Category Archives: Αταξινόμητα

Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΙΣ ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ…ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΕ ΟΠΟΙΟΝ ΑΝΤΙΣΤΕΚΕΤΑΙ

images (2)

Τα ξημερώματα της Δευτέρας 5 Αυγούστου, πραγματοποιήθηκε στην Πάτρα επιχείρηση εκκένωσης 3 καταλήψεων από την αστυνομία. Αυτές ήταν το στέκι ΤΕΙ Πατρών, το «Μαραγκοπούλειο» και το Παράρτημα του Πανεπιστημίου, το οποίο αποτελεί ιστορική κατάληψη καθώς υπήρξε και κέντρο αγώνα ενάντια στη Χούντα του 67. Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης συνελήφθησαν 5 άτομα που βρίσκονταν στην κατάληψη «Μαραγκοπούλειο» αλλά και προσήχθησαν αλληλέγγυοι που προσπάθησαν να προσεγγίσουν το σημείο.

Η επίθεση του κράτους στις καταλήψεις στην Πάτρα δεν είναι σίγουρα τυχαία, καθώς στην πόλη υπάρχει δυναμική αντιφασιστική παρουσία και αρκετές δομές αντίστασης στο υπάρχον εκμεταλλευτικό σύστημα. Θεωρούμε όμως αναγκαίο να τονίσουμε πως η επίθεση αυτή δεν είναι ξεκομμένη από τη συνολική επίθεση στην κοινωνία, αντίθετα εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο καταστολής των κοινωνικών αγώνων. Περιπτώσεις όπως οι εισβολές σε άλλους κατειλημμένους και αυτοοργανωμένους χώρους (Βίλλα Αμαλίας, Σκαραμαγκά, Λέλας Καραγιάννη, Δέλτα, στέκι ΑΣΟΕΕ κ.α.),οι σχεδιασμένες επιθέσεις σε μετανάστες με βασανισμούς, δολοφονίες και απελάσεις , η άγρια καταστολή στον αναρχικό χώρο που αποτελεί ένα από τα πιο μαχόμενα κομμάτια της κοινωνίας με παράνομες φυλακίσεις, βασανισμούς και συλλήψεις, οι επιστρατεύσεις στους εργαζομένους του μετρό, στους ναυτεργάτες και στους καθηγητές, το κλείσιμο της ΕΡΤ αλλά και το τσάκισμα κάθε μορφής αντίστασης που αποκλίνει από τον κρατικό έλεγχο επιβεβαιώνουν το δόγμα της «μηδενικής ανοχής» που εφαρμόζει το κράτος και το κεφάλαιο καθημερινά μέσω της αστυνομίας, των ΜΜΕ και διάφορων άλλων μηχανισμών. Αυτό το δόγμα έχει σαν σκοπό την επιβολή της «κανονικότητας» και του προτύπου του «φιλήσυχου πολίτη», ο οποίος θα υπακούει πιστά στις επιταγές των αφεντικών και θα συναινεί στην υποτίμηση της εργασίας του και κατ’ επέκταση της ίδιας της ζωής του.

Σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε πως οι κυρίαρχοι, δεν περιορίζονται μονάχα στην εκκένωση των καταλήψεων, εντούτοις διαδίδοντας πλήθος κατηγοριών π.χ. «εστίες ανομίας» και «μονάδες παραμονής περιθωριακών ατόμων» μέσω των καθεστωτικών μέσων ενημέρωσης προσπαθούν να δυσφημίσουν και να διαστρεβλώσουν τη σημασία των καταλήψεων με σκοπό να ενταθεί ο κοινωνικός κανιβαλισμός και κοινωνικά κομμάτια να στραφούν ενάντια σε αυτές. Από την πλευρά μας δεν έχουμε παρά να υπερασπιστούμε τον πραγματικό ρόλο των δομών του ελευθεριακού/αναρχικού κινήματος και να απαντήσουμε στη ρητορική του κράτους. Αρχικά είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι οι καταλήψεις είναι μέρος της κοινωνίας και να σημειώσουμε πως για μας δεν είναι «τα ντουβάρια τους», αλλά οι σχέσεις και οι συντροφικοί δεσμοί που αναπτύσσονται. Οι καταλήψεις είναι πεδίο αλληλεγγυης και αλληλοβοήθειας, συλλογικοποίησης, οριζόντιας οργάνωσης, κοινωνικοπολιτικής ζύμωσης και εναντίωσης σε ανταγωνιστικές, ρατσιστικές και φασιστικές αντιλήψεις. Οι αγωνιστές που δραστηριοποιούνται σε καταλήψεις δεν έπαψαν ποτέ μέσα από συνελεύσεις να λαμβάνουν μέρος σε κοινωνικούς/ταξικούς/αντιφασιστικούς αγώνες, να διοργανώνουν δημιουργικές δραστηριότητες όπως συζητήσεις, θεατρικές παραστάσεις, παρουσιάσεις βιβλίων, προβολές ,συλλογικές κουζίνες, συναυλίες κ.α. Τέλος , ιστορικά οι καταλήψεις πραγματοποιούνταν και για το ζωτικό ζήτημα της στέγασης.

Όλα τα παραπάνω αποδεικνύουν τον κοινωνικό και αγωνιστικό χαρακτήρα των καταλήψεων. Γι’ αυτό είναι αναγκαία η έμπρακτη αλληλεγγύη όχι μόνο κομματιών που στεγάζονται στις καταλήψεις αλλά και ολόκληρης της κοινωνίας. Θεωρούμε επίσης επιτακτικό ζήτημα την σταθερή οργάνωση αυτών των δομών μεταξύ τους, για την αποτελεσματικότερη υπεράσπιση τους, για την ενδυνάμωση τους και για ένα πιο ουσιαστικό άνοιγμα στην κοινωνία. Ακόμα να τονίσουμε πως οι καταλήψεις δεν είναι ουτοπικές νησίδες ελευθερίας, αντίθετα αποτελούν κέντρα αγώνα και εστίες ρήξης με τους εξουσιαστές και το κεφάλαιο στο σήμερα και προετοιμάζουν το έδαφος για το μετασχηματισμό της κοινωνίας μέσα από την κοινωνική επανάσταση.

ΚΑΜΙΑ ΔΙΩΞΗ ΣΤΟΥΣ ΣΥΛΛΗΦΘΕΝΤΕΣ
ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΙΣ ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ

senza classi
ελευθεριακή συλλογικότητα

Ανανδημοσίευση από: http://senzaclassi.squat.gr/2013/08/06/%CE%B7-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B9%CF%83-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%83-%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B8/

Ομοφοβία: γιατί μας αφορά

Μπάρμπαρα Σμιθ – Ομοφοβία: γιατί να το κάνουμε θέμα; (1983)1

Το 1977, η Κομπαχί Ρίβερ Κολέκτιβ, μια Βοστωνέζικη οργάνωση μαύρων φεμινιστριών της οποίας ήμουν μέλος, έγραψε τα εξής:
Η πλέον γενική δήλωση της πολιτικής μας στην παρούσα στιγμή θα ήταν το ότι είμαστε ενεργά αφοσιωμένες στην πάλη ενάντια στην φυλετική, έμφυλη, ετεροφυλοφιλική και ταξική καταπίεση και ότι θεωρούμε υποχρέωσή μας την ανάπτυξη μιας ολοκληρωμένης ανάλυσης και πρακτικής που να βασίζεται στο γεγονός ότι τα μεγάλα συστήματα καταπίεσης είναι συνδεόμενα… Συχνά δυσκολευόμαστε να ξεχωρίσουμε τη φυλετική καταπίεση από την ταξική ή την έμφυλη, επειδή στη ζωή αυτές συνήθως βιώνονται ταυτόχρονα.2
Παρά τη λογική και τη διαύγεια της ανάλυσης μιας ομάδας γυναικών του Τρίτου Κόσμου σχετικά με την ταυτόχρονη βίωση διαφορετικών μορφών καταπίεσης, άνθρωποι όλων των χρωμάτων, συμπεριλαμβανομένων και προοδευτικών, φαίνονται να διστάζουν να κατανοήσουν αυτές τις βασικές αλήθειες· ειδικά όταν πρόκειται να κάνουν την ενεργή αντίσταση στην ομοφοβία κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Η ομοφοβία είναι συνήθως η μορφή καταπίεσης που θα αναφερθεί τελευταία, αυτή που θα λάβει σοβαρή αντιμετώπιση τελευταία, αυτή που θα εξαλειφθεί τελευταία. Ωστόσο πρόκειται για μια μορφή καταπίεσης εξαιρετικά σοβαρής και ενίοτε μοιραίας.
Για παράδειγμα, το βράδυ της 29ης Σεπτέμβρη του 1982, 20 με 30 αστυνομικοί της Νέας Υόρκης μπουκάρανε χωρίς προειδοποίηση στο Μπλουζ, ένα μπαρ στην Τάιμς Σκουέρ. Παρενοχλήσανε και δείρανε σοβαρά τους πελάτες, βανδαλίσανε τον χώρο, αδειάσανε το ταμείο και φύγανε χωρίς να κάνουν ούτε μία σύλληψη. Τι προκάλεσε μια τόσο κτηνώδη συμπεριφορά; Η απάντηση είναι απλή. Οι αστυνομικοί εμπνεύστηκαν από τρία αγαπημένα αξιώματα της κοινωνίας, τον ρατσισμό, τον ταξισμό και την ομοφοβία: η πελατεία του μπαρ αποτελείται από μαύρους/ες ομοφυλόφιλους/ες που ανήκουν στην εργατική τάξη. Όσο σπάγανε κεφάλια, οι αστυνομικοί ουρλιάζανε ρατσιστικά και ομοφοβικά επίθετα οικεία σε κάθε σχολιαρόπαιδο. Το μίσος των επιτιθέμενων τόσο για τις αδερφές όσο και για τους έγχρωμους, αντί να τους καταστήσει εξαίρεση, τους ενέταξε στην καρδιά της κυρίαρχης τάσης. Κι αν οι πράξεις τους ήταν πιο ακραίες από αυτές των περισσοτέρων, η συμπεριφορά τους σίγουρα δεν ήταν.
Το μπαρ Μπλουζ τυχαίνει να βρίσκεται ακριβώς απέναντι απ’ τα γραφεία των Νιού Γιορκ Τάιμς. Το λευκό, μεσοαστό, προφανώς ετεροφυλόφιλο προσωπικό της μεγαλύτερης εφημερίδας του έθνους συχνά-πυκνά τηλεφωνεί στην αστυνομία με παράπονα για το μπαρ. Όπως ήταν αναμενόμενο, καμία απ’ τις ημερήσιες εφημερίδες της Νέας Υόρκης, ούτε οι Τάιμς, δεν έκανε τον κόπο να αναφέρει το περιστατικό. Ένας συνασπισμός λευκών και προερχόμενων από τον Τρίτο Κόσμο λεσβιών και γκέι οργάνωσε μια μεγάλη διαμαρτυρία λίγο μετά την επίθεση. Τόσο οι μετριοπαθείς όσο και οι μαχητικές αντιρατσιστικές οργανώσεις έλαμψαν δια της απουσίας τους κι ακόμα να καταδικάσουν δημόσια ένα επαληθευμένο περιστατικό αστυνομικής βίας. Ο λόγος, δίχως άλλο, είναι ότι οι μαύροι που εμπλέκονταν δεν ήταν στρέιτ.
Διαπλέκοντας τους «-ισμούς»
Αυτό που συνέβη στο Μπλουζ απεικονίζει τέλεια τον τρόπο με τον οποίο οι μεγάλοι «ισμοί», ανάμεσα στους οποίους και η ομοφοβία, είναι στενά και βίαια συνδεδεμένοι. Σαν μαύρη γυναίκα, λεσβία, φεμινίστρια και ακτιβίστρια δεν μου είναι δύσκολο να δω πώς συνδέονται τα συστήματα καταπίεσης, κυρίως επειδή επηρεάζουν τη ζωή μου τόσο συχνά. Στα 1970 και 1980 οι πολιτικοποιημένες έγχρωμες λεσβίες ήταν οι πλέον οξυδερκείς αναφορικά με την ανάγκη κατανόησης των δεσμών μεταξύ των μορφών καταπίεσης. Επίσης, εναντιώθηκαν τη δόμηση ιεραρχιών και αμφισβήτησαν την εύκολη λύση του να επιλέγεις μια «κύρια μορφή καταπίεσης» και να υποβιβάζεις τις αντιφάσεις που προκαλούνται όποτε η φυλή, το φύλο, η τάξη και η σεξουαλική ταυτότητα αλληλεπιδρούν. Είναι ειρωνικό το ότι για τις δυνάμεις της δεξιάς το μίσος για τις λεσβίες και τους γκέι και το μίσος για τα έγχρωμα άτομα, τους Εβραίους και τις γυναίκες είναι αλληλένδετα.Εκείνοι συνδέουν τις μορφές καταπίεσης με τον πιο αρνητικό τρόπο και τα πιο φρικτά αποτελέσματα, ενώ οι υποτιθέμενοι προοδευτικοί, οι οποίοι αντιτίθενται στην καταπίεση σε όλα τα άλλα επίπεδα αρνούνται να αναγνωρίσουν την κοινωνικά αποδεκτή κακομεταχείριση των λεσβιών και των γκέι ανδρών σαν σημαντικό πρόβλημα. Η σιωπηλή τους αντίδραση είναι η εξής: «Ομοφοβία: γιατί να το κάνουμε θέμα;»
Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους κάποια, κατά τ’ άλλα ευαίσθητα, άτομα διστάζουν να αντιμετωπίσουν την ομοφοβία τους και αυτή των άλλων. Ένας κύριος λόγος είναι το ότι οι άνθρωποι γενικά απειλούνται από θέματα σεξουαλικότητας· για κάποιους η ύπαρξη και μόνο των ομοφυλόφιλων θέτει τη δική τους σεξουαλικότητα/ετεροφυλοφιλία υπό αμφισβήτηση. Σε αντίθεση με άλλες καταπιεσμένες κοινωνικές ομάδες, οι ομοφυλόφιλοι/ες δεν αποτελούν μια ομάδα της οποίας η ταυτότητα είναι ξεκάθαρη από γεννησιμιού τους. Μέσα από την αυτοαποκάλυψη μπορεί κάποιος/α να αποκτήσει αυτή την ταυτότητα σε οποιαδήποτε φάση της ζωής του/της. Ένας τρόπος για να προστατέψει κάποιος/α τα ετεροφυλοφιλικά του/της πειστήρια και προνόμια είναι το να ταπεινώνει λεσβίες και γκέι όπου κι αν τους βρίσκει, έτσι ώστε να δημιουργήσει ένα όσο το δυνατό πιο μεγάλο χάσμα ανάμεσα στο «εμείς» και το «εκείνοι».
Υπάρχουν αρκετές παρανοήσεις και συμπεριφορές τις οποίες βρίσκω εξαιρετικά καταστροφικές εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο απομονώνουν τις ανησυχίες των λεσβιών και των γκέι:
  1. Η καταπίεση των λεσβιών και των γκέι δεν είναι τόσο σοβαρή όσο άλλες μορφές καταπίεσης. Δεν είναι ζήτημα πολιτικό αλλά ιδιωτικό. Οι ολέθριες συνέπειες που έχει στη ζωή κάποιου/ας το να χάσει δουλειά, παιδιά, φίλους και οικογένεια, το ηθικό τίμημα του να ζει σε διαρκές καθεστώς φόβου μην τον/την πάρουν χαμπάρι τα λάθος άτομα (κάτι που διαπνέει τις ζωές όλων των λεσβιών και όλων των γκέι, ανεξάρτητα απ’ το αν έχουν αυτοαποκαλυφθεί ή αν παραμένουν στη ντουλάπα), καθώς και η σωματική βία που υφίστανται οι γκέι και τις λεσβίες, ή ακόμα και οι θάνατοί τους στα χέρια ομοφοβικών· όλα αυτά μπορούν, σύμφωνα τον παραπάνω μύθο, να αγνοηθούν τελείως.
  2. «Γκέι» πάει να πει λευκοί γκέι άντρες με παχυλά εισοδήματα, τελεία και παύλα. Το να αντιλαμβανόμαστε έτσι τα γκέι άτομα μας επιτρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός ότι κάποιες από μας είναι γυναίκες και έγχρωμες και προερχόμενες απ’ την εργατική τάξη και φτωχές και ανάπηρες καιηλικιωμένες. Το στενόμυαλο σκεπτικό που θέλει τα γκέι άτομα να είναι λευκοί μεσοαστοί άντρες, δηλαδή ακριβώς αυτό που τα συστημικά μέσα θέλουν να πιστεύει ο κόσμος, υπονομεύει την συνειδητοποίηση της αλληλεπικάλυψης των ζητημάτων και των ταυτοτήτων. Παρ’ όλα αυτά, είναι απαραίτητο, όταν συνδέουμε την ομοφοβία με άλλες μορφές καταπίεσης, να μην πέφτουμε θύματα του διαστρεβλωμένου σκεπτικού που θέλει τον λόγο για τον οποίο παίρνουμε την ομοφοβία στα σοβαρά να είναι το ότι επηρεάζει κάποιες κοινωνικές ομάδες οι οποίες καταπιέζονται «πραγματικά», π.χ. έγχρωμοι/ες, γυναίκες, άτομα με αναπηρίες. Η ομοφοβία είναι από μόνη της μια πραγματική μορφή καταπίεσης και σ’ ένα ετεροσεξιστικό σύστημα όλοι οι μη-ετεροφυλόφιλοι θεωρούνται «διεστραμμένοι» και καταπιέζονται.
  3. Η ομοφυλοφιλία είναι πρόβλημα, ή ακόμα και αρρώστια, των λευκών. Αυτή η αντίληψη είναι αρκετά διαδεδομένη στα έγχρωμα άτομα. Άνθρωποι που αντιτίθενται μαχητικά στον ρατσισμό σε όλες του τις εκφάνσεις ακόμα αντιμετωπίζουν τη γυναικεία και αντρική ομοφυλοφιλία με γελάκια ή, ακόμα χειρότερα, με περιφρόνηση. Οι έγχρωμοι/ες ομοφοβικοί/ες δεν καταπιέζουν μόνο τους/τις λευκούς/ές, αλλά και μέλη των ίδιων των ομάδων τους – τουλάχιστο ένα δέκα τοις εκατό των ομάδων τους.
  4. Οι εκφράσεις της ομοφοβίας είναι θεμιτές και αποδεκτές σε περιβάλλοντα όπου άλλες μορφές φραστικής μισαλλοδοξίας θα απαγορεύονταν. Ταπεινωτικά σχόλια και αστεία για «λεσβίες» και «πούστηδες» εκφέρονται δίχως την παραμικρή κατάκριση σε κύκλους όπου αστεία για «αράπηδες» και «κιτρινιάριδες», για παράδειγμα, θα προκαλούσαν την άμεση επίπληξη ή ακόμα και τον αποκλεισμό του αστειευόμενου. Ένα βράδυ μπροστά στην τηλεόραση είναι ενδεικτικό του πόσο αποδεκτές είναι οι δημόσιες εκφράσεις της ομοφοβίας.
    Πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν και να αλλάξουν νοοτροπίες και συμπεριφορές που είναι τόσο βαθιά ριζωμένες; Σίγουρα ο γκέι και λεσβιακός/φεμινιστικός ακτιβισμός έχει, απ’ τα τέλη του 60, σημαντικές κατακτήσεις τόσο στη δημόσια σφαίρα όσο και στην συνειδητοποίηση των ατόμων. Αυτά τα κινήματα έχουν παίξει έναν σημαντικό εκπαιδευτικό ρόλο, αλλά σχεδόν καθόλου δεν έχουν επηρεάσει το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα. Προγράμματα που να επικεντρώνονται με θετικό τρόπο σε θέματα έμφυλης ταυτότητας, σεξουαλικότητας και σεξισμού είναι ακόμα σπάνια, ειδικά στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ωστόσο, τα σχολεία είναι πραγματικά καζάνια ομοφοβίας, κάτι που καταμαρτυρείται τόσο από τα γκραφίτι στις τουαλέτες και τα ταπεινωτικά σχόλια που ακούγονται στον προαύλιο, όσο κι απ’ την ετεροσεξιστική προσέγγιση των περισσότερων κειμένων και την απόλυση δασκάλων αποκλειστικά και μόνο επειδή δεν είναι ετεροφυλόφιλοι/ες.
Στο παρόν πολιτικό κλίμα τα σχολεία βρίσκονται διαρκώς υπό εχθρικά διακείμενη εξονυχιστική εξέταση από καλά οργανωμένες συντηρητικές δυνάμεις. Χρειάζεται πολύ κουράγιο για να κλονίσει κάποιος τις αρνητικές στάσεις των παιδιών σχετικά με το τι σημαίνει να είσαι ομοφυλόφιλος/η, γυναίκα, από τον Τρίτο Κόσμο, κλπ. Αλλά αυτές οι στάσεις πρέπει να κλονιστούν αν είναι να σταματήσει κάποτε η αυτονόητη ομοφοβία που διαποτίζει την κοινωνία. Έχω συνειδητοποιήσει τόσο από τη διδασκαλία μου στο σχολείο όσο και από τις επαφές μου με το ευρύ κοινό, ότι η σύνδεση διαφορετικών μορφών καταπίεσης αποτελεί την τέλεια εισαγωγή σε θέματα λεσβιακής και γκέι ταυτότητας και ομοφοβίας, μιας και δίνει στον κόσμο ένα πλαίσιο αναφοράς. Ιδιαίτερα όταν έχουν ήδη γίνει προσπάθειες στο σχολείο να διδαχτούν τα παιδιά τι πάει να πει ρατσισμός και σεξισμός. Είναι ανακριβές και στρατηγικά λάθος να παρουσιάζεται όλο το υλικό για τους ομοφυλόφιλους σαν να ήταν όλοι λευκοί άντρες. Ευτυχώς έχουμε στη διάθεσή μας υλικό, που ολοένα αυξάνεται, γραμμένο κυρίως από φεμινίστριες του Τρίτου Κόσμου, και το οποίο προσφέρει μια ολοκληρωμένη προσέγγιση για τη διασταύρωση διαφορετικών ταυτοτήτων και θεμάτων.
Ίσως κάποιοι/ες αναγνώστες/αναγνώστριες ακόμα να αναρωτιούνται: «Ομοφοβία: γιατί να το κάνουμε θέμα;» Ένας λόγος είναι το ότι ένα δέκα τοις εκατό των μαθητών σας θα γίνουν ή ήδη είναι λεσβίες και γκέι. Το ίδιο κι ένα δέκα τοις εκατό των συναδέλφων σας. Η ομοφοβία μπορεί να είναι η τελευταία απ’ τις μορφές καταπίεσης που θα εξαλειφθεί· αλλά θα εξαλειφθεί. Και θα εξαλειφθεί πολύ πιο γρήγορα αν άνθρωποι που αντιτίθενται σε κάθε μορφή υποταγής συνασπιστούν για να τα καταφέρουν.
1 Barbara Smith. 1983. Homophobia: why bring it up? Interracial Books for Children Bulletin 7–8. Μεταφρασμένο από την ανατύπωση στο: Abelove, H, MA Barale, D Halperin (επ.). 1993. The Lesbian and Gay Studies Reader. Λονδίνο και ΝέαΥόρκη: Routledge, σελ. 99-102
2 The Combahee River Collective. 1982. A Black Feminist Statement. Στο All the Women are White, all the Blacks are Men, But Some of Us are Brave: Black Women’s studies, επ. GT Hull, P Bell Scott, B Smith. Νέα Υόρκη: The Feminist Press, σελ. 13, 16.

