 120 ημέρες για την υποτιθέμενη υποκίνηση μιας εξέγερσης στο Σαντιάγο ντε Τσιούκο. Το 1922 δημοσίευσε τη δεύτερη ποιητική συλλογή Τρίλθε (Trilce). Στο Τρίλθε, που άρχισε να το γράφει στη φυλακή, εγκαταλείπει τους γνωστούς κανόνες της ποιητικής έκφρασης και καταργεί τη γραμματική διάρθρωση της ισπανικής γλώσσας. Τα ποιήματα εδώ διαπνέονται από έναν ανανεωτικό άνεμο, ενώ πολλά φαίνεται να είναι γραμμένα σε κατάσταση παραληρήματος.

Μετά τη δημοσίευση των βιβλίων με διηγήματα Μελογραφικές σκάλες (Escalas melografiadas) και Άγρια γλώσσα (Fabla salvaje) το 1923, ο ποιητής μετανάστευσε στην Ευρώπη κάτω από την απειλή της φυλάκισης, και παρέμεινε εκεί μέχρι το θάνατό του στο Παρίσι το 1938. Όλα αυτά τα χρόνια κύλησαν μέσα σε τρομερή φτώχεια στο Παρίσι, τρία ταξίδια στη Ρωσία και μερικά χρόνια στην Ισπανία στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Πέθανε στις 15 Απριλίου 1938, από μια άγνωστη ασθένεια που τώρα εικάζεται πως ήταν μια μορφή ελονοσίας. Τάφηκε στο Μοντρούζ, νεκροταφείο για τους φτωχούς.

Ο Βαγιέχο υπήρξε πρωτοπόρος γιατί έγραψε σουρεαλιστική ποίηση πριν από τους σουρεαλιστές, ασχολήθηκε με την αυτόματη γραφή πριν από τον Μπρετόν, έγραψε μοντέρνα ταυτόχρονα με τους μοντερνιστές και έγραψε ποίηση αποδομητική προτού ανακαλυφθεί ο όρος. Υπήρξε ένας κινηματίας της ποίησης πολύ προτού γεννηθούν τα ποιητικά ευρωπαϊκά κινήματα. Και για τον λόγο αυτόν η προσφορά του στο ποιητικό στερέωμα είναι μοναδική και ανεκτίμητη.

Σημειώσεις

  1.  Alianza Popular Revolucionaria Americana ((Νότιο)Αμερικανική Λαϊκή Επαναστατική Συμμαχία).

(Πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%AD%CF%83%CE%B1%CF%81_%CE%92%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AD%CF%87%CE%BF)

 

 

ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ (ΠΟΙΗΣΗ)

_2_1_1

 

ΘΑ ΕΠΙΜΕΝΕΙΣ

Όσο ψηλά κι αν ανεβείς εδώ θα παραμένεις.

Θα σκοντάφτεις και θα πέφτεις εδώ μες στα χαλάσματα

χαράζοντας γραμμές

εδώ θα επιμένεις δίχως βία

χωρίς ποτέ να καταφύγεις στη βολική απόγνωση

ποτέ στην περιφρόνηση

κι ας έχουν σήμερα τη δύναμη εκείνοι που οικοδομούνε ερημώσεις

κι ας βλέπεις φάλαγγες ανθρώπων να τραβάν συντεταγμένοι

για το ξυλουργείο

να δέχονται περήφανοι

την εκτόρνευσή τους

και να τοποθετούνται στα αυστηρά τετράγωνα

σαν πιόνια.

Εσύ θα επιμένεις σαν να μετράς το χρόνο με τις σειρές

των πετρωμάτων

σάμπως να ’σουν σίγουρος πως θα ’ρθει μια μέρα

όπου οι χωροφύλακες κ’ οι επαγρυπνητές θα βγάλουν τις στολές τους.

Εδώ μες στα χαλάσματα που τα σπείραν άλας

θέλεις δε θέλεις θα βαδίζεις

υπολογίζοντας την κλίση που θα ’χουν τα επίπεδα

θα επιμένεις πριονίζοντας τις πέτρες μοναχός σου

θέλεις δε θέλεις πρέπει ν’ αποχτήσεις έναν δικό σου χώρο.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Έτσι που γυρίσαμε
γυαλίζουνε οι ράγιες στο σκοτάδι
απ’ την πολλή σιωπή
έτσι που γυρίσαμε
βρήκαμε τους εισπράκτορες σφαγμένους
και το πεντακοσάρικο για το εισιτήριο
θα μας περισσεύει
και τα τέσσερα χρόνια
γι’ αυτό που λέγαμε ζωή μας
θα μας λείπουν
έτσι που γυρίσαμε κ’ οι δρόμοι προχωράνε
τετραγωνίζοντας την άδεια πολιτεία
σε πένθιμους φακέλλους
κι αυτό ο αστυφύλακας περνάει και χασμουριέται
Θεέ μου! Ας μίλαγε τουλάχιστον αυτός
κι ας μου ζητούσε
       την ταυτότητά μου.

              1952

ΦΡΟΝΤΙΣΕ 

Φρόντισε οι στίχοι σου να σπονδυλωθούν 
με τις αρθρώσεις των σκληρών των συγκεκριμένων λέξεων. 
Πάσχισε νάναι προεκτάσεις της πραγματικότητας 
όπως κάθε δάχτυλο είναι μιά προέκταση στο δεξί σου χέρι. 
Έτσι μονάχα θα μπορέσουν σαν την παλάμη του γιατρού 
να συνεφέρουν με χαστούκια 
όσους λιποθύμησαν 
          μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους 

ΠΡΟΑΓΩΓΗ 

Όλα ήταν έξοχα χτες βράδι
τόσο που κρυσταλλώθηκε η θάλασσα στους βράχους
κ’ έγινε αλάτι
τόσο που κρυσταλλώθηκαν τα σύννεφα ψηλά στον ουρανό
κ’ έγιναν αστέρια
τόσο που κρυσταλλώθηκε δω κάτω η σιωπή μας
κ’ έγινε φιλί.
Όλα ήταν έξοχα χτες βράδι
μόνο που ήρθαν ίσως με κάποια καθυστέρηση
όπως φτάνει στον πεσόντα
η διαταγή προαγωγής του σε υποδεκανέα.

ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ

‘Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο
μαχαίρι
έτσι αργούν κι οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.

ΓΥΜΝΑΣΜΑ

Δοκίμαζε, συνέχιζε τα γυμνάσματά σου.

Κοίτα που κ’ η θάλασσα ανακατεύει συνεχώς

ουρανό και φύκια

πασχίζοντας να βρει το σωστό της χρώμα.

ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΝΥΧΤΑ

Όπου νά ’ναι θα κλείσει το στερνό παραθύρι στην άκρη της

βροχής. Κατακαθίζει το νερό στα σκαλοπάτια. Τί ξένο που είναι απόψε το τσίγκινο τραπέζι κάτω απ’ τη

μαρκίζα γυμνό και ξεχασμένο δίχως τον ίσκιο των χεριών της. Κανείς. Ένα δημοτικό φανάρι μουσκεύει μες στη νύστα του.

Πίσω απ’ τα σακιά με το τσιμέντο νυχτοπερπάτητο σκοτάδι σκυφτό σκοτάδι και η σκουριά που αχνογυαλίζει στα βρεγμένα

συρματόσκοινα.

Ώρα να πιάσει βάρδια το φεγγάρι.

Σαββατόβραδο κ’ οι ταβέρνες κλειστές μουλιάζει ο χρόνος στο καπέλο του ζητιάνου οι δρόμοι αποτραβιούνται σε άδειες κάμαρες και μόνο εκεί στο μαξιλάρι μένουνε ακόμα μένουνε τα αποχτενίδια του ύπνου της.

Μια συνοδεία νοτισμένα αστέρια έστριβε απ’ τη γωνιά της

χαραυγής. Απίθωσα στα χείλη της το αλάτι της αγάπης. Ύστερα μας έπαιρνε το κύμα. Ταξιδεύαμε μαζί σαν μια φωνή που σβήνει στο πηγάδι.

Ένα μικρό φεγγάρι σκαλωμένο μες στα σύννεφα ένα μικρό φεγγάρι σύννεφο.

Ξύπναγε σαν φύτρωνε στην άκρη του γιαλού ένα κοχύλι φρέσκος ήλιος. Καλημέρα. Ένα μικρό φεγγάρι έσβηνε στη φωνή της.

Έβλεπα τα χέρια και είταν μονάχα δυό μέτραγα τα μάτια μου και είταν μονάχα δυό μουλιάζουν τώρα μες στο καπέλο του ζητιάνου μονάχα δυό.

1947

ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ

Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεχτικός,

όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά τραυματισμένο που

  κουβαλάς στον ώμο.

Εκεί που προχωράς μέσα στη νύχτα

μπορεί να τύχει να γλυστρήσεις στους κρατήρες των οβίδων

μπορεί να τύχει να μπλεχτείς στα συρματοπλέγματα.

Να ψαχουλεύεις στο σκοτάδι με τα γυμνά σου πόδια

κι όσο μπορείς μη σκύβεις

για να μη σούρνονται τα χέρια του στο χώμα.

Βάδιζε πάντα σταθερά

σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις πριν σταματήσει η

  καρδιά του.

Να εκμεταλλεύεσαι

κάθε λάμψη απ’ τις ριπές των πολυβόλων

για να κρατάς σωστόν τον προσανατολισμό σου

πάντοτε παράλληλα στις γραμμές των δυο μετώπων.

Ξεπνοϊσμένος έτσι να βαδίζεις

σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις εκεί στην άκρη του νερού

εκεί στην πρωινή την πράσινη σκιά ενός μεγάλου δέντρου.

Προς το παρόν, νάσαι πολύ προσεχτικός

όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν μελλοθάνατο που κουβαλάς

  στον ώμο.

ΕΙΜΑΣΤΕ ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ

Για να χτίσουν μιά καλύβα

Παίρνουν κοκκινόχωμα νερό ζυμώνουνε τη λάσπη με τα πόδια

ρίχνοντας άχυρο τριμμένο για να δέσουν τα πλιθιά όταν

τ’ αραδιάσουνε στον ήλιο.

Εμείς το μόνο πούχαμε είταν στάχτη αίμα και σκουριασμένο

συρματόπλεγμα.

Χρόνια και χρόνια τώρα πασχίζω να στεριώσω το μικρό πλιθί μου

μ’ αυτά τα υλικά

χρόνια πασχίζουμε να χτίσουμε τον κόσμο

να τον μεταμορφώσουμε

Ζυμώνουμε τη λάσπη και συνεχώς διαλύεται

Απ’ τις προλήψεις τις βροχές τις προδοσίες.

Είμαστε υπεύθυνοι για τα υλικά

για τις λιποψυχίες μας

είμαστε υπεύθυνοι για την επιμονή μας

να ζυμώνουμε ακόμα με τα γυμνά μας πόδια

τη στάχτη και το αίμα.

Ποιητική

1

Αξίζει δεν αξίζει

στέλνω τις εκθέσεις μου σε χώρες που δε γίνανε ακόμα

προδίνω τις κινήσεις ενός ήλιου

που πέφτει την αυγή δίπλα στις μάντρες

επικυρώνοντας με φως

τις εκτελέσεις

2

Η κάθε μου λέξη

αν την αγγίξεις με τη γλώσσα

θυμίζει πικραμύγδαλο.

