Category Archives: Αναρχισμός

Οικοδομώντας την αυτονομία στην Τουρκία και το Κουρδιστάν: συνέντευξη με την Αναρχική Επαναστατική Δράση (DAF)

Σ’ αυτή τη συνέντευξη η αναρχική συλλογικότητα DAF (Αναρχική Επαναστατική Δράση-Devrimci Anarşist Faaliyet) περιγράφει την ιστορία  του αναρχισμού στην Τουρκία, τις πρωτοβουλίες της στον αντι-καπιταλιστικό αγώνα και το κίνημα για την ελευθερία του Κουρδικού λαού. Η συνέντευξη δόθηκε τον Μάιο του 2015 σε ερευνητές του Corporate Watch (μια ανεξάρτητη ερευνητική ομάδα που διεξάγει έρευνες για τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις των μεγάλων εταιριών και τις εξουσίες τους) οι οποίοι ταξίδεψαν στην Τουρκία και το Κουρδιστάν στα πλαίσια μιας έρευνας για τις εταιρίες που παρέχουν στρατιωτικό εξοπλισμό στην αστυνομία και τον τουρκικό στρατό. 

meydangazetesidaf7haziran1024x683

 

DAF: Θα θέλαμε να ξεκινήσουμε υπογραμμίζοντας  τη σχέση ανάμεσα στον αγώνα για την ελευθερία στο τέλος της Οθωμανικής περιόδου και τον αγώνα για την ελευθερία του Κουρδιστάν.

Κατά την Οθωμανική περίοδο, οι αναρχικοί οργάνωναν τους εργατικούς αγώνες στις κυριότερες πόλεις: Θεσσαλονίκη, Σμύρνη, Ιστανμπούλ και  Κάιρο.  Παραδείγματος χάρη, ο Μαλατέστα συμμετείχε  στην οργάνωση των βιομηχανικών εργατών στο Κάιρο. Οι απελευθερωτικοί αγώνες στην Αρμενία, τη  Βουλγαρία και την  Ελλάδα είχαν διασυνδέσεις με  αναρχικές ομάδες.  Ο Alexander Atabekian, μια σημαντική προσωπικότητα του απελευθερωτικού αγώνα της Αρμενίας, ήταν ένας αναρχικός που μετέφραζε και διακινούσε (ελευθεριακά) κείμενα στα αρμένικα.  Ήταν φίλος του Κροπότκιν του οποίου διέδιδε τα αναρχικά κείμενα.

Αναφερόμαστε σε αυτά για να υπογραμμίσουμε τη σημαντικότητα των απελευθερωτικών αγώνων και να κάνουμε ένα παραλληλισμό με τη σημαντικότητα της υποστήριξης του αγώνα των Κούρδων.

Corporate Watch: Τι συνέβη στους αναρχικούς  μετά την Οθωμανική περίοδο;

Προς το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στα τέλη του 19ου αιώνα, ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β’ κατέστειλε τις δράσεις των αναρχικών στην Τουρκία.  Γνώριζε ποιοι ήταν οι αναρχικοί  και τους επιφύλαξε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σκότωσε ή εκτόπισε τους αναρχικούς και ίδρυσε γι’ αυτό το σκοπό μια ειδική αστυνομική υπηρεσία.

Οι αναρχικοί απάντησαν με επιθέσεις στο Ανάκτορο Γιλντίζ (Yildiz Sarayi) και βομβιστικές ενέργειες στην Οθωμανική Τράπεζα στη Θεσσαλονίκη.

Η μορφή όμως κυβέρνησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν τέλειωσε με τη γέννηση της Τουρκικής δημοκρατίας (republic). Το φέσι από τότε δεν υπάρχει πια, το σύστημα όμως παρέμεινε το ίδιο.

Από την αρχή του (Κεμαλικού) Τουρκικού Κράτους το 1923, πολλοί αναρχικοί και άλλοι ριζοσπάστες αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν ή δολοφονήθηκαν. Το CHP, το κόμμα του Μουσταφά Κεμάλ, δεν ανεχόταν καμία αντιπολίτευση και συνέβησαν επίσης  σφαγές Κούρδων.

Από το 1923 έως το 1980 δεν υπήρξε ένα αξιόλογο αναρχικό κίνημα στην Τουρκία εξαιτίας της δημοτικότητας των σοσιαλιστικών κινημάτων και της καταστολής εκ μέρους του κράτους.

Το κύμα των επαναστάσεων από τη δεκαετία του ’60 έως τη δεκαετία του ’80 είχε ένα αντίκτυπο και σε αυτά τα μέρη.  Ήταν τα δραστήρια χρόνια των κοινωνικών κινημάτων. Σ’ αυτή την περίοδο υπήρξαν αντι-ιμπεριαλιστικά επαναστατικά κινήματα  ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ , οργανώσεις νέων, καταλήψεις πανεπιστημίων και αυξανώμενοι εργατικοί αγώνες. Αυτά τα κινήματα  ήταν μαρξιστικά-λενινιστικά ή μαοϊκά, όμως δεν υπήρχαν αναρχικά κινήματα.

Το 1970 ήταν η μακρά περίοδος ενός μεγάλου εργατικού αγώνα.  Εκατομμύρια εργάτες περπάτησαν πάνω από εκατό χιλιόμετρα από το Κοτσαέλι  στην Ιστανμπούλ. Τα εργοστάσια έκλεισαν και όλοι οι εργάτες κατέβηκαν στους δρόμους.

Υπήρχε κάποιο σημάδι του αναρχισμού εκείνη την περίοδο στην Τουρκία;

Εκείνα τα χρόνια μεταφράστηκαν στην τουρκική γλώσσα πολλά βιβλία του ευρωπαϊκού ριζοσπαστισμού, αλλά μόνο 5  βιβλία μεταφράστηκαν για τον αναρχισμό, εκ των οποίων τα τρία ασκούσαν κριτική στον αναρχισμό.

Όμως κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής περιόδου υπήρχαν πολλά άρθρα στις εφημερίδες. Παραδείγματος χάρη, ένας από τους τρεις εκδότες της εφημερίδας İştirak ήταν αναρχικός. Η εφημερίδα δημοσίευε κείμενα του Μπακούνιν, όπως επίσης άρθρα για τον αναρχοσυνδικαλισμό.

Το πρώτο αναρχικό περιοδικό εκδόθηκε το 1989. Ακολούθησαν κατόπιν πολλά περιοδικά που αντιμετώπιζαν τον αναρχισμό από διαφορετικές οπτικές, παραδείγματος χάρη τον μεταδομισμό, την οικολογία κ.α.

Κοινό τους χαρακτηριστικό ήταν ότι γράφονταν για ένα μικρό κύκλο διανοουμένων. Η γλώσσα αυτών των περιοδικών ήταν πολύ απομακρυσμένη από τον κόσμο. Οι περισσότεροι που εμπλέκονταν συνδέονταν με το πανεπιστημιακό και ακαδημαϊκό περιβάλλον. Ή ήταν πρώην σοσιαλιστές που είχαν επηρεαστεί από την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία προκάλεσε μια μεγάλη απογοήτευση σε πολλούς σοσιαλιστές. Τότε πολλοί άρχισαν να αυτοπροσδιορίζονται ως αναρχικοί,  εμείς όμως δεν θεωρούμε ότι αυτός είναι ένας σωστός τρόπος να προσεγγίσεις τον αναρχισμό,  με άλλα λόγια μόνο σαν μια κριτική στον σοσιαλισμό.

Ανάμεσα στο 2000 και το 2005 κάποιοι άρχισαν να συναντιούνται στην  Ιστανμπούλ συζητώντας για τον αναρχισμό κι άρχισαν να αναρωτιούνται: ‘’Πώς μπορούμε να αγωνιστούμε;’’.  Εκείνο τον καιρό υποθέτω ότι υπήρχαν πάνω κάτω 50 έως 100 αναρχικοί σε όλη την Τουρκία και το εξωτερικό.

Μπορείς  να μας εξηγήσεις  πώς είναι σήμερα οργανωμένη η DAF;

Τώρα, για την πρωτομαγιά στην Ιστανμπούλ συγκεντρωνόμαστε 500 αναρχικοί. Έχουμε επαφές με αναρχικούς στην Αττάλεια , το Εσκισεχίρ, το Άμεντ, την Άγκυρα, τη Σμύρνη. Η εφημερίδα μας (Meydan) διανέμεται σε 15 με 20 πόλεις. Έχουμε μια ομάδα σύνταξης στην πόλη Άμεντ, η οποία διανέμει την εφημερίδα σε όλο το Κουρδιστάν. Μέχρι στιγμής γράφουμε στην τουρκική, αλλά πιθανώς μια μέρα, αν τα καταφέρουμε, θα βγούμε και στην κουρδική γλώσσα. Στέλνουμε την εφημερίδα και στις φυλακές.  Έχουμε ένα σύντροφο στη φυλακή στη Σμύρνη και στέλνουμε την εφημερίδα σε περισσότερους από 15 άλλους φυλακισμένους.

Μερικούς μήνες πριν απαγορεύτηκαν οι ριζοσπαστικές εκδόσεις στις φυλακές. Συμμετείχαμε σε διαδηλώσεις έξω από τις φυλακές και καταφέραμε να ασκήσουμε αρκετή πίεση ώστε να επιστρέψουν ξανά οι εφημερίδες στις φυλακές.

Το βασικό πρόβλημα για την DAF είναι η οργάνωση του αναρχισμού μέσα στην κοινωνία. Προσπαθούμε να κοινωνικοποιήσουμε τον αναρχισμό με τους αγώνες στους δρόμους. Αυτό είναι το σημαντικό για εμάς. Για σχεδόν εννέα χρόνια κάναμε ακριβώς αυτό.

Στο ιδεολογικό επίπεδο έχουμε μια ολιστική προοπτική. Δεν έχουμε μια ιεραρχική οπτική των αγώνων. Θεωρούμε ότι οι αγώνες των εργαζόμενων είναι σημαντικοί, αλλά όχι πιο σημαντικοί από τους αγώνες των Κούρδων ή τα προβλήματα των γυναικών ή επίσης τα  οικολογικά προβλήματα.

Ο καπιταλισμός προσπαθεί να διαιρέσει αυτούς τους αγώνες. Αν ο εχθρός μας επιτίθεται με ολιστικό τρόπο τότε πρέπει να βρούμε μια ολιστική προσέγγιση.

Η λέξη αναρχία έχει κακή φήμη για την πλειοψηφία της κοινωνίας.  Πολλοί τη συνδέουν με την τρομοκρατία και τις βόμβες. Εμείς θέλουμε να νομιμοποιήσουμε τον αναρχισμό συνδέοντάς τον με τη λογική των αγώνων ενάντια στις εταιρίες  και για την οικολογία.  Κάθε φορά προσπαθούμε να επικεντρωνόμαστε στις σχέσεις ανάμεσα στο Κράτος, τις εταιρίες  και τις οικολογικές ζημιές,  περίπου όπως κάνει και το  Corporate Watch.

Θέλουμε να παρουσιάσουμε την αναρχία ως ένα οργανωμένο αγώνα. Στον κόσμο δείχνουμε στους δρόμους την οργανωμένη προσέγγιση του αναρχισμού.

Από το 1989 έως το 2000 ο αναρχισμός ήταν  ζήτημα εικόνας.  Μαύρα ρούχα, piercing, κούρεμα α λα μοϊκάνα. Αυτό ήταν εκείνο που έβλεπε ο κόσμος.  Μετά το 2000, ξεκίνησαν να βλέπουν τους αναρχικούς ως μέρος των αγώνων των γυναικών και των εργαζόμενων.

Δεν προσπαθούμε να μιμηθούμε τον ευρωπαϊκό αναρχισμό.  Άλλοι αναρχικοί πλησίασαν τον αναρχισμό  μιμούμενοι τον ευρωπαϊκό ή αμερικάνικο αναρχισμό ή σαν  underground  κουλτούρα.  Αν θέλουμε να κάνουμε τον αναρχισμό ένα κοινωνικό κίνημα, όλα αυτά πρέπει να αλλάξουν.

Οι συλλογικότητες που ανήκουν στην DAF είναι οι Νέοι Αναρχικοί, οι Αναρχικές Γυναίκες, το  6A Cafe, η Οικολογική Συλλογικότητα Patika και η Αναρχική Δράση στα Λύκεια (LAF).  Αυτές οι αυτοοργανωμένες  ομάδες  δουλεύουν  μαζί  όμως έχουν τη δική τους διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Οι Νέοι Αναρχικοί δημιουργούν συνδέσμους ανάμεσα στους νέους εργαζόμενους,  τους πανεπιστημιακούς φοιτητές και τους αγώνες τους. Οι Αναρχικές Γυναίκες δραστηριοποιούνται στην πατριαρχία και τη βία ενάντια στις  γυναίκες.  Παραδείγματος χάρη τον προηγούμενο Φεβρουάριο μια γυναίκα δολοφονήθηκε και κάηκε από έναν άντρα. Στις 25 Νοεμβρίου είχαμε μεγάλες διαδηλώσεις ενάντια στη βία κατά των γυναικών.

Η LAF ασκεί κριτική στο σχολικό και εκπαιδευτικό σύστημα και προσπαθεί να κοινωνικοποιήσει αυτή την προσέγγιση μέσα στα λύκεια. Ασχολείται επίσης με οικολογικά και φεμινιστικά θέματα, ανάμεσα στα οποία είναι οι περιπτώσεις όπου γυναίκες δολοφονούνται από τους συζύγους τους.

Η οικολογική συλλογικότητα PATIKA παρεμβαίνει ενάντια στα υδροηλεκτρικά φράγματα στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας ή στο Χασανκέιφ  (όπου βρίσκεται υπό κατασκευή το φράγμα του Ιλισού).  Αρκετές φορές αγωνιζόμαστε για να αποτρέψουμε την υλοποίηση αυτών των σχεδίων.

Το 26A Café είναι ένα αυτοοργανωμένο καφενείο που ασχολείται με την αντικαπιταλιστική οικονομία.  Τα καφενεία άνοιξαν το 2009 στη συνοικία Ταξίμ  και το 2011 στη συνοικία Καντίκιοϊ  (και οι δύο  βρίσκονται στην Ιστανμπούλ). Τα διαχειρίζονται εθελοντές. Ο σκοπός τους είναι να δημιουργήσουν ένα οικονομικό μοντέλο στον τόπο που ζει ο καταπιεζόμενος κόσμος.  Είναι σημαντικό να δείχνεις στον κόσμο συγκεκριμένα παραδείγματα αναρχικής οικονομίας, χωρίς αφεντικά και χωρίς καπιταλιστικούς σκοπούς. Εξηγούμε στον κόσμο γιατί δεν πουλάμε τις μεγάλες καπιταλιστικές μάρκες όπως την Coca Cola. Σίγουρα τα προϊόντα που πουλάμε έχουν μια σχέση με τον καπιταλισμό, όμως πράγματα όπως η Coca Cola είναι το ίδιο το σύμβολο καπιταλισμού. Εμείς θέλουμε να προχωρήσουμε  πέρα από το μποϋκοτάζ των καπιταλιστικών προϊόντων και να κινηθούμε προς εναλλακτικές οικονομίες  και εναλλακτικούς  τρόπους παραγωγής.

Μια άλλη αυτοοργανωμένη ομάδα,  η PAY-DA -‘Μοιρασιά και αλληλεγγύη’- έχει  γραφεία στο Καντίκιοϊ,  τα οποία χρησιμοποιούνται για τις συναντήσεις και το τύπωμα της εφημερίδας  Meydan.  Η PAY-DA  οργανώνει μια λαϊκή κουζίνα τρεις φορές την ημέρα. Είναι ανοικτή στους αναρχικούς και τους συντρόφους. Ο σκοπός της PAY-DA  είναι να γίνει συνεταιρισμός , ανοικτός σε όλους.  Προσπαθούμε να δημιουργήσουμε μια συμφωνία που θα εμπλέκει και τους παραγωγούς των χωριών. Σκοπεύουμε να έχουμε σχέσεις με αυτούς τους παραγωγούς για να τους δείξουμε ένα διαφορετικό οικονομικό μοντέλο. Προσπαθούμε να αναπτύξουμε αυτές τις σχέσεις πέρα από τις συναλλαγές σε χρηματική βάση. Οι παραγωγοί υποφέρουν εξαιτίας της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης.  Βρισκόμαστε στα πρώτα βήματα του συνεταιρισμού και ψάχνουμε να βρούμε παραγωγούς με τους οποίους θα δουλέψουμε μαζί.

Όλα αυτά τα σχέδια συνδέονται με την ιδεολογία της DAF. Αυτό το μοντέλο αντανακλά το δυαδικό μοντέλο οργάνωσης του  Μαλατέστα.

Αυτές είναι αναρχικές οργανώσεις αλλά μερικές φορές μη αναρχικοί συμμετέχουν σε αυτούς τους αγώνες γιατί γνωρίζουν τους οικολογικούς αγώνες ή τους αγώνες των γυναικών κι έτσι στο τέλος μαθαίνουν κάτι περισσότερο για τον αναρχισμό. Πρόκειται για μια  διαδικασία εν εξελίξει.

Ως DAF προσπαθούμε να οργανώσουμε τις ζωές μας. Αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο μπορούμε να έρθουμε σε επαφή με τον κόσμο που καταπιέζεται από τον καπιταλισμό.

Υπάρχει επίσης ο Σύλλογος των Αρνητών Στράτευσης που οργανώνεται μαζί με άλλες ομάδες όχι μόνο αναρχικές. Η δική μας συμμετοχή στο εσωτερικό του σχετίζεται  με την προοπτική μας σχετικά με το Κουρδιστάν.  Κάθε 15 Μαΐου, ημέρα των  αντιρρησιών συνείδησης,  οργανώνουμε  αντιμιλιταριστικές δράσεις  έξω από τις στρατιωτικές βάσεις.  Στην Τουρκία ο στρατός αποτελεί μέρος της εθνικής κουλτούρας.  Αν δεν πας στρατό, δεν θα βρεις δουλειά και θα είναι δύσκολο ακόμη και να παντρευτείς  γιατί το πρώτο πράγμα που σου ζητάνε είναι αν ’’έχεις πάει στρατό’’. Αν έχεις πάει στο στρατό,  τότε είσαι ‘’ένας άντρας’’.  Ο κόσμος βλέπει το Κράτος σαν τη  ‘’Μητέρα Πατρίδα’’.  Όταν παρουσιάζεις ένα βιογραφικό σου ζητάνε να δηλώσεις  πού έχεις πάει στρατό.  Ένα πολύ διαδεδομένο σύνθημα  στην Τουρκία είναι: ‘’Κάθε τούρκος είναι γεννημένος στρατιώτης’’.

Είναι ακόμη ισχυρός ο Κεμαλισμός όπως στο παρελθόν;

Ο Κεμαλισμός είναι ακόμη ισχυρός στα σχολεία, το AKP (το Κόμμα Δικαιοσύνης και  Ανάπτυξης – το κόμμα που βρίσκεται στην κυβέρνηση)  όμως άλλαξε κάποια πράγματα. Το AKP έχει μια διαφορετική προσέγγιση στον εθνικισμό η οποία επικεντρώνεται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.  Δίνει έμφαση στις ‘’οθωμανικές ρίζες’’ της Τουρκίας.  Ο Ερντογάν όμως  λέει ακόμη ότι  είμαστε  ‘’ένα έθνος,  ένα Κράτος,  μία σημαία και μια θρησκεία’’.  Γίνεται ακόμη λόγος για τον Μουσταφά Κεμάλ αλλά πια όχι όπως πριν. Τώρα δεν επιτρέπεται να κριτικάρεις ούτε τον Ερντογάν ούτε τον Ατατούρκ (το όνομα που δόθηκε στον Κεμάλ από τους τούρκους εθνικιστές).  Η απαγόρευση της κριτικής  στον Ατατούρκ είναι ένας  γραπτός νόμος,  ενώ  η απαγόρευση της κριτικής στον Ερντογάν είναι ένας άγραφος νόμος.  Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ακολουθούν αυτούς τους κανόνες.

Μπορείς να μιλήσεις για τη δική σας οπτική σχετικά με τον απελευθερωτικό  αγώνα των Κούρδων;

Οι αγώνες για την ελευθερία των Κούρδων  δεν ξεκίνησαν με τη Ροζάβα.  Ο κουρδικός λαός αγωνίστηκε σκληρά για εκατοντάδες χρόνια ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και το Τουρκικό Κράτος.

Από την αρχή της DAF αντιληφθήκαμε τη σημαντικότητα του Κουρδιστάν για την προπαγάνδα και την εκπαίδευση.

Η οπτική μας συνδέεται με τους αγώνες του λαού για την ελευθερία. Την ιδέα ότι ο λαός μπορεί να δημιουργήσει ομοσπονδίες  χωρίς έθνη, χωρίς Κράτη και χωρίς αυτοκρατορίες. Το Τουρκικό Κράτος λέει ότι το ζήτημα  είναι ένα πρόβλημα των Κούρδων, για εμάς όμως δεν είναι μόνο ένα πρόβλημα των Κούρδων, αλλά ένα ζήτημα των τουρκικών πολιτικών ενσωμάτωσης.  Είναι σαφές ότι από τα πρώτα χρόνια της τουρκικής δημοκρατίας  η ενσωμάτωση των Κούρδων ήταν ακατάπαυστη.  Μπορούμε να το δούμε στην τελευταία σφαγή στο Ρομπόσκι (34 Κούρδοι  σκοτώθηκαν από τα τουρκικά  f16 στις 28 Δεκεμβρίου 2011) κατά τη διάρκεια της ‘’διαδικασίας ειρήνης’’. Το βλέπουμε στην άρνηση της κουρδικής ταυτότητας ή στις επαναλαμβανόμενες σφαγές. Στον εξαναγκασμό του κόσμου να γίνουν Τούρκοι και να ενσωματωθούν  και στην εθνικιστική προπαγάνδα.