ΑΣ ΕΠΑΝΑΚΤΗΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ

της Μαριάννας Χούσου 
Σε καιρούς κρίσης σαν την δική μας, μακροχρόνιας, κοινωνικής, ανθρωπολογικής και οικονομικής, τα γεγονότα, μέσα από τον διαθλαστικό καθρέφτη του θεάματος, γίνονται “δράμα”, εικόνα, “ποστ” για να καταλήξουν σε σύντομο, ακόμη και για τα δικά μας ανθρώπινα μέτρα, χρονικό διάστημα στο σωρό της υπερπληροφόρησης. Η βία κατά των γυναικών, δεν είναι καινούριο φαινόμενο, έχει ιστορία χρόνων. Δεν είναι επίσης ασύνηθες φαινόμενο. Αντίθετα οι στατιστικές είναι αμείλικτες, ακόμη και για τον “πολιτισμένο” δυτικό μας κόσμο. Η ελληνική κοινωνία, κλειστή και συντηρητική, στην πλειοψηφία της αδιάφορη για τα ζητήματα του φεμινισμού, του σεξισμού και της ομοφοβίας, συνήθισε να αποδέχεται αυτού του τύπου την βία ως “φυσική”, και στην πλειοψηφία των περιπτώσεων να την αποσιωπά και να την αποκρύπτει.
Η πλειοψηφία των πολιτών, αδύναμη να σκεφτεί και να εμβαθύνει, αρκετά τρομαγμένη για να αμφισβητήσει, συνηθίζει την βία, από όπου και αν προέρχεται. Έτσι, με εξαίρεση ορισμένες και μόνο περιπτώσεις, των οποίων οι ιδιαιτερότητές τους και ίσως η αγριότητα τους προκάλεσαν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, στην πλειοψηφία τους αγνοούνται ή περνάνε στα ψιλά της ενημέρωσης. Άλλωστε, και όταν δημοσιοποιούνται, η συζήτηση ποτέ ή σε ελάχιστες περιπτώσεις δεν στρέφεται γύρω από το γεγονός καθεαυτό και την κουλτούρα η οποία το συντηρεί και το αναπαράγει. Στόχος σε καμία περίπτωση δεν είναι να αναλυθεί το φαινόμενο, αλλά να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες της τηλεθέασης, η οποία διαπνεόμενη από τον πατριαρχικό λόγο θα συγκινήσει, θα τρομάξει και εν τέλει θα εξαγνίσει. Πολλές φορές μάλιστα, και αυτό το είδαμε πρόσφατα, η υπεράσπιση ή η κακοποίηση του γυναικείου σώματος, γίνεται με όρους “ανδρικής τιμής”, με την έννοια ότι ο άνδρας οφείλει ως άνδρας να υπερασπίζεται το σώμα της αδερφής/συζύγου/ερωμένης όταν νιώθει ότι κάποιος άλλος “άνδρας” το απειλεί. Η γυναίκα, ως μη κάτοχος του σώματός της (το οποίο δεν μπορεί να υπερασπιστεί και το οποίο ούτως ή άλλως προορίζεται για την ικανοποίηση του άνδρα) είναι το θύμα.
Όσον αφορά την πολιτική αντιμετώπιση των περιπτώσεων, (πέρα από τον χυδαίο λαϊκισμό των ρατσιστικών/ομοφοβικών/μισάνθρωπων ομάδων τις οποίες δεν αξίζει καν να αναφέρουμε), ακόμη και στον ονομαζόμενο προοδευτικό χώρο, αυτού του τύπου τα ζητήματα, πάντα αντιμετωπίζονται ως δευτερεύοντα, και κινητοποιήσεις όπως αυτή ενάντια στην διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών ή ενάντια στις επιθέσεις στα lgbt άτομα βρίσκουν λίγους υποστηρικτές.
Όμως οι ελληνίδες και οι μετανάστριες γυναίκες αυτού του τόπου ξέρουν πολύ καλά ποια είναι η έκταση και η ένταση αυτών των φαινομένων. Τα σεξιστικά σχόλια, η σεξουαλική παρενόχληση στο δρόμο, στην δουλειά, στο σπίτι είναι κομμάτι της καθημερινότητας τους, ενώ ο φόβος διαπερνά πολλές από τις κινήσεις τους. Η βία, μέσα και έξω από το σπίτι είναι για τις περισσότερες από αυτές οικεία και όλες έχουν μια ιστορία να διηγηθούν. Η νύχτα είναι για τις γυναίκες ακόμη απρόσιτη και φαντάζει απειλητική. Ωστόσο αυτή, η κοινή γνώση, δεν έχει μετουσιωθεί σε κοινή δράση, περά από λίγες περιπτώσεις.. Η απουσία πιθανότατα ενός ισχυρού και οργανωμένου φεμινιστικού κινήματος ως εμπειρία και η αδυναμία κατανόησης του ότι η συλλογική και οργανωμένη δράση μπορεί να καταπολεμήσει την βία κατά των γυναικών, δεν δίνουν περιθώρια για κάτι τέτοιο.
Μία από αυτές τις πρωτοβουλίες, και με το σύνθημα Σπάμε την Σιωπή, η πρωτοβουλία ενάντια στην ομοφοβία Ξάνθης, κάλεσε σε πορεία και εκδήλωση το Σάββατο 9 Μάρτη. Την πορεία στήριξαν και συμμετείχαν γυναικείες οργανώσεις και πολιτικές συλλογικότητες από όλη την Ελλάδα πραγματοποιώντας στην Ξάνθη μια μεγάλη, για τα δεδομένα της πόλης διαδήλωση. H διαδήλωση, στην οποία συμμετείχαν έως και 1000 άτομα, και η κατάμεστη αίθουσα του πολυτεχνείου στην συζήτηση το απόγευμα, κατάφεραν, έστω και για λίγο, να σπάσουν την γενικευμένη “μη ορατότητα” της βίας κατά των γυναικών. Η τοπική κοινωνία, όπως και κάθε άλλη κοινωνία, θεώρησε πιθανότατα ότι έκανε το χρέος της, αφού δαιμονοποίησε και “απέβαλλε” το τέρας. Έγινε όμως γνωστό και ακούστηκε δυνατά, ότι η κουλτούρα του βιασμού και γενικότερα της βίας κατά των γυναικών, είναι βαθιά ριζωμένη στις μικρές και πιο μεγάλες πόλεις μας, και δεν “ξορκίζεται” με γιουχαΐσματα. Χρειάζεται ένας βαθύτερος, ριζικός μετασχηματισμός, ο οποίος θα αποβάλλει πατριαρχικές, ομοφοβικές μισογύνικες και ρατσιστικές λογικές και θα μας δώσει πίσω τις νύχτες μας.
Αναδημοσίευση από: http://efimeridadrasi.blogspot.gr/2013/03/9.html

Η επιστήμη του κοινωνικού κανιβαλισμού και η τέχνη της εξαπάτησης

la società dello spettacolo

 

Της Γιώτας Ιωαννίδου

 

Η μεθοδολογία που ακολουθείται σήμερα με την διαπόμπευση των εκπαιδευτικών, ώστε η ‘’κοινή γνώμη’’ (κάτι σαν ‘’κοινή γυνή’’ ακούγεται αυτό) να υποδεχτεί τον εξανδραποδισμό τους ως πράξη δικαιοσύνης, αποτελεί  πιστή εφαρμογή των υποδείξεων πολιτικής του ΟΟΣΑ.  Η συναίνεση στην αντι-εκπαιδευτική πολιτική, αφενός θα σημάνει τη διάλυση της παιδείας, αφετέρου θα σηματοδοτεί τη νίκη της πολιτικής της εξαπάτησης, την απόδειξη ότι όταν το δάχτυλο έδειχνε το φεγγάρι, ο ηλίθιος κοίταζε το δάχτυλο…

Το 1996, ο ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) δημοσίευσε στο 13ο τεύχος του επίσημου περιοδικού του, ένα άρθρο του Κρίστιαν Μόρισον με τίτλο «Οι δυνατότητες πραγματοποίησης των διαρθρωτικών αναπροσαρμογών».Επρόκειτο για την έκθεση του Κέντρου Ανάπτυξης του ΟΟΣΑ με θέμα τα προβλήματα και τους τρόπους πολιτικής χειραγώγησης των πληθυσμών ώστε να μπορεί μια κυβέρνηση να περνά αυστηρά μέτρα λιτότητας και τις διαρθρωτικές αλλαγές,  σαν αυτά που επέβαλε κατά τη δεκαετία του 1980 η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού σε μια σειρά από «αναπτυσσόμενες» χώρες και χώρες του Τρίτου Κόσμου. Ας ρίξουμε μια διαγώνια ματιά στο αποκαλυπτικό αυτό κείμενο.
Γκαιμπελικό άρθρο πρώτο

[…] όπου τέθηκε θέμα διαρθρωτικών αλλαγών, οι διεθνείς οργανισμοί [ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, κ.λπ.] απαίτησαν δραστική μείωση των βασικών δημόσιων δαπανών. Αυτό έκανε αντιδημοφιλείς τις κυβερνήσεις, οι οποίες, σε περίπτωση ταραχών, κατέφυγαν στην καταστολή πολλαπλασιάζοντας το πολιτικό κόστος. […] Η εφαρμογή προγραμμάτων διαρθρωτικών αλλαγών σε δεκάδες χώρες κατά τη δεκαετία του 1980 έδειξε, ότι είχαμε παραμελήσει την πολιτική διάσταση του ζητήματος. Πιεζόμενες από απεργίες, διαδηλώσεις, ακόμα κι εξεγέρσεις, πολλές κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να διακόψουν ή να περικόψουν σημαντικά τα προγράμματα αυτά. Έτσι αναγκαστήκαμε να αναγνωρίσουμε, ότι η οικονομική επιτυχία της διαρθρωτικής αναπροσαρμογής εξαρτάται από τη δυνατότητα πολιτικής πραγματοποίησής της. […]

 

Μετάφραση

Χωρίς επεξεργασμένο πολιτικό σερβίρισμα, η κοινωνία δεν μπορεί να καταπιεί εύκολα την πολιτική εξανδραποδισμού της

Πως αλήθεια όμως αυτό μπορεί να επιτευχθεί;

Γκαιμπελικό άρθρο δεύτερο

[…]οι περικοπές στα λειτουργικά έξοδα του κράτους πλήττουν τους δημοσίους υπαλλήλους, αλλά οι κυβερνήσεις μπορούν να πάρουν την κοινή γνώμη με το μέρος τους αν κινηθούν ευέλικτα παρουσιάζοντας, με τη βοήθεια του Τύπου, αυτά τα μέτρα σαν μέτρα ισονομίας με το επιχείρημα, ότι εφόσον ζητούνται θυσίες από όλο το λαό, οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν γίνεται ν’ αποτελούν εξαίρεση. […]

Μετάφραση

Η διάλυση των κοινωνικών δαπανών, που είναι η πρώτη προτεραιότητα,  θα πλήξει αναπόφευκτα τους δημόσιους υπάλληλους, οι οποίοι για να μη μπορούν να αντιδράσουν, θα πρέπει να διασυρθούν στα μάτια της κοινωνίας, με τη βοήθεια φυσικά του (ελεγχόμενου) Τύπου. Σας θυμίζει τίποτα;

Αλλά οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν έχουν  όλοι τον ίδιο ρόλο. Ας δούμε την ειδική σημασία που δίνει ο δάσκαλος της επιστημονικής εξαπάτησης στους εκπαιδευτικούς.

Γκαιμπελικό άρθρο τρίτο

[…]Ειδικά οι απεργίες των εκπαιδευτικών, αν και καθαυτές δεν αποτελούν πρόβλημα για τις κυβερνήσεις, γίνονται έμμεσα επικίνδυνες επειδή απελευθερώνουν μια ανεξέλεγκτη μάζα μαθητικής και φοιτητικής νεολαίας, η οποία μπορεί να κατέβει σε διαδηλώσεις και σε αυτή την περίπτωση η καταστολή μπορεί εύκολα να έχει δραματικές συνέπειες. […]

Μετάφραση

Ο εκπαιδευτικός έχει μια ειδική σχέση με τη νεολαία. Μπορεί από παιδονόμος όπως τον θέλουν οι κρατούντες, να μετατραπεί σε δάσκαλο της αξιοπρέπειας και της αντίστασης για αυτό πρέπει να πειθαρχηθεί.