Απ’ την κάθε μου λέξη

λείπει ένα μεσημέρι με τα χέρια της μητέρας δίπλα στο ψωμί

και το φως που έσταζε απ’ το παιδικό κουτάλι στην πετσέτα.

3

Η μόνη ξιφολόγχη μου

είταν το κρυφοκοίταγμα του φεγγαριού απ’ τα σύννεφα.

Ίσως γι’ αυτό δεν έγραψα ποτέ

στίχους τελεσίδικους σαν άντερα χυμένα

ίσως γι’ αυτό εγκαταλείπουν ένας-ένας τα χαρτιά μου

και τους ακούω στις κουβέντες όσων δε με  έχουνε διαβάσει.

Άη-Στράτης 1951

ΑΝΑΤΟΛΗ ΗΛΙΟΥ

                                                                        στον Γιάννη Ρίτσο

Είταν η ώρα που επρόκειτο να ανάψουν οι φανοστάτες. Δεν είχε

καμιά αμφιβολία, το ‘ξερε πως όπου να ναι θα ανάβανε, όπως και

κάθε βράδι άλλωστε. Πήγε και στάθηκε στη διασταύρωση, για την

ακρίβεια στη νισίδα ασφαλείας, για να δει τους φανοστάτες να ανά-

βουν ταυτόχρονα, τόσο στον κάθετο, όσο και στον οριζόντιο δρόμο.

  Με το κεφάλι ασάλευτο, έστριψε το δεξί του μάτι δεξιά, το αρι-

στερό του αριστερά. Περίμενε, μα οι φανοστάτες δεν ανάβανε. Τα

μάτια του κουράστηκαν, άρχισαν να πονάνε, σ’εκείνη την άβολη

στάση. Σε λίγο δεν άντεξε και έφυγε.

Ωστόσο, το επόμενο σούρουπο, πιστός στο καθήκον, πήγε και

ξαναστάθηκε στη νησίδα του. Οι φανοστάτες και πάλι δεν ανάψανε,

ούτε εκείνο το βράδι, ούτε τις άλλες νύχτες, μα τα μάτια του συνήθι-

ζαν λίγο λίγο, δεν κουράζονταν πια, δεν πονούσαν.

   Και κάποτε, εκεί που στεκόταν και περίμενε, χάραξε εντελώς

ξαφνικά. Εντελώς ξαφνικά, είδε τον ήλιο να ανατέλει, ταυτόχρονα,

απ’τον κάθετο δρόμο και απ’ τον άλλον, τον οριζόντιο…

                                                                      Παρίσι, 1971

Η ΑΝΑΜΜΕΝΗ ΛΑΜΠΑ

Εσείς που υπακούτε σε κυβερνήσεις και Π. Γ.

σαν τους νεοσύλλεκτους στο σιωπητήριο

θ’ αναγνωρίσετε μια μέρα πως η ποσότητα της πίκρας

έτσι που νότιζε για χρόνια τους τοίχους του κελιού

είταν αναπόφευκτο

να φτάσει στην ποιοτική μεταβολή της

και ν’ ακουστεί σαν ουρλιαχτό

σαν εκπυρσοκρότηση.

Εσείς που άλλα λέγατε στους φίλους σας

κι άλλα στην καθοδήγηση

θ’ αναγνωρίσετε μια μέρα

πως εγώ είμουνα μονάχα παραλήπτης

των όσων μου ’στελναν

γραμμένα με λεμόνι οι φυλακισμένοι

και των δυο ημισφαιρίων.

Αν μου πρέπει τιμή

είναι που είχα πάντοτε τη λάμπα αναμμένη

μέσα στην κάμαρά μου

κ’ έκανα την εμφάνιση των μυστικών τους μηνυμάτων

κρατώντας τις λογοκριμένες τους γραφές

πάνω από τη φλόγα.

(“Ευθύτης Οδών” )

 

Έλα λοιπόν, εσύ ο πιο γεροδεμένος

φορτώσου τον βαρύγδουπο τον μεγάλο Στάλιν
και ρίχ’ τον στη φωτιά.
Έλα, κουνήσου, δεν το βλέπεις
πως κουβαλάω κιόλας τον Ιλίτς;
Όσο οι φλόγες θα φουντώνουν
και θα σκορπίζονται οι στάχτες
Εμείς θα διαρρυθμίσουμε τούτον
τον νεκρότοπο σε βιβλιοθήκη.
Ποιος ξέρει;
Μια και το ’χουν συνηθίσει
ίσως να ’ρχονται και πάλι οι αντιπροσωπείες
μόνο που αντί να προσκυνάνε το δέρμα τους
που στέγνωσε
σαν άγραφη διφθέρα
θα σκύβουνε στα έργα τους
θα τα διαβάζουν και θα κρίνουν

Άρης Αλεξάνδρου, «Ποιήματα (1941-1974)»  εκδόσεις ύψιλον, β΄ έκδοση: εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1981

Ζοζέ Σαμαράγκου, Ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα …

art

Ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα και ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό και ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η Δικαιοσύνη και ο Νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί και το περαστικό σύννεφο, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο ειδικά στην περίπτωση που γίνεται την ημέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και σαν κορωνίδα όλων των ιδιωτικοποιήσεων, ιδιωτικοποιήστε τα Κράτη, παραδώστε επιτέλους την εκμετάλλευση υμών των ιδίων σε εταιρείες του ιδιωτικού τομέα με διεθνή διαγωνισμό. Διότι εκεί ακριβώς βρίσκεται η σωτηρία του κόσμου….Και μιας και μπήκατε στον κόπο, ιδιωτικοποιήστε στο φινάλε και την πουτάνα τη μάνα που σας γέννησε.”

Ζοζέ Σαμαράγκου

Ρέι Μπράντμπερι: Χαίρε και αντίο

ray_bradbury_by_francoclun-d5zn64m

 (μετάφραση: Γιάννης Παλαβός). 

Μα φυσικά και θα ’φευγε, δε γινόταν αλλιώς, ο χρόνος είχε τελειώσει, το ρολόι είχε σταματήσει, κι εκείνος θα ’φευγε και μάλιστα για πολύ μακριά. Η βαλίτσα του ήταν έτοιμη, τα παπούτσια γυαλισμένα, τα μαλλιά χτενισμένα, το πρόσωπό του μοσχοβολούσε σαπούνι και του ’μενε μόνο να κατέβει τις σκάλες, ν’ ανοίξει την εξώπορτα κι από κει να πάει στο σιδηροδρομικό σταθμό της κωμόπολης, όπου το τρένο θα σταματούσε αποκλειστικά για ’κείνον. Τότε το Φοξ Χιλ του Ιλινόι θ’ ανήκε πια στο μακρινό παρελθόν. Κι εκείνος θα συνέχιζε, ίσως για την Άιοβα, ίσως για το Κάνσας, ακόμα και για την Καλιφόρνια· ένα αγοράκι δώδεκα ετών, μ’ ένα πιστοποιητικό γέννησης στο βαλιτσάκι του που έγραφε ότι είχε γεννηθεί πριν από σαράντα τρία χρόνια.

«Γουίλι!» ακούστηκε μια φωνή από το ισόγειο.

«Ναι!» Σήκωσε τη βαλίτσα του. Στον καθρέφτη της συρταριέρας είδε ένα πρόσωπο φτιαγμένο από πικραλίδες του Ιουνίου κι από μήλα του Ιουλίου κι από ζεστά καλοκαιρινά πρωινά με γάλα. Απέναντί του βρισκόταν, όπως πάντα, η αγγελική κι αθώα όψη που ίσως ποτέ, σ’ ολόκληρη τη ζωή του, να μην άλλαζε.

«Ήρθε η ώρα», είπε η γυναικεία φωνή.

«Εντάξει!» Κατέβηκε τη σκάλα γρυλίζοντας και χαμογελώντας. Η Άννα κι ο Στιβ κάθονταν στο σαλόνι. Τα ρούχα τους ήταν τόσο όμορφα και νοικοκυρεμένα που σε πονούσε να τους βλέπεις.

«Να με!» φώναξε ο Γουίλι απ’ την πόρτα της σάλας.

Η Άννα φαινόταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. «Ω Θεούλη μου, δε θα μας αφήσεις, έτσι Γουίλι;»

«Ο κόσμος άρχισε τα σχόλια», είπε χαμηλόφωνα ο Γουίλι. «Είμ’ εδώ τρία χρόνια. Αλλά όταν ο κόσμος αρχίζει τα σχόλια, ξέρω ότι ήρθε ο καιρός να μαζέψω τα μπογαλάκια μου και ν’ αγοράσω ένα εισιτήριο για το τρένο».

«Είναι πολύ παράξενα όλ’ αυτά. Ακατανόητα. Τι ξαφνικό», είπε η Άννα. «Γουίλι, θα μας λείψεις».

«Θα σας γράφω κάθε Χριστούγεννα, γι’ αυτό βοηθήστε με. Μη μου γράφετε εσείς».

«Η παρουσία σου μας ευχαρίστησε και μας ικανοποίησε ιδιαιτέρως», είπε ο Στιβ καθιστός, μιλώντας λες και οι λέξεις δε χωρούσαν στο στόμα του. «Κρίμα που έπρεπε να μπει ένα τέλος. Κρίμα που έπρεπε να μας μιλήσεις για σένα. Πάρα πολύ κρίμα που δε γίνεται να μείνεις».

«Είστε οι καλύτεροι γονείς που είχα», είπε ο Γουίλι, ύψους ενός μέτρου και είκοσι εκατοστών, που ποτέ δε χρειάστηκε να ξυριστεί, μ’ επιδερμίδα λαμπερή σαν το φως του ήλιου.

Και τότε η Άννα έβαλε τα κλάματα. «Γουίλι, Γουίλι». Και κάθισε και φαινόταν λες κι ήθελε να τον αγκαλιάσει αλλά πλέον φοβόταν να το κάνει· τον κοιτούσε κατάπληκτη και συγκλονισμένη, με τα χέρια της άδεια, δίχως να ξέρει πια πώς να του φερθεί.

«Δε μου είναι εύκολο να φύγω», είπε ο Γουίλι. «Δένεσαι. Θέλεις να μείνεις. Αλλά δε γίνεται. Κάποτε προσπάθησα να μείνω αφότου ο κόσμος άρχισε να με υποψιάζεται. “Φρικτό!” είπαν. “Τόσα χρόνια έπαιζε με τ’ αθώα παιδιά μας”, είπαν, “κι εμείς να μην έχουμε ιδέα! Τρομερό!” Και τελικά αναγκάστηκα να φύγω μια νύχτα απ’ την πόλη. Δεν είναι εύκολο. Ξέρετε πολύ καλά πόσο σας αγαπώ και τους δύο. Σας ευχαριστώ για τρία υπέροχα χρόνια».

Πήγαν όλοι τους στην εξώπορτα. «Γουίλι, πού θα πας;»

«Δεν ξέρω. Απλώς αρχίζω να ταξιδεύω. Όταν δω μια όμορφη μικρή πόλη με πολύ πράσινο, μένω».