Το AKP λέει ότι επέτρεψαν τη λειτουργία  τηλεοπτικών  καναλιών  στην κουρδική  γλώσσα, ότι έδωσαν τη δυνατότητα να μιλιέται η κουρδική γλώσσα, ότι είμαστε όλοι αδελφοί και αδελφές,  αλλά από την άλλη μεριά διέπραξαν σφαγές όπως εκείνη στο Ρομπόσκι η οποία συνέβη ενώ βρίσκονταν στην κυβέρνηση.  Το 2006 υπήρξαν κυβερνητικές πιέσεις στον Ερντογάν σε υψηλό επίπεδο.  Όμως ο Ερντογάν είπε ότι θα τιμωρούσε όλες τις γυναίκες και τα παιδιά που θα εξεγείρονταν ενάντια στις τουρκικές πολιτικές.  Πάνω από 30 παιδιά σκοτώθηκαν από την αστυνομία και το στρατό.

Οι λέξεις αλλάζουν όμως η πολιτική ατζέντα παραμένει η ίδια, μόνο η κυβέρνηση αλλάζει. Εμείς δεν θεωρούμε τους εαυτούς μας Τούρκους. Προερχόμαστε από διαφορετικές εθνικές καταγωγές ανάμεσα στις οποίες είναι και η κουρδική. Η συμμετοχή μας στην αντίρρηση συνείδησης αποτελεί μέρος αυτής της προοπτικής. Θέλουμε να μιλήσουμε με τον κόσμο για να  πείσουμε τους νέους να μην πάνε στο στρατό να σκοτώσουν τα αδέλφια και τις αδελφές τους.

Μετά το 2000 υπήρξε μια ιδεολογική αλλαγή στον απελευθερωτικό αγώνα του Κουρδικού λαού. Οι κουρδικές οργανώσεις δεν αυτοπροσδιορίζονται  πια ως Μαρξιστικές-Λενινιστικές  κι ο Οτσαλάν έχει γράψει πολύ πάνω στον δημοκρατικό συνομοσπονδισμό. Αυτό είναι σημαντικό, όμως όπως και να έχουν τα πράγματα η δική μας σχέση με τον κουρδικό λαό είναι στους δρόμους.

Μπορείς να μας μιλήσεις για την αλληλέγγυα δράση του DAF με τον κόσμο στη Ροζάβα;

Τον Ιούλιο του 2012 στο ξεκίνημα της επανάστασης στη Ροζάβα, ο κόσμος άρχιζε να λέει ότι επρόκειτο για ένα κίνημα ενάντια στο κράτος.  Εμείς του ήμασταν αλληλέγγυοι από την πρώτη μέρα της επανάστασης . Τρία καντόνια ανακήρυξαν την χωρίς κράτος επανάστασή τους.  Εμείς προσπαθούμε να παρατηρούμε και να έχουμε περισσότερες πληροφορίες.  Δεν πρόκειται για μια αναρχική επανάσταση αλλά  για μια κοινωνική επανάσταση διακηρυγμένη από τον ίδιο το λαό.

Η Ροζάβα αποτελεί ένα τρίτο μέτωπο για τη Συρία ενάντια στον Άσαντ, το ISIS και άλλες ισλαμικές ομάδες.  Αυτές οι ομάδες όμως δεν είναι οι μόνες που πρέπει να αντιμετωπίσει η επανάσταση.  Η τουρκική κυβέρνηση υποστηρίζει το ISIS στα σύνορα. Φαίνεται ότι οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίας δίνουν όπλα στο ISIS και άλλες ισλαμικές ομάδες. Ο κουρδικός λαός μέσα σε αυτές τις περιστάσεις διακήρυξε την επανάσταση.

Μετά την επίθεση του ISIS στο Κομπάνι το 2014 πήγαμε στο Σουρούτς.  Αναγκαστήκαμε να περιμένουμε στα σύνορα δεδομένου ότι οι τουρκικές δυνάμεις χτύπαγαν όποιον προσπαθούσε να περάσει. Όταν κάποιος προσπαθούσε να περάσει τα σύνορα προς ή από το Κομπάνι, τον πυροβολούσαν. Εμείς πήγαμε εκεί για να βοηθήσουμε και να  προστατεύσουμε αυτό τον κόσμο.

Τον Οκτώβριο είχαμε μια συγκέντρωση ανθρώπων κοντά στο  Σουρούτς, οι οποίοι πέρασαν τα σύνορα κάτω από τα αέρια που εκτόξευαν τα τουρκικά τεθωρακισμένα.

Από τις 6 έως τις 8 Οκτωβρίου είχαμε διαδηλώσεις αλληλεγγύης στο Κομπάνι σε όλη την Τουρκία. Ο Kader Ortakya, ένας τούρκος σοσιαλιστής υποστηρικτής του Κομπάνι σκοτώθηκε ενώ προσπαθούσε να περάσει τα σύνορα.

Εμείς βοηθούσαμε τους ανθρώπους. Μερικοί περνούσαν  τα σύνορα στο Κομπάνι και δεν είχαν κανένα κατάλυμα. Βρήκαμε σκηνές, τροφή και ρούχα για εκείνους. Μερικές φορές οι στρατιώτες έρχονταν στα χωριά με δακρυγόνα και αντλίες νερού και αναγκαζόμασταν να μετακινηθούμε.  Μερικοί πέρασαν τα σύνορα ψάχνοντας τις οικογένειές τους κι εμείς τους βοηθήσαμε.  Άλλοι ήρθαν με σκοπό να περάσουν τα σύνορα και να πάνε να πολεμήσουν κι εμείς τους βοηθήσαμε.  Εμείς φοράγαμε μπλούζες με το όνομα της DAF.

Οι  YPG (οι Μονάδες Λαϊκής Άμυνας της Ροζάβα) και  YPJ (είναι η γυναικεία πολιτοφυλακή)  αγωνιζόμενες τη μια μέρα μετά την άλλη έδιωξαν το ISIS. Ο λόφος του Μιστενούρ ήταν πολύ σημαντικός για το Κομπάνι. Αφού κατακτήθηκε από τις μονάδες των  YPG και YPJ μερικοί ήθελαν να επιστρέψουν στο Κομπάνι. Όταν γύρισαν βρήκαν τα σπίτια κατεστραμμένα από το ISIS. Κάποια σπίτια είχαν ναρκοθετηθεί  και αρκετοί σκοτώθηκαν από τις νάρκες. Οι νάρκες πρέπει να αφαιρεθούν, αλλά ποιος μπορεί να το κάνει και πώς; Ο κόσμος έχει ανάγκη από βοήθεια και καινούργια  σπίτια. Υπήρξαν συναντήσεις και συζητήσαμε πώς να βοηθήσουμε το Κομπάνι. Διοργανώσαμε μια τέτοια συνάντηση δύο εβδομάδες πριν στην πόλη ‘Αμεντ.

Ποια είναι η θέση σας σχετικά με τις εκλογές;

Εμείς δεν πιστεύουμε στην κοινοβουλευτική δημοκρατία. Πιστεύουμε στην άμεση δημοκρατία. Δεν υποστηρίξαμε το HDP στις εκλογές,  αλλά έχουμε αλληλέγγυες σχέσεις στους δρόμους.

Η Έμμα Γκόλντμαν έλεγε ότι αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν κάτι θα ήταν παράνομες. Υπάρχουν ικανά άτομα μέσα στο HDP που λένε σωστά πράγματα, όμως εμείς υποστηρίζουμε ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να είναι καλή γιατί το εκλογικό σύστημα δεν είναι εξισωτικό.

Στη Ροζάβα δεν την ονομάζουν αναρχική επανάσταση, αλλά δεν υπάρχει κυβέρνηση, δεν υπάρχει Κράτος κι ούτε ιεραρχία, γι’ αυτό εμείς  τους πιστεύουμε και δίνουμε όλη μας την αλληλεγγύη.

Μπορείς  να μας πεις κάτι σχετικά με τις βόμβες στο Σουρούτς (ερώτηση που έγινε μέσω mail μετά την αρχική συνέντευξη).

Πάνω από 30 νέοι που ήθελαν να συμμετάσχουν στην ανοικοδόμηση του Κομπάνι σκοτώθηκαν από μια επίθεση του ISIS. Αυτή η ενέργεια ήταν σαφώς οργανωμένη από το Τουρκικό Κράτος. Το οποίο δεν έκανε τίποτα για να την αποφύγει κι ας είχε πληροφορίες ένα μήνα πριν.  Επιπλέον, μετά την έκρηξη, το Κράτος επιτέθηκε στη Ροζάβα και ολοκλήρωσε επιχειρήσεις ενάντια σε πολιτικές οργανώσεις στην Τουρκία. Τώρα υπάρχουν πολλές επιχειρήσεις και πολιτικές πιέσεις στους αναρχικούς και τους σοσιαλιστές  όπως και στις κουρδικές οργανώσεις.  Χρησιμοποιούν τις εκρήξεις σαν δικαιολογία για να ολοκληρώσουν  την πολιτική καταστολή και στο εσωτερικό και το εξωτερικό επίπεδο.

Χάσαμε 33 συντρόφους, φίλους που αγωνίζονταν για την επανάσταση στη Ροζάβα ενάντια στην κρατική καταστολή, ενάντια στην άρνηση και την πολιτική των σφαγών.  Υπάρχουν άνθρωποι που δολοφονήθηκαν από το Κράτος, το ISIS και από άλλες δυνάμεις. Όμως η αντίστασή μας δεν θα σταματήσει, ο αγώνας μας θα συνεχιστεί, όπως πάντα στην ιστορία.

Μετάφραση Ν.Χ

Η μετάφραση έγινε από τα ιταλικά. Πηγές:

 http://znetitaly.altervista.org/art/18421

http://alternativalibertaria.fdca.it/wpAL/blog/2015/12/28/1527/

https://roarmag.org/essays/turkey-kurdistan-anarchist-struggle/

Η κοινωνική οικολογία, το Κουρδιστάν και οι Απαρχές της Ελευθερίας, της Eleanor Finley

Kurdistan2

(Μία κούρδισα και η συγγραφέας δείχνουν τα τατουάζ τους. Τα τατουάζ απαγορεύονται από τον ισλαμισμό, αλλά είναι ένα  στοιχείο του ζωροαστρισμού που έχει διατηρηθεί στην κουρδική κουλτούρα.)

Είχα πρόσφατα την ευκαιρία να επισκεφτώ την Τουρκία και το Βόρειο Κουρδιστάν. Σε αυτό το μικρό διάστημα, η Ιστανμπούλ γιόρτασε τον Τρίτη επέτειο του Γκεζί, το HDP (Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών) κέρδισε την άνευ προηγουμένου  πολιτική του εκπροσώπηση στο τουρκικό κοινοβούλιο και τα καντόνια του Τσιζρέ και του Κομπανί ενοποιήθηκαν. Στη διάρκεια αυτών των σημαντικών γεγονότων, εγώ συχνά καθόμουν σταυροπόδι σε πατώματα σαλονιών, πίνοντας τσάι και ακούγοντας τις ιστορίες δημοσιογράφων, ακτιβιστών και οικογενειών που συμμετείχαν στην επανάσταση της Ροζάβα. Αυτές οι συζητήσεις γίνονταν με τη συνδρομή  κάποιων συντρόφων, κυρίως του Sherhad Hemmi που ενεργούσε ως οδηγός, μεταφραστής και πνευματικός σύντροφος. Μέσω των ταξιδιών μου, μου δόθηκε μια ιδέα για τη σχέση μεταξύ του κουρδικού κινήματος και της φιλοσοφίας της κοινωνικής οικολογίας. Και κέρδισα  σαφέστερη αίσθηση του καταπληκτικού σκοπού και του νοήματος αυτού του ιδιαίτερου επαναστατικού αγώνα.

Αναβιώνοντας την πολιτική

Η κοινωνική οικολογία είναι μια περιεκτική ριζοσπαστική οπτική που υπογραμμίζει τη δυνατότητα των ανθρώπων να παίξουν ένα συμβιωτικό και δημιουργικό ρόλο στη φυσική εξέλιξη.  Μπορούμε να ικανοποιήσουμε αυτή τη δυνατότητα, υποστηρίζει η κοινωνική οικολογία, αν ξεριζώσουμε την παράλογη, ιεραρχική και οικολογικά καταστροφική κοινωνία που ζούμε σήμερα, και την αντικαταστήσουμε με μια κοινωνία κοινωνικά συνειδητοποιημένη και οικολογική. Ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό μιας τέτοιας κοινωνίας θα μπορούσε να είναι η αριστοτέλεια άποψη για την πολιτική,. Ότι είναι η άμεση διοίκηση των πόλεων και των χωριών από τους ανθρώπους που ζουν εκεί. Με άλλα λόγια, η κοινωνική οικολογία πρεσβεύει ότι μπορούμε να παραγκωνίσουμε τον καπιταλισμό και το κράτος, με μια διεθνή ομοσπονδία αμεσοδημοκρατικών δήμων.

Ο αριστερός – ελευθεριακός στοχαστής Μάρει Μπούκτσιν επινόησε και επεξεργάστηκε την κοινωνική οικολογία από τη δεκαετία του 1960 μέχρι το θάνατο του το 2006. Ωστόσο, πολλές εκπαιδευτικές εργασίες, εκδοτικοί οίκοι, πολιτικές οργανώσεις και συγγραφείς συγκρότησαν αυτή την πνευματική κίνηση. Ομάδες κοινωνικής οικολογίας υπάρχουν σε πολλές χώρες – συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας, Νορβηγίας, Ισπανίας, Ελλάδας, Κολομβίας, ΗΠΑ και άλλες. Παρά την οριοθέτηση που έχει και προς τα αριστερά και προς την επικρατούσα πολιτική, η κοινωνική οικολογία έχει 40 χρόνια σταθερής επιρροής σε κοινωνικά και πολιτικά κινήματα σε όλο τον κόσμο.

Ο ηγέτης του PKK Αμπντουλάχ Οτσαλάν άρχισε να διαβάζει Μπούκτσιν στην αρχή της φυλάκισης του αρχές της δεκαετίας του 2000, προτείνοντας τα έργα του Μπούκτσιν για μελέτη και στα υπόλοιπα μέλη του ΡΚΚ. Το 2004 ο Οτσαλάν αναγνώρισε τον εαυτό του σε ένα γράμμα προς τον Μπούκτσιν ως «μαθητή» του και μπήκε στη διαδικασία να προσαρμόσει τα δικά του θεωρητικά μοντέλα στις ιδέες του Μπούκτσιν. Το 2006 το ΡΚΚ άρχισε να οργανώνει τη Δημοκρατική Αυτονομία, ένα διοικητικό σύστημα αστικών συμβουλίων για  μία μη-εθνική διακυβέρνηση του Βόρειου Κουρδιστάν. Η Δημοκρατική Αυτονομία θα γινόταν το απαραίτητο προηγούμενο για τα καντόνια της Ροζάβα, καθώς και για τα συνομοσπονδιακά εγχειρήματα που εγκαθίστανται σήμερα στην Τουρκία από το HDP.

Η δημοκρατική αυτονομία είναι ένα από τα πρώτα επαναστατικά εγχειρήματα για να ασκηθεί η “εξουσία” κάτω από μία ρητώς συνομοσπονδιακή ατζέντα. Σφράγισε την πρώτη σοβαρή προσπάθεια του 21ου αιώνα να γίνει ο δήμος – κι όχι το έθνος ή το κράτος – η αυθεντική μονάδα διακυβέρνησης.  Αντίθετα από τον παραδοσιακό μαρξισμό, που μείωσε την πολιτική χάριν της οικονομίας κι έτσι απέτυχε να παρέχει δημοκρατικές λύσεις, αυτή η προσέγγιση φέρνει τις οικονομικές αποφάσεις κάτω από την ομπρέλα της κοινοτικής λήψης αποφάσεων. Και αντίθετα με τον παραδοσιακό αναρχισμό, που αποφεύγει την ερώτηση περί θεσμικής εξουσίας, αυτή η προσέγγιση φαίνεται να καθιστά λαϊκή και διάφανη την εξουσία. Η δημοκρατική αυτονομία στα καντόνια της Ροζάβα και σε άλλα πειράματα δημοκρατικού συνομοσπονδισμού, είναι βήματα προς τη δημιουργία (έστω και ατελώς) ενός νέου τοπίου της ανθρώπινης δραστηριότητας, που χαρακτηρίζεται από ελεύθερες διαβουλεύσεις, δημόσιες συζητήσεις και άσκηση της λογικής.

Ελευθερία και Οργανική κοινωνία

« Το ΡΚΚ ποτέ δεν θεώρησε το Κουρδικό ζήτημα ένα απλό πρόβλημα εθνικότητας ή εθνικού κράτους. Αντιθέτως, πιστεύαμε ότι ήταν το εγχείρημα απελευθέρωσης και εκδημοκρατισμού της κοινωνίας.»  – Αμπντουλάχ Οτσαλάν 2011.

Σχολιαστές του κουρδικού επαναστατικού κινήματος συχνά εστιάζουν στο συνδυασμό αρχών και πρακτικής, ψάχνοντας όχι πολύ πίσω στην ιστορία παρά μόνο στην ίδρυση του ΡΚΚ στη δεκαετία του 1970. Αλλά προκειμένου να κατανοήσει κάποιος πώς (ή καλύτερα, γιατί) αυτές οι αρχές αναδύθηκαν, πρέπει να χρησιμοποιήσει βαθιά ιστορική και διαλεκτική ματιά. Και η κοινωνική οικολογία είναι ένα κρίσιμο κομμάτι του παζλ, γιατί μέσω των ερμηνειών του Οτσαλάν, έχει προσφέρει στους Κούρδους ένα νέο ριζοσπαστικό πλαίσιο διεκδίκησης του δικού τους  ρόλου στην ιστορία της ανθρώπινης απελευθέρωσης.  

Στην Οικολογία της Ελευθερίας, ο Μπούκτσιν υπολογίζει την ιστορική εξέλιξη της ιδέας της ελευθερίας. Προσδιορίζει την αρχή αυτής της εξέλιξης στους πρώιμους ανθρώπινους οικισμούς της Μεσοποταμίας, το σημερινό Κουρδιστάν. Περίπου 12.000 χρόνια πριν, οι άνθρωποι έκαναν ένα αποφασιστικό βήμα στην κοινωνική εξέλιξη, υλοποιώντας το εγχείρημα να ζήσουν μαζί. Αυτό δημιούργησε άπειρες προκλήσεις για την οργάνωση και την εκ νέου νοηματοδότηση του κόσμου. Έτσι, στη Μεσοποταμία είναι που βρίσκουμε τις πρώτες περιπτώσεις γραφής, μαθηματικών, αρχιτεκτονικής και γεωργίας. Επίσης, λέει ο Μπούκτσιν, εκεί βρίσκουμε την αρχή του αγώνα μεταξύ των ιδεολογιών της ελευθερίας και της ιεραρχίας.

Ο  Μπούκτσιν επισημαίνει τη σφηνοειδή λέξη amargi («επιστροφή στη μητέρα» ) που πρωτοεμφανίστηκε 5.000 χρόνια πριν. Η οργανική (αρχέγονη) κοινωνία, υποστηρίζει, δεν είχε προηγούμενη λέξη για την ιδέα της ελευθερίας, ακριβώς όπως το ψάρι μπορεί να μην έχει λέξη για το νερό. Αυτή η σύγκρουση μεταξύ ελευθερίας και ανελευθερίας παρέμεινε στην κοινωνία μέχρι τις μέρες μας. Πράγματι, η επαναστατική πρόκληση που αντιμετωπίζουμε σήμερα είναι ότι παλεύουμε για  την εξέλιξη της ελευθερίας και όχι της ιεραρχίας, ως υπερισχύουσα κοινωνική αρχή.

Μέσα σε λίγες μόνο μέρες σε ένα κουρδικό σπιτικό μου αποκαλύφθηκε ότι η οργανική κοινωνία, στην οποία στηρίχτηκαν τα πρώιμα κράτη, ποτέ δεν εξαφανίστηκε. Από προφορικές παραδόσεις επικών τραγουδιών ως τις γεμάτες σημασία πρακτικές ονομασίας των παιδιών (πέρασα χρόνο με ένα μικρό κορίτσι που λεγόταν Amargi, για παράδειγμα), οι Κούρδοι έχουν διατηρήσει αρχαίες μορφές ισότιμης και οργανικής κοινωνικής ζωής από τη νεολιθική εποχή. Όπως σε πολλούς αυτόχθονες πληθυσμούς, τα παραδοσιακά κουρδικά συγγενολόια είναι τεράστια και περίπλοκα. Μια φορά, καθώς εξηγούσε το ρόλο των φυλετικών ομάδων στην άμυνα του Κομπανί, η Shermad με ρώτησε «πόσα ξαδέρφια έχεις;». Περίπου 20, απάντησα, γιατί έχω μεγάλη καθολική οικογένεια. Και μου είπε «εγώ έχω πάνω από 200».

Πολλοί από τους οτσαλανικούς επαναστάτες που μίλησα, περιέγραψαν τον αγώνα τους σαν μάχη της οργανικής κοινωνίας απέναντι στην ιεραρχική κοινωνία. Άρθρωσαν ένα ξεκάθαρο νόημα ότι ο ISIS δεν είναι αποτέλεσμα μόνο του καπιταλισμού και των κρατικών δυνάμεων, αλλά επίσης της νοοτροπίας της ιεραρχικής κοινωνίας αυτής καθαυτής. Πάντως, επισημάνθηκε ότι στόχος του δημοκρατικού εκσυγχρονισμού δεν είναι η αναβίωση της οργανικής κοινωνίας. Είναι η αναβίωση των κοινωνικών και ηθικών πτυχών της οργανικής κοινωνίας και η ύφανση τους με τις ηθικές αρχές του δυτικού διαφωτισμού. Την ίδια στιγμή, υποστηρίζουν τη χρήση της λογικής για να γίνει η επεξεργασία των μη-ηθικών πτυχών της κουρδικής κοινωνίας (φυλετικές αντιπαλότητες, για παράδειγμα).