Μα πως είναι δυνατό όμως  η κοινωνία να δεχτεί τη διάλυση της παιδείας; Ας δούμε τη μέθοδο.

Γκαιμπελικό άρθρο τέταρτο

[…]Μια από τις βασικές περικοπές αφορά στα λειτουργικά έξοδα των σχολείων και των πανεπιστημίων. Είναι πολύ προτιμότερη επιλογή από μια δραστική μείωση του αριθμού των μαθητών και των σπουδαστών. Οι οικογένειες θα αντιδράσουν βίαια στο ενδεχόμενο να αποκλειστούν τα παιδιά τους από την εκπαίδευση. Δεν θα αντιδράσουν όμως σε μια σταδιακή υποβάθμιση της ποιότητας της εκπαίδευσης. Έτσι σιγά-σιγά θα δεχτούν να πληρώνουν κάποιο ποσόν για να σπουδάζουν τα παιδιά, ή να περικοπεί κάποια εκπαιδευτική δραστηριότητα. […]

Μετάφραση

Η ουσία της επιδίωξης είναι η υποβάθμιση της εκπαίδευσης. Αυτό είναι πολύ συγκεκριμένο σήμερα στην Ελλάδα:  Κύμα συγχωνεύσεων σχολείων, οικονομικός στραγγαλισμός μέσω περικοπής λειτουργικών δαπανών, τορπίλη σε μουσικά και αθλητικά σχολεία όπως και στην ειδική αγωγή, κατάργηση πρόσθετης και ενισχυτικής, κόψιμο σε βιβλιοθήκες, εκδρομές, αθλητικούς αγώνες, επιχορηγήσεων σε προγράμματα, αδιαφορία για τις μετακινήσεις των μαθητών, μηδενισμός διορισμών, κενά μέχρι τέλους της σχολικής χρονιάς, αύξηση των μαθητών ανά τμήμα και άλλα. Αυτά λοιπόν θα περνάνε, αλλά η κυβέρνηση θα φωνασκεί υπέρ των μαθητών ή των εξετάσεων τους, χαϊδεύοντας την άγνοια που καλλιεργεί στους υπηκόους.

Τώρα είναι όλα πιο καθαρά.

Η μεθοδολογία που ακολουθείται σήμερα με την διαπόμπευση των εκπαιδευτικών, ώστε η ‘’κοινή γνώμη’’ (κάτι σαν ‘’κοινή γυνή’’ ακούγεται αυτό πλέον) να υποδεχτεί τον εξανδραποδισμό τους ως πράξη δικαιοσύνης, αποτελεί  πιστή εφαρμογή αυτών των υποδείξεων πολιτικής.

Ο ίδιος ο επικεφαλής του ΟΟΣΑ Angel Gurría («Σύμβουλος» της κυβέρνησης μαζί με την ΕΕ και το ΔΝΤ), σε κοινή συνέντευξη Τύπου με υπουργούς της τότε κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, παρουσίασε την «Έκθεση» του Οργανισμού για την «ελληνική οικονομία», ενώ στα χέρια της τότε υπουργού Παιδείας κ. Άννας Διαμαντοπούλου κατατέθηκε προς «αξιοποίηση» επιμέρους Έκθεση του ΟΟΣΑ που αφορούσε στην Ελληνική Εκπαίδευση. Το κείμενο πρότεινε ένα σχολείο στηριγμένο στο νέο δημόσιο μάνατζμεντ, με κλείσιμο των μικρών μη αποδοτικών μονάδων, γενικευμένη ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων των μηχανισμών, εισαγωγή της ‘’αξιολόγησης’’ των εκπαιδευτικών  και ισχυροποίηση της  παρέμβασης της αγοράς.

Είναι αυτό το κείμενο, στο οποίο αναφέρονται σήμερα σε πλήρη σύμπνοια όλα τα καθεστωτικά ΜΜΕ για να αποδείξουν ότι οι έλληνες εκπαιδευτικοί δουλεύουν λιγότερο από όλους στην Ευρώπη (μήπως το ίδιο δεν έλεγαν και για όλους τους εργαζόμενους στην Ελλάδα αρχικά;).

Με το ίδιο ιερό κείμενο και την περίφημη αναλογία εκπαιδευτικών / μαθητών –τη μικρότερη σε Ευρώπη και χώρες του ΟΟΣΑ-  προσπαθούσαν να πείσουν πέρσι για την επιστημονική αναγκαιότητα των συγχωνεύσεων, όπως βάφτισαν το κλείσιμο των σχολείων. Τι κι αν από τον Γενάρη του 2012, δόθηκε στη δημοσιότητα η μελέτη του ΚΕΜΕΤΕ της ΟΛΜΕ, «Μελέτη στοιχείων για την Εκπαίδευση και τους Εκπαιδευτικούς στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και σε άλλες χώρες», που αποδεικνύει ότι ορισμένα στοιχεία δεν ισχύουν ή εξηγεί τις αποκλίσεις άλλων.

Η ιστορία εξελίσσεται σαν αυτή με τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων. Πληρώθηκαν ένα σωρό λεφτά, για να μετρηθεί ο ήδη γνωστός αριθμός τους. Αποκαλύφθηκε μέσω της επίσημης απογραφής, ότι δεν άγγιζαν ούτε τις 650.000 από  το ενάμιση ή και δύο  εκατομμύρια που διαδιδόταν πλατιά από τα επίσημα χείλη.  Απλά τα ΜΜΕ δεν το είδαν.

Για να δούμε λοιπόν τα στοιχεία του ΟΟΣΑ ξανά.

Σύμφωνα με την ΕΛ.ΣΤΑΤ, το 2011-12 η αναλογία μαθητών ανά καθηγητή ήταν 1:8,2 στα Γυμνάσια και 1:9,5 στα Λύκεια ενώ ο μέσος όρος στην ΕΕ των 21 ήταν 1:11,7 και 1:12,5 αντίστοιχα (στοιχεία ΟΟΣΑ). Η μικρή αυτή απόκλιση συμβαίνει στη χώρα μας λόγω γεωγραφικών ιδιομορφιών (νησιά, ορεινά, δυσπρόσιτα), της ύπαρξης των τμημάτων κατεύθυνσης σε Β και Γ τάξεις των Γεν. Λυκείων και της λειτουργίας των ειδικοτήτων στα τεχνικά Λύκεια. Η απάλειψη αυτής της απόκλισης σημαίνει ότι θα κλείσουν σχολεία σε χωριά και κωμοπόλεις (πράγμα που συνέβη και με το πρώτο κύμα των 1000 συγχωνεύσεων – καταργήσεων)και με τις περικοπές των δωρεάν μεταφορών, πολλά παιδιά θα διωχθούν από τη δημόσια εκπαίδευση. Στα λύκεια θα αδυνατούν να δημιουργηθούν τμήματα κατεύθυνσης με μεγάλο αριθμό μαθητών (ήδη από πέρσι το όριο έγινε 15 μαθητές και σε εξαιρετικές συνθήκες 10), οπότε οι μαθητές είτε θα πρέπει να πηγαίνουν σε σχολείο διπλανής περιοχής που θα υπάρχει τμήμα κατεύθυνσης της επιλογής τους ή να αλλάζουν κατεύθυνση. Αντίστοιχη θα είναι η κατάσταση στις ειδικότητες των τεχνικών λυκείων, όπου η μη ύπαρξη μαθητών θα σημάνει την κατάργηση της ειδικότητας και την μεταφορά όσων την επιλέξουν σε άλλο σχολείο της Περιφέρειας.

Όσον αφορά στο μέγεθος των σχολικών τάξεων, ο μέσος όρος των μαθητών στην Ελλάδα σε γυμνάσια και λύκεια είναι 22, πάνω δηλαδή από το μέσο όρο της ΕΕ των 21, που είναι 21,9. Ωστόσο, εδώ δεν φαίνεται να υπάρχει η ευαισθησία της προσέγγισης του μέσου όρου της ΕΕ, από την κυβέρνηση μιας και ο στόχος είναι οι 30 μαθητές στην τάξη.

Οι εκπαιδευτικοί διαθέτουν συνολικό εργασιακό ωράριο, ένα μέρος του οποίου είναι οι ώρες διδασκαλίας στην τάξη (διδακτικό). Σύμφωνα με τα στοιχεία του Δικτύου Ευρυδίκη «Αριθμοί κλειδιά της εκπαίδευσης στην Ευρώπη 2009», ο μέσος όρος του διδακτικού ωραρίου για τους καθηγητές της ΕΕ των 25, ήταν 18,4 για το Λύκειο και 19,1 για το Γυμνάσιο, ενώ ο μέσος όρος για την Ελλάδα ήταν 18,5.

Σύμφωνα με πρόσφατη (2012) μελέτη της UNESCO κάθε ώρα διδακτικού έργου ενός καθηγητή αντιστοιχεί σε 4 ώρες εργασίας γραφείου! Για αυτό η τάση στις χώρες της Ευρώπης ήταν η μείωση του διδακτικού ωραρίου τα τελευταία χρόνια, εκτός από την Βουλγαρία και τη Ρουμανία.

Πέραν τούτου, ο μέσος όρος για την Ελλάδα των 18,5 διδακτικών ωρών προκύπτει με το δεδομένο των 16 ωρών εβδομαδιαίας εργασίας –που το υπουργείο παιδείας έδωσε σαν ωράριο όλων των καθηγητών –ενώ οι καθηγητές δουλεύουν με 21 ώρες πλήρες ωράριο που γίνεται 16 ώρες μετά από 20 και πλέον χρόνια εργασίας.

Παρόλα αυτά, η Καθημερινή της Κυριακής 4/5/13 επιμένει ότι οι έλληνες καθηγητές διδάσκουν μόνο 415 ώρες ενώ ο μέσος όρος στις χώρες του ΟΟΣΑ είναι 704 ώρες για το γυμνάσιο και 658 ώρες για το λύκειο και για τις χώρες της ΕΕ/21 660 και 629 αντίστοιχα. Δεν προβληματίζεται βέβαια καθόλου, πώς στον ίδιο πίνακα φαίνεται οι έλληνες καθηγητές  να εργάζονται 1176 ώρες κατ έτος έναντι 1171 στο γυμνάσιο και 1114 στο λύκειο των χωρών του ΟΟΣΑ και 1057 και 1049 αντίστοιχα της ΕΕ/21. Γιατί η αξία μιας μελέτης, κατά ορισμένα ΜΜΕ, είναι μόνο η παροχή στοιχείων επιβεβαίωσης της  κυβερνητικής πολιτικής. Η απάντηση βρίσκεται στο εργασιακό ωράριο, που στην Ελλάδα είναι 30 ώρες έναντι 27,5 ωρών του μέσου ευρωπαίου στις 27 χώρες της ΕΕ.

Οι καθηγητές δεν διδάσκουν μόνο. Παρακολουθούν την πορεία των μαθητών τμημάτων που είναι υπεύθυνοι, επικοινωνούν με τους γονείς, εκτελούν διοικητικά καθήκοντα, συμπληρώνουν στατιστικά κλπ, διορθώνουν γραπτά, περνούν βαθμολογίες, προετοιμάζουν εκπαιδευτικά προγράμματα, γιορτές, εκδρομές, θεατρικά κλπ, ασχολούνται με σεμινάρια και εργαστήρια, προετοιμάζουν σημειώσεις και σχέδια, ειδικές παρεμβάσεις, συνεδριάζουν και συζητούν ότι προβλήματα ανακύπτουν κλπ κι όσα από αυτά δεν μπορούν να τα κάνουν εντός της σχολικής μονάδας (γιατί δουλεύουν όλοι μαζί σε μια αίθουσα με κολλητά γραφεία και χωρίς υπολογιστή ή άλλα μέσα) τα κάνουν στο σπίτι τους.

Οι έλληνες εκπαιδευτικοί δουλεύουν περίπου 39 εβδομάδες το χρόνο έναντι 38,6 των ΕΕ/27. Ενώ όμως δουλεύουν περισσότερο, διδάσκουν μόνο 31 εβδομάδες, καθότι  4-5 εβδομάδες το χρόνο,  είναι οι εξετάσεις, πράγμα που δε συμβαίνει σε καμιά ευρωπαϊκή χώρα, ενώ ο υπόλοιπος χρόνος αντιστοιχεί σε διοικητική απασχόληση.

Η Ελλάδα είναι το βασίλειο της εξεταστικής λαιμητόμου, με διαφωνία των εκπαιδευτικών και μάλιστα αυτός ο ανορθολογισμός θα ενταθεί αν περάσουν τα μέτρα της κυβέρνησης.

Είναι απίστευτη αυτή η στρέβλωση και δεν μπορεί να μένει εκτός συζήτησης.

Η διδασκαλία στην τάξη μειώνεται, αλλά οι ώρες των εξετάσεων αυξάνονται.

Το σχολείο απαξιώνεται, αλλά το φροντιστήριο προετοιμασίας για τις εξετάσεις,  αποθεώνεται ως θεσμός!

Συμπερασματικά οι έλληνες εκπαιδευτικοί δουλεύουν περισσότερο από τους ευρωπαίους και οι ώρες διδασκαλίας τους (χωρίς τις εξετάσεις) είναι περισσότερες από 573,5 κατά μέσο όρο (31 εβδομάδες χ 18,5).

Επιπλέον στις χώρες της ΕΕ, υπάρχουν βοηθοί διδασκόντων, σε αναλογία  6,5 ανά 1000 μαθητές μέσο όρο ενώ στην Ελλάδα είναι 0,4 μόνο στα εργαστήρια της ΤΕΕ

Υπάρχει διοικητικό προσωπικό σε αναλογία 10,9 ανά 1000 μαθητές μέσο όρο ενώ στην Ελλάδα είναι 1,4

Υπάρχει επιστημονικό προσωπικό για τη στήριξη του σχολείου (κοινωνικοί λειτουργοί, ψυχολόγοι κλπ) σε αναλογία 7,8 ανά 1000 μαθητές μέσο όρο ενώ στην Ελλάδα είναι 0.

Υπάρχει βοηθητικό προσωπικό σε αναλογία 12,7 ανά 1000 μαθητές μέσο όρο ενώ στην Ελλάδα είναι 0,3

Και επιπλέον σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, για το 2009 ο μέσος όρος για τις χώρες του ΟΟΣΑ των ετήσιων μεικτών αποδοχών του αρχικού μισθού των καθηγητών ήταν 29.472και ο αντίστοιχος μέσος όρος για τις χώρες της Ε.Ε. ήταν 29.459.

Ο μέσος όρος για τις χώρες του ΟΟΣΑ των ετήσιων μεικτών αποδοχών του τελικού μισθού των καθηγητών ήταν 47.740 και ο αντίστοιχος μέσος όρος για τις χώρες της Ε.Ε./21 ήταν 47.374.

Αντίθετα, για τους Έλληνες καθηγητές ο αρχικός μισθός ήταν 24.541 και ο τελικός 36.230. Έτσι η Ελλάδα κατατάσσεται στις τελευταίες χώρες (ακολουθούν μόνο Σλοβενία και Σλοβακία).

Συνολικά ο μισθός του έλληνα καθηγητή Λυκείου είναι το 54% του Φιλανδού (με 11-17 ώρες διδασκαλίας), το 58% του Ισπανού (με 17- 19 ώρες διδασκαλίας) και το 39% του Γερμανού (με 17-20 ώρες διδασκαλίας).

Ας διαλέξουμε λοιπόν.

Η συναίνεση στην αντι-εκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης, αφενός θα σημάνει τη διάλυση της παιδείας, αφετέρου θα σηματοδοτεί τη νίκη της πολιτικής της εξαπάτησης, την απόδειξη ότι όταν το δάχτυλο έδειχνε το φεγγάρι, ο ηλίθιος κοίταζε το δάχτυλο.

 

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ: http://eleftheriakos.gr/node/565

Βιασμοί γυναικών, χαλαρά, δεν τρέχει τίποτα…

stupromontalto

 

…εδώ οι άντρες πλένουνε τα πιάτα

15χρονη στην Ηλεία βιάστηκε από τον φίλο της και τον κολλητό του φίλου της σε αποθήκη καφετέριας που διατηρεί ο δεύτερος. Έτρεξε τίποτα;

31χρονος βίαζε γυναίκες στα βόρεια προάστια, έτρεξε τίποτα;

63χρονος στην Καβάλα βίαζε την 9χρονη εγγονή του, έτρεξε τίποτα;

Με τους ξυλοδαρμούς και τις δολοφονίες γυναικών τον τελευταίο μήνα, έτρεξε τίποτα;

Τρέχει γενικώς τίποτα;

Όχι, τρέχει το απολύτως τίποτα. Γιατί τούτη η κοινωνία, η ελληνική κοινωνία, είναι αρκετά εξοικειωμένη με τους βιασμούς των θυγατέρων της. Τις τσάκισε κατά χιλιάδες στην πορνεία. Τις παράτησε στο έλεος των νταβατζήδων. Τις έριξε βορά σε αδηφάγους πορνοπελάτες. Τις έκανε εσώκλειστες δούλες στα νοικοκυριά. Τις αντάμειψε με μίσος και οργή γιατί σήκωσαν κεφάλι στον σύζυγο ή τον εραστή. Τις εκδικήθηκε γιατί έγιναν ανεξάρτητες από την τσέπη του αντρός και του πατρός. Τις έκανε ομαδικό διεγερτικό σε βιντεάκια- τσόντες, γιατί στην τελική “όλες πουτάνες είναι”.