«Θα γυρίσεις ποτέ;»

«Ναι», είπε με την ψιλή φωνή του και το εννοούσε. «Σε καμιά εικοσαριά χρόνια, λογικά το πρόσωπό μου θ’ αρχίσει ν’ αλλάζει. Τότε θα κάνω μια μεγάλη περιοδεία και θα επισκεφθώ όλες τις μητέρες και τους πατεράδες που είχα ποτέ μου».

Στέκονταν διστακτικοί στη δροσερή καλοκαιρινή βεράντα, δεν ήθελαν να πουν αντίο. Ο Στιβ είχε στυλώσει το βλέμμα του σε μια φτελιά. «Με πόσους άλλους γονείς έχεις ζήσει, Γουίλι; Πόσοι σε υιοθέτησαν;»

Ο Γουίλι έκανε την πρόσθεση, πράγμα που του ήταν αρκετά ευχάριστο. «Νομίζω ότι είναι πέντε πόλεις και πέντε ζευγάρια και περισσότερα από είκοσι χρόνια από τότε που ξεκίνησα την περιοδεία μου».

«Εντάξει, ας μην παραπονιόμαστε», είπε ο Στιβ. «Καλύτερα να ’χεις ένα γιο για τρία χρόνια παρά καθόλου».

«Λοιπόν», είπε ο Γουίλι και φίλησε την Άννα στα πεταχτά, έπιασε τη βαλίτσα του και πήρε την ανηφόρα μέσα στο πρασινωπό φως του μεσημεριού, κάτω από τα δέντρα, ένα κανονικό μικρό παιδάκι που δίχως να κοιτά πίσω του άνοιγε σταθερά το βήμα.

Την ώρα που ο Γουίλι περνούσε απ’ το πάρκο, τα παιδιά έπαιζαν μπέιζμπολ στο γήπεδο με το χλωρό γρασίδι. Ο Γουίλι στάθηκε για λίγο ανάμεσα στις σκιές που έριχναν οι βελανιδιές, και τα ’βλεπε καθώς εκσφενδόνιζαν την άσπρη, σαν από χιόνι μπάλα στον καλοκαιρινό αέρα, είδε τη σκιά της μπάλας να πετά σαν σκοτεινό πουλί πάνω απ’ το γρασίδι, είδε τα χέρια τους ν’ ανοίγουν σαν στόματα για ν’ αδράξουν αυτό το βραχύβιο θραύσμα του καλοκαιριού, που τώρα του φαινόταν ότι είχε ύψιστη σημασία να το διαφυλάξει. Τα παιδιά ξεφώνιζαν. Η μπάλα σταμάτησε στο γρασίδι κοντά στον Γουίλι.

Καθώς προχωρούσε κάτω από τις σφενταμιές και τις φιλύρες με τη μπάλα στο χέρι, αναλογιζόταν τα τελευταία τρία χρόνια που τώρα είχαν εξαντληθεί μέχρι σταγόνας, και τα προηγούμενα πέντε χρόνια και ούτω καθεξής μέχρι τη χρονιά που ήταν πραγματικά έντεκα και δώδεκα και δεκατεσσάρων χρονών και οι φωνές έλεγαν: «Τι πρόβλημα έχει ο Γουίλι, κυρία;» «Κυρία Μπ., ο Γουίλι αργεί ν’ αναπτυχθεί;» «Γουίλι, καπνίζεις τίποτα πούρα τελευταία;». Οι απόηχοι χάνονταν μέσα στο καλοκαιρινό φως και στα χρώματα. Η φωνή της μητέρας του: «Ο Γουίλι έκλεισε τα είκοσι ένα σήμερα!». Και χίλιες φωνές να λένε: «Έλα ξανά όταν γίνεις δεκαπέντε χρονών, αγόρι μου· τότεμπορεί να σε προσλάβουμε».

Κοίταξε τη μπάλα στο τρεμάμενο χέρι του σαν να ήταν η ίδια του η ζωή, ένα ατέλειωτο κουβάρι από χρόνια τυλιγμένα σε αλλεπάλληλους γύρους, που όμως καταλήγουν πάντοτε στην ίδια αφετηρία, στα δωδέκατα γενέθλιά του. Άκουσε βήματα, τα παιδιά τον πλησίαζαν· αισθάνθηκε να του κρύβουν τον ήλιο. Ήταν μεγαλύτερα και τον περικύκλωσαν.

«Γουίλι! Για πού το ’βαλες;» Κλώτσησαν τη βαλίτσα του.

Πόσο ψηλά ήταν τ’ αγόρια κάτω απ’ τον ήλιο που μεσουρανούσε. Εδώ και λίγους μήνες ήταν λες κι ο ήλιος είχε απλώσει το χέρι του πάνω απ’ τα κεφάλια τους και μ’ ένα του νεύμα τ’ αγόρια έγιναν ζεστό μέταλλο που έλιωνε προς τα πάνω· έγιναν χρυσές καραμέλες βουτύρου που τις τραβούσε μια πανίσχυρη βαρύτητα κατά τον ουρανό, δεκατριών ετών, δεκατεσσάρων, κοιτούσαν από ψηλά τον Γουίλι και χαμογελούσαν, είχαν όμως ήδη αρχίσει να τον βάζουν σε δεύτερη μοίρα. Η αρχή είχε γίνει πριν από τέσσερις μήνες:

«Κάντε ομάδες! Ποιος θέλει τον Γουίλι;»

«Α, ο Γουίλι είναι πολύ μικρός· δεν παίζουμε με μόμολα».

Και ορμούσαν μπροστά και τον προσπερνούσαν, παρασυρμένα απ’ τη σελήνη, τον ήλιο και το πέρασμα απ’ την εποχή που τα φύλλα μαραίνονται στην εποχή που οι άνεμοι φουσκώνουν, κι αυτός παρέμενε δώδεκα χρονών και δεν ανήκε πια στον κύκλο τους. Και οι άλλες φωνές ξανάπιαναν την παλιά, φρικτά οικεία και ψυχρή επωδό: «Μάλλον πρέπει να πάρει βιταμίνες το παιδί, Στιβ» «Άννα, στο σόι σου είχες κοντούς συγγενείς;». Και η κρύα γροθιά μέσα στην καρδιά σου ανοίγει και ξανασφίγγει και καταλαβαίνεις ότι πρέπει πάλι να ξεριζωθείς μετά από τόσα καλά χρόνια με τους «δικούς σου».

«Γουίλι, για πού το ’βαλες;»

Σήκωσε απότομα το κεφάλι του. Ξαναβρέθηκε περικυκλωμένος απ’ τα θεόρατα αγόρια που τον σκίαζαν και τον περιτριγύριζαν σαν γίγαντες που σκύβουν πάνω από μια βρύση για να πιουν.

«Πάω επίσκεψη σ’ έναν ξάδερφο για μερικές μέρες».

«Α, μάλιστα». Κάποτε, πριν από ένα χρόνο, θα τους ενδιέφερε πάρα πολύ. Αλλά τώρα ένιωθαν μόνο περιέργεια για τις αποσκευές του, τους γοήτευαν τα τρένα και τα ταξίδια και τα μακρινά μέρη.

«Παίζουμε κανα δυο γύρους στα γρήγορα;» είπε ο Γουίλι.

Έδειχναν αναποφάσιστοι, αλλά ζύγισαν την περίσταση και δέχτηκαν. Ο Γουίλι πέταξε την τσάντα του κι άρχισε να τρέχει· η λευκή μπάλα αναλήφθηκε στον ήλιο, έφυγε προς τις φλεγόμενες μορφές τους στην άκρη της αλάνας, έπειτα πάλι στον ήλιο, ορμητική, σαν τη ζωή ερχόταν κι έφευγε ακολουθώντας συγκεκριμένη πορεία. Πέρα, δώθε! Ο κύριος και η κυρία Ρόμπερτ Χάνλον στο Κρικ Μπεντ του Ουισκόνσιν, 1932, το πρώτο ζευγάρι, την πρώτη χρονιά! Πέρα, δώθε! Χένρι και Άλις Μπολντζ στο Λάιμβιλ της Άιοβας, 1935! Η μπάλα πετούσε. Τα ζεύγη Σμιθ, Ίτον, Ρόμπινσον! 1939! 1945! Ο κύριος και η κυρία, ο κύριος και η κυρία, ο κύριος και η κυρία, άτεκνοι, άτεκνοι, άτεκνοι! Χτυπάς τη μια πόρτα, χτυπάς την άλλη.

«Με συγχωρείτε. Με λένε Γουίλιαμ. Μήπως θα – »

«Ένα σάντουιτς; Έλα μέσα, κάθισε. Από πού είσαι, παιδί μου;»

Το σάντουιτς, ένα μεγαλο ποτήρι δροσερό γάλα, τα χαμόγελα, τα νεύματα, η άνετη και χαλαρή συζήτηση.

«Παιδί μου, φαίνεσαι ότι έρχεσαι από ταξίδι. Το ’σκασες από κάπου;»

«Όχι».

«Αγόρι μου, είσαι ορφανός;»

Ακόμα ένα ποτήρι γάλα.

«Πάντα θέλαμε παιδιά. Ποτέ δεν τα καταφέραμε. Ποτέ δε μάθαμε το λόγο. Συμβαίνουν αυτά. Τι να γίνει. Περνάει η ώρα, παιδί μου. Δεν ξεκινάς καλύτερα για το σπίτι σου;»

«Δεν έχω σπίτι».

«Έν’ αγόρι σαν κι εσένα; Που μοσχοβολάει σαπούνι; Η μητέρα σου θ’ ανησυχεί».

«Δεν έχω σπίτι ούτε οικογένεια, είμαι μόνος μου στον κόσμο. Ήθελα να ρωτήσω –απλώς ρωτάω– αν γίνεται να κοιμηθώ εδώ απόψε».

«Κοίτα, παιδί μου, δεν είμαι σίγουρος. Δεν το σκεφτήκαμε ποτέ να πάρουμε –», είπε ο σύζυγος.