Η δύναμη της συνεκτικής αφήγησης

Εστιάζοντας στην ιεραρχία αντί της τάξης, ο Μπούκτσιν έγινε ο πρώτος αριστερός στοχαστής που πρόσφερε ένα συνεκτικό, σημαντικό πλαίσιο για τους απελευθερωτικούς αγώνες στη Μέση Ανατολή. Η αφήγηση του υποδεικνύει ότι ένα επαναστατικό κίνημα στο Κουρδιστάν είναι ένας αγώνας κατά της ίδιας της θεσμικής ιεραρχίας. Παρόλο που ένας τέτοιος τοπικός αγώνας δεν μπορεί αυτομάτως να απελευθερώσει τη σφιχτή λαβή της ιεραρχίας στον υπόλοιπο κόσμο, πάντως απεικονίζει τον πλήρη σκοπό του επαναστατικού καθήκοντος. Με αυτόν τον τρόπο, το κουρδικό απελευθερωτικό κίνημα δεν επηρεάζεται μόνο από την κοινωνική οικολογία, αλλά εμπλουτίζει αυτή τη θεωρία και την προχωράει παραπέρα.

Πολλοί δυτικοί νιώθουν αμήχανα από την αποφασιστικότητα των μαχητών του PYD και YPJ, από την ικανότητα τους ταυτόχρονα  και να αντικρούουν επιθέσεις γενοκτονικής βίας και να διατηρούν στην πράξη τη δέσμευση τους για αντι-ιεραρχία. Στο Κουρδιστάν βρήκα τον εαυτό μου να ντρέπεται από τη σοβαρότητα με την οποία αυτοί οι επαναστάτες προχωράνε το εγχείρημα τους. Από την άποψη της κοινωνικής οικολογίας, κατάλαβα ότι το κουρδικό κίνημα έχει εμποτιστεί από τη βαθιά αίσθηση του στόχου, και τη γνώση ότι έχουν να διαδραματίσουν καταλυτικό ρόλο στην παγκόσμια ιστορία. Μου θύμισαν ένα από τα αποσπάσματα στο δοκίμιο του Μπούκτσιν «το πρόταγμα του κομουναλισμού»:

«Οι ελευθεριακοί δημοτιστές δεν αυταπατώνται πως τάχα το κράτος θα αντιμετωπίσει γαλήνια τις απόπειρες αντικατάστασης της επαγγελματικοποιημένης εξουσίας από τη λαϊκή εξουσία. … Είναι προφανές πως οι νέες δημοτικές συνομοσπονδίες λαϊκών συνελεύσεων θα αποτελέσουν μια δυαδική εξουσία ενάντια στο κράτος, η οποία θα γίνεται πηγή ολοένα και μεγαλύτερης πολιτικής έντασης. Ένα κομουναλιστικό κίνημα είτε θα ριζοσπαστικοποιηθεί από την ένταση αυτή και θα αντιμετωπίσει ανένδοτα όλες τις συνέπειες της, είτε θα περιέλθει χωρίς αμφιβολία σε ένα τέλμα συμβιβασμών οι οποίοι θα το εξομοιώσουν με την κοινωνική τάξη που κάποτε αυτό αποσκοπούσε να αλλάξει».

Οι Κούρδοι σαφέστατα επέλεξαν τον πρώτο δρόμο. Αυτό που απομένει να απαντηθεί είναι πώς εμείς θα ανταποκριθούμε. Θα αντιμετωπίσουμε αποφασιστικά τις συνέπειες από μία περιεκτική, επαναστατικά ιστορική οπτική, ή θα συνεχίσουμε να υποχωρούμε αργά σε ένα βάλτο συνεχώς συμβιβασμών;  Οι Κούρδοι έχουν βρει – στην πραγματικότητα, έχουν επιλέξει – τη θέση τους στην εξέλιξη της ανθρώπινης ελευθερίας. Ποια είναι η δική μας θέση;  

Μετάφραση Γεωργία Κανελλοπούλου

Η Eleanor Finley είναι μέλος του ISE (Institute for Social Ecology). Έχει δραστηριοποιηθεί στον φεμινιστικό ακτιβισμό και συμμετείχε στο κίνημα Occupy Wall Street.

Πηγή: http://social-ecology.org/wp/2015/06/social-ecology-kurdistan-the-origins-of-freedom/

Η εργατολατρεία – Camillo Berneri

Cover_Berneri

Σε αυτή τη μικρή μπροσούρα, ο Κάμιλο Μπερνέρι, ιστορική μορφή του ιταλικού αναρχισμού στον μεσοπόλεμο, που δολοφονήθηκε από τους σταλινικούς στην εξεγερμένη Βαρκελώνη το 1937, καταπιάνεται με ένα κρίσιμο ζήτημα στη θεωρία και την πρακτική του αναρχικού κινήματος: έχει την πρωτοκαθεδρία η εργατική τάξη (ή το προλεταριάτο) στην επίτευξη της ριζικής κοινωνικής αλλαγής, είναι η πάλη των τάξεων ο κινητήριος μοχλός της ιστορίας, υπάρχει η λεγόμενη «προλεταριακή ψυχή», που διακρίνει τους εργάτες-εκμεταλλευόμενους από όλους τους άλλους ανθρώπους και τους καθιστά, με μια θρησκευτική διάσταση, τους «εκλεκτούς» στη διαδικασία πραγμάτωσης της ισοελευθερίας; Την τουλάχιστον κριτική και επιφυλακτική απάντηση του Μπερνέρι, έρχεται να ενισχύσει μια άλλη τεράστια φιγούρα του ιταλικού (και όχι μόνο) αναρχικού κινήματος, ο Ερρίκο Μαλατέστα, που σε ένα εμβληματικό κείμενο του 1920 εκφράζει για μια ακόμη φορά τις αντιρρήσεις του για τον επαναστατικό χαρακτήρα του οργανωμένου εργατικού κινήματος, χωρίς βεβαίως να υποτιμά τη συμβολή του στον αγώνα για τη συνολική χειραφέτηση των εκμεταλλευομένων. Τέλος, υπάρχει και το κείμενο ενός σύγχρονου ιταλού αναρχικού θεωρητικού, του Τζιαμπιέτρο «Νίκο» Μπέρτι, που δίνει την ιστορική διάσταση του προβληματισμού για τη σχέση οικονομικών και πολιτικών αγώνων, αναδεικνύοντας τόσο τις θέσεις των ιταλών «εργατιστών» του 19ου αιώνα όσο και τις αντίστοιχες αναρχικές εκείνης της περιόδου.

Πηγή: http://xwroselkoul.blogspot.gr/2015/11/camillo-berneri.html

Μια νέα οργάνωση της κοινωνίας, του Giran Ozcan

kurd


Ελευθεριακές ιδέες, οικολογική οργάνωση και γυναικεία χειραφέτηση στα βουνά του Κουρδιστάν.

KCK (Ένωση Κοινοτήτων Κουρδιστάν) είναι το όνομα που δόθηκε σε αυτή την κοινωνική οργάνωση. Το όνομα – και η προετοιμασία του θεωρητικού πλαισίου – προτάθηκαν από τον ηγέτη του PKK Αμπντουλάχ Οτσαλάν απ’ το κελί της φυλακής του στο νησί Ιμραλί στην Τουρκία. Ανεξάρτητα όμως από αυτό και οι δύο, ο Οτσαλάν και το PKK, δεν σταμάτησαν ποτέ να αναγνωρίζουν την απαραίτητη και ανεκτίμητη συμβολή του Μάρεϊ Μπούκτσιν. Το KCK είναι η, χωρίς κράτος/ιεραρχία/εκμετάλλευση, Δημοκρατική Συνομοσπονδιακή οργάνωση-ομπρέλα του ελεύθερου Κουρδιστάν.

Η έννοια του χρήματος είναι αδιανόητη
Στο εσωτερικό της κοινωνικής οργάνωσης του KCK στα βουνά του Κουρδιστάν, η έννοια του χρήματος είναι περιττή. Οι οικονομικές ανάγκες των κατοίκων ικανοποιούνται εξολοκλήρου μέσω της συνδιαχείρισης των πόρων. Παρόλο που το χρήμα χρησιμοποιείται στις εμπορικές σχέσεις που συνάπτονται με το εξωτερικό, στο εσωτερικό η έννοια του χρήματος είναι αδιανόητη. Μέσα στην οργάνωση του KCK κανένα άτομο ή κοινότητα δε νιώθει την ανάγκη να δημιουργήσει ένα πλεόνασμα χρημάτων ή πόρων. Τα πλεονάσματα σταθερά αναδιανέμονται και, κατ’ αυτό τον τρόπο, χρησιμοποιούνται. Η οργάνωση KCK ανατρέχοντας στις προ-ιεραρχικές και προ-εκμεταλλευτικές κοινωνίες υιοθετεί την κουλτούρα του δώρου κι όχι εκείνη της ανταλλαγής.
Η συνδιαχείριση της γεωργίας εξασφαλίζει μια αυτάρκη παραγωγή και κατανάλωση των πόρων, καθιστώντας κατά συνέπεια ασήμαντα τα πλεονάσματα, την ανταλλακτική αξία και την εμπορευματοποίηση των αγαθών.


Απόπειρα χειραφέτησης των γυναικών
Η προσπάθεια των μελών του PKK και της ηγεσίας του για χειραφέτηση των γυναικών, ξεκίνησε με την ”καταστροφή του ανδρισμού”. Μια επίθεση ενάντια στον ψευδή ανδρισμό με τον οποίο έχουν εμβολιαστεί οι άντρες από το πατριαρχικό σύστημα.
Αυτός ο ενσταλαγμένος ανδρισμός ενεργούσε έτσι ώστε, ενώ κάθε άντρας σε κάθε κύτταρο του σώματός του, ήταν εκμεταλλευόμενος και καταπιεσμένος από το καπιταλιστικό σύστημα, με τη σειρά του δεν απείχε από το να εκμεταλλεύεται τη μητέρα, την αδελφή, την κόρη και τη γυναίκα του.
Αυτή η προσέγγιση προέρχεται από τη θεωρητική έρευνα του Αμπντουλάχ Οτσαλάν, η οποία τον οδήγησε κατόπιν να δηλώσει ότι ”οι γυναίκες είναι οι πρώτες αποικίες” και ότι η πρώτη εκμετάλλευση δεν ήταν εκείνη που συνέβη εναντίον της εργατικής τάξης αλλά εναντίον των γυναικών. Αυτός είναι ο λόγος που η ισότητα των φύλων ανάμεσα στα βουνά του Κουρδιστάν επιτυγχάνεται μέσω παράλληλων προσπαθειών ενίσχυσης των εξουσιών των γυναικών και κάθαρσης των αντρών από τις αρρώστιες της πατριαρχίας και της ιεραρχικής οργάνωσης της κοινωνίας.
Οι πρακτικές συνέπειες αυτής της προσέγγισης είναι: η ίση εκπροσώπηση των γυναικών σε όλες τις διοικητικές θέσεις μέσω ενός συστήματος συν-προεδρίας και η ιδεολογική, πολιτική, κοινωνική και στρατιωτική αυτόνομη οργάνωση των γυναικών υπό την αυτόνομη οργάνωση: KJB ( Ανώτερη Ένωση Γυναικών).


Η οικολογική οργάνωση της κοινωνίας
Στο εσωτερικό του ελεύθερου Κουρδιστάν οι κοινότητες είναι οργανωμένες κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην θεωρούνται απειλή για το περιβάλλον. Όσο είναι δυνατόν, ευνοούνται οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Συγχρόνως οι ενεργειακοί πόροι όπως είναι το νερό και το αέριο καταναλώνονται κατά συμβιωτικό τρόπο με σκοπό να υποστηρίζουν τόσο την κοινωνία όσο και το περιβάλλον.
Προωθείται η χορτοφαγία και το κυνήγι απαγορεύεται απολύτως, όπως επίσης και η αποψίλωση των δασών ( επιτρέπεται η καύση μόνο κλαδιών και ξερών δέντρων). Όλα αυτά βασίζονται στην προϋπόθεση ότι το περιβάλλον δεν είναι πηγή κέρδους αλλά πηγή ζωής. Η χρήση του περιβάλλοντος από δίψα για κέρδος υποχωρεί μπροστά στην αναγνώρισή του ως πηγής ζωής.


Ο στόχος του PKK: η δημιουργία του KCK σε όλο το Κουρδιστάν
Μερικοί υποστηρίζουν ότι το PKK ”δεν διεκδικεί πια ένα εθνικό κράτος για τους κούρδους”. Είναι η αλήθεια. Αυτό όμως που κατά κανένα τρόπο δεν είναι αλήθεια είναι ο λόγος με τον οποίο συνδέουν αυτή την αλλαγή παραδείγματος. […]
Οι εξελίξεις στη Ροζάβα (βόρεια Συρία) δείχνουν ότι η φιλοσοφία του ηγέτη του PKK Αμπντουλάχ Οτσαλάν, αντί να καθιστά πιο μετριοπαθείς της απαιτήσεις, ανεβάζει αντιθέτως τον πήχη πιο ψηλά. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Ροζάβα δεν μάχεται μόνο για να προστατέψει την κοινωνική της οργάνωση από τις επιθέσεις των εξτρεμιστικών ομάδων, αλλά και να προστατευθεί από τους αντιπροσώπους του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος όπως είναι το KDP, η τουρκική κυβέρνηση, το καθεστώς του Άσαντ και η εκκωφαντική σιωπή της δύσης!
Το κίνημα για την Απελευθέρωση του Κουρδιστάν οδηγούμενο από το PKK δεν ζητάει πια ένα κουρδικό εθνικό κράτος, το οποίο απλώς θα αναπαράγει την εκμετάλλευση, ιεραρχικές δομές και ανισότητα τω φύλων. Επικαλείται περισσότερο ένα εναλλακτικό σύστημα κοινωνικής οργάνωσης στο οποίο το κουρδικό ζήτημα θα λυθεί παράλληλα με τα ζητήματα της εκμετάλλευσης, της χειραφέτησης του φύλου και τις απελευθέρωσης όλων των ανθρώπων. Η πρότασή του, εν προκειμένω, είναι το KCK.

Giran Ozcan

Μετάφραση Νίκος Χριστόπουλος

(Η μετάφραση έγινε από τα ιταλικά (A rivista anarchica 394). Αρχικά το άρθρο δημοσιεύθηκε στο www.kurdishquestion.com  με τον τίτλο Socialism, gender equality and social ecology in the mountains of Kurdistan).

Αυτοδιαχείριση και αυτοοργάνωση: οι αληθινές λύσεις

του Massimo Varengo

Μετάφραση: Νίκος Χριστόπουλος

“Το εξεγερτικό πνεύμα που υπάρχει στον αναρχισμό είναι σήμερα η μοναδική αντίσταση απέναντι στην επέλαση του ρεφορμιστικού ωφελιμισμού. Όχι μόνο δεν το απορρίπτουμε αλλά, ακριβώς γι’ αυτό, το θεωρούμε την καλύτερη πηγή των ενεργειών μας.” [από το βιβλίο ” Γράμματα σε ένα σοσιαλιστή” (Lettere ad un socialista) του Λουίτζι Φάμπρι (Luigi Fabbri), 1914].

 

Βρίσκω ενδιαφέρουσα αυτή την αναφορά στον Φάμπρι, ο οποίος ανάμεσα σε άλλα ήταν γνωστός για την απόσταση που κρατούσε από κάθε εξτρεμιστική υπερβολή, για έναν αναστοχασμό πάνω στο θέμα της βίας, τον οποίο θεωρώ ιδιαίτερα χρήσιμο σε μια περίοδο σαν κι αυτή που ζούμε τώρα, αυξανόμενων κοινωνικών αντιφάσεων και επαναστατικών δυναμικών (όχι απαραίτητα ελευθεριακών), κατά την οποία το ζεύγος εξέγερση και βία από μερικούς βιώνεται ως αδιαχώριστο, σαν κάθε βίαιη πράξη να είναι από μόνη της εξεγερτική, κι από άλλους ως απαράδεκτο απολύτως.

Η εξουσία πάντα πόνταρε 

Πάρα πολλές φορές έχω δηλώσει αναφερόμενος στον ορισμό της βίας ότι το υποκείμενο που κατεξοχήν εξασκεί το συστατικό της στοιχείο  – δηλαδή τη φυσική και ηθική επιβολή – είναι το Κράτος το οποίο με την απειλή νόμων, διαταγμάτων, νορμών, την ίδρυση φυλακών, δικαστικών ψυχιατρείων κτλ. προσπαθεί να συμμορφώσει τα άτομα σε ένα σύστημα ιεραρχιών και εξουσιαστικών ή ιδιοκτησιακών αξιών, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην τίθεται υπό αμφισβήτηση η υποτιθέμενη νομιμότητα της εξουσίας και της ιδιοκτησίας. Επίσης, η βία μπορεί να θεωρηθεί – αυτή είναι και η πιο διαδεδομένη ερμηνεία – ως η επιβολή μιας εγκληματικής θέλησης που εκφράζεται με τη χρήση της φυσικής δύναμης και των όπλων. Όμως, όπως και να τη διαβάσεις, το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι η βία παρουσιάζεται ως κοινωνική σχέση εφόσον προϋποθέτει δύο υποκείμενα, εκείνον που την ασκεί και εκείνον που την υφίσταται. Κι όπως συμβαίνει σε κάθε κοινωνική σχέση έτσι κι αυτή ανοίγει ένα πολιτικό πρόβλημα αφού η χρήση της συνεπάγεται μια ηθική κρίση επάνω σε αυτό που είναι δίκαιο και σε αυτό που δεν είναι.

Σχετικά με αυτό, είναι ωφέλιμο να υπογραμμίσουμε ότι η λέξη ”βία” χρησιμοποιείται από την εξουσία για να δυσφημίσει όσους, πραγματικούς ή μη, της αντιτίθενται, ενώ παραδόξως είναι η εξουσία, το Κράτος το οποίο αξιώνοντας για τον εαυτό του το μονοπώλιο των όπλων και ασκώντας την κυβέρνηση πάνω στην κοινωνία χάρη σε διατάγματα και νόμους, τα οποία είναι αποκλειστικός καρπός των υπαρχόντων σχέσεων ισχύος, ασκεί καταπίεση και επιβάλλει υποχρεώσεις, εκ των πραγμάτων δηλαδή ”βία”,  αν και μεταμφιεσμένη από τους μακιαβελικούς μηχανισμούς της αυτοαποκαλούμενης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Επειδή φυσικά η λέξη ”βία” προκαλεί τρόμο στη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, ο οποίος προσδοκά μια πιο δίκαιη, πιο ανθρώπινη κοινωνία, η εξουσία, κατηγορώντας για βία όσους της αντιτίθενται κι όποιον δεν υπόκειται στον ολοκληρωτικό της έλεγχο, επιδιώκει να προξενήσει και να διασπείρει μέσα στην κοινωνία την απαξίωση και το φόβο απέναντί τους για να δικαιολογήσει περαιτέρω τη νόμιμη χρήση της καταστολής, συνήθως βίαιης, η οποία ισχυροποιείται κατά περιόδους από ειδικά ”μέτρα” τα οποία λαμβάνονται στα λόγια ενάντια στους ”βίαιους”, αλλά κατευθύνονται ενάντια σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Σε αυτό το επίπεδο η εξουσία πάντα πόνταρε με στόχο τη διαίρεση και τη διάσπαση των αντιπολιτευτικών κινημάτων, κατηγορώντας τα πιο ριζοσπαστικά και αποφασισμένα τμήματά τους για ”βία” – εργαλειοποιώντας μεμονωμένα γεγονότα, προκαλώντας άλλα, εκμεταλλευόμενη σαφείς αφέλειες – με στόχο να στραφεί ο ένας εναντίον του άλλου σύμφωνα με την αρχαία αρχή του ”διαίρει και βασίλευε”. Αυτή η στρατηγική, η οποία το επαναλαμβάνω, ποντάρει πάνω στην αποστροφή που νιώθει  απέναντι στη βία η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού, τροφοδοτεί συγχρόνως τα πιο μετριοπαθή τμήματα των αντιπολιτευτικών κινημάτων τα οποία αποδέχονται τους περιορισμούς που επιβάλλει η κυβέρνηση στον τρόπο διαδήλωσης και διαμαρτυρίας, με στόχο να μην διακινδυνεύσουν να δώσουν μια βίαιη εικόνα της δράσης τους.

Ενεργώντας όμως με αυτόν τον τρόπο, κάθε προοπτική αλλαγής στην ουσία ανατίθεται στις ελίτ που αλληλομάχονται για την εξουσία, αρνούμενοι στην πραγματικότητα να είμαστε οι πρωταγωνιστές της ζωής και του μέλλοντός μας, περιορίζοντας την πιθανότητα να εκφρασθούμε στις εκλογές, όποτε γίνονται, ή σε διαδηλώσεις όλο και πιο κενές από την πραγματική βούληση ενός συγκεκριμένου μετασχηματισμού, ο οποίος πραγματοποιείται μέσα από αποφασιστικούς αγώνες, πραγματικές απεργίες, σαμποτάζ και μποϊκοτάζ, από σώματα που μπαίνουν μπροστά.

pag8-300x266

Παταγώδες λάθος ανάλυσης και προοπτικής

Απέναντι σε αυτή την κατάσταση πραγμάτων κάποιοι απαντούν με πράξεις και προκηρύξεις οι οποίες διεκδικούν τη νομιμότητα της βίαιης δράσης ενάντια στη βία του Κράτους, νομίζοντας ότι μπορούν να υπερβούν τα όρια των κινημάτων. Και το κάνουν επικαλούμενοι την γνωστή από παλιά ”προπαγάνδα της πράξης”  ή τον ατομικιστικό μηδενισμό ή μια συγκεκριμένη παράδοση αντάρτικου φοκιστικού τύπου [1].