Υπερασπίζεται σθεναρά τους βιαστές της τούτη η κοινωνία. Όπως τότε στην Αμάρυνθο. Αθώωσε πανηγυρικά τα καθίκια που βίασαν ομαδικά τη συμμαθήτριά τους. Εκδίωξε τη μάγισσα από το κωλοχώρι τους. Την εκδικήθηκε φορτώνοντάς της κατηγορίες περί συκοφαντίας, ώστε να μάθουν μια και καλή τα υπόλοιπα “αλλογενή” κοριτσόπουλα ότι ο τόπος δε σηκώνει τις καταγγελίες τους.

Προστατεύει με θαλπωρή τους βιαστές της τούτη η κοινωνία. Επικροτούσε τους νταήδες υπαλλήλους όταν την έπεφταν στις καθαρίστριες των εργολαβικών εταιρειών, ενώ άφησε τα καθάρματα που οργάνωσαν την επίθεση στην Κούνεβα να κυκλοφορούν ελεύθερα. Διαπόμπευσε πουτάνες ως “υγειονομική βόμβα”, δημοσίευσε τις φωτογραφίες τους, τις έσυρε στα δικαστήρια και τις φυλακές. Τράβηξε μόνο, λιγουλάκι, το αυτάκι στους πελάτες για να μάθουν να φοράνε προφυλακτικό.

Βέβαια, ετούτη η κοινωνία επιδεικνύει τεράστια εγρήγορση στους αλλόθρησκους βιαστές. Τον Αύγουστο στην Πάρο μας άφησε κληρονομιά έναν δολοφονημένο από φασίστες μετανάστη στην Ομόνοια. Και τον Δεκέμβρη στην Ξάνθη μας άφησε την υπόμνηση (για το μέλλον…) ότι το πογκρόμ στις μουσουλμανικές συνοικίες τις πόλης ήταν ήδη στα σκαριά από τον ελληνορθόδοξο όχλο μέχρις ότου μας προκύψει τελικά μανάβης.

Μην παραλείψουμε πως τούτη η κοινωνία έχει λόγο, έχει μιλιά, για τους βιασμούς που συμβαίνουν αλλού. Και να σου οι αναλύσεις για τους βιασμούς στην Ινδία. Και να σου τα άρθρα στον Τύπο για τα αίτια και τις κοινωνικές συνθήκες που ευνοούν τον βιασμό (εκεί, μην μπερδευόμαστε). Αλλά για τούτη την κοινωνία οι αλλόθρησκοι είναι πολιτιστικά καθυστερημένοι. Δεν είχαν εργατικό κίνημα, δεν είχαν γυναικείο κίνημα, δεν είχαν τμήμα σπουδών φύλου και ισότητας, δεν είχαν τεχνολογική πρόοδο, όπως οι μεγαλύτερες δημοκρατίες του κόσμου σαν την πάρτη μας! Και τώρα, που οι κοινωνίες μας έγιναν πολυεθνικές, γρηγορείτε απανταχού ορθόδοξα, καθολικά, προτεσταντικά αρσενικά αγγελούδια ενάντια στα αλλόθρησκα σεξουαλικά κτήνη!

Έτσι λοιπόν τα κανόνισε τούτη η κοινωνία. Αλλά ποια είναι στην τελική αυτή η κοινωνία; Και τι ακριβώς συνέβη στις γυναίκες της;

Η κοινωνία εν ελλάδι είναι η ιστορία της και οι τρόποι που δόμησε τις σχέσεις της και τις πρακτικές της. Και οι πρακτικές της σε ότι αφορά τη βία ενάντια στις γυναίκες έχουν το δικό τους ειδικό βάρος στη φυσιογνωμία της. Είναι η επί εικοσαετίας και βάλε λεηλασία χιλιάδων γυναικείων σωμάτων στη βιομηχανία του σεξ που έφτιαξε μια νέα αρσενική συμπεριφορά απέναντι σε όλες τις γυναίκες. Είναι οι 1.000.000 άντρες που επιδόθηκαν σε ασκήσεις σεξουαλικής κυριαρχίας πάνω σε γυναίκες που μετατράπηκαν με τη βία σε πόρνες. Είναι οι σύζυγοι, οι πατεράδες, οι αδελφοί, οι συνάδελφοι, οι συμφοιτητές που εκτόνωσαν τον τσαμπουκά και τόνωσαν την αλαζονεία τους μέσα στα μπουρδέλα και τα στριπτιτζάδικα. Είναι το δίκιο τους ως πελατών που ξέφυγε από τα όρια της πορνικής γεωγραφίας, ξεχύθηκε στην καθημερινότητα, από τους τόπους εργασίας μέχρι τις κρεβατοκάμαρες. Είναι αυτό που θα ‘πρεπε τόσα χρόνια να δούμε και κάναμε πως δε βλέπαμε: ότι το πώς οι άντρες βλέπουν και μεταχειρίζονται τις πουτάνες δείχνει το πώς βλέπουν και θέλουν να μεταχειρίζονται όλες τις γυναίκες.

Και συνεχίζουμε. Είναι οι μαφιόζικες επιχειρήσεις που γιγαντώθηκαν στην Ελλάδα υποστηριζόμενες από ένα πλήθος “πολιτών” που προηγουμένως δεν είχε σχέση με τέτοιου είδους δραστηριότητες. Είναι η μαφιοζοποίηση της κοινωνίας που είχε στον πυρήνα της και την υποβάθμιση της γυναικείας ύπαρξης, είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι πολλοί άντρες αλλά και πολλές γυναίκες συμμετείχαν, στήριξαν, καρπώθηκαν οικονομικά οφέλη από τους μαζικούς βιασμούς γυναικών στη βιομηχανία του σεξ και τη βιομηχανία των οικιακών βοηθών.

Είναι επιπλέον, η ευρύτατη αποδοχή της βίας μέσα στην οικογένεια. Είναι η ατιμωρησία που περιβάλλει στις περισσότερες περιπτώσεις τους πατεράδες, τους συζύγους, τους συγγενείς που απλώνουν τα ξερά τους στις γυναίκες, μια ατιμωρησία που θρέφεται από την τάση αποφυγής της “ντροπής” και των ανισορροπιών μέσα στην οικογενειακή εστία αλλά και από την περιφρόνηση και τον στιγματισμό που επιφυλάσσει ο κοινωνικός περίγυρος.

Είναι επίσης η καθημερινή και σε μαζική κλίμακα εκπαίδευση της αρσενικής σεξουαλικότητας μέσα από την ιντερνετική πορνογραφία η οποία αναπαράγει την εικόνα των γυναικών ως σεξουαλικών αντικειμένων.

Είναι ακόμη και το ότι ένα μεγάλο κομμάτι του αρσενικού πληθυσμού δεν έχει χωνέψει ότι οι γυναίκες μπορούν να μην τους υπηρετούν, μπορούν να τους ξεπερνούν. Ότι μπορούν να τα φέρουν βόλτα δίχως εκείνους, να φέρουν λεφτά στο σπίτι δίχως εκείνους, να μεγαλώνουν παιδιά δίχως εκείνους, να βγαίνουν έξω δίχως εκείνους, να τη βγάζουν γενικώς δίχως εκείνους, να είναι πιο πετυχημένες από εκείνους.

Ψάχνουμε και για άλλες εξηγήσεις; Υπάρχουν και είναι ακόμη βαθύτερες. Είναι το γεγονός ότι η βίαιη υποτίμηση και πορνοποίηση τεράστιων πληθυσμών γυναικών σε άλλα σημεία του πλανήτη αντιμετωπίστηκε και με ευθύνη διάφορων- ακαδημαϊκών και μη- φεμινιστικών κύκλων μέσα από τα κυάλια της πρωτοκοσμικής ανωτερότητας. Ως αποτέλεσμα ενός είδους “πολιτισμικής καθυστέρησης” των κοινωνιών της ανατολικής ευρώπης, της ασίας, της αφρικής. Αυτό το χονδροειδές ιδεολόγημα που στηρίζεται σε ιδέες ότι π.χ. γυναικεία κινήματα υπήρχαν μόνο στη Δύση ή μόνον εκεί ήταν αρκετά προχωρημένα., έχτισε την ακλόνητη πίστη ότι οι κοινωνίες μας έχουν οριστικά απαλλαγεί από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης με όρους δουλείας και οριστικά ξεμπερδέψει με την υποτέλεια των γυναικών. Με λίγα λόγια, το ουσιώδες, ότι η υποτίμηση των γυναικών σε άλλα μέρη του πλανήτη ήταν κομμάτι της επίθεσης του κεφαλαίου συνολικά στην εργατική τάξη και μάλιστα προϋπόθεση για την υποτίμησή της, καθώς οι γυναίκες σχετίζονται άμεσα με την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, κουκουλώθηκε κάτω από τις μεταμοντέρνες προφητείες ότι ο καπιταλισμός γενικώς στα μέρη μας τελείωσε.

Κι εκεί που ο καπιταλισμός στα μέρη μας ήταν στα πρόθυρα του θανάτου (έπρεπε να ξεσπάσει η κρίση για να μας υπενθυμίσει τη δύναμή του), κοντέψαμε να ξεχάσουμε ότι οι γυναίκες και εδώ και παντού στον πλανήτη αντιμετωπίζονται από το κεφάλαιο ως πηγή υπεραξίας. Ότι είναι η ίδια η λογική του κεφαλαίου που στις γυναίκες βλέπει εκείνη την ειδική πτυχή της εργατικής τους δύναμης, την ικανότητα να τεκνοποιούν και την ικανότητα να παρέχουν σεξουαλική απόλαυση (μια ικανότητα που ως εμπόρευμα πουλάει στις κοινωνίες μας), και από τις οποίες όσο δεν μπορεί να αυτονομηθεί τόσο με λύσσα παλεύει για να επιβάλλει τον έλεγχο, την πειθάρχηση, την υποτίμησή τους. Και ότι η βία του κεφαλαίου είναι το μαχαίρι που κόβει και το νήμα που ράβει τον καμβά στις σχέσεις των δύο φύλων. Κι όσο η υποτίμηση της εργατικής δύναμης θα καλπάζει στις μέρες μας, τόσο η βία κατά των γυναικών θα αυξάνεται. Κοντέψαμε με άλλα λόγια να ξεχάσουμε ότι η βία ενάντια στις γυναίκες είναι συστατικό και γενέθλιο στοιχείο του καπιταλισμού.

Εκεί όπου “οι άντρες δεν πλένουνε τα πιάτα”

Η εφημερίδα Αυγή θέλησε να μας διαφωτίσει για τα αίτια της σεξουαλικής βίας στην Ινδία. Αναδημοσίευσε άρθρο της Washington Post με θέμα “Γιατί η Ινδία αντιμετωπίζει πρόβλημα με τη σεξουαλική βία” όπου και παρατίθενται μια σειρά από σχετικούς παράγοντες. Μιας και οι συντάκτριες δεν μπήκαν στον κόπο να κάνουν κάποιο σχολιασμό ή συσχετισμό με τα εν ελλάδι αίτια, πράγμα που γεννάει υποψίες περί πρωτοκοσμικού ρατσισμού, είπαμε να επιστρατεύσουμε το εν λόγω άρθρο της 17/01/2013 ως όχημα για να κάνουμε τις απαραίτητες συγκρίσεις με τα του τόπου μας. Απαριθμεί λοιπόν το άρθρο τους εξής γενεσιουργούς παράγοντες της σεξουαλικής βίας στην Ινδία (με πλάγια ο δικός μας σχολιασμός):

1. Λίγες γυναίκες αστυνομικοί: Μελέτες δείχνουν ότι οι γυναίκες επιλέγουν να καταγγείλουν μία σεξουαλική επίθεση αν γυναίκες αστυνομικοί είναι διαθέσιμες. Η Ινδία είχε ανέκαθεν πολύ χαμηλότερο ποσοστό γυναικών αστυνομικών αξιωματούχων σε σχέση με τις άλλες ασιατικές χώρες. Όταν τελικά οι γυναίκες υποβάλλουν καταγγελίες σε άνδρες αστυνομικούς, τις περισσότερες φορές υφίστανται εξευτελισμό.

Στην Ελλάδα, η αστυνομία ελέγχει το μεγαλύτερο ποσοστό των μπουρδέλων και εμπλέκεται στον έλεγχο και την κερδοφορία ενός τεράστιου μεριδίου της πορνικής αγοράς. Κατά συνέπεια, τα αστυνομικά τμήματα στην Ελλάδα δεν μπορεί παρά να είναι ο ιδανικότατος τόπος καταγγελίας βιασμών. Επίσης οι έλληνες μπάτσοι, πιθανόν εξαιτίας της αυξημένης ποσόστωσης γυναικών αστυνομικών, είναι κάπως πιο εκλεπτυσμένοι. Παρακάμπτουν τον εξευτελισμό ρωτώντας επίμονα τους συγγενείς μπας και η βιασθείσα είναι μυθομανής.

2. Κοινωνικός ρατσισμός σε βάρος των γυναικών- κατηγορούν το θύμα για προκλητική συμπεριφορά: Είναι κυρίαρχη η αντίληψη σύμφωνα με την οποία τα θύματα της σεξουαλικής βίας την προκάλεσαν μόνα τους. Το 1996, σε μία έρευνα, σχεδόν το 68% των ερωτηθέντων είπαν ότι το προκλητικό ντύσιμο είναι πρόσκληση για βιασμό.

Ενώ εδώ ε; Έγινε ποτέ αναφορά στο προκλητικό ντύσιμο; Ανακρίθηκε ποτέ καμιά γυναίκα για το τι φόραγε την ημέρα του βιασμού; Ρωτήθηκε ποτέ αν αντιστάθηκε μέχρι θανάτου στο βιαστή της; Ποτέ! Ποτέ! Ποτέ! Δε γίνονται τέτοια πράγματα εδώ! Οι εντιμότατοι δικαστές και οι εισαγγελείς μας ειδικά είναι προσεκτικοί σ’ αυτό.

3. Αποδοχή της ενδοοικογενειακής βίας: Μια έρευνα της UNICEF που έγινε το 2012 έδειξε ότι περίπου το 57% των αγοριών και το 53% των κοριτσιών στην Ινδία θεωρούν ότι η ενδοοικογενειακή βία είναι δικαιολογημένη και “φυσιολογική”.

Έρευνα στην Ελλάδα που έγινε το 2010 έβγαλε ότι το 70% των γυναικών υπέστη ψυχολογική βία και το 23% σωματική επίθεση από τους ίδιους τους συζύγους τους. Υψηλό είναι και το ποσοστό των κοριτσιών αλλά και των αγοριών που έχουν υποστεί σεξουαλική παρενόχληση από κάποιον συγγενή τους (πατέρα, θείο, παππού). Κάποιοι μάλιστα μιλάνε και για πρωτεία της χώρας πανευρωπαϊκώς. Εντελώς αφύσικη η ενδοοικογενειακή βία στην Ελλάδα, όπως καταλαβαίνετε.

4. Έλλειψη δημόσιας ασφάλειας: Οι γυναίκες γενικώς δεν προστατεύονται έξω από τα σπίτια τους. Ο ομαδικός βιασμός συνέβη σε ένα λεωφορείο και ακόμη και οι αρχές παραδέχονται ότι οι δημόσιοι χώροι μπορεί να είναι επικίνδυνοι για τις γυναίκες (…) Οι γυναίκες που πίνουν, καπνίζουν ή πηγαίνουν σε μπαρ αντιμετωπίζονται ευρέως ως ελευθερίων ηθών και τα φυλετικά συμβούλια στα χωριά κατηγορούν τις γυναίκες που μιλούν σε κινητά τηλέφωνα ή πηγαίνουν στην αγορά ότι ευθύνονται για την αύξηση των ποσοστών των σεξουαλικών επιθέσεων.

Στην Ελλάδα δεν έχουμε κανένα σχετικό πρόβλημα μιας και οι δημόσιοι χώροι έχουν τιγκάρει στους μπάτσους. Επίσης οι γυναίκες που και εδώ πίνουν, καπνίζουν και κάνουν γενικώς ελευθέρια πράγματα κινδυνεύουν μόνο όταν γυρίσουν πίσω στο σπίτι από τους άντρες τους (βλέπε πάλι σημείο 3). Τέλος, τα λεωφορεία είναι προς το παρόν ασφαλή για τις γυναίκες (το πολύ να πέφτει κανά χούφτωμα). Χώρια που στα λεωφορεία υπάρχει άλλος πιο προσφιλής στόχος: οι μετανάστες.

5. Στιγματίζοντας το θύμα: Όταν λεκτική παρενόχληση ή παρενόχληση με θωπείες συμβαίνει σε δημόσιους χώρους, οι περαστικοί συχνά κοιτούν από την άλλη πλευρά αντί να παρέμβουν για να αποφύγουν τη φασαρία, αλλά και γιατί τις περισσότερες φορές κατηγορούν το θύμα. Ο γιος του προέδρου της Ινδίας επίσης πρόσφατα απολογήθηκε γιατί αποκάλεσε τις γυναίκες που διαδήλωναν εναντίον των ομαδικών βιασμών στην Ινδία “προκλητικές και υπερβολικά βαμμένες” γυναίκες, οι οποίες συχνάζουν σε ντίσκο και διαδηλώσεις.

Ααα, εδώ η χώρα μας είναι πολύ πιο μπροστά. Στην Αμάρυνθο, όχι μόνο αδιαφόρησαν αλλά τράβηξαν και βίντεο τον βιασμό, για να υπάρχει και ντοκουμέντο, κι έπειτα το κυκλοφόρησαν στους ντόπιους που, προφανώς λόγω του αποτροπιασμού τους, φρόντισαν να το εξαφανίσουν πριν τη δίκη. Αξιοσημείωτη είναι και η στάση απέναντι στις “ελευθερίων ηθών” τουρίστριες που έρχονται στα νησιά, υπερβολικά βαμμένες και προκλητικές, τρελαίνουν τους κανακάρηδές μας που τι να κάνουν κι αυτοί, δεν μπορούν να συγκρατηθούν…Γι’ αυτό και παρεμβαίνουν μαμάδες, μπαμπάδες, συγγενείς και δικαστές για να πουν ότι όχι, δε συμβαίνουν βιασμοί, συμβαίνει ότι οι τουρίστριες παριστάνουν τις βιασμένες για να εισπράξουν ασφάλιστρο από τις χώρες τους.