«Θα φάμε κοτόπουλο απόψε», είπε η σύζυγος, «φτάνει για έναν ακόμα, για την παρέα…»

Κι η μια χρονιά να διαδέχεται την άλλη και να χάνεται, οι φωνές και τα πρόσωπα κι οι άνθρωποι και πάντα οι ίδιες πρώτες κουβέντες. Η φωνή της Έμιλι Ρόμπινσον, που καθισμένη στην κουνιστή πολυθρόνα της μέσα στο σκοτάδι μιας καλοκαιρινής νύχτας, της τελευταίας νύχτας που ο Γουίλι έμεινε μαζί της και της αποκάλυψε το μυστικό του, έλεγε:

«Κοιτάζω τα προσωπάκια των παιδιών που περνούν απ’ το δρόμο. Και καμιά φορά σκέφτομαι “Τι κρίμα, τι κρίμα που όλ’ αυτά τα λουλούδια πρέπει να κοπούν, όλες αυτές οι λαμπερές φωτιές να σβήσουν. Τι κρίμα που τα παιδιά, όλα τα παιδιά που βλέπεις στα σχολεία ή τα βλέπεις να τρέχουν στους δρόμους, πρέπει να ψηλώσουν και ν’ ασχημύνουν και να γεμίσουν ρυτίδες, και τα μαλλιά τους ν’ ασπρίσουν ή να πέσουν και τελικά, σκελετωμένα και άρρωστα, να πεθάνουν και να τα θάψουν”. Όταν ακούω το γέλιο τους, δεν μπορώ να το πιστέψω ότι θ’ ακολουθήσουν κι αυτά τη δική μου πορεία. Κι όμως την ακολουθούν! Ακόμα θυμάμαι το ποίημα του Γουόρντσγουορθ: “Όταν έξαφνα είδα ένα πλήθος, μια στρατιά χρυσών ασφόδελων· Πλάι στη λίμνη, κάτω απ’ τα δέντρα, παιχνίδιζαν και χόρευαν στο αεράκι”. Έτσι βλέπω τα παιδιά· όσο ανελέητα κι αν φέρονται καμιά φορά, όσο μοχθηρά κι αν μπορούν να γίνουν –και το ξέρω–, το πρόσωπο και τα μάτια τους δε δείχνουν τη μοχθηρία, η κούραση δεν τα ’χει ακόμα λυγίσει. Λαχταρούν τόσο πολύ το κάθε τι! Να τι μου λείπει πιο πολύ απ’ τους ενήλικες: η λαχτάρα που εννιά φορές στις δέκα χάθηκε, η χαμένη ζωντάνια, ο πλούτος της επιθυμίας και της ζωής που χαραμίστηκε. Σαν κάποιος να σκόρπισε μια ανθοδέσμη έξω απ’ τις πόρτες του σχολείου. Πώς νιώθεις, Γουίλι; Πώς νιώθεις που είσαι νέος για πάντα; Που είσαι σαν ασημένιο κέρμα, σαν κέρμα που μόλις βγήκε αστραφτερό απ’ το νομισματοκοπείο; Είσαι ευτυχισμένος; Είσαι τόσο καλά όσο δείχνει το πρόσωπό σου;»*

Η μπάλα όρμηξε σφυρίζοντας απ’ το γαλάζιο ουρανό και κέντρισε το χέρι του σαν μεγάλο έντομο. Καθώς το έτριβε για να φύγει ο πόνος, άκουσε τη φωνή της μνήμης του:

«Χρησιμοποίησα ό,τι  μέσο είχα. Αφού πέθαναν οι γονείς μου, αφού κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να εργαστώ πουθενά σαν κανονικός άνδρας, προσπάθησα να βρω δουλειά σε τσίρκα, αλλά οι άνθρωποι του τσίρκου απλώς γελούσαν. “Παιδί μου”, έλεγαν, “δεν είσαι νάνος, κι ακόμα κι αν είσαι, μοιάζεις με αγοράκι! Εμείς θέλουμε νάνους με όψη νάνου! Λυπούμαστε πολύ, παιδί μου”. Έτσι έφυγα απ’ το σπίτι, πήρα το δρόμο μου και συλλογιζόμουν: Τι ήμουν;. Ένα αγοράκι. Έμοιαζα με αγοράκι, ακουγόμουν σαν αγοράκι, άρα καλύτερα να συνεχίσω να είμαι αγοράκι. Ανώφελο να προσπαθώ να τ’ αλλάξω. Ανώφελο να θυμώνω και να βάζω τις φωνές. Οπότε; Τι δουλειά μού ταίριαζε; Και τότε, μια μέρα σ’ ένα εστιατόριο είδα κάποιον να κοιτάζει τις φωτογραφίες των παιδιών κάποιου άλλου. “Μακάρι να είχα παιδιά”, είπε. “Μακάρι να είχα παιδιά”. Κουνούσε πάνω κάτω το κεφάλι του ασταμάτητα. Εγώ καθόμουν σ’ ένα σκαμπό λίγο πιο πέρα μ’ ένα χάμπουργκερ στο χέρι. Έμεινα στη θέση μου αποσβολωμένος! Την ίδια στιγμή κατάλαβα τι δουλειά θα έκανα για όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Τελικά υπήρχε δουλειά για μένα. Θα πρόσφερα ευτυχία στους μοναχικούς. Δε θα ’μενα ποτέ με σταυρωμένα χέρια. Θα ’παιζα για πάντα. Κατάλαβα ότι έπρεπε να παίζω για πάντα. Θα μοίραζα εφημερίδες σε καναδυό σπίτια, θα ’κανα λίγα θελήματα, ίσως να κούρευα το γρασίδι σε μερικούς κήπους. Αλλά σκληρή δουλειά; Όχι. Θα φρόντιζα μόνο να ’ναι χαρούμενη η μητέρα και περήφανος ο πατέρας. Στράφηκα προς τον άνδρα που καθόταν λίγο παραπέρα στον πάγκο. “Με συγχωρείτε”, είπα. Του χαμογέλασα

“Μα, Γουίλι”, είπε η κα Ρόμπινσον πολύ παλιά, “δε σ’ έπιανε ποτέ μοναξιά; Δεν ένιωσες ποτέ μεγαλίστικες –καταλαβαίνεις– επιθυμίες;”

“Τις καταπολέμησα μόνος μου”, είπε ο Γουίλι. “Είμαι αγοράκι, είπα στον εαυτό μου. Πρέπει να ζω σ’ έναν αγορίστικο κόσμο, να διαβάζω αγορίστικα βιβλία, να παίζω αγορίστικα παιχνίδια, να ξεκόψω απ’ όλα τ’ άλλα. Δεν μπορώ να έχω δύο εαυτούς. Πρέπει να είμαι μόνο ένα πράγμα – νέος. Και μ’ αυτή τη λογική συνέχισα. Ω, δεν ήταν εύκολο. Κάποιες φορές – ”. Σώπασε.

“Κι η οικογένεια με την οποία ζούσες, αυτοί δεν ήξεραν την αλήθεια;”

“Όχι. Αν τους την αποκάλυπτα, θα πήγαιναν όλα στράφι. Τους έλεγα ότι είχα φύγει απ’ το σπίτι μου· τους άφηνα να το ερευνήσουν μέσω των αρμόδιων υπηρεσιών, μέσω της Αστυνομίας. Ύστερα, αφού δεν έβρισκαν καμιά ύποπτη πληροφορία για μένα, τους άφηνα ν’ αρχίσουν διαδικασίες για υιοθεσία. Ήταν η καλύτερη λύση· με την προϋπόθεση ότι δε θα μάθαιναν την αλήθεια. Αλλά στην πορεία, μετά από τρία ή πέντε χρόνια, το καταλάβαιναν μόνοι τους ή ερχόταν κάποιος γυρολόγος ή εμφανιζόταν κάποιος απ’ το θίασο του τσίρκου και το πράγμα τέλειωνε. Κάθε φορά τέλειωνε”.

“Και είσαι πολύ ευτυχισμένος και είναι ωραία που είσαι παιδί για περισσότερα από σαράντα χρόνια;”

“Βγάζω το ψωμί μου, όπως λένε. Κι όταν δίνεις ευτυχία στους άλλους, τότε είσαι κι εσύ σχεδόν ευτυχισμένος. Μια δουλειά είναι και την κάνω. Όπως και να ’χει, σε λίγα χρόνια θα μπω στη δεύτερη παιδική ηλικία. Όλες οι πυρετώδεις κι ανεκπλήρωτες επιθυμίες και τα περισσότερα όνειρα θα φύγουν. Τότε ίσως μπορέσω να ηρεμήσω και να παίξω πέρα για πέρα το ρόλο μου”».

Πέταξε τη μπάλα μια τελευταία φορά και διέκοψε την ονειροπόληση. Έπειτα έτρεξε να πιάσει τις αποσκευές του. Τομ, Μπιλ, Τζέιμι, Μπομπ, Σαμ – τα όνοματά τους ανέβηκαν στα χείλη του. Τα παιδιά ένιωθαν αμήχανα που τους έσφιγγε το χέρι.

«Εντάξει, ρε Γουίλι, δεν πας και στην Κίνα ούτε στο Τιμπουκτού».

«Ναι, έτσι δεν είναι;» Ο Γουίλι έστεκε ακίνητος.

«Γεια σου, Γουίλι. Τα λέμε την άλλη βδομάδα!»

«Γεια σας, γεια σας!»

Και να που πάλι έφευγε με τη βαλίτσα στο χέρι, κοιτώντας τα δέντρα, μακριά από τα παιδιά και το δρόμο όπου έζησε, και καθώς έστριβε τη γωνία ούρλιαξε η σφυρίχτρα του τρένου, κι εκείνος άρχισε να τρέχει.

Το τελευταίο πράγμα που είδε κι άκουσε ήταν μια λευκή μπάλα να σκάει σ’ ένα ψηλό στέγαστρο, να τινάζεται μπρος και πίσω, μπρος και πίσω, και δυο φωνές να φωνάζουν καθώς η μπάλα ριχνόταν πότε ψηλά, πότε χαμηλά κι ύστερα πάλι ψηλά ως τον ουρανό: «Άννι, Άννι, φτάνει πια! Άννι, Άννι, φτάνει πια!», σαν τις κραυγές των πουλιών που πετούν κατά τα βάθη του Νότου.

Νωρίς το πρωί, με συνοδεία τη μυρωδιά της ομίχλης και του ψυχρού μετάλλου, με τη σιδερένια μυρωδιά του τρένου γύρω του, με το κορμί ταλαιπωρημένο απ’ το ολονύχτιο ταξίδι και με τη μυρωδιά του ήλιου πίσω απ’ τον ορίζοντα, ο Γουίλι ξύπνησε κι αντίκρυσε απ’ το παράθυρο μια μικρή πόλη ίσα ίσα να βγαίνει απ’ τον ύπνο. Φώτα πλησίαζαν, χαμηλές κι ακατάληπτες φωνές ακούγονταν, μέσα στον κρύο αέρα ένας κόκκινος σηματοδότης μετακινούνταν συνεχώς μπρος και πίσω, μπρος και πίσω. Επικρατούσε εκείνη η ληθαργική σιωπή, που μέσα της οι μακρινοί απόηχοι δυναμώνουν και φτάνουν ολοκάθαροι, που ο καθένας τους ηχεί ακέραιος και διαυγής. Πέρασε ένας αχθοφόρος, άλλη μια σκιά μες στις σκιές.

«Κύριε», είπε ο Γουίλι.

Ο αχθοφόρος σταμάτησε.

«Ποια πόλη είν’ αυτή;» ψιθύρισε το αγόρι μέσα στο σκοτάδι.

«Το Βάλεϊβιλ».

«Τι πληθυσμό έχει;»

«Δέκα χιλιάδες. Γιατί ρωτάς; Εδώ κατεβαίνεις;»

«Φαίνεται να ’χει πολύ πράσινο». Ο Γουίλι κοίταζε για ώρα απ’ το παράθυρο την πόλη μέσα στο κρύο πρωινό. «Φαίνεται όμορφη και ήσυχη», είπε ο Γουίλι.

«Παιδί μου», είπε ο αχθοφόρος, «ξέρεις πού πας;»

«Εδώ», είπε ο Γουίλι και σηκώθηκε ήσυχα μέσα στο βαρύ και δροσερό πρωινό που μύριζε σίδερο, μες στο σκοτάδι του τρένου, με μια κίνηση ανεπαίσθητη σαν θρόισμα.

«Ελπίζω να ξέρεις τι κάνεις, αγόρι μου», είπε ο αχθοφόρος.