Παρουσιάζοντας και βιώνοντας την κοινωνική σύγκρουση ως πόλεμο εν εξελίξει  θέλουν να προτείνουν μια βίαιη “επαναστατική” δράση που θα είναι σε θέση να ταρακουνήσει και να εμπλέξει τις μάζες σε αυτή τη μάχη η οποία θεωρείται ήδη διακηρυγμένη κι απ’ τις δυο πλευρές. Όμως αντίθετα από ό,τι συμβαίνει στην πλειοψηφία των διεξαγόμενων πολέμων, κατά τους οποίους τα εμπλεκόμενα μέρη (σωστά ή λάθος) αισθάνονται σε πόλεμο, στην περίπτωση των ταξικών αγώνων ή της κοινωνικής σύγκρουσης η μεγάλη πλειοψηφία των υποτελών δεν αισθάνεται σε πόλεμο.

Η διεκδίκηση λοιπόν της επαναστατικής βίας σαν να είναι η βασικότερη προϋπόθεση της μετασχηματιστικής δράσης όσων εναντιώνονται στην υπάρχουσα τάξη είναι ένα δώρο που χαρίζεται στην αντίθετη πλευρά, στην εξουσία και τις πολιτικές, κοινωνικές, συνδικαλιστικές ελίτ, οι οποίες τη χρησιμοποιούν για να κάμψουν κάθε πραγματικότητα που αρνείται τη συνεργασία και την υποταγή.

Είναι απαραίτητο να έχουμε κατά νου τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις συνέπειες της σύγχρονης εξουσίας: την κυριαρχία του κεφαλαίου και την υποταγή στις δυναμικές του, τη διάσπαση μεγάλου μέρους του πληθυσμού – ο οποίος υπόκειται συνεχώς στους ιεραρχικούς περιορισμούς μιας αυταρχικής κοινωνίας (την πατριαρχία, ένα σχολείο φτιαγμένο για να καλουπώνει, τη μισθωτή εργασία, τον αστυνομικό έλεγχο, την ταξική δικαιοσύνη κτλ.) και οι οποίοι ενισχύονται από την ευρεία χρήση των μαζικών μέσων επικοινωνίας – το φόβο της απώλειας των αναγκαίων για την επιβίωση (ανεργία, επισφάλεια στην εργασία), τη συνεχή παρότρυνση για κατανάλωση, ένα αίσθημα συνεχούς ανεπάρκειας, αλλοτρίωσης, απομόνωσης, την εμπορευματοποίηση των ανθρώπινων σχέσεων κτλ.

Σε αυτές τις συνθήκες το να ερμηνεύεις την κοινωνική σύγκρουση σαν ένα πόλεμο ανάμεσα σε δύο αντιπάλους στο ίδιο επίπεδο συνειδητοποίησης και σαφήνειας προθέσεων, είναι ένα παταγώδες λάθος ανάλυσης και προοπτικής. Χρήσιμο ίσως για να γεμίσεις τις γραμμές σου με λίγη ενότητα, αλλά ακατάλληλο  να ανατρέψει τη συνολική κατάσταση.

Συλλογισμός και συνειδητή επιλογή

Ομοίως η αντίσταση στη βία της εξουσίας δεν μπορεί να οριστεί ως “βία” και η απόρριψη της συστηματικής χρήσης της βίας δεν συνεπάγεται την αποδοχή της βίας είτε πάνω μας είτε πάνω σε άλλα υποκείμενα.

Το ότι είναι αποφασιστική και ενεργητική είναι ένα χαρακτηριστικό της άμεσης δράσης που υποστηρίζουν οι αναρχικοί και μάλιστα είναι αυτό που τους διακρίνει από τη διαμεσολάβηση και τον συμβιβασμό της κοινοβουλευτικής ή μεταρρυθμιστικής  μεθόδου.

Όμως για τους αναρχικούς η αποτελεσματικότητα της άμεσης δράσης δεν  εκφράζεται από το βαθμό της βίας που περιέχει, αλλά μάλλον από την ικανότητα να υποδείξει ένα δρόμο προσιτό στους πολλούς, να δημιουργήσει μια συλλογική δύναμη ικανή να περιορίσει όσο το δυνατόν περισσότερο τη βία. Ο αναρχισμός, αυτός καθαυτόν, προϋποθέτει συλλογισμό και συνειδητή επιλογή των πράξεων. Αν από τη μια μεριά αρνείται να ταυτιστεί με την ιδεολογία της βίας (violentismo), από την άλλη δεν δέχεται τις απολύτως μη βίαιες θέσεις. Ο σύγχρονος αναρχισμός, αφήνοντας πάντα ελεύθερο το πεδίο στη συνείδηση των ατόμων και την ερμηνεία της ιστορικής στιγμής, πρέπει να μπορέσει να συνδυάσει το σεβασμό των ανθρώπινων αξιών που  ανέκαθεν τον διέκρινε με την ικανότητα να δυναμώσει την αίσθηση της ελευθερίας και της ισότητας που υπάρχει μέσα στα κινήματα, προωθώντας την αυτοδιαχείριση και την αυτοοργάνωση, αληθινές λύσεις για κάθε πραγματική διαδικασία επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας.

[1] Φοκισμός (foquismo) [σ.τ.μ.]: Θεωρία που ανέπτυξε ο Ρεζί Ντεμπρέ (Régis Debray) εμπνεόμενος από τη δράση και τα γραπτά του Τσε Γκεβάρα αλλά και την εμπειρία του ίδιου του Ντεμπρέ στο αντάρτικο της Βολιβίας (1966-67). Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία μια μικρή μετακινούμενη εστία (foco) ένοπλων ανταρτών μπορεί να ενεργοποιήσει την επαναστατική διαδικασία με στόχο την ανατροπή του καθεστώτος , χωρίς να είναι απαραίτητα παρούσες όλες οι συνθήκες ενός γενικού ξεσηκωμού . Ο φοκισμός συνοψίζεται στη φράση του Τσε Γκεβάρα : “δεν είναι ανάγκη πάντα να περιμένουμε μέχρι να ωριμάσουν όλες οι συνθήκες για να κάνουμε μια επανάσταση , η επαναστατική εστία μπορεί να τις δημιουργήσει”.

Ο Massimo Varengo είναι ιταλός αναρχικός και μέλος της FAI (Ιταλική Αναρχική Ομοσπονδία). Έχει επισκεφθεί την Ελλάδα και έχει μιλήσει σε εκδηλώσεις του περιοδικού Ευτοπία. Το άρθρο είναι μετάφραση από το ιταλικό αναρχικό περιοδικό A-Rivista Anarchica, τεύχος 367, Δεκέμβριος ΄11 – Ιανουάριος ΄12.

 

 

Νέοι θεσμοί και πολιτικά σώματα – συνέντευξη του David Graeber

p86

Συνέντευξη του David Graeber στον Andrea Staid


A.S:
Αγαπητέ David, ως ανθρωπολόγος και ελευθεριακός ακτιβιστής, θεωρείς ότι υπάρχουν διασυνδέσεις ανάμεσα στα κοινωνικά κινήματα, την ελευθεριακή σκέψη και την ανθρωπολογία;

D.G: Πιστεύω ότι το ίδιο πράγμα που με οδήγησε στις πολιτικές μου απόψεις, είναι το ίδιο με αυτό που με οδήγησε να γίνω ανθρωπολόγος, και εννοώ τη διεύρυνση του νοήματος των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Μεγάλωσα σε μια εργατική οικογένεια με ριζοσπαστικές τάσεις όπου διάβαζαν πολύ. Κάποια στιγμή παρατήρησα ότι είχαν πολλά βιβλία όμως σχεδόν κανένα κριτικής του κεφαλαίου. Δεν είχαν ανάγκη βιβλίων που θα τους έλεγαν γιατί ο καπιταλισμός δεν πήγαινε καλά είχαν όμως πολλά βιβλία ιστορίας, ανθρωπολογίας και επιστημονικής φαντασίας, ζούσαν μέσα στον καπιταλισμό από τις 9:00 έως τις 17:00, μετά ήθελαν να βρεθούν σε ένα άλλο μέρος, η ανθρωπολογία μας δίνει μια ιδέα αυτού του άλλου και μας δίνει επίσης τα αναγκαία κομμάτια για να το συναρμολογήσουμε.

A.S: Εδώ και πολλά χρόνια μέσα στα κινήματα, στην Ιταλία και σε πολλά άλλα μέρη,  έχει ανοίξει μια συζήτηση γύρω από την έννοια της επανάστασης. Μερικά χρόνια πριν οργανώσαμε και στο Μιλάνο ένα συνέδριο μελετών για να ξεκαθαρίσουμε τι θα μπορούσε να σημαίνει σήμερα. Κατά τη δική μου άποψη  η επανάσταση δεν μπορεί να γίνεται αντιληπτή ως κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων, αλλά πρέπει να είναι μια επανάσταση της καθημερινής ζωής η οποία θα καταστρέφει τις σχέσεις κυριαρχίας ανάμεσα στους ανθρώπους, τα ζώα και τη φύση. Όλα αυτά βέβαια δεν αποκλείουν τη  στιγμή μιας πιθανής γενικής εξέγερσης προσέχοντας όμως ώστε να μην καταστεί αναμονή μιας μελλοντικής ρόδινης ανατολής κι αρχίζοντας μέρα με τη μέρα να αλλάζουμε τις ζωές μας. Γιατί, επίσης, αν δεν επαναστατικοποιήσουμε την καθημερινότητά μας, όταν γίνει η εξέγερση δεν θα είμαστε ικανοί να δημιουργήσουμε το νέο κόσμο και θα ξαναδημιουργήσουμε μια κυριαρχία που θα έχει μόνο  διαφορετικό όνομα. Πρόσφατα κι εσύ ασχολήθηκες με αυτό το θέμα, τι σκέφτεσαι;

D.G: Συμφωνώ απολύτως μαζί σου, πρόσφατα προσέγγισα  την αντίληψη του Immanuel Wallerstein για την επανάσταση, ο οποίος στα γραπτά του υποστηρίζει ότι όλες οι επαναστάσεις, από τη γαλλική και μετά, ήταν παγκόσμιες επαναστάσεις γιατί άγγιξαν κατά κάποιο τρόπο όλο τον κόσμο.

Αυτό αφορά και τις περιπτώσεις του 1789 ή του 1917 όπου επαναστάσεις κατέλαβαν με ‘’επιτυχία’’ την εξουσία σε μια χώρα αλλά και τις περιπτώσεις του 1848 ή 1968 όπου δεν υπήρξε αυτή η ‘’επιτυχία’’, όμως γνωρίζουμε ότι μια επανάσταση επιτυγχάνει όταν μετά από αυτή συμβεί μια βαθιά αλλαγή στο κοινό πολιτικό αίσθημα.

Η γαλλική επανάσταση συνέβη μόνο σε μία χώρα, στην πραγματικότητα όμως μεταμόρφωσε ολόκληρη τη βορειο–ατλαντική περιοχή του κόσμου, τις ιδέες που θεωρούνταν παράλογες πριν την επανάσταση, π.χ. αν έλεγες ότι η κοινωνική αλλαγή είναι κάτι το θετικό, ή ότι η νομιμότητα των κυβερνήσεων εκπορεύεται από το λαό θα σε θεωρούσαν τρελό, η θα σε καταδίκαζαν σε φυλάκιση. Τριάντα χρόνια μετά τη γαλλική επανάσταση όλοι όφειλαν τουλάχιστον να λένε ότι συμφωνούν με αυτές τις αρχές. Με όμοιο τρόπο θα βρεις αλλαγές στο κοινό πολιτικό αίσθημα μετά από κάθε  στιγμή επαναστατική ρήξης.

Το 1848 η επανάσταση εξερράγη σχεδόν ταυτοχρόνως σε πενήντα διαφορετικά μέρη από τη Βλαχία μέχρι τη Βραζιλία. Σε καμία χώρα οι επαναστάτες δεν κατάφεραν να καταλάβουν την εξουσία, στη συνέχεια όμως, οι εμπνευσμένοι από τη γαλλική επανάσταση θεσμοί – τα συστήματα καθολικής εκπαίδευσης π.χ. – δημιουργήθηκαν σχεδόν παντού.

Μπορούμε να σημειώσουμε ότι το ίδιο μοντέλο αναπαράγεται κατά τη διάρκεια ολόκληρου του εικοστού αιώνα. Το 1917 στη Ρωσία, όπου οι επαναστάτες κατάφεραν να πάρουν την κρατική εξουσία. ‘Όμως εκείνο που ο Wallerstein ονομάζει η ‘’παγκόσμια επανάσταση του 1968’’ ήταν κάτι που έμοιαζε περισσότερο με αυτό που συνέβη το 1848: δηλαδή ένα κύμα που σηκώθηκε από την Κίνα έως την Τσεχοσλοβακία, από τη Γαλλία στο Μαρόκο, το οποίο δεν κατέλαβε την εξουσία πουθενά, αλλά όμως ξεκίνησε ένα τεράστιο μετασχηματισμό στον κοινό νου.

Κατά κάποιο τρόπο όμως, η αλληλουχία των γεγονότων στον εικοστό αιώνα ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη του προηγούμενου αιώνα, γιατί το 1968 δεν κατάφερε να παγιώσει τις νίκες που επιτεύχθηκαν το 1917. Στην πραγματικότητα σημείωσε το πρώτο σημαντικό βήμα στην αντίθετη κατεύθυνση. Η ρωσική επανάσταση βέβαια αντιπροσώπευσε την τελική αποθέωση του ιακωβίνικου ιδανικού για μετασχηματισμό της κοινωνίας από τα πάνω. Ενώ από την άλλη η παγκόσμια επανάσταση του 1968  ήταν περισσότερο αναρχική στο πνεύμα.

A.S: Με ποια έννοια η επανάσταση του ‘68 ήταν περισσότερο αναρχική;

D.G: Με την έννοια ότι το πνεύμα των αναρχικών ιδεών διαπότισε πολλούς από τους νέους αγώνες που ξεκίνησαν με τον γαλλικό Μάη: η εξέγερση ενάντια στον γραφειοκρατικό κομφορμισμό, η απόρριψη της κομματικής πολιτικής, η αφιέρωση στη δημιουργία μιας νέας απελευθερωτικής κουλτούρας που θα επέτρεπε μια αυθεντική ατομική αυτοπραγμάτωση.
Τα τελευταία χρόνια είδαμε ένα είδος συνεχών μικρών ‘68. Οι εξεγέρσεις ενάντια στον κρατικό σοσιαλισμό οι οποίες ξεκίνησαν στην πλατεία Τιενανμέν και κορυφώθηκαν με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης ξεκίνησαν κατ’ αυτό τον τρόπο, αν και γρήγορα εκτράπηκαν στη μεγαλύτερη καπιταλιστική ενσωμάτωση του επαναστατικού πνεύματος της δεκαετίας του ‘60, η οποία έγινε γνωστή ως ‘’νεοφιλελευθερισμός’’.  Μετά την παγκόσμια Ζαπατιστική επανάσταση – από τους ίδιους επονομαζόμενη 4ος παγκόσμιος πόλεμος – η οποία άρχισε σαν ένα μίνι ΄68, η διαδικασία έγινε τόσο πυκνή και ταχεία που έμοιαζε σχεδόν θεσμισμένη: Seattle, Genova, Cancun, Quebec, Hong Kong …Και καθ όσον το κίνημα No Global ήταν πραγματικά θεσμισμένο, δεδομένου του ότι στη δημιουργία του συνέβαλλαν τα παγκόσμια δίκτυα και οι Ζαπατίστας, κατέστη ένα είδος μικρού πραγματοποιημένου αναρχισμού, στηριζόμενου στις αρχές της αποκεντρωμένης άμεσης δημοκρατίας και της άμεσης δράσης.
Η προοπτική υποχρεωτικής αντιμετώπισης ενός αληθινού και ιδιαίτερου παγκόσμιου δημοκρατικού κινήματος φόβισε ιδιαίτερα τις αμερικανικές αρχές οι οποίες αντέδρασαν πανικόβλητα.

Ρώμη, 2012.
Ρώμη, 2012.

A.S: Στην Ιταλία, το 2001 η κυβέρνηση τρόμαξε και κατέστειλε σκληρά τους νέους που επαναστατούσαν ενάντια σε ένα ζοφερό κόσμο. Στις ΗΠΑ χρησιμοποίησαν την ίδια συνταγή;

D.G: Υπάρχει φυσικά ένα παραδοσιακό αντίδοτο στην απειλή μαζικών κινητοποιήσεων από τα κάτω, αρκεί να ξεκινήσεις ένα πόλεμο. Δεν έχει σημασία ενάντια σε ποιον στρέφεται ο πόλεμος. Το σημαντικό είναι να έχεις έναν, κατά προτίμηση στην πιο ευρεία πιθανή κλίμακα. Σε αυτή την περίπτωση η κυβέρνηση των ΗΠΑ είχε το εξαιρετικό πλεονέκτημα μιας αυθεντικής αφορμής – μια ομάδα δεξιών ισλαμιστών, ασύντακτη και κατά μεγάλο μέρος αναποτελεσματική μέχρι εκείνη τη στιγμή, η οποία για μια φορά στην ιστορία, δοκίμαζε την πραγματοποίηση μιας υπερβολικά φιλόδοξης τρομοκρατικής ενέργειας την οποία κατόπιν υλοποίησε στην πραγματικότητα. Οι ΗΠΑ αντί να περιοριστούν στον εντοπισμό των υπευθύνων άρχισαν να πετάνε δισεκατομμύρια δολάρια σε στρατιωτικούς εξοπλισμούς για το τίποτα. Δέκα χρόνια αργότερα, ο παροξυσμός που ακολούθησε την αυτοκρατορική υπερφόρτωση φαίνεται ότι ναρκοθέτησε τις ίδιες τις βάσεις της αμερικανικής αυτοκρατορίας. Αυτό στο οποίο παριστάμεθα σήμερα είναι η διαδικασία κατάρρευσης της Αυτοκρατορίας.

Άρα λοιπόν φαίνεται λογικό που η παγκόσμια επανάσταση του 2011 ξεκίνησε ως μια εξέγερση ενάντια στα Κράτη δορυφόρους των ΗΠΑ, σχεδόν με τον ίδιο τρόπο που οι εξεγέρσεις οι οποίες οδήγησαν στην κατάρρευση τη σοβιετική εξουσία στην ΕΣΣΔ ξεκίνησαν από μέρη όπως η Πολωνία και η Τσεχοσλοβακία. Το επαναστατικό κύμα διαχύθηκε σε όλη τη μεσόγειο, από τη Β. Αφρική στη Ν. Ευρώπη και κατόπιν, αρχικά με πιο αβέβαιο τρόπο, μέσω του ατλαντικού στη Νέα Υόρκη. Όμως από τη στιγμή που γεννήθηκε, μέσα σε λίγες εβδομάδες, εξερράγη σε ολόκληρο τον κόσμο.

Προσφάτως μετά τις διαδηλώσεις του Occupy και τα κινήματα  που αναπτύχθηκαν σε όλο τον κόσμο έγραψα ένα email στον  Immanuel Wallerstein για να τον ρωτήσω αν μπορούμε να μιλάμε και πάλι για μια παγκόσμια επανάσταση το 2011 κι εκείνος μου απάντησε ναι.

Τώρα πρέπει να δούμε πόση αλλαγή θα μείνει στο κοινό αίσθημα. Αυτό αφορά εμάς, πρέπει να δούμε πόσο μπορούμε να οικοδομήσουμε πάνω σε αυτό το υγιές και επαναστατικό ρήγμα και να προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε νέους θεσμούς και πολιτικά σώματα που θα εγγυώνται το χώρο μέσα στον οποίο η ελευθερία μπορεί να εκδηλωθεί.

Andrea Staid
(Μετάφραση Νίκος Χριστόπουλος)

Η συνέντευξη που πήρε ο Andrea Staid  από τον David Graeber, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του τελευταίου στην Ιταλία για την παρουσίαση των βιβλίων του Κριτική της δυτικής δημοκρατίας και Χρέος, δημοσιεύτηκε στο ιταλικό αναρχικό περιοδικό A Rivista Anarchica (Ιούνιος 2013 τεύχος 381). Το κείμενο αναδημοσιεύτηκε στα ελληνικά στο φύλλο #27 της εφημερίδας δρόμου Άπατρις.

Αναδημοσίευση από:  http://eagainst.com/articles/david-graeber-andrea-staid/

David Graeber – Γιατί ο κόσμος αγνοεί τους Κούρδους επαναστάτες στη Συρία;

ku

Μετάφραση Μ.Θεοδοσιάδης
Μέσω Guardian

Το 1937, ο πατέρας μου προσφέρθηκε εθελοντικά να πολεμήσει στις Διεθνείς Ταξιαρχίες για την υπεράσπιση της Ισπανικής Δημοκρατίας. Ένα επίδοξο φασιστικό πραξικόπημα είχε διακοπεί προσωρινά από μια εξέγερση εργατών, καθοδηγούμενη από αναρχικούς και σοσιαλιστές, και σε μεγάλο τμήμα της Ισπανίας μια πραγματική κοινωνική επανάσταση ακολούθησε, έχοντας ως αποτέλεσμα ολόκληρες πόλεις να περάσουν κάτω από αμεσοδημοκρατική διαχείριση, βιομηχανίες υπό τον έλεγχο των εργαζομένων, και τη ριζοσπαστική ενδυνάμωση των γυναικών.

Οι Ισπανοί επαναστάτες ήλπιζαν να δημιουργήσουν ένα όραμα για μια ελεύθερη κοινωνία, που όλος ο κόσμος θα μπορούσε να ακολουθήσει. Αντ ‘αυτού, παγκόσμιες δυνάμεις προτίμησαν μια πολιτική «μη παρέμβασης» και διατήρησαν έναν αυστηρό αποκλεισμό στη δημοκρατία, ακόμα αφότου ο Χίτλερ και τον Μουσολίνι (που δήθεν είχαν υπέγραψει συμφωνία) άρχισαν να στέλνουν στρατεύματα με στόχο να ενισχύσουν τη φασιστική πλευρά. Το αποτέλεσμα ήταν ένας χρόνιος εμφύλιος πόλεμος, που έληξε με την καταστολή της επανάστασης και μερικές από τις πιο αιματηρές σφαγές ενός αιματηρού αιώνα.