6. Προτρέποντας τα θύματα σε συμβιβασμό: Σε μία πρόσφατη υπόθεση βιασμού, ένα 17χρονο κορίτσι, θύμα ομαδικού βιασμού, αυτοκτόνησε εξαιτίας της πίεσης που δέχτηκε από αστυνομικούς να αποσύρει τις καταγγελίες και να παντρευτεί έναν εκ των βιαστών της.

Στην Ελλάδα δε χρειάζεται να ωθήσουν τις γυναίκες να παντρευτούν τους βιαστές τους, αφού με τους βιαστές είναι ήδη παντρεμένες (βλ. σημείο 3). Ούτε και πιέσεις χρειάζεται να ασκηθούν για απόσυρση των καταγγελιών μιας και η πλειονότητα των υποθέσεων ούτε καν φτάνει στο σημείο αυτό.

7. Ένα αργοκίνητο δικαστικό σύστημα: Το δικαστικό σύστημα στην Ινδία είναι επώδυνα αργό, τις περισσότερες φορές εξαιτίας της αριθμητικής ανεπάρκειας των δικαστών.

Από επάρκεια δικαστών στην Ελλάδα πάμε καλά, όλα κι όλα. Δε θέλουμε άλλους! Τώρα για το αργοκίνητο του πράγματος, η παράδοση λέει ότι είναι οι βιαστές που επιδιώκουν αναβολές της δίκης και φυσικά τις πετυχαίνουν. Ε! Τι να σου κάνει μετά το δικαστικό σύστημα στην Ελλάδα; Γίνεται κι αυτό “τριτοκοσμικό”…

8. Λίγες καταδίκες: Για τους βιασμούς που τελικά καταγγέλλονται, οι καταδίκες στην Ινδία δεν ξεπερνούν το 26%.

Στην Ελλάδα οι στατιστικές για τους βιασμούς είναι “πολυτέλεια”. Ωστόσο κατόπιν πρόχειρης έρευνας π.χ. στη Βρετανία οι καταδίκες αγγίζουν το ποσοστό του 7,5%. Στην Ελλάδα δεδομένου ότι έχουμε ένα ποσοστό καταγγελθέντων βιασμών της τάξης του 6% μπορούμε να υποθέσουμε για τα ποσοστά που κινούνται οι καταδίκες. Μηδέν κόμμα πόσο το κόβετε να είναι;

9. Κοινωνικά υποτελής θέση των γυναικών: Ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η ίδια η υποτελής κοινωνική θέση των γυναικών στην Ινδία. Για τις φτωχές οικογένειες, η υποχρέωση να πληρώσουν το προικοσύμφωνο μπορεί να μετατρέψει τις κόρες σε βάρος.

Στη χώρα μας ως γνωστόν οι γάμοι γίνονται από αγνό έρωτα και μόνον. Οι δε κόρες των φτωχών οικογενειών δε σκέφτονταν τα προικοσύμφωνα γιατί μπορούσαν άνετα να κάνουν καριέρα ακόμη και στο Πανεπιστήμιο. Ήρθε όμως η τρόικα και τα ΄κανε όλα μαντάρα!

Βάψτα βουβά και μαύρα

protest rape India

Από τις συγκεντρώσεις- διαδηλώσεις στο Δελχί της Ινδίας ενάντια στους βιασμούς, Γενάρης 2013. Το πλακάτ γράφει: η κοινωνία εκπαιδεύει “να μη βιαστείς” αντί “να μη βιάζεις”.

Στην κοντινή μας Ξάνθη δεν είχαμε την τιμή να δούμε ανάλογες εικόνες. Ο όχλος που μαζεύτηκε μόνο και μόνο επειδή ο βιασμός της 34χρονης συνοδεύτηκε από δολοφονία, δεν σκέφτηκε να έχει έστω ένα παρόμοιο πλακάτ. Συγκεντρώθηκε ωστόσο έξω από τα δικαστήρια για να απειλήσει τον συντοπίτη δράστη που χρόνια τον ανεχόταν τόσο με το βεβαρυμένο παρελθόν του (απόπειρα βιασμού απ’ όπου τη σκαπούλαρε) όσο και με το μαγαζάκι του “μ’ ανέβεις στην κρίση”. Να μην παραλείψουμε επίσης ότι οι ξανθιώτες χρήστες του facebook κινητοποιήθηκαν άμεσα και εύστοχα ενάντια στον βιασμό, τραντάζοντας συθέμελα το ντόπιο πατριαρχικό οικοδόμημα: έβαψαν μαύρα τα προφίλ τους.

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 33 του περιοδικού Antifa (3/2013). Θα το βρείτε σε βιβλιοπωλεία και περίπτερα των Εξαρχείων και σε αυτοδιαχειριζόμενους
κοινωνικούς χώρους. Για ταχυδρομική αποστολή του τρέχοντος ή παλαιότερων τευχών 
στείλτε mail στο antifascripta@yahoo.com

Αναδημοσίευση από: http://classwar.espiv.net/?p=3885

Μαρτυρία για την επίθεση των ναζιστών στο ΣΥΝΕΡΓΕΙΟ από αξιωματικό του Ε.Σ.

image-11Επιστολή από αξιωματικό του Ελληνικού Στρατού για την φασιστική επίθεση στον κοινωνικό χώρο «Συνεργείο» της Ηλιούπολης – καταγγέλλει ότι οι χρυσαυγίτες επιτέθηκαν ακόμη και κατά δεκαπεντάχρονων παιδιών.

 

«Nιώθω την ανάγκη να μοιραστώ με όλους σας κάποια γεγονότα που διαδραματίστηκαν μπροστά στα μάτια μου την Tετάρτη 10 Iουλίου στην κεντρική πλατεία της Hλιούπολης. Πέρα από τα γεγονότα, θα ήθελα να σας πω και για τα αισθήματα που ένιωσα εκείνη τη στιγμή, αλλά και όλες τις επόμενες ημέρες μέχρι και σήμερα που γράφω αυτήν την επιστολή. Kαταρχήν να ξεκαθαρίσω ότι δεν είμαι ούτε ακροαριστερός, ούτε ακροδεξιός. Δεν μπαίνω ούτε στο καλούπι του δεξιού, ούτε του αριστερού. Γενικά δεν μπαίνω σε κανένα καλούπι και το κυριότερο: δεν με βάζει κανένας σε κανένα καλούπι. Ωστόσο θα ήθελα να αναφέρω το επάγγελμα μου, γιατί αυτό αποτελεί μία αρκετά σημαντική λεπτομέρεια στην υπόθεση. Eίμαι αξιωματικός του Eλληνικού Στρατού.

Aυτό που έζησα στην πλατεία της Hλιούπολης ήταν τραγικό και συνάμα τρομακτικό. Περίπου 30-40 μηχανάκια με δύο άτομα το καθένα (60-80 άτομα), φορώντας κράνη και μπλούζες της Xρυσής Aυγής, εξοπλισμένοι με καδρόνια και ξεφτιλίζοντας την ελληνική σημαία που κρατούσαν στα χέρια τους (είτε δεμένη στα καδρόνια τους), εμφανίστηκαν στην πλατεία και φώναζαν τα συνθήματά τους, πετώντας ταυτόχρονα διάφορα φυλλάδια. Eγώ έτυχε να πίνω τον καφέ μου με παρέα σε μία καφετέρια της πλατείας. Όταν τους είδα, είπα: “Eχει καταντήσει πόλεμος συμμοριών, οι μεν κοπανάνε τους δε και… τούμπαλιν”. Mέχρι εκείνη την ώρα δεν φανταζόμουν το τι θα ακολουθήσει και ήμουν σχετικά ήρεμος, ψύχραιμος και ατάραχος.

Tα μηχανάκια σταμάτησαν έξω από έναν χώρο (που ούτε καν ήξερα τι ήταν) στα 70-80 μέτρα μακριά μου. Ξαφνικά ξεκίνησαν να σπάνε τα πάντα σε αυτόν τον χώρο. Eκείνο όμως που με εξόργισε και με έβγαλε εκτός εαυτού ήταν όταν τρία παιδάκια (15 χρονών το πολύ) πέρασαν τρέχοντας μπροστά από την καφετέρια. Διαπίστωσα ότι αυτοί οι ψευτόμαγκες με τα κράνη και τα καδρόνια κυνηγούσαν αυτά τα πιτσιρίκια! Δεν άντεξα και προφανώς σηκώθηκα και έφυγα από την καφετέρια και έτρεξα αμέσως προς τα εκεί. Tότε διαπίστωσα ότι έξω από τον χώρο που κατέστρεψαν, είχαν ρίξει έναν μεσήλικα στο έδαφος και ένα ένα τα “πρόβατα” περνούσαν και έδειχναν τη μαγκιά τους και τον βαρούσαν, ενώ ήταν ήδη πεσμένος και μέσα στα αίματα. Πήγα λοιπόν να τον σώσω φωνάζοντας, να τον προστατεύσω από τα χειρότερα και μετά να τον ηρεμήσω καθώς είχε πάθει σοκ. Tα μηχανάκια συνέχισαν επιδεικτικά να κάνουν τον “γύρο του θριάμβου”, όταν ένα από αυτά ξανασταμάτησε και ο ψευτόμαγκας συνοδηγός με ρώτησε “Eσύ τι κοιτάς;”. «Eσένα» του απάντησα ορμώμενος από τον θυμό μου και την υπερένταση. Bέβαια αυτό παρ’ ολίγον θα προκαλούσε και τον δικό μου ξυλοδαρμό. Λογικά θα είχα την τιμή να είμαι ο πρώτος Eλληνας αξιωματικός του Στρατού που θα έτρωγε ξύλο από χρυσαυγίτες. H ειρωνεία θα ήταν ότι θα με ξάπλωνε η σημαία που υπηρετώ εδώ και 15 χρόνια ως Eλληνας αξιωματικός. Eυτυχώς για μένα (και τη μανούλα μου) εκείνη τη στιγμή ο “τσοπάνος” τους, έδωσε το σήμα της υποχώρησης και της εξόρμησης σε άλλη περιοχή. Kάπως έτσι τη γλίτωσα. Kαθαρά από θέμα τύχης και συγκυρίας.

Eυχαριστώ τους γονείς μου που με μεγάλωσαν με αυτές τις αρχές ώστε να σηκωθώ και να προσπαθήσω να σταματήσω αυτήν την ψευτομαγκιά, σε αντίθεση με όλους τους υπολοίπους που καθόντουσαν και κοιτούσαν, συνεχίζοντας να πίνουν τον «φραπέ του Nεοέλληνα”. Λογικό βέβαια αρκετοί να φοβήθηκαν και να προτίμησαν να μην εμπλακούν, αλλά αν εκείνη τη στιγμή σηκωνόμασταν όλοι από τις καφετέριες και τα φαγάδικα της πλατείας (δόξα τω Θεώ ήταν όλα γεμάτα), και απλά τους γιουχάραμε, δεν θα γινόταν αυτό το κακό. Aλλη λεπτομέρεια είναι ότι εγώ δεν είμαι καν δημότης Hλιούπολης, αλλά μένω λίγα χρόνια εκεί και σύντομα θα ξαναφύγω. Πώς ανέχτηκαν αυτούς τους ψευτόμαγκες στην περιοχή τους; Πώς ανέχτηκαν να κυνηγηθούν από αυτούς τους τραμπούκους τα δικά τους παιδιά;

Δεν με νοιάζει αν είναι χρυσαυγίτες, αναρχικοί, KNίτες, ONNEΔίτες, Aρειανοί, ΠAOKτσήδες, Oλυμπιακοί, αστυνομικοί κ.ο.κ. Δεν διαλέγω στρατόπεδο. Aυτές οι ψευτομαγκιές του τύπου “φοράω κράνος, παίρνω καδρόνια και μαχαίρια και 100 άτομα ορμάμε σε έναν (και μάλιστα 15χρονο ή 60χρονο)” είναι η κατάντια της ελληνικής κοινωνίας. Aυτή η λογική ότι θα επιβάλλω εγώ τον νόμο ή αυτό που θεωρώ εγώ σωστό, θα μας οδηγήσει σε πολύ δύσκολες καταστάσεις για όλους μας.

Ένα πράγμα, όμως, μου έδωσε κουράγιο και ελπίδα για το μέλλον αυτής της πατρίδας, χώρας, κοινωνίας (πείτε την ο καθένα σας όπως γουστάρει). Tην επόμενη ημέρα περιέγραψα τα γεγονότα περιληπτικά σε μια δημοσίευση που έκανα στο facebook. Δεν είναι μόνο τα σχόλια που έγιναν από τους φίλους μου (η συντριπτική πλειονότητα των οποίων καταδίκαζε τον τραμπουκισμό και ταυτόχρονα μου έδιναν συγχαρητήρια για την πράξη μου), αλλά και τα δεκάδες τηλεφωνήματα που δέχτηκα από γνωστούς και άγνωστους(!). Oι συγγενείς ανησύχησαν πρωτίστως για την υγεία μου και στη συνέχεια εξήραν τη στάση μου. Aυτοί, όμως, είναι υποκειμενικοί κριτές. Tο πρωτοφανές της υπόθεσης είναι ότι με θυμήθηκαν και μου έδωσαν συγχαρητήρια συνάδελφοι αξιωματικοί που είχαμε να μιλήσουμε μερικά χρόνια, συμμαθητές από το λύκειο με τους οποίους είχα να μιλήσω πάρα πολύ καιρό, παλιοί μου στρατιώτες, κάποιοι από τους καθηγητές που είχα σε σχολές και πανεπιστήμια και πολλοί πολλοί άλλοι. Mίλησα ακόμα και με άτομα που είχαν ψηφίσει Xρυσή Aυγή στις τελευταίες εκλογές, οι οποίοι άρχισαν να συνειδητοποιούν πόσο έχει ξεφύγει η κατάσταση και πόσο λάθος είναι όλο αυτό που γίνεται στις μέρες μας.

Oπλισμένος λοιπόν, όχι με κάποιο όπλο ή με κάποια τάση εκδίκησης, αλλά με όλα αυτά τα αισιόδοξα μηνύματα που δέχτηκα από τους δικούς μου ανθρώπους, ελπίζω πως όλοι μας θα συνειδητοποιήσουμε τη σοβαρότητα της κατάστασης που πάει να παγιωθεί και να γίνει μόδα, ώστε να κάνουμε κάτι πριν είναι πολύ αργά. Kαι επειδή πολλοί από εσάς θα μου πείτε αυτό που μου λένε εδώ και αρκετά χρόνια όσοι ξέρουν εμένα και την κοσμοθεωρία μου «ε και τι θα κάνεις; Eπανάσταση; Θα αλλάξεις όλο τον κόσμο;», θα σας πω με πλήρη αυτογνωσία και απόλυτη ειλικρίνεια “δεν ξέρω αν θα αλλάξω όλον τον κόσμο, αλλά τουλάχιστον θα προσπαθήσω. Δεν θα συμβιβαστώ”.

YΓ: Eσύ ψευτόμαγκα που με ρώτησες “Eσύ τι κοιτάς;” έχοντας στα χέρια σου ένα ματωμένο καδρόνι με την ελληνική σημαία πάνω, αφού δεν όρμηξες τώρα με τις «πλάτες» των υπολοίπων 80 ομο”ιδεα”τών σου (η θέση των εισαγωγικών δεν είναι τυχαία), φρόντισε να ξυπνήσεις, γιατί την επόμενη φορά θα πρέπει να έχεις άλλους 200 ώστε να είσαι σίγουρος ότι θα εκτελέσεις την αποστολή που σου αναθέτουν».

Αναδημοσίευση από: http://left.gr/news/martyria-gia-tin-epithesi-hrysaygiton-sto-synergeio-apo-axiomatiko-toy-ellinikoy-stratoy

 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

 

 ΣΤΟ ΣΤΟΧΑΣΤΡΟ ΟΙ ΨΥΧΙΚΑ ΠΑΣΧΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΠΗΡΟΙ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΑΠΟΛΥΣΕΙΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ

ΠΡΟΠΟΜΠΟΣ ΤΗΣ ΑΤΕΛΕΙΩΤΗΣ ΑΛΥΣΙΔΑΣ ΑΠΟΛΥΣΕΩΝ ΔΕΚΑΔΩΝ ΧΙΛΙΑΔΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

 

Όπως ανακοινώθηκε εκ νέου, αυτή τη φορά με επίσημη δήλωση, στο ΔΣ της ΟΛΜΕ, του Υπουργού Oικονομικών Στουρνάρα, αυτού του ως ρομπότ εκφωνητή των επιταγών της τρόικας, «οι πρώτοι που θα δουν το δρόμο της εξόδου (στη Εκπαίδευση, αλλά, προφανώς, και σ΄ ολόκληρο τον Δημόσιο τομέα) θα είναι οι ψυχικά ασθενείς, οι χρόνια πάσχοντες και οι αναξιοπαθούντες».