«Μάλιστα, κύριε», είπε ο Γουίλι. «Ξέρω τι κάνω». Και, ενώ πίσω του ο αχθοφόρος κουβαλούσε τις αποσκευές, προχώρησε στο σκοτεινό διάδρομο και βγήκε έξω, στις αναθυμιάσεις και την αχλύ της ψυχρής αυγής. Σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε τον αχθοφόρο και το τρένο από μαύρο μέταλλο, με φόντο τα λίγα αστέρια που είχαν απομείνει. Ξαφνικά, η σφυρίχτρα του τρένου ξέσπασε σ’ έναν μακρόσυρτο και θρηνητικό ήχο, οι αχθοφόροι κατά μήκος της αμαξοστοιχίας άρχισαν να φωνάζουν, τα βαγόνια τραντάχθηκαν και ο προσωπικός του αχθοφόρος τον χαιρέτησε και του χαμογέλασε· χαιρέτησε και χαμογέλασε προς το μικρό παιδί με τις ογκώδεις αποσκευές, που κάτι του φώναζε ακόμα και τη στιγμή που η σφυρίχτρα ούρλιαζε ξανά.

«Τι;» έβαλε μια φωνή ο αχθοφόρος, με το χέρι στ’ αυτί του.

«Ευχηθείτε μου καλή τύχη!» φώναξε ο Γουίλι.

«Καλή τύχη, παιδί μου», είπε ο αχθοφόρος χαιρετώντας και χαμογελώντας. «Ό,τι καλύτερο, αγόρι μου!»

«Ευχαριστώ!» είπε ο Γουίλι μέσα στον καπνό και τη βοή, ενώ γύρω του μαινόταν ο θόρυβος του τρένου.

Έμεινε να κοιτάζει, ώσπου το τελευταίο βαγόνι χάθηκε και το μαύρο τρένο εξαφανίστηκε τελείως. Όσο απομακρυνόταν, ο Γουίλι δεν κουνήθηκε καθόλου. Στεκόταν σιωπηλός, ένα αγοράκι δώδεκα ετών πάνω στη φθαρμένη ξύλινη αποβάθρα, και μόνο ύστερα από τρία ολόκληρα λεπτά στράφηκε επιτέλους να δει τους άδειους δρόμους που εκτείνονταν από κει και κάτω.

Τότε, καθώς ο ήλιος ανέβαινε, άρχισε να βαδίζει πολύ γρήγορα για να ζεσταθεί και μπήκε στην καινούργια πόλη.

 

 Σημειώσεις:

Ο τίτλος του διηγήματος αποτελεί αναφορά στο ποίημα υπ’ αριθμόν 101 του Κάτουλλου, ένα από τα τρία ποιήματα που ο ποιητής αφιέρωσε στη μνήμη του αδελφού του. Ο τελευταίος στίχος του είναι «Αtque in perpetuum frater ave atque vale», το οποίο αποδίδεται ως «Και για πάντα, αδελφέ μου, χαίρε και αντίο».

Το ποίημα του Wordsworth που αναφέρεται στο διήγημα είναι το περίφημο «Περιπλανιόμουν μόνος σαν σύννεφο» («I wandered lonely as a cloud»), γνωστό και ως «Ασφόδελοι» («Daffodils»).

*

Ο Ρέι Μπράντμπερι (Ray Bradbury. Γουοκίγκαν του Ιλινόι, 1920 – Λος Άντζελες, 2012) ήταν ένας από τους κορυφαίους και δημοφιλέστερους Αμερικανούς πεζογράφους του 20ού αιώνα. Ο Μπράντμπερι έγραψε διηγήματα, μυθιστορήματα και σενάρια για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Γνωστότερα έργα του είναι το μυθιστόρημα Φαρενάιτ 451 (Fahrenheit 451, 1953) και οι συλλογές διηγημάτων Τα χρονικά του Άρη (The Martian chronicles, 1950) και Ο εικονογραφημένος άνθρωπος (The illustrated man, 1951).

Το διήγημα «Χαίρε και αντίο» («Hail and farewell») περιλαμβάνεται στη συλλογή Τα χρυσά μήλα του ήλιου (The golden apples of the sun, 1953).

Αναδημοσίευση από: http://www.oanagnostis.gr/%CF%81%CE%AD%CE%B9-%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9-%CF%87%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B5-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BF/

Άρης Αλεξάνδρου, Σύντροφε κοιμάσαι;

alej

Σύντροφε, κοιμάσαι;
Ήθελα να μου πεις, ξέρεις καμιά σελίδα μαρξισμού
που να βουλιάζουν οι λέξεις στο χαρτί
σαν τη σιωπή μου
στις κόρες των ματιών της;

Ο Πέτρος που κοιμάται στο τσιμέντο
Δίχως φόδρα στο σακάκι
Κάθε πρωί μου έκανε τράκα μια καλημέρα στα κλεφτά
Γιατί τον είχαν για προδότη

Βάλαμε τις στάμνες
Εκεί που έστρωνε την τρύπα κουρελού
Μιλάμε για την δήλωση
Τις ώρες που έμενε σκυφτός
Διαβάζοντας μια περσινή εφημερίδα

Τότε θα’πρεπε να’ταν που μας έπιασε βροχή
Ανάβοντας τσιγάρο είδα το πρόσωπό σου
Στο τζάμι της βιτρίνας
Κάτι ψιχάλες πέσανε στα μαλλιά σου και το σβήσανε

Δίπλα στις στάμνες που κρυώνουν το νερό
Βλέπω πως αν ήταν να διαλέξω
Θα γύριζα κοντά σου
Αν τα κατάφερνα να βρω το σπίτι μου
Θα σε έπαιρνα μαζί μου

Στο θάλαμο κρυώνουν
Με τα πόδια στις κουβέρτες
Με το παλτό στην πλάτη
Θέλω να σου γράψω
Μα τι σε νοιάζει εσένα η σιωπή του
Κάτω από τη βροχή;

Άρης Αλεξάνδρου Σύντροφε κοιμάσαι; (έργο 21, 1976).

Γιῶργος Σαραντάρης, Δὲν εἴμαστε ποιητές

Sarantaris_02

Δὲν εἴμαστε ποιητὲς
Σημαίνει ἐγκαταλείπουμε τὸν ἀγῶνα
Παρατᾶμε τὴ χαρὰ στοὺς ἀνίδεους
Τὶς γυναῖκες στὰ φιλιὰ τοῦ ἀνέμου
Καὶ στὴ σκόνη τοῦ καιροῦ
Σημαίνει πὼς φοβόμαστε
Καὶ ἡ ζωή μας ἔγινε ξένη
Ὁ θάνατος βραχνάς.

Από τη συλλογή
Σὰν Πνοὴ τοῦ Ἀέρα. 

Κλέφτικο, Γιώργος Πρεβεδουράκης

kleftiko

Είδα τις καλύτερες γενιές του μυαλού μου

διαλυμένες απ’ τη φαιδρότερη Λογική

υστερικές, γυμνές και χρεωμένες

να σέρνονται σε βαλκάνιους δρόμους την αυγή γυρεύοντας

τρόπους για να πληρωθεί μια αναγκαία δόση,

 

ρεμπέτες-άγγελοι που τσάκισαν τη ράχη τους μεταφέροντας πίτσες,

φιλέτα ροφού σβησμένα σε σαμιώτικο, έπιπλα «κάν’ το μόνος σου» και είδη υγιεινής,

που φτωχοί στήθηκαν καπνίζοντας μπροστά από υπερφυσικές οθόνες

μ’ έναν τρόμο παράλυτο για τα βιογραφικά τους,

που βρήκαν την κόμισσα Seroxat να σέρνεται ξημερώματα στην Ηπείρου

συντροφιά με τον βαρόνο Tavor και τη μακρινή εξαδέλφη του ―

αναιμική δεσποινίδα του ιδιωτικού παροράματος ―Xanax,

 

που σκάλισαν μ’ έναν ξεκούρδιστο τζουρά

χιτζάζ, ουσάκ, σαμπάχ και πειραιώτικους δρόμους,

αυλακωμένα απομεσήμερα με καύσωνα

μέσα σε τυφλά δυάρια και γρίλιες ασφυκτικές,

που πάρκαραν τα Cherokee τους στα λιθόστρωτα του Ψυρρή

κι έχασαν το σκαλπ τους για μια φυσική ξανθιά –που δεν ήταν φυσική ξανθιά–

 

που τρέκλισαν και σκόνταψαν στο ανυπόληπτο φιλιατρό

επιστρέφοντας με σκάρτη καρδιακότητα στη Κατανάγκα,

που άκουσαν τον Σωκράτη να ουρλιάζει «Τα Πάγια» με σπασμένες χορδές

απ’ τη Συκιά Χαλκιδικής ίσαμε τη Στουτγάρδη,

που εκπόνησαν διδακτορική διατριβή

με θέμα «Ο Υπαρξισμός μετά τον Σαρτρ και το Πρόβλημα της Αναπηρίας

στη Νοτιοδυτική Γκάνα» και γύρισαν στην Αθήνα

θωπεύοντας στις ουρές του ΟΑΕΔ το μακρύτερο

μανίκι της μεταμοντερνίλας,

 

που έψαξαν ανάμεσα στις 7.284 πληγές του Φαραώ

μήπως και βρουν τη δική τους,

που το ’ριξαν στο Ζεν και μπόλιασαν τον Στάλιν

με στούντιο-πιλάτες και γιόγκα-πλαστικές,

που χαιρέτησαν με τρόπους ευγενικούς καθώς αρμόζει στ’ αστόπαιδα

το άδειο κρεμασμένο σακάκι στην πλάτη της καρέκλας του Γενικού,

 

που έβαλαν σε λειτουργία τον αυτόματο πιλότο της νεύρωσης δίχως τρέλα

και χώνεψαν τη Μέθοδο και την Δομή

εκδίδοντας ιδίοις αναλώμασιν τ’ αβρόχοις ποσίν

για να συνδιαλέγονται τα νούφαρα του νάρκισσου μεταξύ τους,

 

που γύρεψαν την αγάπη τους ανεμίζοντας σημαίες της Κρονστάνδης,

που διπλώθηκαν από τη μοναξιά μέσα σε γυμνά δωμάτια, καίγοντας

τα πτυχία τους στον κάδο ανακύκλωσης κι ακούγοντας το διπλανό

σκυλάδικο μέσ’ απ’ τον τοίχο,

που ήπιαν νέφτι, χλωρίνη κι έφαγαν κουκούτσια ελιάς τη μέρα της μετάταξής τους

στο 724 ΤΜΧ, στο 482 ΤΔΒ, στο Κ.Ε.Υ.Π. στο Γ.Ι.Α.Τ.Ι. και στο Μεγάλο Πεύκο,

που γυάλισαν ερπύστριες, ερπύστριες, ερπύστριες, ζάντες παροπλισμένων Leopard,

κάνιστρα και διόπτρες νυκτός,

και πιάσαν φωτιά απ’ το τσιγάρο κάποιου καφρόκαυλου ΕΠΟΠ

κι έχασαν το πρόσωπό τους  > πού είναι το δέρμα σου Παναγόπουλε;