Ποτέ στη ζωή μου δεν σκέφτηκα ότι το ίδιο πράγμα θα μπορούσε ξανά να συμβεί. Προφανώς, δεν υπάρχει ιστορικό γεγονός που συμβαίνει ποτέ πραγματικά δύο φορές. Υπάρχουν χιλιάδες διαφορές μεταξύ του τι συνέβη στην Ισπανία το 1936 και του τι συμβαίνει στη Ροζάβα, τις τρεις ευρέως Κουρδικές επαρχίες της βόρειας Συρίας, σήμερα. Αλλά μερικές από τις ομοιότητες είναι τόσο εντυπωσιακές και τόσο θλιβερές, που θεωρώ ότι είναι υποχρέωσή μου – όντας κάποιος που μεγάλωσε σε μια οικογένεια της οποίας οι πολιτικές πεποιθήσεις ποικιλοτρόπως καθορίστηκαν από την ισπανική επανάσταση – να πω ότι δεν μπορούμε να επιτρέψουμε το ίδιο τέλος και πάλι.

Η αυτόνομη περιοχή της Ροζάβα, όπως υπάρχει σήμερα, είναι ένα από τα λίγα φωτεινά σημεία εν τούτοις ένα πολύ φωτεινό που αναδύεται από την τραγωδία της συριακήςεπανάστασης. Έχοντας εκδιώξει πράκτορες του καθεστώτος Άσαντ το 2011, και παράτην εχθρότητα από σχεδόν όλους τους γείτονές της, η Ροζάβα έχει όχι μόνο διατηρήσειτην ανεξαρτησία της, αλλά αποτελεί ένα αξιόλογο δημοκρατικό πείραμα. Λαϊκές συνελεύσεις έχουν δημιουργηθεί, ως το απόλυτο όργανο λήψης αποφάσεων,συμβούλια έχουν επιλεγεί με προσεκτική εθνοτική ισορροπία (σε κάθε δήμο, για παράδειγμα, τα τρία κορυφαία στελέχη πρέπει να περιλαμβάνουν έναν Κούρδο, ένανΆραβα και έναν Ασσύριο ή Αρμένιο Χριστιανό, και τουλάχιστον το ένα από τα τρία άτομαπρέπει να είναι μια γυναίκα), υπάρχουν συμβούλια γυναικών και νεολαίας, και, σε μιααξιοσημείωτη αντήχηση της ένοπλης Mujeres Libres (Ελεύθερες Γυναίκες) της Ισπανίας, ένας φεμινιστικός στρατός, η πολιτοφυλακή του YJA Star” Ένωση τωνΕλεύθερων Γυναικών (το αστέρι εδώ αναφέρεται στην αρχαία θεά της Μεσοποταμίας,την Ιστάρ), έχει αναλάβει ένα μεγάλο ποσοστό πολεμικών επιχειρήσεων εναντίον τωνδυνάμεων του Ισλαμικού Κράτους.

Πώς μπορεί κάτι τέτοιο να συμβαίνει και να εξακολουθεί να αγνοείται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τη διεθνή κοινότητα, ακόμη, και σε μεγάλο βαθμό, από τη ΔιεθνήΑριστερά; Κυρίως, φαίνεται ότι, επειδή το επαναστατικό κόμμα της Ροζάβα, το PYD,εργάζεται συμμαχικά με το Τουρκικό Κόμμα των Κούρδων Εργατών (PKK), έναμαρξιστικό αντάρτικο κίνημα που έχει από τη δεκαετία του 1970 εμπλακεί σεμακροχρόνιο πόλεμο εναντίον του τουρκικού κράτους. Το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ και η ΕΕεπισήμως το κατέταξαν στις «τρομοκρατικές» οργανώσεις. Εν τω μεταξύ, οι αριστεροίσε μεγάλο βαθμό το διαγράφουν θεωρώντας το σταλινικό.

Αλλά, στην πραγματικότητα, το ίδιο το PKK δεν έχει πλέον καμία σχέση με το παλιό,πάνωκάτω λενινιστικό κόμμα, που ήταν κάποτε. Η δική του εσωτερική εξέλιξη καθώς και η θεωρητική μεταστροφή του δικού του ιδρυτή, Aμπουλάχ Οτσαλάν, που έλαβε χώρα ενώ ο ίδιος βρίσκεται φυλακισμένος σε ένα τουρκικό νησί από το 1999, είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξει εντελώς τους στόχους και την τακτική του.

Το PKK έχει δηλώσει ότι δεν επιδιώκει πια να δημιουργήσει ένα κουρδικό κράτος. Αντ ‘αυτού, εμπνευσμένο εν μέρει από το όραμα της κοινωνικής οικολογίας του αναρχικούΜάρεϊ Μπούκτσιν, έχει υιοθετήσει το όραμα του «ελευθεριακού κοινοτισμού»,καλώντας τους Κούρδους να δημιουργήσουν ελεύθερες αυτοδιοικούμενες κοινότητεςμε βάση τις αρχές της άμεσης δημοκρατίας, οι οποίες [κοινότητες] θα έρθουν κοντά η μία με την άλλη ξεπερνώντας τα εθνικά σύνορα, για τα οποία υπάρχει η πίστη ότι με την πάροδο του χρόνου θα χάσουν όλο και περισσότερο το νόημά τους. Έτσι λοιπόν,πρότεινε τον κουρδικό αγώνα ο οποίος θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο για ένα παγκόσμιο κίνημα προς την πραγματική δημοκρατία, τη συνεργατική οικονομία, και τησταδιακή διάλυση του γραφειοκρατικού κράτους-έθνους.

Από το 2005 το ΡΚΚ, εμπνευσμένο από τη στρατηγική των ανταρτών Ζαπατίστας στην Τσιάπας, κήρυξε μονομερή κατάπαυση του πυρός με το τουρκικό κράτος και άρχισε ναεπικεντρώνει τις προσπάθειές του στην ανάπτυξη δημοκρατικών δομών στις περιοχέςπου ήδη ελέγχει. Ορισμένοι αμφισβητούν πόσο σοβαρά όλα αυτά είναι πραγματικά.Σαφώς, αυταρχικά στοιχεία παραμένουν. Αλλά το τι συνέβη στη Ροζάβα, όπου η Συριακή επανάσταση έδωσε στους Κούρδους ριζοσπάστες την ευκαιρία για διεξαγωγή τέτοιων πειραμάτων σε ένα μεγάλο και συναφή έδαφος, αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο από προσπάθεια επίδειξης. Συμβούλια, συνελεύσεις και λαϊκές πολιτοφυλακές έχουν σχηματιστεί, το καθεστώς ιδιοκτησίας έχει μετατραπεί σεεργατική διαχείριση συνεταιρισμών και όλα αυτά παρά τις συνεχείς επιθέσεις τωνακροδεξιών δυνάμεων της ISIS. Τα αποτελέσματα ανταποκρίνονται στον ορισμό μιας κοινωνικής επανάστασης. Στη Μέση Ανατολή, τουλάχιστον, αυτές οι προσπάθειεςέχουν παρατηρηθεί: ιδιαίτερα αφότου οι δυνάμεις του PKK και της Ροζάβαπαρενέβησαν πολεμώντας νικηφόρα στο δρόμο τους μέσω του εδάφους της ISIS στο Ιράκ για να σώσουν χιλιάδες Γεζίντι πρόσφυγες που είχαν εγκλωβιστεί στο όροςΣινχάρ αφότου οι τοπικοί πεσμεργκά εγκατέλειψαν το πεδίο. Αυτές οι ενέργειεςευρέως γιορτάζονταν στην περιοχή, αλλά και αξιοσημείωτα έχουν περάσει σχεδόν απαρατήρητες από τον Ευρωπαϊκό ή το Βορειοαμερικανικό Τύπο.

Τώρα η ISIS έχει επιστρέψει, με σειρές από Αμερικανικής κατασκευής άρματα μάχηςκαι βαρύ πυροβολικό που λαμβάνει από τις ιρακινές δυνάμεις, για να πάρει εκδίκησηενάντια σε πολλές από αυτές τις ίδιες επαναστατικές πολιτοφυλακές στο Κομπάνι,δηλώνοντας την πρόθεσή της να σφαγιάσει και να υποδουλώσει ναι, κυριολεκτικά να υποδουλώσει το σύνολο του άμαχου πληθυσμού. Εν τω μεταξύ, ο τουρκικός στρατόςβρίσκεται στα σύνορα εμποδίζοντας ενισχύσεις ή πυρομαχικά να φτάσουν στουςυπερασπιστές, και τα αεροπλάνα των ΗΠΑ βουίζουν από ψηλά, πραγματοποιώνταςπεριστασιακά, συμβολικά, πολύ μικρά χτυπήματα προφανώς, μόνο και μόνο για να είναι σε θέση να πουν ότι σαν μια ομάδα που ισχυρίζεται πως είναι σε πόλεμο μεαυτούς που προσπαθούν να συντρίψουν τους υπερασπιστές ενός μεγάλουδημοκρατικού πειράματος στον κόσμου, δεν έμειναν απολύτως απαθείς.

Αν σήμερα υφίσταται κάτι παράλληλο με τους επιφανειακά κατανυκτικούςδολοφονικούς Φαλαγγίτες του Φράνκο, τί άλλο θα μπορούσε να είναι εκτός από τηνISIS; Αν υπάρχει ένας παραλληλισμός με την Mujeres Libres της Ισπανίας, ποιός άλλος θα μπορούσε να είναι, πέρα από τις θαρραλέες γυναίκες που υπερασπίζονται ταοδοφράγματα στο Κομπάνι; Πρόκειται ο κόσμος και αυτή τη φορά πιο σκανδαλωδώςαπό όλα, η διεθνής αριστερά πραγματικά να καταστεί συνένοχος αφήνοντας τηνιστορία επαναληφθεί;

Αναδημοσίευση απόhttp://eagainst.com/articles/why-is-the-world-ignoring-the-revolutionary-kurds-in-syria/

Ελένο Σάνια, Χρειαζόμαστε επειγόντως μια επανάσταση των συνειδήσεων

hele

Η συνέντευξη του Ελένο Σάνια που ακολουθεί έχει δοθεί στον Αντρέου Χερέθ, για την επιθεώρηση El pollo urbano, τεύχος146, με αφορμή την κυκλοφορία στα καστιγιάνικα του βιβλίου του “Η ελευθεριακή επανάσταση”.
Αναδημοσιεύουμε προκειμένου να γίνει γνωστότερη η οπτική του συγγραφέα με αφορμή την επίσκεψή του στην Αθήνα. Ευχαριστούμε τον Μιχάλη Τ. για τη μετάφραση. (εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες)

– Το βιβλίο σου, Η ελευθεριακή επανάσταση εκδόθηκε το 2001 στην Γερμανία και τώρα (Σ.τ.ε: 2010) μεταφράστηκε στα καστιλλιάνικα και εκδόθηκε στην Ισπανία: τι σε οδήγησε λοιπόν στο να ρίξεις το βλέμμα προς τα πίσω, στην ισπανική επανάσταση της δεκαετίας του ’30;
– Το κίνητρο το οποίο πριν από δώδεκα χρόνια τώρα με οδήγησε στην απάφαση να γράψω το βιβλίο, υπάκουε σε μια αυθόρμητη απόκριση, όχι σε ένα εκ των προτέρων σχεδιασμένο έργο. Συνέβη το ακόλουθο: καλεσμένος από το Πανεπιστήμιο του Μαρβούργου για να δώσω μια διάλλεξη πάνω στον απολίτιστο1 πόλεμό μας, διαπίστωσα ότι το ακροατήριο είχε μια εντελώς στρεβλή ιδέα γι’ αυτόν· μέχρις σημείου ορισμένοι από τους παρευρισκόμενους στη συνάντηση να θεωρούν δεδομένο ότι ο -ηγέτης του POUM2 ο οποίος δολοφονήθηκε από Ισπανούς ή Ρώσους σταλινιστές- Αντρές Νιν ήταν πράκτορας στην υπηρεσία του Φράνκο και του φασισμού. Αγανακτισμένος και χωρίς στιγμή να το σκεφτώ, τηλεφώνησα το επόμενο πρωί στις εκδόσεις Nautilus στο Αμβούργο για να τους προτείνω να κάνουν βιβλίο την εισήγησή μου. Ενάμιση χρόνο αργότερα θα παρουσιαζόταν το DIE LIBERTÄRE REVOLUTION- Die Anarchisten im spanischen Bürgerkrieg.[Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ – Οι Αναρχικοί στον ισπανικό εμφύλιο].

– Πόσο επιστημονικό, πόσο δοκιμιακό ή/και προσωπικο είναι το έργο; Ποιες είναι οι κύριες πηγές που χρησιμοποίησες στην έρευνα σου;
– Σε ποιό βαθμό ή όχι είναι «επιστημονικό» το έργο μου, το αφήνω στην κρίση των ειδικών και των αναγνωστών μου. Τούτου λεχθέντος, θα προσθέσω ότι η έννοια του «επιστημονικου» ως συνώνυμου της αντικειμενικότητας και της επαγγελματικής αυστηρότητας, έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένως για να διαστρεβλώσει την πραγματικότητα και να εξυπηρετήσει νόθα ιδεολογικά συμφέροντα, όπως συνέβη και με ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο κομμάτι της βιβλιογραφίας σχετικά με την αδερφοκτόνο διένεξη στη χώρα μας. Το έργο μου είναι, κατά πρώτο λόγο, ένα κλασικής κοπής αφηγηματικό έργο, όπου η εξιστόρηση κι η ερμηνεία γίνεται συγχρόνως από την ελευθεριακή μου οπτική. Οι 400 σελίδες του βιβλίου περιέχουν ένα εκτεταμένο βιβλιογραφικό επίμετρο με περίπου 700 παραθέματα στα καστιλλιάνικα, γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, καταλανικά και ιταλικά. Συμβουλεύτηκα επίσης τα αρχεία του Διεθνούς Ινστιτούτου Κοινωνικής Ιστορίας του Άμστερνταμ και άλλες γραπτές πηγές. Ωστόσο, η πολυτιμότερη πηγή πληροφοριών ως insider και γνωρίζοντας από πρώτο χερι, όντας από την παιδική μου ηλικία στα ενδότερα του Ελευθεριακού Κινήματος και λόγω προσωπικών δεσμών ή φιλίας μου με τους πλέον εξέχοντες αγωνιστές της CNT και της FAI3, ήταν όσα έμαθα απ’ αυτούς, ξεκινώντας από τον πατέρα μου, σύντροφο και φίλο των Σαλβαδόρ Σεγκί, Χοάν Πεϊρό και Άνχελ Πεστάνια.

he

– Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο, έχω όμως διαβάσει και ακούσει κάποιες συνεντεύξεις σου. Σε αυτές ισχυρίζεσαι ότι -αντίθετα με όσα σημειώνει ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ- η ελευθεριακή επανάσταση στην Ισπανία δεν ήταν ένα σύντομο καλοκαίρι, παρά ξεκίνησε με τον πόλεμο και με τον πόλεμο τελείωσε. Πότε θεωρείς ότι αρχίζει να σφυρηλατείται το ισχυρό ιβηρικό αναρχικό κίνημα το οποίο έφτασε στο μέγιστο σημείο του το 1936-1937;
– Στο βιβλίο του, Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας, ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ σκιαγραφεί ένα πλαίσιο κατ’ ουσίαν θετικό για την δράση του ισπανικού αναρχοσυνδικαλισμού. Η επιλογή αυτού του περισσότερο συμβολικού παρά πραγματικού τίτλου δεν μου φαίνεται σημαντική, αν και εγώ στο βιβλίο μου, πράγματι, αναφέρομαι σ’ αυτόν. Ως οργανικό κίνημα, ο αναρχισμός αρχίζει να αποκτά συγκεκριμένη μορφή μετά το 1864 και την ίδρυση της Διεθνούς Ένωσης Εργατών [1ης Διεθνούς] στο Λονδίνο, ως μαζικό κίνημα όμως εδραιώνεται από τις αρχές του 20ού αιώνα, όπως συμπεραίνεται από την ίδρυση της Εθνικής Συνομοσπονδίας Εργασίας το 1910.

– Σχολίασες κατά την τηλεφωνική μας κουβέντα ότι το βιβλίο σου είναι ένα ιστορικό έργο το οποίο προσέφερε μιαν αρκετά κριτική ματιά στο ρόλο του PCE4 υπέρ (ή κατά) της ελευθεριακής επανάστασης: ποιο θεωρείς ότι ήταν το μεγαλύτερο ανόμημα των Ισπανών κομμουνιστών; Υπάρχουν ορισμένες φωνές που φτάνουν στο σημείο να κατηγορούν τους κομμουνιστές ότι διέταξαν την δολοφονία του Ντουρρούτι, ως προϋπόθεση που τέθηκε από την Μόσχα για να εξακολουθήσει να στηρίζει στρατιωτικά την Δημοκρατία.
– Οι κομμουνιστές του PCE και του PSUC5 πολέμησαν με φωτιά και τσεκούρι όχι μόνο τις ελευθεριακές συλλογικότητες, αλλά και όποιον εναντιωνόταν στις ολέθριες επιταγές του Στάλιν, κάτι που έπραξαν και με τους αγωνιστές του POUM ή με τον Λάργο Καμπαγιέρο ο οποίος, σε αντίθεση με τον Νεγκρίν, είχε την γενναιότητα να τους αντιταχθεί και να πετάξει έξω από το γραφείο του τον Ρώσο πρέσβη. Ποτέ δεν αναρωτήθηκα ποιο ήταν το μεγαλύτερο ανόμημα που διέπραξαν οι Ισπανοί κομμουνιστές, αφού πάντοτε τους θεωρούσα, συνολικά, ως παράγοντα ανάσχεσης και ξένο σώμα μέσα στην εργατική παράδοση της χώρας μας. Όσον αφορά στο θάνατο του Ντουρρούτι και τα βαθύτερα αίτια του, στερούμαι επαρκούς κι αξιόπιστης πληροφόρησης, ώστε θα παραθέσω εικοτολογίες ή θα χαθώ σε εικασίες σχετικά με το τι συνέβη.

– Παρ’ όλα αυτά, αρκετοί έχουν τη γνώμη ότι ο υπέρμετρος ουτοπισμός της CNT ήταν η αιτία για την ήττα της δημοκρατίας στον πόλεμο κατά του Φράνκο. Ποια είναι η γνώμη σου αναφορικά;
-Η επίρριψη στο Ελευθεριακό Κίνημα της ευθύνης για την στρατιωτική ήττα της Δημοκρατίας, λόγω του ότι ήθελε να κάνει ταυτοχρόνως πόλεμο και επανάσταση, υποδηλώνει ταύτιση με τη θέση που διέχυσε από την πρώτη στιγμή ο Στάλιν με τους τραμπούκους και συνεργούς του στην Ισπανία -θέμα με το οποίο ασχολούμαι εκτεταμένα στο βιβλίο μου. Η δημοκρατική πλευρά έχασε τον πόλεμο διότι δεν είχε επαρκή οπλισμό και διότι ο Στάλιν επέβαλε μιαν επιμελητεία η οποία σκοπό δεν είχε να καταστήσει δυνατή τη νίκη, αλλά να παρατείνει τον πόλεμο κάνοντας τον Χίτλερ να αναβάλλει την επικείμενη επίθεσή του στη Σοβιετική Ένωση -μια ακόμη κρίσιμη πτυχή την οποία αναλύω εις βάθος στο βιβλίο μου. Ο Λάργο Καμπαγιέρο αποπέμφθηκε επειδή ακριβώς επιθυμούσε να επιλέξει μια πολεμική στρατηγική εντελώς αντίθετη απ’ αυτήν που επέβαλλε η Μόσχα.