Δεν είναι καθόλου τυχαίο, και είναι σημαντικό να επισημανθεί, ότι σε όλο αυτό το πογκρόμ των απολύσεων και την διάλυση του Δημόσιου που έχει ξεκινήσει, προστίθεται η άκρως ρατσιστική παράμετρος των ψυχικά πασχόντων και των αναπήρων ως των πρώτων που, συμβολικά, θα πεταχτούν στον Καιάδα. Σε μια προσπάθεια δραστηριοποίησης και λαϊκίστικης αξιοποίησης, σε μια λογική κοινωνικού αυτοματισμού, των πιο σκοτεινών ενστίκτων των πιο κατεστραμμένων και κονιορτοποιημένων από την κρίση κοινωνικών στρωμάτων κατά όλων αυτών των «περιττών», των «άχρηστων», που υποτίθεται ότι αποτελούσαν κομμάτι της «κακοδαιμονίας του δημόσιου» και «σπατάλη δημόσιου χρήματος» και που, «επιτέλους», ο «εξορθολογισμός» των δημόσιων δαπανών, στη λογική του πιο αποστειρωμένου νεοφιλελευθερισμού, τους εξαποστέλλει εκεί που θα έπρεπε να είναι από την αρχή, στον κοινωνικό αποκλεισμό και στον θάνατο.

Η μόνη, ίσως, διαφορά από προηγούμενες εποχές οργανωμένης εξόντωσης των ψυχικά πασχόντων (και ένα από τα στοιχεία που κάνουν αυτή την περίοδο πολύ χειρότερη από ό,τι γνωρίσαμε στο παρελθόν) είναι ότι, το «επόμενο στάδιο», της απόλυσης, δηλαδή, της μάζας των «κανονικών», γίνεται ταυτόχρονα με την απόλυση των «μη κανονικών».

Φυσικά, κανείς δεν μιλάει για την ανάγκη πολλών εκ των ανθρώπων με προβλήματα ψυχικής υγείας για εργασία ως ενός από τους βασικούς παράγοντες για την «καλή ψυχική υγεία» και την κοινωνική ενσωμάτωσή τους. Ούτε για το γεγονός ότι η απόλυση πολλών εξ΄ αυτών (σε μεγάλο βαθμό , ή και πλήρως, ενσωματωμένων στην λειτουργία της υπηρεσίας) εξαιτίας της «ψυχικής πάθησής» τους, θα σημάνει δραματική επιδείνωση της ψυχικής τους κατάστασης, ως απώλεια ρόλου και νοήματος εντός του κοινωνικού πλαισίου. Ούτε, επίσης, για το γεγονός ότι πολλοί «χρόνια πάσχοντες» είναι πολύ καλά ενσωματωμένοι στο πλαίσιο και συνεπείς στην εργασία που τους έχει ανατεθεί.

Ορισμένοι άλλοι κατηγοριοποιούνταν (στη πραγματικότητα, «κατασκευάζονταν» από το σύστημα) ως μη «παραγωγικοί» και ως «πρόβλημα» γιατί (όπως συνέβαινε και με τον ρόλο, την «απόδοση» και την «αποστολή» και των «κανονικών») ήταν η ανεπαρκής «οργάνωση της εργασίας» που δεν λάμβανε υπόψιν τις ιδιαιτερότητες του καθενός, καθώς σχεδόν ποτέ δεν λήφθηκε μέριμνα να τοποθετηθούν σε κατάλληλη θέση ανάλογα με το «όλον» των δεξιοτήτων τους (και με την αρμόζουσα εκάστοτε στήριξη), αλλά πιέζονταν να λειτουργούν υπό τους πιο ψυχοπιεστικούς και ακατάλληλους γι΄ αυτούς όρους.

Μια οργάνωση και κουλτούρα της εργασίας στην λογική της περιθωριοποίησης και του αποκλεισμού του (έστω και λίγο) «διαφορετικού», ή, απλώς, της ανοχής του, ως βάρος που το κουβαλάμε, αλλά όχι σε ουσιαστικό διάλογο μαζί του, μέσω της δημιουργίας «χώρου» (για επικοινωνία, κατανόηση και εργασιακό ρόλο) για όλους.

Κι΄ όμως, για πολλά χρόνια, οι διαδοχικές κυβερνήσεις των κομμάτων, που τώρα αποτελούν την συγκυβέρνηση, συνυπέγραφαν, με την ΕΕ, συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα «ψυχιατρικής μεταρρύθμισης» πολλών εκατομμυρίων, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό «μη κερδοσκοπικό» τομέα, όπου, στα «τεχνικά δελτία» των προγραμμάτων που υποβάλλονταν και που γίνονταν δεκτά, η εργασία θεωρούνταν (αλλά μόνο στα λόγια) αυτό που πραγματικά ήταν, ως εκ των ουκ άνευ παραγόντων για την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση και την κοινωνική επανένταξη. Οχι μόνο η εκπαίδευση/κατάρτιση και ανεύρεση εργασίας αλλά και η στήριξη στο χώρο εργασίας (όσων ήδη είχαν, για να βοηθηθούν να τη διατηρήσουν). Σήμερα, όλα αυτά, έστω και σαν λόγια, φαίνεται σαν ν΄ ανήκουν σε μια «προϊστορική εποχή».

Αν και ήδη από τότε ήταν φανερό ότι επρόκειτο πρωτίστως για μια συμπαιγνία, ένθεν κακείθεν, για την απλή απορρόφηση (και «εξαέρωση») κονδυλίων (με ελάχιστες εξαιρέσεις. που απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα), χρειάστηκε να φτάσουμε στο ξέσπασμα της κρίσης και στο μνημόνιο για να δούμε και τους δυο συμβαλλόμενους αυτής της παρωδίας «ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», την ΕΕ, ως μέλος της τρόικας και την δικομματική κυβέρνηση, ως πιστό και υπάκουο εντολοδόχο, να βάζουν στο στόχαστρο αυτούς ακριβώς που υποτίθεται ότι «μοχθούσαν» να στηρίξουν ψυχοκοινωνικά και να επανεντάξουν, τους ψυχικά πάσχοντες.

Και είναι ο πιο εύκολος τρόπος για το σύστημα, τώρα που θέτει σε άμεση εφαρμογή τον στρατηγικό του στόχο της διάλυσης του Δημόσιου και της πλήρους ιδιωτικοποίησης των δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών, με τον περιορισμό του κράτους σ΄ έναν απλώς επιτελικό ρόλο, να εξατομικεύει την ευθύνη για την δομική δυσλειτουργία ενός ανέκαθεν πελατειακού και προσανατολισμένου στην εξυπηρέτηση των μεγάλων ιδιωτικών συμφερόντων Δημόσιου τομέα: φταίνε τα άτομα, οι «κακοί» υπάλληλοι, αυτοί που δεν τηρούσαν το ωράριο, οι κάθε είδους «επίορκοι» και φυσικά, ποιοί άλλοι, οι πλέον οφθαλμοφανώς «άχρηστοι», οι άνθρωποι με προβλήματα ψυχικής υγείας……

Και αυτό δεν είναι το μόνο σημείο που ο βαθύς κρατικός ρατσισμός και οι φασιστικές αντιλήψεις και πρακτικές της («δικομματικής» αυτή την περίοδο) κυβέρνησης του μνημονίου έρχονται σε αγαστή συναντίληψη και συνέργια, κατά μήκος του ακροδεξιού τόξου, με την ναζιστική Χρυσή Αυγή. Το ίδιο αφορά και τον τομέα της Υγείας, με τον άκρως ρατσιστή και φασιστικών αντιλήψεων υπουργό Α. Γεωργιάδη κοκ.

Γιατί είναι, πλέον, σαφές ότι ο κοινωνικοοικονομικός πυρήνας του σύγχρονου ρατσισμού

και νεοναζισμού και των κρατικών αγκυρώσεών τους είναι αυτός ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός, όχι ως λύση της κρίσης, αλλά ως επιβίωση του καπιταλισμού και των συμφερόντων των ολίγων εις βάρος ολόκληρης της κοινωνίας, μια επιβίωση που είναι αδύνατη χωρίς την κυριολεκτική εξόντωση των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων.

Πιστεύουμε ότι η χρησιμοποίηση των ψυχικά πασχόντων ως του πιο εύκολου στόχου και ως ένα ρατσιστικού χαρακτήρα σερβίρισμα του κοινωνικού εγκλήματος που επιτελείται αυτή τη στιγμή με την έναρξη της διαδικασίας δεκάδων χιλιάδων απολύσεων στο Δημόσιο (όπως αντίστοιχα γίνεται και στον ιδιωτικό τομέα), δεν είναι κάτι που αφορά απλώς αυτή την συγκυρία, αλλά το μέλλον, εντός του οποίου εισερχόμαστε με ταχείς ρυθμούς και το οποίο καθρεφτίζεται σε οδυνηρές εμπειρίες του παρελθόντος.

Είναι, και από αυτή την άποψη, σημαντικό, στα πλαίσια του αγώνα των συνδικάτων (ΟΛΜΕ, ΠΟΕ-ΟΤΑ, ΑΔΕΔΥ κλπ)και όλων των πολιτικών φορέων της αριστεράς, να τεθεί, ως αναπόσπαστο μέρος του αγώνα ενάντια στις απολύσεις (διαθεσιμότητες, κινητικότητες και λοιπές μετονομασίες των απολύσεων) και στην καταστροφή του Δημόσιου, η υπεράσπιση των δικαιωμάτων, και πρωτίστως αυτού της εργασίας, και των εργαζομένων με προβλήματα ψυχικής υγείας ή αναπηρίας στο Δημόσιο και οπουδήποτε.

Δεν πρέπει επ΄ ουδενί να επιτραπεί η χρησιμοποίηση της όποιας ψυχικής διαταραχής (και μάλιστα, τελείως μέσω του γραφειοκρατικού αυτοματισμού, χωρίς καμιάν αξιόπιστη επιστημονική διαδικασία από αρμόδιες υπηρεσίες ψυχικής υγείας) ως δικαιολογία για εξοστρακισμό και, γιατί όχι (όπως ο κυβέρνηση επιδιώκει), και διχαστικών μέσα στις τάξεις των εργαζομένων καταστάσεων.

Αναδημοσίευση από: http://www.psyspirosi.gr/2009-03-13-13-12-12/725-2013-07-29-17-24-58.html

Σημειώσεις για τον φασισμό

url roma_14604484_20250

 

Tου Δημήτρη Κωτσάκη (1)

 

Το θέμα του φασισμού ήταν κεντρικό στις συζητήσεις της δεκαετίας του 1970. Ήταν η εποχή της δεύτερης παγκόσμιας κρίσης, μετά την κρίση της δεκαετίας του 1930, η οποία ήταν καθοριστική για την ανάπτυξη του φασισμού. Αρχή της συζήτησης ήταν η ενότητα στη διαφορά του «παλιού» με τον «νέο» φασισμό. Χαρακτηριστικό ήταν το κείμενο του Αντρέ Γκλυκσμάν στο περιοδικό Μοντέρνοι Καιροί το 1972 με τίτλο «Φασισμοί: παλιός και νέος».[2] Οι σκέψεις που ακολουθούν, συμφωνούν εν πολλοίς με όσα λέγονται στο κείμενο αυτό για τον παλιό φασισμό. Αλλά διαφέρουν ουσια­στικά με όσα λέγονται για τον νέο. Η διαφορά ξεκινάει από την ιστορική θεώρηση του αναπτυσσόμενου μετά την κρίση της δεκαετίας του 1970 κράτους, όπως εκτίθε­ται στο βιβλίο 3 και 1 κείμενα,[3] ως υπερεθνικό ολιγαρχικό κράτος. Οι παρακάτω ση­μειώσεις παρουσιάζουν θέσεις σε βασικά σημεία της περί παλιού και νέου φασι­σμού σημερινής συζήτησης.

Φασισμός

Ας αρχίσουμε με τον όρο «φασισμός». Ο όρος προέρχεται από το ιταλικό fascio (δέ­σμη) που υπάρχει στον τίτλο της πολιτικής οργάνωσης Fascio d’ Azione Revoluzionaria (FAR), που ίδρυσε ο Μουσολίνι το 1914. Στα ελληνικά το fascio υπάρχει ως δεσμός στον τίτλο της παραστρατιωτικής οργάνωσης Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών (ΙΔΕΑ), που ιδρύθηκε το 1944 για την αντιμετώπιση του «κομμουνιστικού κινδύ­νου».

Σε ό,τι λέγεται εδώ, ως φασισμός εννοείται η ιδεολογική – πολιτική κατεύ­θυνση και η κρατική λειτουργία των δεσμών ολοκληρωτικής εξουσίας, όπως αναπτύσσονται σύμφωνα με τα ακόλουθα. Πρώτον, αρχή του φασισμού είναι ο πόλεμος, το πνεύμα του είναι ο μιλιτα­ρισμός. Η βάση της πολεμικής του συγκρότησης είναι το έθνος, αξίωμά του είναι ο εθνικισμός (ο λεγόμενος «πατριωτισμός»). Με δεδομένη την ιδεολογική ταυτότη­τα ιταλικού φουτουρισμού και φασισμού κατά τη γέννηση των δύο κινημάτων στις αρχές του 20 αιώνα στους χώρους του πολιτισμού και της πολιτικής αντίστοιχα, χαρακτηριστικό είναι το άρθρο 9 στο Φουτουριστικό Μανιφέστο που συνέταξε ο Μαρινέτι το 1909: «Θα υμνούμε τον πόλεμο —τη μόνη υγιεινή του κόσμου— τον μιλιταρισμό, τον πατριωτισμό». Για να καταλήξει, βεβαίως, στο «θα περιφρονούμε τις γυναίκες».

Δεύτερον, στην εθνική βάση της πολεμικής του συγκρότησης, ο φασισμός συν­θέτει την οικονομική με την πολιτική εξουσία σύμφωνα με τις αρχές που ανέπτυξε ο Χίτλερ στον λόγο που εκφώνησε στη Λέσχη των Βιομηχάνων το 1923. Όπως τις α­ναφέρει ο Γκλυκσμάν στο κείμενο που προαναφέρθηκε, οι αρχές αυτές περιλαμβά­νουν: «την ανισότητα (“οι άνθρωποι έχουν διαφορετική απόδοση”), την ιεραρ­χία (“την απόλυτα αντιδημοκρατική αρχή της χωρίς όρους αυταρχικής εξουσίας πάνω στη βάση, και την απόλυτη υπευθυνότητα στην κορυφή”) και τον νόμο του αρχηγού (fuhrersprinzip)». Με τη σύνθεση οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, ο φασισμός μεταφέρει τον εγγενή στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία οικονομικό δεσποτισμό στον ανατρεπτικό της αστικής δημοκρατίας πολιτικό δεσποτισμό.

Μορφές του φασισμού

Με την παραπάνω έννοια του όρου, θα διακρίνουμε εδώ δύο ιστορικές μορφές του φασισμού, οι οποίες διαφέρουν ουσιαστικά μεταξύ τους αλλά δεν αντιτίθενται, εί­ναι συμπληρωματικές όψεις του φασιστικού φαινόμενου.

Κρατικός φασισμός: Εδαφική κυριαρχία (πατρίδα)

  • Ο φασισμός ως κρατικός ολοκληρωτισμός.

Εθνικός φασισμός: Ενότητα αίματος (φυλή)

  • Ο φασισμός ως εθνικός ολοκληρωτισμός.

Η εθνική βάση του φασισμού που εδώ αναφέρεται ως «κρατικός φασισμός» είναι πολιτισμική. Στο ιδεολογικό πλαίσιο του κρατικού φασισμού, ο όρος «έθνος» πα­ραπέμπει στο κοινωνικό σώμα, η ταξική ιεραρχία του οποίου ασκεί την ιδεολογική και πολιτική εξουσία στον κοινωνικό χώρο του κράτους: της εδαφικής κυριαρχίας στη γεωγραφική περιοχή που αναφέρεται ως «πατρίδα». Το έθνος, σε αυτά τα συμφραζόμενα, δεν έχει φυλετική βάση. Συγκροτείται από την ιδεολογικά αναπαραγόμενη από το κράτος συλλογική μνήμη των πολιτών του, η ο-ποία συνδέει τη φερόμενη ιστορική καταγωγή του έθνους με τον προδιαγραφόμενο ιστορικό του προορισμό. Και όπου το συνδεόμενο με το «έθνος» κράτος δεν είναι υπαρκτό, όπως στις περιπτώσεις μιας διεκδικούμενης «εθνικής ανεξαρτησίας» ή «ένωσης», η ανα­παραγωγή της συλλογικής μνήμης που συγκροτεί το έθνος είναι έργο μιας θρησκευτικής-πολιτικής «εθνάρχουσας» συλλογικότητας, που διεκδικεί για τον εαυτό της θέση σε μια συγκεκριμένη εδαφική κυριαρχία.

Σε αντιδιαστολή με τον κρατικό φασισμό, η εθνική βάση του φασισμού που εδώ αναφέρεται ως «εθνικός φασισμός» είναι φυλετική. Ο όρος «έθνος», τώρα, παραπέμπει στην ενότητα αίματος των πολιτών του κράτους Το έθνος δεν συγκρο­τείται πολιτισμικά σε ένα κρατικό πλαίσιο, αλλά φυλετικά υπεράνω κρατικών πλαι­σίων. Η κατά τα παραπάνω πολιτισμική ενότητα του έθνους θεωρείται ως συνέπεια της φυλετικής του ενότητας. Υποδειγματική έκφραση του φυλετικού χαρακτήρα του εθνικού φασισμού είναι το 4 από τα 25 σημεία του προγράμματος του Εθνικοσοσιαλιστικού Γερμανικού Εργατικού Κόμματος: «Μόνο μέλη του Έθνους μπορούν να είναι πολίτες του Κράτους. Μόνον αυτοί με γερμανικό αίμα, ανεξαρτήτως πεποιθή­σεων, μπορούν να είναι μέλη του Έθνους. Συνεπώς, κανείς Εβραίος δεν μπορεί να ανήκει στο Έθνος». Υποδειγματική εκδοχή της κρατικής ολοκλήρωσης του εθνικού φασισμού είναι το τρίτο Ράιχ. Υποδειγματική του πράξη, το ολοκαύτωμα.

Έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση του φασισμού η διάκριση της κρατικής πολιτισμικής από την εθνική-φυλετική του μορφή και η ιστορική διαφορά του παλιού από τον νέο φασισμό στην κάθε μία από τις δύο αυτές μορφές του.