> δεν ξέρω κύριε Στρατηγέ, κάνω πλεονασμό; σχωράτε με…

που τάισαν το τέρας που τους τάιζε δειπνώντας μ’ έναν ντεφορμέ θεό,

που χάραξαν στο μπράτσο τους με σκουριασμένο κοπίδι το πρώτο χαδάκι

του έρωτα σε δίωρους γαμηστρώνες art déco,

 

που βυθίστηκαν στο ζενικό φως των Εξαρχείων, των Άγιων Ανάργυρων και της Κυψέλης

«Ντυμένοι Επίσημα», στο «Δρόμο προς το Περίπτερο», με «κύριο Κρακ»

«Δέλτα», «Αντίποινα», «Ηλεκτρογραφία», «Μικρές Αγγελίες», Τρίποντο κι Αθλητική Ηχώ,

που μ’ ένα Σπίρτο πυρπόλησαν κάποια Πλατεία Ηρώων,

που ξόδεψαν το γαλάζιο τους στη Φευγάδα, σ’ ένα γκισέ τουριστικό-Vermietung Zimmer- Σούδα-Φαληράκι beach-blowjob contest-Λαγανάς-transit για Croydon -Νύχτα-

 

που πληροφορήθηκαν απ’ το ραδιόφωνο πως ορίστηκε ΕΔΕ για την ΕΔΕ που ορίστηκε

για την ΕΔΕ που δεν είχε αποτέλεσμα για την ΕΔΕ που κατέληξε στο ασφαλές

συμπέρασμα πως πρέπει να οριστεί ΕΔΕ,

που σουλατσάρανε εκστατικοί, άεργοι και φιμωμένοι, μέσα σε πορνοστάσια αχνά

γράφοντας ύμνους λατρευτικούς για τα μάτια της Άννας Πάβλοβα

διερωτώμενοι «Αν ―Αγαπήθηκε ―Κανείς ―Ποτέ ―Εδώ ―Μέσα;»

που εργάστηκαν προσωρινά σε εταιρείες είσπραξης

ληξιπρόθεσμων οφειλών κι είχαν για καλημέρα τους το «άι γαμήσου»,

που φυλλομέτρησαν ακατανόητα ημερολόγια οικογενειακού προγραμματισμού

παίζοντας στο χέρι τους τα κλειδιά του γραφείου, πάντα στις λάθος γειτονιές,

και πάντα τη λάθος ώρα,

που τραγούδησαν το σύνθημα κατά των πολυεθνικών πριν αυτό ξεπουληθεί

σ’ ένα σποτάκι διαφημιστικό για καπότες,

που εγκατέλειψαν την ανάγνωση,         περίπου σ’ αυτό το σημείο,

 

που έβρασαν σε μια μαστουρωμένη ολονυχτία

τον σκελετό ανατομίας κι ήπιανε το ζουμί,

που λόγχισαν την Ανία και πλευριτώθηκαν σε λόφους από scrap-παλιοσίδερα

και σε ασίγαστες πρασινάδες της Σαξονίας,

ενθύμια ασημένιων φτερών ενός όρθρου

στο cow-tipping μαγικών μανιταριών ―ξεστρατισμένα σωθικά,

χρόνια θολά που ζέστανε η αχρηστία,

 

που είχαν όνειρα για περιπλάνηση κι απομόνωση, διαλογισμό και μελέτη

κι απέμειναν με όνειρα για περιπλάνηση κι απομόνωση, διαλογισμό και μελέτη,

 

που σκάλωσαν στην διάταξη υπ’ αριθμόν 117 και συγκεκριμένα στην παράγραφο 3 κάθετος 66 εδάφιο 34 κι αγνόησαν την άνω τελεία στο ακροτελεύτιο άρθρο

του προεδρικού διατάγματος 238 ―παρηγορήθηκαν για λίγο στην ερμηνεία του βουλεύματος 466― μούδιασαν κι αποτρελάθηκαν σε στάση γραφειοκρατικής αμφισημίας, σκεπτόμενοι: «διάολε!… τελικά ο κόσμος δεν είναι καθόλου απλός»

που έπαθαν ψύξη-γάγγραινα-ακρωτηριασμό, ηθικολογώντας κάτω απ’ το ορθάνοιχτο παραθυράκι του νόμου,

που κυνήγησαν χρυσαυγίτες που κυνηγούσαν μετανάστες που κυνηγούσαν αγγέλους

που κυνηγούσαν τυχοδιώκτες, κυνηγημένοι όλοι από δουλεμπόρους αριθμούς,

που έφαγαν φλούδες πορτοκαλιού για να την συναντήσουν -και την συνάντησαν-

κάτω από σημαίες χορηγών, στα 1.200 MHz, στα 18.000 BTU, στο φροντιστήριο Κύκλοτρο, ———— η πτώση της απ’ τον έβδομο————————-

και  τα    α σ θ ε ν ο φ ό ρ α,

που μελέτησαν Λεοντάρη, Πλωτίνο, Βύρωνα, Αντόρνο και Κορτάσαρ,

γιατί ένιωσαν τη διαλεκτική να πακτώνεται ενστικτωδώς

κάτω από τα πόδια τους στη Νέα Κρήνη,

που βρήκαν το παιδικό αναλόγιο του πατέρα θαμμένο στα ερείπια του Ντε Λα Σαλ,

που μάδησαν κυκλάμινα σανατορίων δίπλα σ’ ανοιχτά παράθυρα

και τρούλους της Τσιμισκή, κι αναρωτήθηκαν πόσο να παίζει ο μπούκης την δική τους εξόντωση,

που στα γραπτά τους εξημέρωσαν τον Παρμενίδη

αποκτώντας ξαφνική δυσανεξία στα κουκιά,

που κλείδωσαν ολόκληρο μεσαίωνα σ’ ευέλικτες προθεσμιακές

κι έκτοτε καθησυχάζονται με τεσσεράμισι τοις εκατό τόκο,

που πόνταραν τις ελπίδες τους στην Άλλη Ελλάδα ―την «καλή»― κι εδώ γέλα όσο θες αναγνώστη ―

που έγραψαν ιστορία αναστενάζοντας στο Legend, στο Berlin, στο Mojo και στο Astoria,

ανασηκώνοντας κακομοίρικους ώμους στο περιβόητο τροπάριο:

«αφού μας πολεμούν-μας κατατρόπωσαν-δεν το βλέπεις;-δεν το βλέπεις;-είμαστε λίγοι-μια τόση δα νησίδα αντίστασης-μια ελάχιστη κουκίδα στο χάρτη-μια σιωπηρή μειοψηφία-ασφαλής-στην Τάξη που την όρισε-για άλλοθί της-ακίνδυνοι-ευαίσθητοι-και μορφωμένοι- προπάντων ηττημένοι-βαράμε μύγες στα φαντασιακά-rooms to let-

της ριζοσπαστικότητάς μας-δεν το βλέπεις;-δεν το βλέπεις;-μην το βλέπεις… εβίβα!»

 

που απ’ τον δεύτερο όροφο ονειρεύτηκαν

ένα ευήλιο διαμπερές στον τρίτο ―κι από κει

ένα ευήλιο διαμπερές στον πέμπτο ―κι από κει

ένα ευήλιο, ευχάριστο, διαμπερές ρετιρέ ―κι από κει

το σπίτι ολόκληρο ―ακέραια τη γειτονιά―

τη χώρα συθέμελη ―ει δυνατόν― μαζί με τους κατοίκους,

που έχτισαν με το Τίμιο Σπαθί τους

επιδαπέδια ενυδρεία με χρυσόψαρα, πιράνχας και led φωτισμό,

που υποθήκευσαν το μυαλό τους στην Τράπεζα Παρακαταθηκών και Δανείων

και τους το πήρε η Τράπεζα Παρακαταθηκών και Δανείων

και τώρα            δεν         ξέρει     τι

να          το         κάνει,

 

που σταύρωσαν τη χώρα απ’ άκρη σ’ άκρη για να δουν εσένα που δεν είχες ένα όραμα

ή εμένα που δεν είχα ένα όραμα ή αυτόν που δεν είχε ένα όραμα, γιατί ήθελαν να μετρήσουν επακριβώς ποια και κατά πόσο υπήρξε μεταξύ μας η Διαφορά,

που έσβησαν σαν λογοκριμένα καρέ σε υπόγειες αίθουσες προβολών, άλλαξαν γνώμη και πλευρό την ώρα που ξεπιανόταν το Σύμπαν, ξύπνησαν σε απροσδόκητους Αμπελόκηπους,

σύρθηκαν έξω απ’ τα σινεμά μπαϊλντισμένοι από κούφια ρητορική

και χάθηκαν κουτσαίνοντας, αιώνιοι, στους κίτρινους δρόμους,

που φάγανε το στιφάδο της κανονικότητας

ή ψάρεψαν normalité απ’ τον πυθμένα του Έβρου,

που αναποδογύρισαν όλους τους κάδους των Αθηνών γυρεύοντας τον ευρυγώνιο φακό του ονείρου, ή το τετράδιο με τις αγγελικές σημειώσεις ενός προπατορικού μυθιστορήματος,

που χρονομέτρησαν αριστερόστροφα ποιήματα μ’ ένα Rolex-Oyster Perpetual- Cosmograph, πήγαν στην παρουσίαση της 15ης τους συλλογής ―έκαναν εντύπωση―

καλά   ήταν,

που κατέβηκαν στη Λαμία, που τα παίξανε στη Λαμία, και δραπέτευσαν προσωρινά

μα ξαναγύρισαν στη Λαμία κι ανέμεναν εκεί, κάτι απροσδιόριστο, επί ματαίω,

που αγνάντεψαν στη Λαμία και στοχάστηκαν ―όσο επιτρέπεται να στοχαστεί

κανείς στη Λαμία― και προσπάθησαν να μονάσουν, μα τελικά το γλέντησαν

με τέσσερις οξυζενέ αηδόνες στην πλατεία Λαού και στην πλατεία Ελευθερίας,

κι έφυγαν για να διερευνήσουν διαφημιστικά οράματα ήσσονος Αποκάλυψης

και τώρα η Λαμία, στις ψησταριές και στα κωλάδικα,

αναπολεί τσικνίζοντας τους ήρωές της,

 

που σνίφαραν φόλα όταν κατάλαβαν-πως-γεννήθηκαν-για-να-πουλάνε-

κινητά- οθόνες αφής- τρέλα-25άρες σύριγγες κι ατελέσφορα-πακέτα συνομιλίας,

αξεσουάρ κομμωτηρίων-κρίκους- τασάκια-φαναράκια-κιμονό απ’ το Κιλκίς-

που πιάστηκαν στα πράσα μ’ ένα τσιγάρο χασίς

κι εξήλθαν δυόμισι χρόνια μετά απ’ τον Κορυδαλλό (όχι του Shelley)

σωστά, επιμορφωμένα πρεζόνια,  που σάλταραν

μέσα σ’ άδεια εμπορικά βαγόνια κι έπαιξαν πρέφα με τα δελτάρια αποστολής,

που ξεχάστηκαν μήνες και χρόνια κάτω από θερμογόνα σώματα αργοπίνοντας κουτσομπολιά, αναδεύοντας αφρόψαρα της Αρετσούς με πετονιές της Προποντίδας,  ενίοτε κάνοντας : Ααααααααααα….! για λέγε-για λέγε- για πες-για λέγε- για πες-για λέγε-μελαγχολία έχουμε; φιλτράκια έστω;-για λέγε-για λέγε-για πες-

 

που προδόθηκαν από αγνά λαϊκά φουστανάκια, στιχατζήδες της εργατιάς, μεσούλες γυμνές έντεχνων γλυκών του κουταλιού με το δίσκο, μεσάζοντες, λογοκριτές, λαμέ βραδιές για νεολαίες ποιμενικές, νοικοκυριά, εξοχικά, κλέφτικα, ενοχικά, εύγλωττα γιλεκάκια, Πρέβεζες, χρεολύσια, λάμιες, εικονοστάσια, φτηνό Johnny Red της Καλλιθέας για αυτοτύφλωση, free press, πρωτοχρονιές σε γέφυρες γοτθικές, κατσαδιασμένοι απ’ την αφή ―κι αμπαρωμένοι σ’ αγκαλιές― δίχως χέρια

 

που φόρεσαν γραβάτες φανταχτερές μες στα δικά τους αμοργιανά καλοκαίρια

και κρεμάστηκαν απ’ αυτές και κανένας δεν νοιάστηκε,

που πολέμησαν το ποσοστιαίο κτήνος,

το κτήνος της αδήλωτης καταστολής

το κτήνος των ποδοπατημένων ψιθύρων

κι απέμειναν τρελοί στην άκρη του δρόμου

ψελλίζοντας μιαν απτάλικη, στερητική προσευχή,

με την απόλυτη καρδιά του ποιήματος της Ζωής

ξεβρασμένη από τα ίδια τους τα κορμιά,

τροφή καλή

για δέκα εκατομμύρια  Πιόνια.