– Ποια πιστεύεις ότι υπήρξαν τα μεγαλύτερα λάθη του ισπανικού αναρχισμού; Υπάρχουν φωνές που τον υποδεικνύουν ως τον κύριο υπεύθυνο για την αδιάκριτη χρήση βίας και την καταστολή εντός της δημοκρατικής περιοχής: Συμφωνείς;
– Το πρώτο μεγάλο λάθος στο οποίο υπέπεσαν οι αναρχοσυδικαλιστές ηγέτες έλαβε χώρα στη Βαρκελώνη και συνίστατο στο ότι έδειξαν, αφελώς, εμπιστοσύνη στην αλληλεγγύη και την αφοσίωση εχθρικών πολιτικών ομάδων και χώρων, οι οποίοι μέσα σε λίγο καιρό κατάφεραν να εξουδετερώσουν την ελευθεριακή ηγεμονία και να επιβάλλουν τα δικά τους συμφέροντα και σκοπούς. Το δεύτερο μεγάλο λάθος τους ήταν ο γραφειοκρατισμός και η εμμονή στους κανονισμούς των αναρίθμητων Επιτροπών που αναδύθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά κι η απομάκρυνσή τους από τις μάζες της συνομοσπονδίας. Εξίσου μοιραίο ήταν και το ότι ένα πρόσωπο τόσο αδίστακτο και αποφασισμένο σαν τον Μαριανέτ6, τον οποίο στήριζε δεόντως η Φεδερίκα Μοντσένυ, θα διεύθυνε κατά τη διάρκεια του πολέμου την Εθνική Επιτροπή της CNT, για να μην μιλήσουμε για άλλες ανθρώπινες μικρότητες. Σε ό,τι αφορά τη βία και τα εγκλήματα που τελέστηκαν στην δημοκρατική πλευρά, ένα από τα κομμουνιστικά στρατηγήματα ήταν να καταστήσει υπεύθυνη την CNT-FAI για όλες τις ενέργειες που συνιστούσαν κατάχρηση εξουσίας, τις υπερβολικές ποινές και τις πράξεις εκδίκησης που διεπράχθησαν στην πλευρά αυτή. Δεν έλειψαν, αναμφίβολα, τα τυχάρπαστα στοιχεία κι οι ψευτοαναρχικοί οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι την συνομοσπονδιακή τους ταυτότητα και παραβαίνοντας τις ρητές οδηγίες που επανειλημμένως είχαν δώσει τα ελευθεριακά όργανα, επιδόθηκαν σε λεηλασίες και βιαιότητες, έβαλαν φωτιά σε εκκλησίες και σκότωσαν άμοιρους μοναχούς και ιερείς. Αυτό που η αντιελευθεριακή προπαγάνδα αποσιωπά είναι το ότι οι αληθινοί αναρχικοί όχι μόνο δεν συμμετείχαν σε τέτοια αιματηρά γεγονότα, αλλά έσωσαν ανθρώπους των οποίων η ζωή απειλείτο, όπως έκαναν ο Χοάν Πεϊρό κι ο πατέρας μου στο Ματαρό και τη Βαρκελώνη ή ο Ζοσέπ Αλομά στην Ταραγόνα, για να μην αναφέρω παρά μόνο παραδείγματα που γνωρίζω από πρώτο χέρι. Αυτό που δεν έκανε ούτε η CNT ούτε η FAI κατά τη διάρκεια του πολέμου, ήταν να οργανώσουν μυστικές αστυνομίες και φυλακές για να βασανίζουν και να δολοφονούν τους πολιτικούς τους αντιπάλους, όπως έκανε το κομμουνιστικό κόμμα το οποίο κατηγορούσε τους αναρχικούς ότι υπέθαλπαν την αναταραχή και το χάος.

hlen

– Συγγραφείς, όπως ο Νόαμ Τσόμσκυ φρονούν ότι η ισπανική ελευθεριακή επανάσταση υπήρξε μοναδική: πιθανότατα η τελευταία αυθεντική επανάσταση με ισχυρές ηθικές και ουτοπιστικές βάσεις. Κατά τη γνώμη σου, ποια στοιχεία έκαναν δυνατή αυτή την επανάσταση και παράλληλα έφτασαν το ισπανικό αναρχικό κίνημα σ’ αυτό το επίπεδο κοινωνικής συναρμογής και οργάνωσης;
– Ο Νόαμ Τσόμσκυ είχε δίκιο. Σε αντίθεση με τον καθαρά ολοκληρωτικό και καταναγκαστικό χαρακτήρα της επανάστασης των μπολσεβίκων του 1917 και αυτής που θεμελίωσε ο Μάο Τσε Τουνγκ στην Κίνα, η κοινωνική επανάσταση που έφεραν εις πέρας οι Ισπανοί ελευθεριακοί βασίστηκε στην αρχή της οικειοθελούς ένωσης και αυτοδιάθεσης. Αν αυτός ο άθλος έγινε πραγματικότητα, τούτο οφείλεται πάνω απ’ όλα στην σημασία την οποία απέδιδαν οι Ισπανοί αναρχικοί, από την πρώτη στιγμή, στην ηθική μόρφωση και την κουλτούρα, αλλά και στην αγάπη τους για την ελευθερία· στην έμφυτή αίσθηση της ισότητας και την υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Είναι σ’ αυτό το ηθικό υπόβαθρο όπου θα πρέπει να αναζητήσουμε το κλειδί των ελευθεριακών συλλογικοτήτων και του υψηλού επιπέδου οργάνωσής τους. Όλες αυτές οι παραδοχές, όμως, θα έμεναν αρκετά ατελείς αν δεν επισημαίναμε ότι η κολεκτιβιστική εποποιία των Ισπανών αναρχικών ήταν η σύγχρονη ενσάρκωση των ανθρωπιστικών αξιών που οι σπουδαίοι κλασικοί του Χρυσού Αιώνα της Ισπανίας εξέφρασαν στα έργα τους, με επικεφαλής τον Θερβάντες, όπως έχω υπογραμμίσει στο βιβλίο μου· όσο κι αν αυτό δεν αρέσει καθόλου σε ορισμένους αμβλύνοες και μνησίκακους κομμουνιστές που πιστεύουν ότι η συμπαντική γνώση ήταν δημιούργημα του Καρλ Μαρξ.

– Συμπληρώνονται εκατό χρόνια από την ίδρυση της CNT και πολλές εκδόσεις επανεξετάζουν το αναρχικό κίνημα. Ωστόσο, δίνεται η αίσθηση ότι το κάνουν από συμπάθεια προς ένα κίνημα ή ιδεολογία που ανήκει στο παρελθόν, που δεν έχει πλέον ισχύ ως κοινωνικό πρότυπο. Αν παρατηρήσουμε την μικρή σημασία που έχει σήμερα η CNT ως συνδικάτο (σχεδόν υπολειμματική), το ελευθεριακό κίνημα μοιάζει να αποτελεί οριστικά υπόθεση του παρελθόντος. Σε μια εποχή όπως η σημερινή, στην οποία η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος είναι κάτι παραπάνω από εμφανής και όπου η καταστροφή του παρόντος οικονομικού συστήματος απαιτεί βιώσιμες εναλλακτικές, πόσα πιστεύεις ότι μπορούμε να αξιοποιήσουμε απ’ αυτά που μας προσφέρει η ελευθεριακή ιδεολογία; Θεωρείς ότι η αυτοδιεύθυνση ως αξία έχει μέλλον;
– Υπάρχουν αξίες όπως το καλό, η δικαιοσύνη, η φιλία ή η αλληλεγγύη που πάντοτε θα διατηρούν την εγγενή νομιμότητά τους, ακόμα και σε ιστορικές περιόδους ή κοινωνίες στις οποίες σε ποσοτικό επίπεδο θα διαδραματίζουν περιθωριακό ρόλο, πράγμα που δυστυχώς συμβαίνει στην σημερινή υστεροκαπιταλιστική κοινωνία. Αυτό είναι το μεγάλο ηθικό δίδαγμα που μας μετέδωσαν οι μεγάλοι Έλληνες διδάσκαλοι, εκ των οποίων, από ουσιαστικής άποψης, τρέφεται ο αναρχισμός. Η απόρριψη των αιώνιων αυτών αξιών συνεπάγεται ολίσθηση στον σχετικισμό, τον ιστορικισμό, τον φορμαλισμό, τον οπορτουνισμό και το «όλα επιτρέπονται» του Ιβάν Καραμαζώφ. Το βιομηχανικό και γεωργικό εργατικό δυναμικό παρελθόντων εποχών έχει αντικατασταθεί, σε μεγάλο βαθμό, από τον τριτογενή τομέα των υπηρεσιών και της δουλειάς στο γραφείο· ωστόσο, αυτή η επαγγελματική και εργασιακή διαφοροποίηση δεν σημαίνει με κανέναν τρόπο ότι η αρχή της αυτοδιεύθυνσης έχει χάσει την πρωταρχική της έννοια, όπως προσπάθησα να αποδείξω πριν χρόνια στο βιβλίο μου Συνδικαλισμός και αυτοδιαχείριση, και αργότερα σε περισσότερα από ένα βιβλία μου στην γερμανική γλώσσα. Κατά τα άλλα, ο αναρχοσυνδικαλισμός δεν είναι η μοναδική ιδεολογία ή κίνημα το οποίο έχει χάσει την δύναμη που είχε στην Ισπανία κατά τη δεκαετία του τριάντα. Διόλου μικρότερη ή ακόμη και πιο ραγδαία ήταν η ιστορική πτώση του ευρωπαϊκού κομμουνισμού και σοσιαλισμού, εκτός και αν, -είναι προφανές- θεωρούμε ως σοσιαλιστές το PSOE7 του Θαπατέρο, τον αγγλικό εργατισμό ή την γερμανική σοσιαλδημοκρατία· όλοι τους πιστοί και αφοσιωμένοι υπηρέτες της αστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού. Επιπρόσθετα, ο συνδικαλισμός έχει καταλήξει να είναι μια ξεθωριασμένη σκιά του παρελθόντος, και τούτο ξεκινώντας από τους χαμηλούς δείκτες συμμετοχής, όχι μόνο στη Βόρειο Αμερική, αλλά και στη χώρα μας όπου τα αποκαλούμενα πλειοψηφικά συνδικάτα CCOO και UGT8 είναι στην πραγματικότητα άκρως μειοψηφικά σε σχέση με το σύνολο του ενεργού πληθυσμού.

– Έχεις 50 χρόνια που ζεις στην Γερμανία, γεγονός που ορισμένοι χαρακτηρίζουν ως εκούσια εξορία: Πώς βλέπεις εξ αποστάσεως την τωρινή Ισπανία; Πιστεύεις ότι μένει κάτι από εκείνον τον απλό και αγωνιστή άνθρωπο που περιγράφει ο Τζώρτζ Όργουελ στο βιβλίο του, Φόρος τιμής στην Καταλονία ή, αντιθέτως, είσαι της γνώμης ότι τα λεφτά κι η (πλαστή) ευμάρεια, η στηριζόμενη στον πιο ανούσιο καταναλωτισμό που έχει υποφέρει η ισπανική κοινωνία από το θάνατο του Φράνκο, εξάλειψε αυτές τις αξίες;
– Η Ισπανία που τόσο αγάπησα και για την οποία τόσο έχω αγωνιστεί στα γερμανόγλωσσα βιβλία μου και στις δημόσιες συζητήσεις της χώρας που με υποδέχθηκε, μού προκαλεί θλίψη. Τούτο ισχύει και για την πολιτική κάστα που κυβερνά τη χώρα από το τέλος της δικτατορίας και μετά, είτε πρόκειται για την δεξιά -τύπου Αθνάρ- είτε για τους οπαδούς του Φελίπε Γκονσάλες είτε για τον τωρινό ένοικο του παλατιού της Μονκλόα9. Αντί να επιλύουν τα ενδημικά προβλήματα της χώρας -έλλειψη στέρεης οικονομίας και διανεμητικής δικαιοσύνης- αφιερώνουν τις δυνάμεις τους σε αμοιβαίες προσβολές και στην κατασκευή της δημόσιας εικόνας τους. Σε επιχειρηματικό επίπεδο, η Ισπανία εξακολουθεί ως χώρα να μην έχει μια αστική τάξη άξια του ονόματος αυτού και με συναίσθηση των καθηκόντων της. Αποβλέπει μάλλον στην κερδοσκοπία παρά στη δημιουργία, γεγονός που εξηγεί γιατί σε τεχνολογικό επίπεδο εξακολουθούμε να αποτελούμε αποικία των μεγάλων ξένων ομίλων. Υπάρχει άραγε μεγαλύτερος παραλογισμός από το να πιστεύει κανείς πως το μέλλον της Ισπανίας εξαρτάται από τον τουρισμό και την βιομηχανία τούβλων; Παντού ανικανότητα, διαφθορά, ερασιτεχνισμός, στείρες κοκορομαχίες, ανεκπλήρωτες υποσχέσεις. Υπάρχουν, αναμφίβολα, μειοψηφίες που δεν έχουν χάσει εντελώς το αίσθημα της ντροπής και παλεύουν για μια Ισπανία καλύτερη απ’ αυτή που έχουμε τώρα, όμως ο τύπος του αγωνιστή ή του Ισπανού που τόσο εντυπωσίασε τον Όργουελ έχει μετατραπεί σε μια όμορφη ανάμνηση του παρελθόντος. Ό,τι εν γένει έχει επικρατήσει είναι η θλιβερή Ισπανία του ντεφιού10 η οποία αναδύθηκε στους, γεμάτους δυστυχία, αιώνες της παρακμής.

– Η ανεργία στην Ισπανία έχει ήδη ξεπεράσει το 20 τοις εκατό του ενεργού πληθυσμού και φαίνεται ότι η οικονομική κρίση που βιώνει η χώρα είναι δομική και θα προκαλέσει τριγμούς στα θεμέλια ενός οικονομικού προτύπου το οποίο πριν από πέντε χρόνια φάνταζε αδιαφιλονίκητο, παρά την τεράστια ζημιά που προκαλούσε στο κοινωνικό περιβάλλον και, κυρίως, στην ικανότητα οργάνωσης της εργατικής τάξης. Πιστεύεις ότι αυτή η κρίση μπορεί να προκαλέσει τον στοχασμό του εργαζόμενου, να τον κάνει να ανακτήσει την ταξική του συνείδηση και την ικανότητά του για αυτοοργάνωση;
– Προς το παρόν, ο υψηλός δείκτης ανεργίας, η αυξανόμενη εργατική ανασφάλεια κι οι μισθολογικές περικοπές που εισήγαγε η κυβέρνηση Θαπατέρο, αποτέλεσαν ένα σοκ για τους εργαζόμενους και τους συνδικαλιστικούς φορείς που πίστευαν ότι η ανάπτυξη του άγριου καπιταλισμού δεν ήταν ασύμβατη με την συνέχιση της υλικής ευμάρειας των μισθωτών. Η απεργία στα τέλη του Σεπτέμβρη ήταν το πρώτο ορατό σημάδι ότι άρχισαν να ανοίγουν τα μάτια τους και να αφυπνίζονται από τις αφελείς τους ψευδαισθήσεις. Από το σημείο αυτό όμως, μέχρι την ανάκτηση της ταξικής συνείδησης με την κλασική έννοια της λέξης, υπάρχει ακόμα μεγάλη απόσταση. Για να φτάσει εκείνη η στιγμή -αν φτάσει- θα είναι απολύτως αναγκαία μια μακρά διαδικασία αυτομόρφωσης, ιδεολογικής και σχετικής με τον αγώνα, κάτι που από την πλευρά του θα θέτει ως προαπαιτούμενο όρο, την απελευθέρωση του ατόμου από τον καταναλωτικό και φετιχιστικό ηδονισμό που έχει ενσταλαχθεί και στην ψυχή πολλών εργαζομένων και την επιστροφή του στις απαρχές της αυθεντικά εργατικής κουλτούρας.

– Είδαμε το σοβιετικό και το κουβανικό πρότυπο, τα οποία απέτυχαν διότι δεν εννοούσαν να καταλάβουν ότι η ουτοπία δεν μπορεί να επιβληθεί, ότι η καινούρια κοινωνία δεν χτίζεται μέσω της επιβολής, της ορθοδοξίας ή της δικτατορίας, αλλά μέσω της εκούσιας συμμετοχής των λαϊκών τάξεων και μέσω της καλώς εννοούμενης δημοκρατίας. Είδαμε το κινέζικο πρότυπο, το οποίο κάνει τον πραγματισμό σήμα κατατεθέν του και συνδυάζει στην εντέλεια την σιδερένια πολιτική δικτατορία του κομμουνιστικού κόμματος με την -σκληρότατου χαρακτήρα- νεοφιλελεύθερη οικονομική δικτατορία της αγοράς. Έχοντας φτάσει ως εδώ, υπάρχει πιστεύεις κάποια εναλλακτική στον καπιταλισμό της αγοράς ή του Κράτους; Είσαι αισιόδοξος, πιστεύεις ότι ο άνθρωπος μπορεί να σώσει τον εαυτό του;
– Οι άνθρωποι, στην τεράστια πλειοψηφία τους, ζουν σήμερα σε καθεστώς αποξένωσης και πραγμοποίησης· εξού και έχουν χάσει την συνείδηση της ανθρώπινης ταυτότητάς τους, μετατρεπόμενοι σε ανδρείκελα της κατεστημένης εξουσίας, είτε στην αυταρχική της μορφή -όπως στην Κούβα ή την Κίνα- είτε στην τυπικά δημοκρατική, όπως στο καπιταλιστικό ημισφαίριο. Η αυτοσωτηρία του ανθρώπου, στην οποία κάνεις νύξη, δεν είναι αδύνατη, αλλά βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα ελάχιστα πιθανή, όχι μόνο διότι αυτοί που ιδιοποιούνται την εξουσία θα κάνουν ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς για να την αποτρέψουν, αλλά επίσης διότι ο κόσμος έχει παραλύσει από το φόβο, την παραίτηση και τον σκεπτικισμό, όπως αποδεικνύει η παθητικότητα με την οποία συνηθίζει να αποδέχεται τις αλλεπάλληλες αχρειότητες, αυθαιρεσίες και ψέματα των εκάστοτε δυναστών. Η σκέψη ότι τα αυξανόμενα αδιέξοδα και αντιφάσεις των αντιστοίχων συστημάτων εξουσίας θα οδηγήσουν από μόνες τους στον καταποντισμό τους , σημαίνει υποταγή στον -ευρισκόμενο πάντα σε λανθάνουσα κατάσταση- μεσσιανισμό ή ιστορικό ντετερμινιστικό, στους οποίους ποτέ δεν πίστεψα. Χωρίς την ενεργή πάλη κατά του ανορθολογισμού που έχει επικρατήσει σε όλη την υφήλιο, θα συνεχίσουμε να είμαστε όπως τώρα ή ακόμα και χειρότερα. Βάζω τελεία στο διάλογό μας ώστε να επισημάνω ότι η διαδικασία της συλλογικής αντίστασης την οποία προτείνω, θα τεθεί σε εφαρμογή μόνο εάν εγκαινιαστεί στα εσώτερα του καθενός. Ή για να το πω με τα λόγια του Σίλλερ: αυτό που κατεπειγόντως χρειαζόμαστε είναι μια «επανάσταση των συνειδήσεων».

 

Πιοτρ Β. Ριαμπόφ – Ο άνθρωπος που εξεγείρεται: η φιλοσοφία της εξέγερσης στον Μιχαήλ Μπακούνιν και στον Αλμπέρ Καμύ

Albert_Camus

Bakunin_NadarΠρόλογος Μετάφρασης

Ο Πιοτρ Β. Ριαμπόφ είναι ιστορικός και φιλόσοφος, διδάκτωρ του Παιδαγωγικού Κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας. Ενεργός στο αναρχικό κίνημα από το 1987, με πλούσια αρθρογραφία, επικεντρώνει το έργο του αφενός στην προβληματική του υπαρξισμού στην σύγχρονη κουλτούρα και αφετέρου στην ιστορία των κινημάτων απελευθέρωσης. Η συνοπτική, συγκριτική θέση του για τον «άνθρωπο που εξεγείρεται» στο έργο του Μπακούνιν και του Καμύ ταξιδεύει εδώ με αφορμή τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Ρώσου φιλοσόφου και καλεί σε μια συζήτηση για τον «εξεγειρόμενο» του σήμερα.

Μετάφραση από τα ρωσικά: ΛενΜ, Μάιος 2014

Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς Μπακούνιν και Αλμπέρ Καμύ… Αυτά τα δυο ονόματα δεν στέκονται τυχαία δίπλα-δίπλα εδώ. Και οι δύο αυτοί στοχαστές, που έζησαν σε διαφορετικές χώρες και σε διαφορετικούς αιώνες, έκαναν την κατηγορία της «εξέγερσης» μια από τις θεμελιωτικές έννοιες των πρωτότυπων διδασκαλιών τους για τον άνθρωπο. Όμως, αν στον Μπακούνιν αυτές συναντιούνται μόνο ξεχωριστά, και όχι ενταγμένες σε ένα σύστημα ιδεών για την εξέγερση, στον Καμύ η εξέγερση γίνεται η σπουδαιότερη κατηγορία. Κατά τη γνώμη του Μιχαήλ Μπακούνιν, η εξέγερση είναι ένα από τα τρία σημαντικότερα γνωρίσματα «κάθε ανθρώπινης, τόσο ατομικής όσο και συλλογικής, παρουσίας στην ιστορία», πλάι στη ζωική φύση και τη νόηση του ανθρώπου. Είναι ακριβώς μέσα από την εξέγερση που δημιουργείται η προσωπικότητα, το έργο, η ελευθερία και συντελείται η ενσάρκωση του ανθρώπου. Με αυτόν τον τρόπο, η εξέγερση παρουσιάζεται ως η σπουδαιότερη και ειδικά ως ανθρώπινη ιδιότητα. Όμως, τι εννοεί ο Μπακούνιν με τη λέξη «εξέγερση» και εναντίον ποιου έχει στραφεί αυτή η εξέγερση;

Αντίθετα με τα διαδιδόμενα στερεότυπα, ο Μπακούνιν, αυτός ο φλογερός εξεγειρόμενος, εννοεί με την εξέγερση κάθε άλλο παρά την ολική άρνηση και την καταστροφή χωρίς όρια. Στα έργα του υποδεικνύει επίμονα τα όρια της εξέγερσης και τη σχετικότητά της. Είναι πεπεισμένος ότι η απόλυτη εξέγερση, η εξέγερση εναντίον της Φύσης ως ολότητας του κόσμου ή εναντίον της «δεύτερης φύσης», δηλαδή της Κοινωνίας, είναι αδύνατη και στερείται κάθε νοήματος. Έξω από την φύση και την κοινωνία, για τον Μπακούνιν, δεν υπάρχει τίποτα, τίποτα το υπερφυσικό και δεν δόθηκε λόγος στον άνθρωπο να βγει από τα πλαίσιά τους. Η Φύση και η Κοινωνία στο σύνολό τους είναι το έδαφος στο οποίο μεγαλώνουμε, το πάτωμα στο οποίο είμαστε καταδικασμένοι να παίξουμε το παιχνίδι μας. Όμως, εναντίον της δεδομένης φύσης και της δεδομένης κοινωνίας, ο άνθρωπος μπορεί και πρέπει να εξεγερθεί, αναμορφώνοντας τον κόσμο και τον ίδιο μέσα στον κόσμο, εγείροντας στον αγώνα ειδικά την ανθρώπινη πραγματικότητα.