Η ιστορική διαφορά των κρατικών μορφών του φασισμού

Αρχίζουμε με τη διαφορά των δύο κρατικών μορφών του φασισμού, παλιού και νέ­ου, οριοθετώντας τις δύο ιστορικές εποχές με την παγκόσμια κρίση του 1970, την κρίση που ορίζει το πέρασμα από το εθνικό κράτος στο υπερεθνικό κράτος, όπως ειπώθηκε στην αρχή.

Παλιός φασισμός

  • Συμπληρωματικότητα αστικής δημοκρατίας και φασισμού στο εθνικό κράτος: ο φασισμός είναι εθνική αστική δικτατορία που αναδύεται από την εθνική αστι­κή δημοκρατία ως καθεστώς έκτακτης ανάγκης.

Νέος φασισμός

  • Συμβολή του φασισμού στη συγκρότηση της ολιγαρχίας του πλούτου στο υπερε­θνικό κράτος: ο φασισμός είναι εγγενές πολιτικό, γραφειοκρατικό, αστυνο­μικό και στρατιωτικό στοιχείο του κράτους της υπερεθνικής αστικής ολιγαρχίας.

Η ουσία της διαφοράς των δύο κρατικών μορφών του φασισμού είναι ότι στον παλιό φασισμό, που αναπτύσσεται στο ιστορικό πλαίσιο του εθνικού κράτους, α­ντιστοιχούν δύο συμπληρωματικά —έχει ιδιαίτερη σημασία η συμπληρωματικότητά τους— πολιτεύματα: η διαπερατή από τον φασισμό αστική δημοκρατία, που αποτε­λεί το κανονικό πολίτευμα της αστικής κοινωνίας, και η συγκροτούμενη από τον φασισμό αστική δικτατορία, ως καθεστώς έκτακτης ανάγκης προς αντιμετώπιση του ταξικού κινδύνου. Ενώ στον νέο φασισμό, που αναπτύσσεται στο ιστορικό πλαίσιο του υπερεθνικού κράτους, αντιστοιχεί ένα και μόνο πολίτευμα: η περιέχουσα φασι­στικά στοιχεία αστική ολιγαρχία.

Το κρίσιμο σημείο της διαφοράς των δύο φασισμών είναι ότι, κατά τον νέο φασισμό, η αστική ολιγαρχία περιέχει φασιστικά στοιχεία, δεν συγκροτεί­ται φασιστικά, δεν είναι καθεστώς κρατικού ολοκληρωτισμού, όπως συμβαίνει με την αστική δικτατορία του παλιού φασισμού. Το καθοριστικό εδώ είναι η ως προς τον φασισμό ομοιότητα των δύο αστικών πολιτευμάτων: του δημοκρατικού και του ολιγαρχικού. Ο φασισμός μετέχει και των δύο, είναι εγγενής στο αστικό πο­λίτευμα εν γένει. Καθώς, από τη μία πλευρά, η αστική δημοκρατία είναι διαπερατή από τον φασισμό, με την έννοια ότι ο φασισμός αναδύεται νόμιμα, με συνταγματι­κά κατοχυρωμένες κοινοβουλευτικές διαδικασίες, από την αστική δημοκρατία ως καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Και, από την άλλη πλευρά, η αστική ολιγαρχία περιέ­χει φασιστικά στοιχεία, με την έννοια ότι η πολιτική, γραφειοκρατική, αστυνομική και στρατιωτική της συγκρότηση χρησιμοποιεί αναγκαστικά, σύμφωνα με τον ολι­γαρχικό της χαρακτήρα, δεσμούς ολοκληρωτικής εξουσίας.

Έχει ιδιαίτερη σημασία για τον νέο φασισμό ότι η εσωτερικότητα των στοιχεί­ων του είναι αρχή του ολιγαρχικού αστικού πολιτεύματος, καθώς και το ποιός είναι ο πολιτειακός χαρακτήρας της αρχής αυτής. Ο παλιός φασισμός ολοκληρώνεται ως εναλλακτική, συμπληρωματική μορφή του αστικού δημοκρατικού πολιτεύματος: καταλαμβάνει την κρατική εξουσία, έχοντας πρώτα συγκροτηθεί εκτός αυτής. Ενώ ο νέος φασισμός ενυπάρχει στοιχειακά στο αστικό ολιγαρχικό πολίτευμα: οι δεσμοί του αναπτύσσονται εντός της κρατικής εξουσίας, την οποία όμως δεν καταλαμβά­νουν. Η ολιγαρχία του πλούτου, ως υπερεθνικό κρατικό σύστημα, μπορεί για λό­γους ταχτικής να κάνει φασιστικές παραχωρήσεις στα εθνικά του υποσυστήματα, όπως συμμετρικά μπορεί να κάνει και δημοκρατικές παραχωρήσεις, αλλά δεν επι­τρέπει τη κατάλυση της ολιγαρχικής του εξουσίας από τα φασιστικά του στοιχεία ή τα δημοκρατικά του κατάλοιπα. Αυτή είναι θεμελιώδης αρχή του αναδυόμενου ολι­γαρχικού κρατικού συστήματος, που απορρέει από τον σύνθετο χαρακτήρα του: υπερεθνικό και αγοραίο. Και δεν έχουμε ακόμη τα στοιχεία για να συζητήσου­με σε πραγματική ιστορική βάση το ναπολεόντειο πέρασμα από την υπερεθνική α­στική ολιγαρχία στην υπερεθνική αστική μοναρχία, που θα κλείσει τον αριστο­τελικό πολιτειακό κύκλο: δημοκρατία – ολιγαρχία – μοναρχία.

Πρέπει εδώ να σημειωθεί μία συνέπεια της ιστορικής διαφοράς των κρατικών μορφών του φασισμού, παλιού και νέου. Στην αναδυόμενη πολιτεία της ολιγαρ­χίας του πλούτου, δεν αντιτίθενται η αντιπροσωπευτική δημοκρατία και ο συμπληρωματικός προς αυτήν φαςιςμόσ. Τα καθεστώτα αυτά ανήκουν στο ιστορικό παρελθόν της αστικής πολιτείας. Η πολιτική αντίθεση τώρα δεν είναι ανάμεσα στη φασιστική και τη δημοκρατική εθνική πολιτεία. Είναι ανάμεσα στην υπερεθνική πο­λιτεία της ολιγαρχίας του πλούτου και την εκτός της πολιτείας άμεση κοινωνική δημοκρατία. Η κοινωνική βάση αυτής της πολιτικής αντίθεσης είναι η αντίθεση ανάμεσα στην κεφαλαιοκρατική οικονομία και την, παράλληλα και ανατρεπτι­κά αναπτυσσόμενη, κοινωνική οικονομία. Ο νέος φασισμός, ως στοιχείο και όχι ως ολική μορφή του ολιγαρχικού πολιτεύματος, είναι οργανικός στον περιορισμό και την καταστολή της αναπτυσσόμενης ενότητας κοινωνικής οικονομίας και άμε­σης δημοκρατίας κατ’ αντίθεση προς την αναπτυσσόμενη κυρίαρχη ενότητα κεφα­λαιοκρατικής οικονομίας και ολιγαρχίας του πλούτου.

Η κατά τον Χίτλερ αρχή της σύνθεσης οικονομικού και πολιτικού δεσποτισμού, που αναφέρθηκε πριν, είναι χαρακτηριστική της οργανικότητας αυτής. Αν ο παλιός φασισμός πραγμάτωνε την αρχή της σύνθεσης των δεσποτισμών με τη φασιστική ανατροπή της αστικής δημοκρατίας, ο νέος φασισμός την πραγματώνει με την ενσωμάτωση στοιχείων του στην ολιγαρχία του πλούτου. Υπάρχει ακόμη μια συνέπεια της ιστορικής διαφοράς των κρατικών μορφών του φασισμού, παλιού και νέου, που πρέπει να σημειωθεί εδώ. Μια συνέπεια που συνδέεται με τη σχέση της κρατικής με την εθνική μορφή του φασισμού: κεντρική στον παλιό φασισμό είναι η εθνική του μορφή, ενώ στον νέο φασισμό κεντρική είναι η κρατική του μορφή. Ο νέος φα­σισμός είναι εθνικός στην κοινωνική του βάση και μόνο, δεν είναι εθνικός στην κρα­τική του κορυφή —δεν μπορεί να είναι, δεδομένου του υπερεθνικού χαρακτήρα του νέου κράτους. Και ο εθνικός φασισμός δεν είναι παρά κρατικό εργαλείο καταστολής του κοινωνικού κινήματος: ένα ιδεολογικό-πολιτικό μέσο πολεμικής κλιμάκωσης των εσωτερικών στον κοινωνικό χώρο του κινήματος εθνικών διαφορών. Παραβλέ­πεται συνήθως μια σημαντική συνέπεια της εργαλειακότητας αυτής. Το κράτος ενι­σχύει —εντός ορίων— τον εθνικό φασισμό, κρατώντας ίσες —όσο του είναι δυνα­τό— αποστάσεις από τις αντιτιθέμενες εθνικές του ενότητες. Αν δεν το κάνει αυτό, υπονομεύει τον στόχο του: την καταστροφική για το κοινωνικό κίνημα υποδαύλιση των εσωτερικών εθνικών του διαφορών.

Η ιστορική διαφορά των εθνικών μορφών του φασισμού

Η διαφορά των δύο εθνικών μορφών του φασισμού προκύπτει από την παραπάνω διαφορά των κρατικών του μορφών.

Παλιός φασισμός

  • Συγκρότηση των πολιτών του έθνους-κράτους σε έναν εθνικό δεσμό ολοκλη­ρωτικής εξουσίας. Κατάληψη της πολιτικής εξουσίας και ανατροπή της αστικής δημοκρατίας, μέσω της εκχώρησης από το κοινοβούλιο της κρατικής εξουσίας στην ηγεσία του Εθνικού Δεσμού.

Νέος  φασισμός

  • Συγκρότηση πολιτικών, γραφειοκρατικών, αστυνομικών και στρατιωτικών ομά­δων σε κρατικούς δεσμούς ολοκληρωτικής εξουσίας καθοριστικούς για τη λειτουργία της ολιγαρχίας. Χρήση από το κράτος των αυτόνομα συγκροτούμενων εθνικών δεσμών ολοκληρωτικής εξουσίας. Η χρήση έχει ως σκοπό την κατα­στολή του αναπτυσσόμενου στο υπερεθνικό κράτος κοινωνικού κινήματος με την πολεμική κλιμάκωση των εσωτερικών σε αυτό εθνικών διαφορών.

Το κρίσιμο στην κατανόηση του νέου φασισμού είναι η σχέση των δύο μορφών του, της κρατικής και της εθνικής, και η ιδιαίτερη λειτουργία της εθνικής του μορ­φής στο σύγχρονο κράτος. Συγκεκριμένα: η οργανικότητα των στοιχείων του κρατι­κού φασισμού στη συγκρότηση του υπερεθνικού ολιγαρχικού κράτους, και η εργαλειακή χρήση από το κράτος αυτό των πολιτικών σχημάτων του εθνικού φασισμού, αυτόνομων ως προς το κράτος και αντιτιθέμενων στον υπερεθνικό του χαρακτήρα.

Τίθεται βέβαια το ερώτημα: Δεν αντιφάσκει η οργανικότητα των στοιχείων του κρατικού φασισμού στο σύγχρονο υπερεθνικό κράτος με την εθνική βάση του φασισμού γενικά, κρατικού ή εθνικού, όπως εκτέθηκε στην αρχή; Όχι, και εδώ φαίνεται η ιδιαίτερη σημασία που έχει για την κατανόηση του νέου φασισμού η διάκριση της κρατικής-πολιτισμικής από την φυλετική μορφή του έθνους για την οποία έγινε λόγος πριν. Στο έθνος με την κρατική-πολιτισμική του έννοια ανήκουν όσοι έχουν την κρατική υπηκοότητα και μετέχουν της κρατικά αναπαραγόμενης παιδείας. Η πολιτισμική εθνική ενότητα μπορεί να εμπεριέχει μια φυλετική πολλα­πλότητα. Χαρακτηριστικότερο των παραδειγμάτων είναι η εθνική ενότητα των Ηνω­μένων Πολιτειών. Αλλά η εθνική πολλαπλότητα του σύγχρονου υπερεθνικού κρά­τους δεν περιορίζεται στην φυλετική του πολλαπλότητα. Και ούτε αυτή, η φυλετική πολλαπλότητα, είναι το ουσιαστικό του χαρακτηριστικό. Ο υπερεθνικός χαρακτήρας του σύγχρονου κράτους, και συνεπώς η εθνική του πολλαπλότητα, αναφέρεται στις εθνικές ενότητες των κρατών από τα οποία αναδύεται. Το σύγχρονο κράτος είναι «υπερεθνικό» με την έννοια της υπέρβασης των «εθνικών» κρατών της προηγούμε­νης ιστορικής εποχής. Ο όρος «έθνος» εδώ περιορίζεται στις εθνικές ενότητες των έως τώρα εθνικών κρατών. Δεν έχει συγκροτηθεί ακόμα η ιστορική βάση της ανα­φοράς σε ένα υπερκείμενο έθνος, ένα «ευρωπαϊκό έθνος» για παράδειγμα, παρόλο που αναφερόμαστε στον αντίστοιχο πολιτισμό.

Και ποια είναι η εργαλειακή χρήση του εθνικού φασισμού από το σύγχρονο κράτος; Στη λογική της ανάλυση, η χρήση αυτή ακολουθεί μια σειρά πέντε βημά­των. Ας τα δούμε συνοπτικά. (1) Συγκεντρώνονται αλλοεθνείς μετανάστες στις εθνι­κές αγορές εργασίας σε θέσεις φτηνής εργατικής δύναμης. (2) Μέσω της συγκέ­ντρωσης αυτής, μειώνεται η αξία της εργατικής δύναμης και αυξάνεται ο βαθμός εκμετάλλευσης. (3) Η τοπική αύξηση του πληθυσμού λόγω της μετανάστευσης οδη­γεί στην αύξηση της δομικής ανεργίας και, μέσω του ανταγωνισμού για τις θέσεις εργασίας, οδηγεί στη διατήρηση του υψηλού βαθμού εκμετάλλευσης. (4) Ο αντα­γωνισμός οδηγεί στην αποδυνάμωση έως διάλυση των ταξικών εργατικών ενώσεων και την ανάπτυξη εθνικών φασισμών. (5) Η ταξική σύγκρουση κεφάλαιου – εργασί­ας υποκαθίσταται από την φασιστικά διαμεσολαβημένη εθνική σύγκρουση εργασί­ας – εργασίας.

Κοινωνικό κίνημα

Στο καταληκτικό βήμα της παραπάνω ανάλυσης, αντιδιαστέλλεται η ταξική σύ­γκρουση με την εθνική σύγκρουση που την υποκαθιστά. Κεντρικό στην κατανόηση του νέου φασισμού είναι το νέο ταξικό κίνημα, εναντίον του οποίου στρέφεται η υποκατάσταση της ταξικής με την εθνική σύγκρουση, και η διαφορά του από το παλιό ταξικό κίνημα. Η διαφορά των δύο θεμελιώνεται στη διαφορά του βιο­μηχανικού εργάτη, του εργάτη της βιομηχανικής παραγωγής, από τον κοι­νωνικό εργάτη, τον εργάτη της βιοπολιτικής παραγωγής. Η διαφορά του πα­λιού από το νέο ταξικό κίνημα είναι η διαφορά του κινήματος της βιομηχανικής ερ­γασίας από το κίνημα της κοινωνικής εργασίας, στο οποίο αντιστοιχεί ο όρος κοι­νωνικό κίνημα σήμερα. Το νέο ταξικό κίνημα, εναντίον του οποίου στρέφεται ο νέος φασιστικός κοινωνικός πόλεμος, είναι το κοινωνικό κίνημα με την παραπάνω έννοια του όρου.

Ας μην αναπτυχθούν εδώ αναλυτικά οι έννοιες της βιοπολιτικής παραγωγής και του κοινωνικού εργάτη. Ας μείνουμε σε έναν συνοπτικό ορισμό, αναγκαίο δεδο­μένης της πολυσημίας των όρων. Σε ό,τι λέγεται εδώ, κεντρική στη βιοπολιτική πα­ραγωγή σε αντιδιαστολή με τη βιομηχανική παραγωγή είναι μια διττή ενότητα: η ενότητα της «υλικής» και της «πνευματικής» διάστασης της οικονομικής παραγωγής της κοινωνικής ζωής και, στη βάση αυτή, η ενότητα της οικονομικής παραγωγής της κοινωνικήςζωής με την ιδεολογική – πολιτική αναπαραγωγή του κοινωνι­κού συστήματος.[4] Στο βιοπολιτικό κεφάλαιο —το κεφάλαιο της βιοπολιτικής παρα­γωγής— θεμελιώνεται το πολίτευμα της ολιγαρχίας του πλούτου. Στον ταξικό αντί­ποδα του βιοπολιτικού κεφάλαιου βρίσκεται ο κοινωνικός εργάτης της βιοπολιτικής παραγωγής, σε αντιδιαστολή με τον βιομηχανικό εργάτη της βιομηχανικής παραγω­γής.