Αναδημοσίευση από: http://skourkos2012.blogspot.ca/2013/10/blog-post_30.html

Hans Magnus Enzensberger (ποίηση)

enze

4 ποιήματα από το υπό διαμόρφωση ανθολόγιο “Η Ιστορία των Νεφών και Άλλα ποιήματα “ (εκδ. Πανοπτικόν)

Μετάφραση: Γιώργος Πρεβεδουράκης

 

Κάποια Μέρα

Ο Rambo, συνεπαρμένος από τον πυρετό της καλής πρόθεσης, προσφέρει

το τελευταίο του γιαούρτι σε ένα βρέφος.

ο νταβατζής υποκύπτει στα θέλγητρα της μονογαμίας .

ο Δρ Frankenstein (MIT) σβήνει τον κώδικα αναφοράς του

και πάει να δουλέψει για τον Ερυθρό Σταυρό στο Μπουρούντι.

με έναν αναστεναγμό ανακούφισης ο καρμοίρης

πετάει στη φωτιά το θησαυρό του

(μια συλλογή γραμμάτων από το μέτωπο)

ο τύραννος έχει μπουχτίσει από όλα τα βασανιστήρια

κι εφεξής αποφασίζει να καλλιεργεί ραπανάκια. Ωστόσο,

 

όλοι οι υπόλοιποι συνεχίζουν τον χαβά τους.

(‘Η Ιστορία των Νεφών’/ ‘Die Geschichte Der Wolken’, εκδ. Suhrkamp, 2003)

 

Ημερήσια Διάταξη

Να τηλεφωνήσω στον λογιστή, να δουλέψω και λίγο.

Να στοχαστώ γύρω από τη φωτογραφία μιας γυναίκας

που έβαλε τέλος στη ζωή της.

Να ψάξω πότε πρωτοεμφανίστηκε η λέξη Feindbield.

Να παρατηρήσω τις φυσαλίδες που πέφτουν στο πλακόστρωτο

από την ξαφνική νεροποντή

και να ανασάνω την υγρασία.

Να καπνίσω, βεβαίως, βλέποντας τηλεόραση, με κλειστή τη φωνή.

Να αναρωτηθώ από πού να προήλθε το σεξουαλικό γαργαλητό

στη μέση μιας ανιαρής συνεδρίας.

Να σκεφτώ την Αλγερία για εφτά λεπτά.

Να βρίσω χωρίς αναστολές σαν ένα δωδεκάχρονο

για ένα σπασμένο νύχι.

Να αναπολήσω ένα συγκεκριμένο βράδυ,

πριν από είκοσι ένα χρόνια, Ιούνιο μήνα,

όπου ένας μαύρος πιανίστας έπαιζε chachacha

και κάποιος έκλαιγε οργισμένος.

Να μην ξεχάσω να αγοράσω οδοντόκρεμα.

Να προβληματιστώ γιατί  eπ  = -1.

Να αναρωτηθώ γιατί ποτέ ο Θεός δεν αφήνει

τους ανθρώπους σε ησυχία, και αντιστρόφως.

Να αλλάξω τη λάμπα της κουζίνας.

Να μεταφέρω με σεβασμό το άψυχο, βρεγμένο και αναμαλλιασμένο

σώμα του κορακιού απ’ το μπαλκόνι.

Να παρατηρήσω τα σύννεφα, ναι, τα σύννεφα.

Και να κοιμηθώ, βεβαίως, να κοιμηθώ.

*Feindbield. :η στερεοτυπική εικόνα, ιδέα, αντίληψη ενός (ή του) εχθρού.  

(από τη συλλογή ‘Ελαφρότερα του Αέρα’/ ‘ Leichter Als Luft’, εκδ. Suhrkamp, 1999)

 

Καθιστική Διαμαρτυρία 

Ο Βούδας το βάζει στα πόδια.

Ο κλητήρας τρέχει ξοπίσω του.

Τ’ ακίνητα αστέρια κοχλάζουν.

Η Πρόοδος σπαρταρά στον παράλληλο δρόμο.

Το σαλιγκάρι χάνει τον προορισμό του.

Η ρουκέτα κουτσαίνει.

Η αιωνιότητα ανασηκώνεται για το τελευταίο της σκίρτημα.

 

Εγώ δεν σαλεύω.

(από τη συλλογή ‘Κιόσκι’/ ‘Kiosk’, εκδ. Suhrkamp, 1995)

 

Παλιά Επανάσταση

Ένα σκαθάρι που ξαπλώνει ανάσκελα.

Τα αρχαία αιματηρά ίχνη είναι ακόμα εδώ, στο Μουσείο.

Δεκαετίες που παριστάνουν τα πτώματα.

Μια ξινή οσμή αναβλύζει από τα στόματα τριάντα Υπουργείων.

Στο ξενοδοχείο Nacional τέσσερις νεκροί μουσικοί

παίζουν κάθε νύχτα το ταγκό εκείνο του ’59:

Quizásquizásquizas.

 

Στο μουρμουρητό της τροπικής προσευχής

η ιστορία παραπαίει νυσταλέα. Μόνο η λαχτάρα

για οδοντόκρεμα, λαμπτήρες

και μακαρόνια, κείτεται άγρυπνη

ανάμεσα σε σεντόνια υγρά.

 

Ένας παράφρων υπνοβάτης μπροστά από δέκα μικρόφωνα

διακηρύττει στο κουρασμένο του νησί:

Μετά από εμένα το χάος.

Τα καταφέραμε.

Το λάδι γυαλίζει πάνω στα πολυβόλα.

Η ζάχαρη κολλάει στα πουκάμισα.

Ο προστάτης τα τίναξε.

 

Με λαχτάρα ο γερασμένος πολεμιστής

σαρώνει τον περίγυρο για κάποιον επιδρομέα.

Όμως δεν υπάρχει κανείς στον ορίζοντα. Ακόμα κι ο εχθρός

τον έχει ξεχάσει.

(από τη συλλογή ‘Μουσική του Μέλλοντος’ / ‘Zukunftsmusik’  εκδ. Suhrkamp, 1991)

Αναδημοσίευση από: http://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2013/11/03/hans-magnus-enzensberger/#more-2009

Στρατής Τσίρκας, Ισπανικό Ορατόριο

tsirkas1

ΙΣΠΑΝΙΚΟ ΟΡΑΤΟΡΙΟ

1939

 

Μια μέρα ήρθαν και μου ‘παν:

– Τι χάνεις τον καιρό σου με θέματα επίκαιρα; Ο Ισπανικός αγώνας είναι ένα «επεισόδιο». Θα περάσει και θα ξεχαστεί. Μαζί του θα σβήσουν κι οι στίχοι σου. Γιατί δεν τραγουδάς καλύτερα κάτι για τις Αθάνατες Αλήθειες και την Αιώνια Ομορφιά;

Κι απάντησα:

Ηλίθιοι!…

Σα να μην ξέρετε

πως η Αιώνια Ομορφιά,

ολόγυμνη,

άδραξε το ντουφέκι, βγήκε στα βουνά

και πολεμάει.

Το ζαχαρένιο της γόνι

ολόγυμνο λιώνει

στις λάσπες των χαρακωμάτων

και το λευκό της στήθος

ολόγυμνο φουρτούνιασε καθώς τα στέρνα

των κάτασπρων φαριών της Αποκάλυψης.

Σαν να μη βλέπετε την Ισπανία

που σαν ζυλβερνική βολίδα

εβγήκε από την τροχιά της γης

και με τ’ αβυσσαλέο της στόμα,

τη φλεγόμενη κόμη της,

τα ματωμένα της πέλματα

και τις δρωμένες της μασχάλες

στριφογυρίζει στο διάστημα

κραυγάζοντας.

Σα να μην ξέρετε πως ίσαμε

σε στάχτες κι αστέρια διάττοντα

να σκορπίσει ο πλανήτης τούτος,

την ψυχή και την σάρκα μας

κρυφό θα τις τρώει μαράζι,

για όσα δεν έγιναν,

για όσα δεν ακούστηκαν

για την Μαδρίτη

την ώρα που έπρεπε.

Τόσες κραυγές και κατάρες και τόσες

μανάδες τρελές κι αξεδίψαστες κόρες

και χέρια κομμένα και μάτια περίτρομα

στους αμείλιχτους καρφωμένα ουρανούς,

πικράναν το ψωμί που τρώμε

θολώσαν το νερό που πίνουμε

και σπάσαν το λαγήνι των ονείρων μας.

***

Αύγουστος του Τριανταέξι. Χαράματα.

Κάποιον ανήφορο ανεβαίνω.

Στην ούγια του ένα δέντρο φορτωμένο

με κόκκινα λουλούδια, σαν κραυγές.

Ο ουρανός τόσο κοντά και πίσω

μαντεύω τη θάλασσα μας’ ακρογιάλι.

Στην αμμουδιά του ένα κορίτσι περιμένει…

Κείνο το ίδιο πρωινό

πέντε χιλιάδες μιναδόροι του Οβιέντο

ξεκινούν πάνω σε φορτηγά αυτοκίνητα

να διαφεντέψουν τη Μαδρίτη.

Παράτησαν μας λύκους τα παιδιά και τα σπίτια μας

για την Καρδιά του Κόσμου.

Κι έτσι πέντε χιλιάδες μιναδόροι

περιπλανώμενοι στα μονοπάτια μας Καστίλλιας

μπήκαν ομαδικά

                      στην λεωφόρο μας Ιστορίας.

Εκείνο το κορίτσι στ’ ακρογυάλι;

Είναι η γυναίκα μου.

Θέλω να πω: η ζωή μας

είναι σημαδεμένη τώρα με σινιάλα

σαν εφιαλτική κι ατέλειωτη λεωφόρο.