Εξάλλου το να δεχτεί κανείς όλα τα δεδομένα του περιβάλλοντος, το να συμφιλιώνεται με όλα τα δαιμόνια και τις ατέλειες του σύμπαντος, σημαίνει για τον Μπακούνιν ότι προδίδει την ανθρώπινη μοίρα, ότι παραιτείται από την ελευθερία. Είναι αδύνατη τόσο η ολική άρνηση της Φύσης και της Κοινωνίας όσο και η απόλυτη αποδοχή της δεδομένης φύσης και της δεδομένης κοινωνίας. Κατανοώντας και τους κανόνες που διέπουν τη φύση, την κοινωνία αλλά και αυτούς τους ίδιους, ο άνθρωπος ταυτόχρονα και μερικώς απελευθερώνεται από την καταπίεση αυτών των κανόνων, επεκτείνει τη ζώνη της αυτονομίας του, υπερνικά τους δεσμούς που τον αλυσοδένουν με τον περιβάλλοντα κόσμο και με αυτόν τον ίδιο.

Επομένως, γίνεται κατανοητό ότι στο πλαίσιο της ανθρώπινης εξέγερσης τεράστια σημασία αποδίδεται στη νόηση και την επιστήμη, με τη βοήθεια των οποίων ο άνθρωπος αποσπάται από τον περιβάλλοντα κόσμο, σαν να «σφετερίζεται», σύμφωνα με την έκφραση του Μπακούνιν, τους κανόνες που διέπουν αυτόν τον κόσμο. Στη διαδικασία αυτής της εξέγερσης, γράφει ο Μπακούνιν, ο άνθρωπος «επιτυγχάνει σταδιακά την αποτίναξη του ζυγού της εξωτερικής φύσης, του ζυγού των δικών του φυσικών ατελειών και… του ζυγού ενός κοινωνικού οργανισμού που έχει καθιερωθεί αυταρχικά».

Εξεταζόμενη από αυτήν την οπτική γωνία, στην ανάπτυξη τόσο του κάθε ξεχωριστού ατόμου, όσο και γενικά, της ανθρωπότητας στο σύνολό της, ενυπάρχει η εξέγερση∙ η εξέγερση που στηρίζεται στην αρχική συνθήκη του περιβάλλοντος και που, ταυτόχρονα, την απαρνείται. Σε μια τέτοια πραγματεία της εξέγερσης όχι ως απόλυτης και μοναδικής πράξης, αλλά ως διαδικασίας, που συνδυάζει στο εσωτερικό της στιγμές άρνησης και δημιουργίας, εκδηλώθηκε με σαφήνεια η αριστοτεχνική διαλεκτική του Μπακούνιν, η οποία βρήκε την έκφρασή της στο διάσημο σύνθημά του: «Στο πνεύμα εκείνου που απαρνείται ενυπάρχει το πνεύμα εκείνου που δημιουργεί, το πάθος για καταστροφή συνυπάρχει με το πάθος για δημιουργία».

Περνώντας από μια γενικά φιλοσοφική εξέταση της εξέγερσης στην συγκεκριμένη μορφή της, ο Μπακούνιν στέκεται σε εκείνα τα είδη εξέγερσης, όπως η εξέγερση του ανθρώπου εναντίον της εξωτερικής φύσης (με τη στενή σημασία της λέξης), εναντίον της εσωτερικής φύσης του και ακριβέστερα, εναντίον του «ζωικού» της στοιχείου, το οποίο εκτοπίζεται από την ελευθερία που καλλιεργείται και ταυτίζεται από εκείνον με την ανθρωπότητα, εναντίον του Θεού ως του ιερού θεμελίου οποιασδήποτε ιδανικής ή πραγματικής τυραννίας, εναντίον οποιασδήποτε εξωτερικής αυθεντίας, που επιβάλλεται στο άτομο έξωθεν και ενσαρκώνεται κυρίως από το Κράτος. Η σχέση του Μπακούνιν με την εξέγερση του ατόμου εναντίον της κοινωνίας δεν είναι μονοσήμαντη. Στις περιπτώσεις, όπου η κοινωνία επηρεάζει το άτομο ωφέλιμα, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη της σκέψης και της ελευθερίας, η εξέγερση, φυσικά, δεν χρειάζεται.

Σε εκείνες τις περιπτώσεις, όπου η κοινωνία συνθλίβει και υποδουλώνει το άτομο, που το διαφθείρει, η εξέγερση του ανθρώπου εναντίον της κοινωνίας, στην οποία ζει, καθίσταται απαραίτητη, ως η προϋπόθεση της πνευματικής αυτοσυντήρησής του. Ο Μπακούνιν τονίζει ότι το Κράτος, που πάντοτε εξασκεί επιρροή στον άνθρωπο με τρόπο βάναυσο, εξωτερικό και βίαιο, φαίνεται να προβοκάρει το ίδιο την εξέγερση εναντίον του, και αυτή η εξέγερση είναι πολλές φορές ευκολότερη από την εξέγερση του ανθρώπου εναντίον της κοινωνίας, μιας κοινωνίας που προηγείται του ανθρώπου, τον περιβάλλει και διαμορφώνει, διακριτικά και φυσικά, ένα άτομο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή της. Σε αυτήν την περίπτωση, λέει ο Μπακούνιν, «ο άνθρωπος πρέπει, τουλάχιστον εν μέρει, να εξεγερθεί εναντίον του εαυτού του, καθώς με όλες τις υλικές, διανοητικές και ηθικές έξεις και επιδιώξεις του, ο ίδιος δεν είναι παρά ένα προϊόν της κοινωνίας».

Συνολικά, συζητώντας για τη σύλληψη της έννοιας της «εξέγερσης» στον Μπακούνιν, πρέπει να σημειωθεί ο πολυδιάστατος και αμφίσημος χαρακτήρας της στη διδασκαλία του μεγάλου ρώσου αναρχικού. Ο Μπακούνιν πραγματεύεται αυτήν την κατηγορία σε διαφορετικά σημεία της δουλειάς του, υπό ελαφρώς διακριτές οπτικές γωνίες, με διαφορετικό βαθμό γενίκευσης. Από τη μια πλευρά ο Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς διερευνά την «εξέγερση» με ακραία ευρύτητα, σαν συνώνυμο της ελευθερίας και της ανθρωπότητας, σαν αναπόσπαστο γνώρισμα και στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης, σαν διαδικασία εξέλιξης του ανθρώπου, ο οποίος ταυτόχρονα και αναδύεται από το έδαφος της Φύσης και της Κοινωνίας, και έχει συνδεθεί με αυτό το έδαφος και το αρνείται, το μεταμορφώνει.

Πρέπει να προστεθεί ότι σε αυτές τις σκέψεις άφησε το στίγμα της η ιδέα της γραμμικής προόδου της φύσης και της κοινωνίας που αποτελεί έναν κοινό τόπο για την πλειοψηφία των στοχαστών του 19ου αιώνα. Από την άλλη πλευρά, ερμηνεύει την κατηγορία της «εξέγερσης» πιο στενά, μόνο σαν μια ιδιωτική στιγμή ελευθερίας, σαν ένα από τα συστατικά της, το οποίο ακόμη και σε ό,τι είναι άκρως αρνητικό, δεν εξαντλεί όλο το περιεχόμενό της. Τέλος, συχνά στα έργα του Μπακούνιν γίνεται λόγος για συγκεκριμένες μορφές εξέγερσης εναντίον συγκεκριμένων μορφών και φαινομένων της φύσης και της κοινωνίας, εναντίον της θεϊκής, κρατικής ή κοινωνικής αυθεντίας, εναντίον της εξωτερικής, μη ανθρώπινης φύσης και της εσωτερικής ζωικής φύσης του ανθρώπου. Όπως ήδη σημείωσα, ο Μπακούνιν δεν συστηματοποίησε τις σκέψεις του για την εξέγερση και η ανασκόπηση τους, όπως παρουσιάστηκε εδώ, φαίνεται ελαφρώς απλοποιημένη, αλλά, συνολικά επαρκής για την ανασυγκρότησή τους.

Αυτές οι σκέψεις για την εξέγερση ήταν για τον Μπακούνιν θεμελιώδεις, διότι του επέτρεψαν να καθιερώσει σε έναν κόσμο που συνδέεται με σκληρή νομοτέλεια την ανθρώπινη αρχή, με τρόπο που να χρησιμεύει ως ένα ιδιότυπο ουμανιστικό αντίβαρο στο διακηρυττόμενο από αυτόν καθολικό ντετερμινισμό. Μολονότι αυτές οι σκέψεις δεν αναπτύχθηκαν από τον Μπακούνιν, μπορεί κανείς να υποστηρίξει χωρίς υπερβολή, ότι στη διδασκαλία του για την εξέγερση ο Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς ξεπέρασε την εποχή του κατά σχεδόν έναν αιώνα και αποτέλεσε προκάτοχο της υπαρξιστικής φιλοσοφίας της εξέγερσης, του Αλμπέρ Καμύ.

Ο Καμύ προσπαθεί να βρει απάντηση στο σπουδαίο ερώτημα που τέθηκε, με κάθε οξύτητα, στον άνθρωπο της σύγχρονης εποχής: τι μου απομένει να κάνω και θα μπορούσα άραγε να ζήσω, εάν ο Θεός δεν υπάρχει, ο κόσμος δεν έχει νόημα και εγώ είμαι θνητός; Για τον Καμύ, το παράλογο, ως η αρχέγονη, προ και εκτός του ανθρώπου απουσία νοήματος του σύμπαντος, έχει το στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης και ως εκ τούτου επάξια απάντηση του ανθρώπου σε αυτό το παράλογο είναι τελικά η αδιάκοπη, ανέλπιδη και ηρωική εξέγερση. Το να γνωρίζει κάποιος για το θάνατό του, να μην προσπαθεί να ξεφύγει από αυτήν την πικρή γνώση και ωστόσο να ζει, να εισάγει στον παράλογο κόσμο το δικό του ανθρώπινο νόημα, αυτό ήδη σημαίνει να «εξεγείρεται».

Σε μια τέτοια εξέγερση δημιουργούνται όλες οι ανθρώπινες αξίες: το νόημα, η ελευθερία, το έργο, η αλληλεγγύη. Για τον Καμύ, το παράλογο αρχίζει να αποκτά νόημα, όταν δεν υπάρχει συμφωνία με αυτό. Η εξέγερση είναι εξαρχής καταδικασμένη στην ήττα, όπως ο θνητός και μεμονωμένος άνθρωπος και η ανθρωπότητα στο σύνολό της. Ιδίως στην εξέγερση, ο άνθρωπος, το μοναδικό ζώο που είναι ικανό για εξέγερση, για τη συνειδητοποίηση του θανάτου του, της ελευθερίας και της ευθύνης, αξιώνει και τη δική του προσωπική ατομικότητα και την πανανθρώπινη αλληλεγγύη, και το ανθρώπινο νόημα, που εκφράζεται από τον Καμύ στην λακωνική διατύπωση: «Εξεγείρομαι, άρα, υπάρχουμε». Με αυτόν τον τρόπο, η κατηγορία της «εξέγερσης» από μεταφορά ή από στενά πολιτική έννοια μεταμορφώνεται σε σημαντικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η εξέγερση, για τον Καμύ, έχει ένα δικό της τρόπο ισορρόπησης στην κόψη του ξυραφιού ανάμεσα σε δυο, φαινομενικά αντιτιθέμενες, όμως, στην ουσία συγκλίνουσες ακρότητες: την ακρότητα της ολικής αποδοχής, του κομφορμισμού και την ακρότητα της ολικής άρνησης, του μηδενισμού. Και η πρώτη και η δεύτερη οδηγούν στην καταστροφή του ανθρώπου και του ανθρώπινου κόσμου. Στην πρώτη περίπτωση ο άνθρωπος απαρνείται τον αγώνα, την ελευθερία, τον εαυτό του, δέχεται τον κόσμο συνολικά, όπως είναι, με όλες τις αισχρότητες και το παράλογό του. Στη δεύτερη, χωρίς να υπομένει τον αγώνα, λιποτακτεί, αναπόφευκτα οδεύει στον αμοραλισμό, τη δολοφονία, την αυτοκτονία.

Ο Αλμπέρ Καμύ εξετάζει αναλυτικά όλα τα αδιέξοδα και τους πειρασμούς αυτής της «ουκουμενικής εξέγερσης», σκιαγραφώντας πλούσια τους συλλογισμούς του με λογοτεχνικά, ιστορικά και φιλοσοφικά παραδείγματα. Συνειδητοποιώντας το παράλογο του κόσμου, ο άνθρωπος μπορεί να τρομάξει, να στραφεί αλλού, να διαφύγει στον αντικατοπτρισμό, ή αντίθετα να φύγει από τη ζωή, όπως ο Κυρίλλοφ στους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέβσκι. Και οι δυο περιπτώσεις συνεπάγονται αυτοκτονία, διάσπαση της προσωπικότητας και της ανθρώπινης πραγματικότητας. Αντίθετα, το να ζει κανείς, χωρίς να τρέφεται από ψευδαισθήσεις, το να εισάγει στον κόσμο το νόημα, να μετασχηματίζει την οικουμένη, ολοκληρώνοντας τον άθλο του Σίσυφου, αυτό είναι δρόμος, επάξιος του ανθρώπου. Και σε αυτόν το δρόμο η προσωπικότητα διέρχεται από την αρχέγονη μοναξιά και απώλεια κάθε προσανατολισμού στην ουμανιστική αλληλεγγύη ελεύθερων ανθρώπων, που αρνούνται και την αυτοκτονία και τη δολοφονία άλλων ανθρώπων.

Πράγματι, η προσωπικότητα είναι αδιανόητη εκτός της ανθρωπότητας και όλοι οι άνθρωποι είναι ενωμένοι κάτω από ένα κοινό φορτίο, το φορτίο της γνώσης και της ελευθερίας. Ο άνθρωπος που εξεγείρεται δεν χρειάζεται ούτε δούλους, ούτε κυρίους. Χρειάζονται σε εκείνον τέτοιοι ελεύθεροι άνθρωποι. Τέτοιοι άνθρωποι δεν επιδιώκουν να χαθούν στον αντικειμενικό κόσμο, δεν ψάχνουν παρηγοριά στο είδωλο της Προόδου, της Επιστήμης ή στους ιστορικούς μύθους. Είναι ελεύθεροι και υπεύθυνοι, φέρουν με ειλικρίνεια το βαρύ φορτίο τους στη ζωή, χωρίς να προδίδουν την ανθρώπινη μοίρα. Αρνούμενοι το θεό και την αιωνιότητα, υποστηρίζουν την εποχή τους, το δικό τους πραγματικό, το μοναδικό, το ανήσυχο, το ανεπανάληπτο∙ σε τελική ανάλυση, τους εαυτούς τους.

Με το να εξεγείρεται, ο άνθρωπος δεν προσπαθεί να ξεφύγει από τον κόσμο, δεν αποδέχεται τη ολότητά του, αλλά τον μεταμορφώνει και με αυτόν τον τρόπο αυτό-ενσαρκώνεται. Εξετάζοντας του δρόμους και τις διασταυρώσεις της «οικουμενικής εξέγερσης», ο Καμύ δείχνει συγκεκριμένα ότι, στην πολιτική, η ολική άρνηση οδηγεί στην ίδια δουλεία και δικτατορία, όπως και στην ολική αποδοχή της υπάρχουσας τάξης: κάθε Προμηθέας μεταμορφώνεται σε Καίσαρα, κάθε υπεράνθρωπος αρχίζει να έχει ανάγκη από δούλους.

Φωτεινό και υποδειγματικό παράδειγμα εξέγερσης αποτελεί η τέχνη. Ο Καμύ γράφει: «Στην τέχνη δεν υπάρχει ούτε ολική άρνηση, ούτε ολική συμφωνία με αυτό που υπάρχει». Η τέχνη είναι και άρνηση και συμφωνία ταυτόχρονα. Όπως η ολική άρνηση στην τέχνη οδηγεί στον καθαρό φορμαλισμό, στην αποχώρηση και τη διαφυγή από τον κόσμο, έτσι και η ολική αποδοχή έχει ως συνέπεια τον καθαρό «φωτογραφικό ρεαλισμό». Τόσο το ένα όσο και το άλλο είναι απολύτως άγονα, ενώ ο πραγματικός δημιουργός όχι μόνο δέχεται τον κόσμο, χρησιμοποιώντας τα υλικά για τη δημιουργία του, αλλά και τον τροποποιεί, θέτοντας στην στατική ύλη του σύμπαντος το ανεπανάληπτο στίγμα του δικού του στυλ.

Έτσι, με πολυάριθμα παραδείγματα ο Καμύ δείχνει αυτές τις Σκύλες και τις Χάρυβδες της εξέγερσης, χαράζοντας τον προσανατολισμό της τραγικής, όμως ελεύθερης και σκεπτόμενης προσωπικότητας, της αλληλέγγυας με άλλες τέτοιες προσωπικότητες, του Ανθρώπου που Εξεγείρεται. Η φιλοσοφία της εξέγερσης του Καμύ είναι εξαιρετικό επίτευγμα ουμανιστικής σκέψης της σύγχρονης εποχής. Αυτή αναδύθηκε στη φλόγα της αντιφασιστικής Αντίστασης και είχε θεμελιωθεί στην κατανόηση της καταστροφικής εμπειρίας του 20ου αιώνα, που έθεσε υπό αμφισβήτηση την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπου. Όμως, πολύ πριν τον Καμύ, στα μέσα του 19ου αιώνα πολλές βαθιές ενοράσεις και διαισθήσεις, που προανήγγειλαν την φιλοσοφία του για την εξέγερση, είχαν διατυπωθεί από τον Ρώσο αναρχικό Μ.Α. Μπακούνιν.

Αυτή η φιλοσοφία της Εξέγερσης, ειλικρινής και ανθρώπινη, βοηθάει τον άνθρωπο που ζει στον σκληρό, συγχυσμένο και παράλογο κόσμο μας, να βρει ένα στέρεο στήριγμα. Όμως, αυτό το στήριγμα, μια άβολη και ταπεινωτική πατερίτσα για τον κακόμοιρο ανάπηρο, είναι το όπλο της αντίστασης, με το οποίο επενδύονται τα χέρια του στρατιώτη που μάχεται στα χαρακώματα της σύγχρονης εποχής.

Αναδημοσίευση από: http://eagainst.com/articles/camus-bakunin/

Eduardo Colombo, Η ψήφος και η καθολική ψηφοφορία

William Hogarth (London, 1697 - 1764),  An Election Entertainment: Canvassing for Votes.
William Hogarth (London, 1697 – 1764), An Election Entertainment: Canvassing for Votes.

To κείμενο που παρουσιάζεται εδώ αποτελεί μέρος του βιβλίου “Η βούληση του λαού – Δημοκρατία και Αναρχία” του Eduardo Colombo  που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες.  

 Η ψήφος και η καθολική ψηφοφορία

«Οι αναρχικοί δεν ψηφίζουν!» Ακούμε αρκετά συχνά αυτή τη διαβεβαίωση. Είναι αλήθεια;

Η ψήφος

Ας δούμε αρχικά τι θα πει ψηφίζω.
1. Η ψήφος είναι μια διαδικασία που επιτρέπει την έκφρα- ση μιας γνώμης ή μιας βούλησης. Στη λατινική ετυμολο- γία, votum είναι η μετοχή αορίστου του ρήματος vovere: επικαλούμαι (Λιτρέ), κάνω ευχή, δίνω ή αρνούμαι την ευχή μου. Ψηφίζοντας, παραχωρεί κανείς τη φωνή του στο σώμα των ιερέων (στις αρχαίες χριστιανικές αδελφό- τητες). Μπορεί κανείς να ψηφίσει με ποικίλους τρόπους – για παράδειγμα, κατά παραγγελία ή αυτοπροσώπως. Η ψηφοφορία, ή ψήφος, είναι μια μέθοδος που συνήθως χρησιμεύει για την ανάδειξη μιας πλειοψηφίας (σχετι- κής, απλής, 3/4 κ.ο.κ.). Δεν έχει νόημα παρά μόνο στις περιπτώσεις που μπορεί να θεωρηθεί ότι η ύπαρξη μιας πλειοψηφικής γνώμης χρειάζεται ώστε να απαντηθεί το ερώτημα που τίθεται.

2. Το να ψηφίζει, λοιπόν, κανείς σημαίνει να εκφράζει άποψη (με την ευρεία έννοια) για κάτι ή για κάποιον, γενικά με σκοπό τη συγκρότηση μιας πλειοψηφίας. Το να δίνεις την ψήφο σου μπορεί να χρησιμεύσει σε μια διαβούλευση ή σε μια εκλογή: στην τελευταία περίπτωση, αυτό επιτρέπει την επιλογή (οι λέξεις electio και eligere σημαίνουν αντίστοιχα «επιλογή» και «επιλέγω») μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων που θέτουν υποψηφιότητα για ένα θεσμικό αξίωμα. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για να επιλεχθεί μια στρατηγική ή, ακόμα, για να επιβεβαιωθεί ή να απορριφθεί μια άποψη.

3. Η ψήφος χρησιμεύει για την ανάδειξη μιας πλειοψηφίας, καλώς· αλλά σε τι χρησιμεύει μια «πλειοψηφία»; Οπωσδήποτε όχι στο να έχει δίκιο. Όμως εκεί όπου διίστανται οι απόψεις πάνω σε ζητήματα επικαιρότητας ή τακτικής, εκεί όπου τα επιχειρήματα δεν πείθουν –και, γι’ άλλη μια φορά, δεν πρόκειται για ζητήματα αρχών ή αξιών– για παράδειγμα, προκειμένου να αποφασιστεί ποια μέρα θα ξεκινήσει μια απεργία ή για να διαπιστωθεί αν υπάρχει συμφωνία για την έκδοση κάποιου ειδικού τεύχους ενός περιοδικού, η απόφαση με πλειοψηφία αποδεικνύεται χρήσιμη μέθοδος.

4. Επομένως, για τους αναρχικούς, η ψήφος πρέπει να εξετάζεται σε σχέση με την ορθότητα μιας πλειοψηφίας.

Πρώτον: Ο νόμος της πλειοψηφίας (ευάλωτος στην κριτική και υφιστάμενος κριτική στο επίπεδο της πολιτικής φιλοσοφίας του αναρχισμού) που προσιδιάζει στην άμεση ή έμμεση δημοκρατία δεν είναι ένας «νόμος» που επιβάλλεται στους αναρχικούς: οποιαδήποτε απόφαση, οποια- δήποτε δέσμευση, πρέπει να κατακτάται ή να γίνεται δεκτή ελεύθερα.

Δεύτερον: Η ελεύθερη συμφωνία αποκλείει την τυπική πλειοψηφία που επιτυγχάνεται με την ψήφο. Αμέτρητες αποφάσεις, καταστάσεις, συνθήκες, ξεφεύγουν από οποιαδήποτε επίκληση οποιασδήποτε πλειοψηφίας. Η «πλειοψηφία» προσώπων, η πλειοψηφία μιας συνέλευσης, δεν κατέχει την αλήθεια ούτε μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει δίκιο, δεν γνωρίζει καλύτερα τι πρέπει να γίνει από εμένα, εσένα, εσάς. (Θα μπορούσαμε να πούμε ότι μια συνέλευση σοφών έχει τη νοημοσύνη του πιο αδύνατου από τα μέλη της.)

Τρίτον: Το να ζητά κανείς τη λήψη μιας απόφασης «με πλειοψηφία» σε θέματα που αφορούν αξίες, «αρχές», γνώσεις, είναι ανοησία. Αρνούμαι να συμμετάσχω σε μια ψηφοφορία στην οποία θα έπρεπε να αποφασιστεί αν η ελευθερία είναι προτιμότερη από την σκλαβιά ή αν η ανοσολογική θεωρία της «κλωνικής επιλογής» είναι αληθής.

Αλλά όταν έχουμε να κάνουμε με συλλογικά στρατηγικά διακυβεύματα, αν χρειάζεται να αναλάβουμε κοινές δραστηριότητες, αν χρειάζεται να συμφωνήσουμε για να επιλέξουμε μια κατεύθυνση αντί για μια άλλη –και εγώ ως άτομο δεν θεωρώ ότι αυτή η επιλογή θίγει τις αξίες μου (τις αρχές μου)–, μπορώ κάλλιστα να δεχτώ ως χρήσιμη μέθοδο τη συμμετοχή σε μια απόφαση που λαμβάνεται με πλειοψηφία.

Συμπέρασμα: Σε μια αναρχική ομάδα ή σε μια συνέλευση, αν έχει από κοινού αποφασιστεί να βγει μια απόφαση με πλειοψηφία και προσωπικά δέχομαι να συμμετάσχω στην ψηφοφορία, τότε δεσμεύομαι να τηρήσω την πλειοψηφική απόφαση (κάτι που αποτελεί κανόνα ηθικής ευ- θύνης).

Η μυστική ψηφοφορία

Η ψηφοφορία πρέπει να είναι δημόσια ή μυστική;
«Είναι μεγάλο ζήτημα», έλεγε ο Μοντεσκιέ (πρβλ. Το πνεύμα των νόμων, βιβλίο 2ο, 2) ο οποίος προσέγγιζε το πρόβλημα βασιζόμενος στον Κικέρωνα. Ο τελευταίος γράφει στο Βιβλίο Γ’ του Περί νόμων: «Το καλύτερο είναι να ψηφίζει κανείς δια βοής· μπορούμε όμως να εξασφαλίσουμε ότι αυτός θα είναι ο κανόνας;». Και μερικές σειρές παρακάτω προσθέτει: «Ποτέ ένας ελεύθερος λαός δεν αισθάνθηκε την ανάγκη» ενός νόμου που να καθιερώνει τη «μυστική ψηφοφορία»· «τη ζητά με επιμονή όταν καταπιέζεται από τη δύναμη και την κυριαρχία των ισχυρών». Ο Μοντεσκιέ επιδοκιμάζει: «Αναμφίβολα, όταν ο λαός ψηφίζει, η ψήφος του πρέπει να είναι δημόσια, και αυτός πρέπει να θεωρείται ένας θεμελιώδης νόμος της δημοκρατίας».[1]

Αλλά ούτε ο Κικέρων ούτε ο Μοντεσκιέ νιώθουν κανένα θερμό πάθος για την ισότητα και βρίσκουν ελαφρυντικά για όσους επικαλούνται τη μυστική ψηφοφορία. Η μυστική ψηφοφορία, πιστεύει ο Μοντεσκιέ, προλαμβάνει τις δολοπλοκίες, όταν, σε μια αριστοκρατία το σώμα των ευγενών πρέπει να δώσει την ψήφο του, αφού «όλα γίνονται με δολοπλοκία και μηχανορραφίες μεταξύ των ισχυρών» (Λεσάζ). Αντίθετα, ο Μακιαβέλι, που είχε εντρυφήσει σε τέτοιες υποθέσεις, ήξερε ότι κάτω από τον μανδύα του μυστικού εξυφαίνονται οι φραξιονιστικές έριδες. Στις Φλωρεντινές ιστορίες (βιβλίο 7ο, ΙΙ), διαβάζουμε για τον Κόζιμο των Μεδίκων και τον Νέρι Καπόνι: «Ο Νέρι ήταν μεταξύ αυτών που είχαν κατακτήσει τη δημοτικότητά τους δια της νόμιμης οδού, με τέτοιο τρόπο ώστε είχε πολλούς φίλους αλλά ελάχιστους οπαδούς. Ο Κόζιμο (…), έχοντας κατακτήσει τη δημοτικότητά του τόσο με μυστικά μέσα όσο και στο φως της μέρας, είχε πλήθος φίλων και οπαδών».

Στην πραγματικότητα, καθ’ όλη τη διάρκεια μιας τόσο παλιάς ιστορίας, η δημόσια ή μυστική ψηφοφορία παραχωρήθηκε ή θεσμοθετήθηκε από βασιλείς, τυράννους ή κυρίαρχες ολιγαρχίες, ανάλογα με την κοινωνική περίσταση ή την πολιτική συγκυρία και, προφανώς, τον εκάστοτε συσχετισμό δυνάμεων. Η κυρίαρχη αριστοκρατική ή ολιγαρχική ομάδα ελέγχει καλύτερα μια συνέλευση έξωθεν με τη δημόσια ψηφοφορία (όπως υπενθυμίζει ο Μοντεσκιέ: οι Τριάκοντα Τύραννοι των Αθηνών θέλησαν οι ψηφοφορίες των Αρεοπαγιτών να είναι δημόσιες για να τους κατευθύνουν κατά την αρέσκειά τους) και έσωθεν με τη μυστική ψηφοφορία. Όσο πιο μεγάλη η εξουσία, τόσο πιο ακραία η μυστικότητα: Το Ιερό Κολέγιο των Καρδιναλίων συνέρχεται σε Κονκλάβιο (con clave = κλειδαμπαρωμένο) για να εκλέξει τον Πάπα.

Το προοδευτικό, σοσιαλιστικό και εργατικό κίνημα του 19ου αιώνα αντιτέθηκε αρχικά στη μυστική ψήφο γιατί διευκόλυνε την ανευθυνότητα και την υποκρισία, και δεν την έκανε δεκτή στις δικές του συνελεύσεις, όπως συνεχίζουν να πράττουν οι αναρχικοί· όμως, μπροστά στην προοδευτική κατάκτηση του λεγόμενου καθολικού εκλογικού δικαιώματος και την πραγματικότητα της καταπίεσης, της εξαθλίωσης και της εκμετάλλευσης, αναγκάστηκε να δεχτεί ότι ο μυστικός χαρακτήρας της ψήφου συνιστά προστασία για τον εργάτη ή τον αγρότη, που μπορούσε έτσι να γλιτώσει από την οργή του αφεντικού ή του φεουδάρχη, όταν αυτός έκρινε την ψήφο «μη αρεστή».

Σε μια συνέλευση, η μυστική ψήφος επιτρέπει την αποσύνδεση λόγων και έργων, άποψης και δράσης: μπορεί κανείς να εκφράζει την άποψή του δημοσίως σύμφωνα με ορθά κριτήρια και με σύνεση, και να ψηφίζει με την κάλυψη που παρέχει ο μυστικός χαρακτήρας σύμφωνα με τα πιο άμεσα συμφέροντα ή τα πιο ανομολόγητα πάθη.

Για τους αδύναμους και τους ευρισκόμενους υπό εκμετάλλευση, η μυστική ψήφος είναι μια προστασία που τους επιτρέπει να εκφράσουν μια γνώμη της οποίας την ευθύνη δεν είναι σε θέση να αναλάβουν. Για τους ελεύθερους και τους ίσους, η μυστική ψήφος είναι τροχοπέδη που τους αναγκάζει να υπολογίζουν την καχυποψία και την κατηγορία.

Με δύο λόγια, η μυστική ψήφος είναι αναγκαία για τους αδύναμους και βίτσιο των Δόγηδων και των Παπών. Στην άμεση δημοκρατία (τόσο στην αγορά της πόλεως όσο και στις συγκεντρώσεις της εκκλησίας του δήμου, ο λόγος ήταν ελεύθερος [παρρησία] και ίσος [ισηγορία], όπως και στις συνελεύσεις των Αβράκωτων ή στο επαναστατικό εργατικό κίνημα)[2], ψηφίζαν δημόσια, με ανάταση της χειρός, ενώπιον των υπολοίπων, των ίσων, των ομοίων.

Η καθολική ψηφοφορία

«Αν οι εκλογές άλλαζαν τίποτα, θα ήταν παράνομες.»
Οι αναρχικοί δεν ψηφίζουν! Και είναι αλήθεια: όταν πρόκειται για καθολική ψηφοφορία, οι αναρχικοί προπαγανδίζουν την επαναστατική αποχή. Ο αναρχικός αρνείται να χρησιμοποιήσει το ψηφοδέλτιο για ν’ αλλάξει κάτι ή για να συμμετάσχει στην έκφραση της «λαϊκής βούλησης», επειδή γνωρίζει ότι αυτές οι δύο αυταπάτες είναι μια τεράστια πλάνη, συστατική της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Οι νοικοκυραίοι θα έπρεπε να το γνωρίζουν, αλλά δεν το ξέρουν. Ένα ελεύθερο πνεύμα δεν μπορεί παρά να εκπλαγεί κοιτάζοντας γύρω του, όπου, μολονότι συνεχώς καταπατείται και περιοδικά εξαπατείται, η εμπιστοσύνη του εκλογέα επιβιώνει σε πείσμα των επαναλαμβανόμενων απογοητεύσεων και της δικής του καθημερινής μεμψιμοιρίας.

Τα κοινοβουλευτικά σώματα διαδέχονται το ένα το άλλο, καθένα αφήνοντας πίσω του την ίδια ματαίωση, την ίδια μομφή (Σεμπαστιάν Φωρ). Και, σαν αξιοθρήνητος Σίσυφος, ο εκλογέας εξακολουθεί να ψηφίζει όποτε η πολιτική εξουσία τού ζητά να το κάνει.

Γνωρίζουμε ότι τα επιχειρήματά μας είναι ισχυρά, αλλά η λογική δεν επαρκεί. Η συνήθεια, το έθιμο, επιβάλλονται από μόνα τους, για τον λόγο ότι ο πολίτης τα βρίσκει ήδη εκεί στον κοινωνικό ιστό, τα προσλαμβάνει μό- λις γεννιέται και ακολουθεί τον νόμο που η εξουσία τού έχει ορίσει. «Όμως, οι νόμοι –έγραφε ο Μονταίν– τηρούνται από πίστη· όχι επειδή είναι δίκαιοι, αλλά επειδή είναι νόμοι. Αυτό είναι το απόκρυφο θεμέλιο της αυθεντίας τους· δεν έχουν άλλο κανένα».[3]

Το καθεστώς της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης αφαιρεί από τον λαό την ικανότητά του να φτιάχνει ή να εγκαθιδρύει τους δικούς του κανόνες. Ήδη κατά την Επανάσταση, στις απαρχές της Δημοκρατίας, η ιακωβίνικη μπουρζουαζία αντιτίθεται στο δικαίωμα των τομέων να έχουν μόνιμες συνελεύσεις.[4] «Αν οι συνελεύσεις βάσης –λέει ο Ροβεσπιέρος– συγκαλούνταν για να κρίνουν ζητήματα του κράτους, η Συμβατική Συνέλευση θα καταστρεφόταν». Οι λέξεις αυτές προκάλεσαν το ακόλουθο σχόλιο του Προυντόν: «Είναι σαφές. Αν ο λαός γίνει νομοθέτης, σε τι χρησιμεύουν οι αντιπρόσωποι; Αν κυβερνά ο ίδιος, σε τι χρησιμεύουν οι υπουργοί;».[5]

Ωστόσο, η κυβέρνηση είναι απαραίτητη, μας λένε, για να διατηρηθεί η τάξη στην κοινωνία και να διασφαλιστεί η υπακοή στην αυθεντία, ακόμη κι αν αυτή η τάξη και η υπακοή καθαγιάζουν «την υποταγή του φτωχού στον πλούσιο, του ελεύθερου χωρικού στον ευγενή, του εργάτη στο αφεντικό, του λαϊκού στον κληρικό». Εν ολίγοις, η κρατική τάξη είναι η κοινωνική ιεραρχία, η εξαθλίωση για τις μάζες, η ευμάρεια για λίγους.

Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, που βασίζεται στην καθολική ψηφοφορία, δεν μπορεί παρά να ενδυναμώνει αυτή την ιεραρχία. Ο Μπακούνιν πίστευε ότι «ο κυβερνητικός δεσποτισμός δεν είναι ποτέ τόσο φοβερός και βίαιος όσο όταν στηρίζεται στην υποτιθέμενη αντιπροσώπευση της ψευδο-βούλησης του λαού».[6]

Γιατί όμως η καθολική ψηφοφορία δεν μπορεί να εκφράζει παρά μόνο μια ψευδο-βούληση; Επειδή εμπεριέχει μια τριπλή φενάκη, τρεις καλά κρυμμένες παγίδες.

1. Ένα άτομο (ένας πολίτης, μία πολίτης), μία ψήφος. Η αριθμητική ισότητα του συλλογικού θεσμού της καθολικής ψηφοφορίας καταφέρνει να κατασκευάσει ποικίλες αφηρημένες ενότητες –πλειοψηφία, μειοψηφία, οπαδοί της αποχής– με αφετηρία μια σειριακή τάξη η οποία διαχωρίζει, απομονώνει συγκεκριμένα και πραγματικά άτομα. Τα άτομα αυτά είναι φορείς ποικίλων κοινωνικών πρακτικών, εντάσσονται σε κοινωνικές ομάδες, συγκροτούν ένα δίκτυο συναισθηματικών και γνωστικών σχέσεων, εργασίας και δραστηριοτήτων ελεύθερου χρόνου, και αυτές οι ομάδες ενέχουν τεράστιες ανισότητες ως προς τη γνώση, τις δυνατότητες ενημέρωσης, το χρήμα. Έτσι, η αφηρημένη και τεχνητά κατασκευασμένη ενότητα που προκύπτει από την κάλπη χρησιμεύει αποκλειστικά στην επιλογή, με κόστος μικρότερο απ’ ό,τι η ανοιχτή πάλη, μεταξύ των ποικίλων πολιτικών και οικονομικών ομάδων της κυρίαρχης τάξης που μάχονται για να πάρουν τον έλεγχο της κυβέρνησης, των πολιτικών κομμάτων, των ΜΜΕ, της κυκλοφορίας των κεφαλαίων. Οι «αντιπροσωπευτικές» ολιγαρχίες που είναι γνωστές στον βιομηχανοποιημένο κόσμο με την ονομασία «δημοκρατικά καθεστώτα» στηρίζονται σε αυτή την ψευδοβούληση του λαού –αποτέλεσμα της εξίσωσης ή ομογενοποίησης που επιβάλλεται από την καθολική ψηφοφορία με την αριθμητική αφαίρεση με σκοπό τη διατήρηση της κοινωνικής ιεραρχίας και της καπιταλιστικής ιδιοποίησης της συλλογικής εργασίας.

2. Η επιλογή του εκλογέα κατευθύνεται, στην πράξη, σε υποψηφίους που έχουν εκ των προτέρων επιλεγεί από τα πολιτικά κόμματα. Οι υποψήφιοι αυτοί (με εξαίρεση τις δημοτικές εκλογές μικρών πόλεων) έχουν μακρά πολιτική καριέρα, που υπαγορεύεται από τις θεσμικές απαιτήσεις αυτών των κομμάτων, και δύσκολα βλέπουμε κάποιον απείθαρχο, κάποιον αντάρτη, να φτάνει μακριά σε μια τέτοια πορεία. Τα κόμματα είναι που διαλέγουν τους «αντιπροσώπους του λαού», τα κόμματα είναι αυτά που εκλιπαρούν για τη φωνή των εκλογέων.

Η λαϊκή βούληση, έχοντας ήδη υποβαθμιστεί σε μια αριθμητική ενότητα –ο ίδιος ο λαός δεν διαβουλεύεται, δεν αποφασίζει, αυτό το καθήκον επιφυλάσσεται για τους υποτιθέμενους αντιπροσώπους του–, έχει τη δυνατότητα, προκειμένου να εκφραστεί, να επιλέξει σε τελική ανά- λυση μεταξύ δύο ή τριών πολιτικών, και επιλέγει, όπως λέμε, το μικρότερο κακό. Το να επιλέγει κανείς το μικρότερο κακό σημαίνει, λογικά, να επιλέγει πάντα το κακό. Και μπορούμε μετά να προσποιούμαστε ότι αυτό είναι η λαϊκή βούληση;

3. Η αντιπροσώπευση που προκύπτει από την καθολική ψηφοφορία είναι μια συνολική ανάθεση της εξουσίας του εκλογέα (της ικανότητάς του να αποφασίζει) στο πρόσωπο του αντιπροσώπου για τη χρονική περίοδο της εντολής. Έχουν ξεχαστεί οι απαιτήσεις των εντολέων των τομέων του Παρισιού του 1789, οι οποίοι πρόσταζαν τους εκλεγμένους αντιπροσώπους τους να συμμορφώνονται στη βούληση των συνελεύσεων βάσης. Έχει ξεχαστεί η κατηγορηματική εντολή του ελέγχου. Οι «συνελεύσεις βάσης» ανήκουν πλέον στα πολιτικά κόμματα (αν μπορούμε ακόμα ν’ αποκαλούμε έτσι αυτές τις συναθροίσεις που συγκαλούνται από τους κομματάρχες). Ο λαός, που θεωρείται ανήλικος, τίθεται υπό κηδεμονία. Έχει διαλέξει τον αφέντη του. Το βουλώνει μέχρι το επόμενο κάλεσμα από την πολιτική εξουσία.

Ονομάζουμε αντιπροσωπευτική ή έμμεση δημοκρατία αυτό τον θεσμό στον οποίο η βούληση του λαού έχει υπεξαιρεθεί από την αλχημεία της καθολικής ψηφοφορίας.

Ο αναρχικός δεν θέλει να παίζει θέατρο. Δεν υποκλίνεται μπροστά στη θεσμική αυθεντία.

«Οι αναρχικοί δεν ψηφίζουν!»

***

Σημειώσεις:

[1] Montesquieu, Œuvres complètes, Seuil, Παρίσι 1964, σ. 534.

[2] Πρβλ. E. Colombo, «Della polis et dello spazio sociale plebeo», ό. π.

[3] Montaigne, Essais, III, XIII: «Περί εμπειρίας».

[4] Κατά τη Μεγάλη Επανάσταση, το δικαίωμα των τομέων να έχουν μόνιμες συνελεύσεις είχε διακηρυχτεί παντού στη Γαλλία από τις 25 Ιου- λίου 1792. Τον Σεπτέμβριο του 1793, με πρωτοβουλία του Δαντόν και της Επιτροπής Δημόσιας Σωτηρίας, αποφασίζεται ότι οι συνελεύσεις των τομέων δεν θα είναι πια μόνιμες, αλλά θα γίνονται μόνο δύο φορές την εβδομάδα, μεταξύ 5 και 10 το βράδυ. Οι Αβράκωτοι αγωνιστές, για να παρακάμψουν τον νόμο, αποφασίζουν τότε να δημιουργήσουν τους λαϊκούς συνεταιρισμούς και να βρίσκονται σε λαϊκές συνελεύσεις.

Όπως διαπιστώνει ο Αλμπέρ Σαμπούλ: «Δύο αντιλήψεις αντιπαρα- τίθενται: η αντίληψη των Αβράκωτων, την οποία ερμηνεύει ο Βαρλέ: ο λαός μπορεί να συγκεντρώνεται όπου και όποτε θέλει, η κυριαρχία του δεν μπορεί να περιορίζεται… Αυτή την αντίληψη περί απόλυτης λαϊκής κυριαρχίας, ούτε η Συμβατική Συνέλευση ούτε οι Επιτροπές της Κυβέρ- νησης μπορούσαν να τη δεχτούν, διαφορετικά κινδύνευε να εξουδετερω- θεί κάθε κυβερνητική δράση. Θιασώτες μιας αστικής και κοινοβουλευτικής αντίληψης, από τη στιγμή που η θεωρητική κυριαρχία του λαού είχε διακηρυχθεί και οι εξουσίες του είχαν εκχωρηθεί, του αρνούνταν αυτό το δικαίωμα εποπτείας που τόσο περιφρουρούσαν οι Αβράκωτοι». (Βλ. E. Colombo, “Della polis et dello spazio sociale plebeo», ό. π.)

[5] Pierre-Joseph Proudhon, Idée générale de la révolution au XIXe siècle, Édi- tions de la Fédération Anarchiste Française, Παρίσι 1979, σ. 119.

[6] Michel Bakounine, Étatisme et Anarchie. Œuvres complètes, Champ Libre, Παρίσι 1976, τόμος 4ος, σ. 221.

Αναδημοσίευση από: http://risinggalaxy.wordpress.com/2014/06/12/%CF%88%CE%B7%CF%86%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CF%85%CE%BD-%CE%BF%CE%B9-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%AF-%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85-e/