Ιρούν, Τολέντο, Μάλαγκα, Αλμερία,

Μπανταχόθ, Μπιλμπάο, Γκιχόν,

Βαρκελώνη, Χερόνα, Φιγκουέρας,

Μαδρίτη, Μαδρίτη, Μαδρίτη…

Ανάμεσα μας μπλέχτηκε

σαν το φτενό στημόνι μας αράχνης

ο δακρυσμένος μας έρωτας.

Τα χρόνια θα περάσουν, θα λέμε:

Τη μέρα του ξολοθρεμού μας Γκουέρνικας

στεφανωθήκαμε.

Κι ο νους μας θα πηγαίνει

όχι στα λεμονάνθια και το ρύζι

αλλά στα πτώματα.

***

Επίσημο ανακοινωθέν:

Μέτωπο Ρίο Γκανταρράμα

Ο Αντόνιο Κολ, ένας ναύτης –

(Συνδικαλιστική Διεθνής Εργατών Θαλάσσης,

ψηλά το κεφάλι: «ένας ναύτης…»)

ολομόναχος

ζωσμένος με τα εκκωφαντικά μπράτσα

λίγων πακέτων δυναμίτη –

(Χαρά στην αφροδίσια ζώνη του,

χαρά στην ορμή των νεφρών του) –

τίναξε δώδεκα τανκς

πριν σκοτωθεί.

Τέτοια λουλούδια εκρηχτικά,

τέτοια βεγγαλικά τριαντάφυλλα,

τελείες και κόμματα στις γραμμές

της νέας Κοσμογονίας που γράφεται

σαβανώνουν

τη σκοτεινόχρωμη πουκαμισοφορούσαν ύδρα.

***

Σε μια ταβέρνα καταλανική .

Χορεύουν.

Με το μοναδικό του χέρι

σφίγγει τη μέση της γυναίκας. Χαμογελά.

Κι εκείνη καμαρώνει τη στολή, τ’ άδειο μανίκι.

Ρωτά. Κι η απάντηση,

μια λέξη,

λιτή, σκληρή, κι ακατάλυτη σαν Πυραμίδα:

Τερουέλ!

***

Μαδρίτη. Γεύμα επίσημο.

Τρακόσιοι καλεσμένοι. Αντιπρόσωποι

της Διεθνούς Εργατικής Βοήθειας

τρώνε:

                                     Φακή

                                     Ελιές

                                     και Ψωμί.

Κάτι δε λείπει;

«Στα όργια των έρυθρων…»

κάτι δε λείπει;

Μα ήρθε κι αυτό

από την οροφή.

Πρέπει να δείτε τις φωτογραφίες…

Πλάι στ’ ανέγγιχτα πιάτα, στα τραπεζομάντιλα

και καταγής

και καταγής

κάτι λεκέδες σκοτεινοί…

– Το κρασί που τους έλειπε!

Σκεπάζω τα μάτια μου.

Θυμάμαι το βιβλικό εκείνο:

«Σίτον, οίνον και έλαιον».

Κύριε, Κύριε του ελέους και των οικτιρμών,

Εσύ που ξεδίψασες τους μεθυσμένους του Κανά,

πως ήταν δυνατό ν’ αφήσεις αγλύκαντα

τα πιο καλά παιδιά της Οικουμένης;

«Ουρανόθεν επέμπετο – υπό μορφήν οβίδος»

ευλογημένης από τον Πάπα και τους παπάδες του.

***

Ελάτε το λοιπόν κάτι να πούμε

Για τις Αθάνατες Αλήθειες και την Αιώνια Ομορφιά.

                       «Η εκστατική μελαγχολία

                       μετουσιώνει την ανάμνηση

                       των ριγηλών ερώτων…»

ή αν θέτε:

                      «Κείνο το θάμα τ’ απονύχτερο

                       με τ’ ολοστρόγγυλο φεγγάρι

                      πάνω απ’ τ’ ακύμαντα νερά…»

Με μια πλατιά χειρονομία μουντζώνω

την «ποίηση», το ρυθμό και τους νόμους της.

Αφήστε με! Αφήστε τη φωνή μου

γιομάτη πένθος, φλόγα και χολή

να τραγουδήσει όπως μπορεί,

να τραγουδήσει τους χαιρετισμούς της.

Χαίρε, ω χαίρε Μαδρίτη αλύγιστη

στων εχθρών και στων φίλων τα στίφη.

Το αίμα σου,

Θρεμμένο από το λίβα των μαυριτανικών ερήμων

και τη δροσιά των νερών που κλυδώνισαν

καραβέλες αλήτισσες, δεν το ρούφηξαν

των τηλεβόλων τα χαίνοντα στόματα,

με τα κομψά πορτοφόλια

του Παρισιού και του Σίτυ.

Χαίρε, ω χαίρε Μαδρίτη, τάφε του μίσους,

της εκδίκησης, χαίρε, αστείρευτη μήτρα.

Με τα καμάκια όλων των βραχνάδων

σε σταύρωσαν

μέσα στις στέρφες τους νύχτες –

ορφανές από δάκρυα κι αγάπη –

μέσα στην παχυλή τους ανία

τα κατεργάστηκαν.

Χαίρε, ω χαίρε, Μαδρίτη, εγερτήριο

στων λαών το βαρύτατον ύπνο.

Στ’ όνομα σου χιμούν οι γροθιές προς τα πάνω,

ηράκλειες στήλες ελπίδας και δύναμης

κι αλαργεύουνε πέρα τους μαύρους ορίζοντες,

πως αλαργεύει το νερό που βράζει

το πήλινο σκέπασμα.

***

Ισπανία! Φωνάξαμε

μέσα από το βαθύ μας ύπνο.

Ξυπνήσαμε και πάλι

τ’ όνομα σου κραυγάσαμε.

Να, τι δυνήθηκες:

Τον γκρεμό που χωρίζει

τη ζωή απ’ τα όνειρα

να γεφυρώσεις.

Όπως γεφύρωσες τις καρδιές

των πέντε ηπείρων.

Κι όπου να πάμε, όπου να σταθούμε

μες στην ψυχή μας θα φυλάμε σαν άρωμα

την οπτασία της ηρωικής σου εξόρμησης,

Ισπανία,

και μέσα στις βρισιές, τις κραυγές και τα κλάματα

θα ξεχωρίζουμε πάντα τους ήχους

της Κουκαράτσας, του Ριέγκο και της Διεθνούς.

Και τώρα

της ελπίδας ελάτε φωνές

απ’ τα βάθη

της φυλακής, της εξορίας,

των ρημαδιών και των νεκροταφείων.

Τραγουδάτε κιθάρες τσακισμένες

κάτω απ’ τα λαβωμένα λιόδεντρα

και μέσα απ’ τα πυρπολημένα στάχυα.

Φάμπρικες σιωπηρές, νεκρά λιμάνια

και γυμνές γαλαρίες του Πράντο,

μιλάτε!

***

Τη βαθιά και βαριά μας πληγή θεραπεύει

όλο φως και τραγούδια κι ελπίδα ένα χάδι.

Μετερίζι βαστάμε στης λήθης τα ερέβη,

των αγώνων η ανάμνηση, φλόγα και λάδι,

να ζήσει. Σκληροί και βουβοί πιλατεύουμε

την απέραντη δίψα μας, δίψα γι’ αγάπη

και παγκόσμια χαρά. Και δεν τα μολεύουμε

στους κρουνούς της μαγάρας, που μαύρο δρολάπι

ξαπολά πάνωθε μας, τα λαύρα μας χείλη.

Ένα γύρον οι κάμποι βουίζουν ακόμα

απ’ τα νέα τραγούδια. Συντρόφοι και φίλοι

τα σκόρπισαν σκυμμένοι στο λεύτερο χώμα.

Κι ω τα χέρια,

τ’ ατσαλένια χέρια, που αντάμα

δρεπάνι, ντουφέκι, σφυρί και κοντύλι

κρατήσαν.

Γήινα χέρια!

Τριών χρόνων ελεύτερη

κι υπεράνθρωπη ζήση

τους φτάνει

της χαράς

που ξανάρχεται

να φυλάξουν

τη γέψην

ακέρια.

Για την Άνοιξη,

για ν’ ανθίσουν κι οι πέτρες,

για τη χαρά που γευτήκαμε χτες,

για να την καταχτήσουμε ξανά,

για πάντα, για όλους και παντού,

ψηλά,

ψηλά τις καρδιές μας

και τις γροθιές.

Μας μένει πάντα

μια δέσμη ξανθά στάχυα

κι ένα άστρο αυγερινό.

***

Τα μάτια που λαβώθηκαν τα σκότη ν’ αντικρίζουν,

τα σκότη και τον όλεθρο, τις τριλογίες του πένθους,

να τα γιατρέψει πως μπορεί μια δέσμη ξανθιά στάχυα

κι ένα άστρο αυγερινό;

Στάχυα της νέας συγκομιδής, στάχυα μεστά του Οχτώβρη,

που κυματίζετε πλατιά στα πόδια του άγριου δάσου,

τις ρίζες σας ποια δύναμη, ποια δίψα τις ποτίζει,

πούθε βυζαίνετε το φως και με τ’ αγνάντεμα σας

αναστυλώνονται οι καρδιές κι οι στεναγμοί ξεχνιούνται;

Κι άστρο λαμπρό της νέας αυτής και των καινούργιω ελπίδω

σημάδι παρηγορικό σαν άνθι μυγδαλιάς

φλόγα λευκή στην παγωνιά των γκρίζων οριζόντων,

πως αρμενίζεις λαγαρό σε μουσικούς αιθέρες

και δε σε σβήνουν οι κραυγές του κόσμου που πεθαίνει;

Ελάτε σάλπιγγες χαλκές και μπρούτζινες καμπάνες,

κόκκινες φλόγες των βιολιών και γαλανές των μπάσων

κι ω τσίμπαλα γιορτάσιμα και πιάνα λυγμικά,

κραυγές της μάνας θάλασσας κι αδερφικές φωνές,

μαζί να τραγουδήσουμε – πόσο είναι ο κόσμος νέος.

Σαν έφηβος είκοσι δυο χρονών αργανεβαίνει

την ανηφόρα των καιρών, τις σκάλες των αιώνων.

Κάθε μιλιά του κεραυνός, κάθε σιωπή του κρίνος

και κάθε αχνάρι του βαριά πλάκα στα περασμένα.

Δέντρα, πουλιά και σύννεφα, ποτάμια, καταρράχτες,

πέλαγα καραβόδαρτα κι έρημοι ωκεανοί,

ανοίγουν με θαμασμό – πόσο είναι ο κόσμος νέος!

Σαν έφηβος είκοσι δυο χρονών αργανεβαίνει

κι όλες της γης οι ομορφιές τον περιτριγυρίζουν.

Τώρα μαθαίνουν τα πουλιά να γλυκοτραγουδούνε,

τώρα μαθαίνουμε και μεις πως την κερδίζουν τη χαρά,

την αβασίλευτη χαρά, της λευτεριάς την κόρη

κι οδεύουμε τρεκλίζοντας. Τόσο είναι ο κόσμος νέος.

Αναδημοσίευση από: http://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2013/10/20/stratis-tsirkas-ispaniko-oratorio/