Καταλήγουμε με ένα κεντρικό στη διαφορά βιομηχανικής-βιοπολιτικής παρα­γωγής ζήτημα, ιδιαίτερα σημαντικό για την ταξική λειτουργία του νέου φασισμού. «Ηεξέγερση των εργοστασίων χαρακτηρίζει την νέα εποχή» έλεγε ο Γκλυκσμάν [5] εκφράζοντας μια κυρίαρχη θέση της δεκαετίας του 1970. Όχι η εξέγερση των εργοστασίων αλλά η εξέγερση των πόλεων λέμε εδώ, έχοντας ορίσει τη «νέα εποχή» —τη μετά τη δεκαετία του 1970 εποχή— ως εποχή της θεμελιωμένης στη βιοπολιτική παραγωγή υπερεθνικής ολιγαρχίας του πλούτου. Λέγοντας αυτό δεν χάνεται, δεν υποκαθίσταται, η εξέγερση των εργοστασίων αλλά αφαιρείται το σφάλμα της κεντρικότητας της στη σημερινή κοινωνική εξέγερση. Ο χώρος των ερ­γοστασίων παραμένει ως χώρος της ανατρεπτικής κοινωνικής δύναμης, αποκτώντας τη θέση που του αντιστοιχεί σήμερα στον κοινωνικό χώρο της πόλης. Ο μετασχημα­τιζόμενος βιομηχανικός εργάτης είναι μια κατηγορία του αναδυόμενου κοινωνικού εργάτη. Το θέμα είναι σημαντικό για την ταξική λειτουργία του νέου φασισμού, κα­θώς και στις δύο εποχές του, παλιά και νέα, ο φασισμός είναι μια καθοριστική ιδεο- λογική-πολιτική κατεύθυνση του κοινωνικού πολέμου —η συμπληρωματική της ο­λιγαρχίας, καθοριστική για την σύγχρονη ταξική κυριαρχία κατεύθυνση. Οι νέοι φα­σιστικοί δεσμοί έχουν ως πρώτο, άμεσο, στόχο την πόλη γενικά. Δεν αρχίζουν από το εργοστάσιο, όπως συνέβαινε με τους παλιούς φασιστικούς δεσμούς. Πρέπει να περιμένουμε ότι στους άμεσους στόχους του νέου φασισμού προτεραιότητα θα έ­χουν οι συλλογικότητες της κοινωνικής οικονομίας και της άμεσης δημοκρατίας. Η κατάληψη και η αυτοδιαχείριση ενός εργοστασίου ανήκει στις δυναμικές μορφές αυτών των συλλογικοτήτων.

Πολιτικές κατευθύνσεις του φασισμού

Μένουμε εδώ ως προς τη διάκριση της κρατικής από την εθνική μορφή του φασι­σμού και την κυριαρχία της κρατικής μορφής στον νέο φασισμό. Σε αυτή τη βάση θα δούμε, κλείνοντας, ορισμένες πολιτικές κατευθύνσεις του φασισμού. Οι κατευθύν­σεις είναι ενδεικτικές, δεν συνιστούν ανάλυση της φασιστικής πολιτικής. Μπορούν να ενταχθούν στις ακόλουθες κατηγορίες, κοινές για τους δύο φασισμούς παλιό και νέο. (1) Προσάρτηση των εξεγερμένων. (2) Καταστολή του κοινωνικού κινήματος. (3) Καταστολή της πρόθεσης κοινωνικού κινήματος.

  1. Προσάρτηση των εξεγερμένων

Μια ιδεολογική κίνηση προσάρτησης που ασκεί ο φασισμός στην εθνική του μορφή είναι, με τα λόγια του Ντιμιτρόφ το 1935, ότι «εκμεταλλεύεται το βαθύ μίσος των εργαζομένων ενάντια στη ληστρική αστική τάξη, ενάντια στις τράπεζες, τα τραστ και τους μεγιστάνες του πλούτου». Και αυτό το κάνει με «μια ραφιναρισμένη αντικαπι- ταλιστική δημαγωγία» πού «ρίχνει συνθήματα» όπως: «Στη Γερμανία το σύνθημα “Το κοινό συμφέρον πάνω από το ατομικό”. Στην Ιταλία “Το κράτος μας δεν είναι κράτος καπιταλιστικό είναι κράτος με σύστημα αυτοδιαχείρισης”. Στην Ιαπωνία “Για μιαν Ιαπωνία χωρίς εκμετάλλευση”. Στις Ενωμένες Πολιτείες “Για τη διανομή των περιουσιών” κλπ.».[6]Αλλά αυτά δεν είναι μόνο αποτέλεσμα αντικαπιταλιστικής δη­μαγωγίας. Κάθε εθνικός φασιστικός οργανισμός περιέχει νοσογόνα για τον βαθύτε­ρο κρατικό του χαρακτήρα αντικαπιταλιστικά κύτταρα στο πνεύμα των χιτλερικών Ταγμάτων Εφόδου, που τα περιμένει η θεραπευτική νύχτα των μεγάλων μαχαι­ριών την κρίσιμη για την κρατική ενσωμάτωσή του στιγμή. Τα κύτταρα αυτά συνδέ­ονται με την αυτόνομη από το κράτος συγκρότηση των εθνικών δεσμών ολοκληρω­τικής εξουσίας που είδαμε πριν, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες του υπερεθνι­κού χαρακτήρα του καπιταλιστικού κράτους. Και ας μη περιμένουμε, για να ανα­γνωρίσουμε την παρουσία τους, τη συγκλονιστική τους ανάπτυξη στο χιτλερικό πρότυπο των τριών εκατομμυρίων μελών, που συγκρούονταν πολεμικά με την αντι- καπιταλιστική αριστερά στους δρόμους των γερμανικών πόλεων. Είναι αυτά, ακρι­βώς, τα κύτταρα που κάνουν πειστική τη «ραφιναρισμένη αντικαπιταλιστική δημα­γωγία» για την οποία μιλούσε ο Ντιμιτρόφ.

Μια πολιτική κίνηση προσάρτησης των εξεγερμένων, με επίκεντρο τους ανέρ­γους, που ασκεί ο εθνικός φασισμός της κυρίαρχης σε ένα κράτος εθνότητας, ενερ­γοποιεί τα υγιή για τον φασιστικό οργανισμό καπιταλιστικά του κύτταρα. Είναι η υποκατάσταση των πραγματικών εχθρών των εξεγερμένων με πλασμα­τικούς. Το σχήμα είναι απλό: Το κεφάλαιο προσφέρει θέσεις εργασίας. Οι κοινωνι­κές κινητοποιήσεις υπονομεύουν την προσφορά των θέσεων στον εθνικό χώρο. Οι μετανάστες αφαιρούν από τα μέλη του έθνους τη δυνατότητα πρόσβασης στις υπάρχουσες θέσεις. Στην κίνηση αυτή, η προσάρτηση των εξεγερμένων δεν είναι ιδε­ολογική. Για την ακρίβεια, είναι ιδεολογική τόσο μόνο όσο απαιτεί ο συγκεκριμένος πολιτικός της χαρακτήρας και η πολεμική του ολοκλήρωση. Οι εξεγερμένοι, παραμένοντας εξεγερμένοι —αυτό είναι το καθοριστικό— αλλάζουν στρατόπεδο: στρα­τεύονται στον κρατικό πόλεμο κατά του κοινωνικού κινήματος.

  1. Καταστολή του κοινωνικού κινήματος

Η προσάρτηση των εξεγερμένων είναι το πρώτο βήμα της φασιστικής αντιμετώπι­σης του κοινωνικού κινήματος. Το επόμενο βήμα είναι η καταστολή των μη προσαρτημένων. Αρχίζουμε τις μορφές καταστολής του κοινωνικού κινήματος από τον πα­λιό φασισμό. Αναφερθήκαμε ήδη στα χιτλερικά τάγματα εφόδου. Ας δούμε την πρωτογενή, μουσολινική, εκδοχή τους με τα λόγια του Μαλαπάρτε, όπως τα ανα­φέρει το Γκλυκσμάν: «Από τη μια μέρα στην άλλη, συ-κεντρώσεις μελανοχιτώνων γίνονται σε κέντρα που είχαν υποδειχτεί σύμφωνα μ’ ένα σχέδιο κινητοποίησης. Χιλιάδες οπλισμένοι άντρες, μερικές φορές δεκαπέντε ως είκοσι χιλιάδες, ξεχύνο­νταν σε μια πόλη, σ’ επαρχίες, σε χωριά, μετακινούμενοι γρήγορα με τα φορτηγά τους, απ’ τη μια επαρχία στην άλλη. Μέσα σε λίγες ώρες η κατεχόμενη περιοχή βρί­σκονταν σε κατάσταση πολιορκίας. Ό, τι είχε μείνει από σοσιαλιστική ή κομμουνι­στική οργάνωση, εργατικά κέντρα, συνδικάτα, εργατικοί κύκλοι , εφημερίδες, συνε­ταιρισμοί, είχε διαλυθεί και τσακιστεί μεθοδικά … σε διάρκεια δύο – τριών ημερών τα γκλομπς δούλευαν σε έκταση εκατοντάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων. Στο τέλος του 1921 αυτή η ταχτική, εφαρμοσμένη συστηματικά σε μια όλο και πλατύτερη κλί­μακα, είχε τσακίσει την πολιτική και συνδικαλιστική οργάνωση του προλεταριάτου»

Η παρουσίαση της καταστολής του κοινωνικού κινήματος από τον παλιό φασι­σμό έχει εδώ διπλή σημασία. Πρώτα, την αναφορά στον εγγενώς πολεμικό και πλή­ρη χαρακτήρα της φασιστικής καταστολής —πολεμικό, με την στρατιωτική έννοια του όρου, και πλήρη, με την έννοια της εξόντωσης του κοινωνικού κινήματος συνο­λικά, όχι κάποιων εκφράσεών του. Και, στη συνέχεια, την έκθεση της διαφοράς του παλιού με τον νέο φασισμό στο κεντρικό αυτό, για την ύπαρξη του φασισμού, θέμα. Η διαφορά έχει αναπτυχθεί ήδη, ας την δούμε συνοπτικά. Ο νέος φασισμός ασκεί το θεμελιώδες ταξικό του καθήκον με δύο συμπληρωματικούς τρόπους: μέσα από τους δεσμούς (fasci) του κρατικού φασισμού που στοιχειοθετούν το σύγχρονο ολι­γαρχικό κράτος. Και με την χρήση των αυτόνομα αναπτυσσόμενων δεσμών του ε­θνικού φασισμού. Κεντρικό εδώ είναι το ότι ο νέος εθνικός φασισμός δεν καταλαμ­βάνει —δεν του επιτρέπεται να καταλάβει— την κρατική εξουσία. Συνεπώς, δεν του επιτρέπεται να εφαρμόσει πλήρως τις παραπάνω μορφές καταστολής, αυτές ακρι­βώς που οδηγούσαν στην κατάληψη της εξουσίας. Αλλά η χρήση του στην εξόντωση του κοινωνικού κινήματος του επιτρέπει —ουσιαστικά, του επιβάλλει— να τις ανα­πτύσσει οριακά. Και ποιο είναι αυτό το όριο; Είναι το όριο που απαιτεί η διαβόητη ρητορεία της «ταύτισης των άκρων»: ταύτιση της φασιστικής καταστολής του κοινωνικού κινήματος με την επαναστατική συγκρότηση του κινή­ματος . Θα δούμε αμέσως τη «συνωμοσιολογική» μέθοδο της ταύτισης, περνώντας στην καταστολή της πρόθεσης του κοινωνικού κινήματος.

  1. Καταστολή της πρόθεσης κοινωνικού κινήματος

Η καταστολή του αναπτυσσόμενου κοινωνικού κινήματος δεν αρκεί για την κρατική του αντιμετώπιση. Απαιτείται και η καταστολή της πρόθεσης κοινωνικού κινήματος. Η καταστολή αυτή επιτελείται με ορισμένες τεχνικές του φασισμού στην κρατική του μορφή, για την κατανόηση των οποίων είναι χρήσιμο να δούμε τη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες της δεκαετίας του 1970 —τη δεκαετία του περάσματος από τον παλιό στον νέο φασισμό. Η επιλογή έχει σημασία γιατί η κρατική μορφή του νέου φασισμού συγκροτήθηκε υποδειγματικά στα δύο λίκνα της αστικής δημοκρατίας, στη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, τις δεκαετίες 1950-60, στο πλαίσιο του πο­λέμου της Αλγερίας, από την πλευρά της Γαλλίας, και των πολέμων της Κορέας και του Βιετνάμ από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών. Και συγκροτήθηκε πολεμικά ως προς το κοινωνικό κίνημα που αναπτύχθηκε στις δύο αυτές χώρες τη δεκαετία του 60. Θα δούμε τις τεχνικές αυτές όπως παρουσιάζονται στην κατάληξη του κει­μένου του Γκλυκσμάν. Με τη γλώσσα του κειμένου, οι τεχνικές είναι: «συνωμοσιο- λογία», «προβοκάτσια», «μεταρρυθμίσεις».

«Η ανακάλυψη των συνωμοσιών: ένα βράδυ, ο κ. Μαρσελέν στέκεται πε­ρήφανος μπροστά σ’ ένα σωρό από ξύλα που διαβεβαιώνει ότι μαζεύτηκαν μέσα απ’ τις σχολές του Πανεπιστήμιου. Πίσω απ’ αυτή την πυραμίδα των όπλων, καταγ­γέλλει κάποιον μυστηριώδη ξένο καθοδηγητή και αναγγέλλει την απαγόρευση της “Προλεταριακής Αριστεράς”. Ο Μάο Τσε Τουνγκ ξεσκεπάστηκε! Ο Σέρλοκ Μαρσελέν δεν είχε ήδη ανακαλύψει, πίσω από τον Μάη του ’68 τον δάκτυλο της Ανατολικής Γερμανίας; (…) Ο παλιός φασισμός είχε την “εβραιο-μαρξιστική” συνωμοσία του (…) σήμερα ο Μαρσελέν, χορωδία με τον Μπρέζνιεφ, αναγγέλλει τη “διεθνή συνωμοσί­α” του μαοϊσμού» Και, προφανώς, δεν θα μέναμε εκεί. Για να γυρίσου-με στα δικά μας, η τωρινή «συνωμοσία», όπως όλοι ξέρουμε, είναι η συνωμοσία της «τρομο­κρατίας».

«Οι προβοκάτσιες: Για παράδειγμα, καίμε το πανεπιστήμιο της ν^θηηθδ, διαβεβαιώνου-με ότι το έκαναν οι γκωσίστες (αριστεριστές) και τους κλείνουμε φυ­λακή. 100,200,300 μίνι Ράϊχσταγκ. (…) Για να σταματήσει μια ενέργεια με την οποία οι μάζες συμφωνούν ο προβοκάτορας της δίνει μια συνέχεια που οι μάζες καταδι­κάζουν αλλά που φαίνεται “λογική” (…) Οι προβοκάτσιες επεμβαίνουν για να στα­ματήσουν μια μαζική ενέργεια (η προβοκάτσια του Καρτιέ Λατέν απαντάει στην α­περγία της Ρενώ και στην υπόθεση Ζωμπέρ), χρησιμεύουν σαν εισαγωγή σε κυβερ­νητικά μέτρα (το “χτύπημα” στη Δουγκέρκη “αναγγέλλει” την απαγόρευση της Προ­λεταριακής Αριστεράς. Η προβοκάτσια προσπαθεί να διαιρέσει τις μάζες “εν θερμώ”. Η φιλοσοφία της είναι απλή (…) έξω από τις εγκατεστημένες ιεραρχίες δεν υ­πάρχει σωτηρία».

«Οι μεταρρυθμίσεις: αυτές επεμβαίνουν όταν, παρόλη τη φασαρία για συ­νωμοσία και τις προσπάθειες προβοκάτσιας, ένα μαζικό κίνημα κατορθώσει να σπάσει βίαια τη σιωπή και να κινητοποιήσει την κοινή γνώμη. Στόχος τους είναι να επιβάλουν τη σιωπή, να ξανασφίξουν τη μέγγενη των καταναγκασμών που δημι­ουργεί τη “σιωπηλή πλειοψηφία” και γι’ αυτό συνενώνουν τους κατασταλτικούς μηχανισμούς. (…) Βασισμένος στην εμπειρία που είχε από τις αμερικάνικες φυλα­κές, ο Τζάκσον βεβαίωνε ότι αν έπρεπε να δώσει τον ορισμό του φασισμού με μια μόνο λέξη, θα διάλεγε τη λέξη μεταρρύθμιση. Κύρια, αυτές οι μεταρρυθμίσεις δε θυμίζουν το σοσιαλδημοκρατικό ρεφορμισμό αλλά τις φασιστικές “συντεχνίες”. Δεν σχεδιάζουν τη δημιουργία μηχανισμών ταξικής συνεργασίας που θα διαιώνιζαν μι­αν απατηλή ειρήνη, αλλά, χτισμένες σε συνθήκες σύγκρουσης, πρόκειται για μηχα­νές πολέμου».

Έθνος-«φυλή», διαφορετικότητα-«ασθένεια»

Κλείνοντας τις σημειώσεις αυτές για τον φασισμό, θα ήταν χρήσιμο για την κατανό­ηση της φυλετικής του διάστασης με την ευρύτερη σημερινή της σημασία να στα­θούμε για λίγο σε μια από τις «μεταρρυθμίσεις».

Αρχίζουμε με μια παρατήρηση του Γκλυκσμάν, σε συνέχεια των όσων ήδη πα­ρατέθηκαν. «Όταν ο Σμέλκ (παλιός γενικός διευθυντής φυλακών) αναγγέλλει από το ραδιόφωνο ότι “80% των κρατουμένων είναι ψυχοπαθείς” νοιώθουμε να πλησιάζει η μεταρρύθμιση που θα μετατρέψει τις φυλακές σε άσυλα αλά Μπρέζνιεφ. Μέσα στη μεταρρυθμισμένη φυλακή “μοντέλο” του Φλερύ – Μεροζίς, τα ξυλοκοπήματα και το πειθαρχείο δεν εξαφανίστηκαν. Όμως ο ζουρλομανδύας (“ακινητοποίηση”) έχει ενισχυθεί από τις ενέσεις Βάλιουμ που γίνονται με το πρώτο δείγμα “εκνευρι­σμού”. “Η αρρώστια σου είναι οι διαφορετικές σου απόψεις”, γνωματεύουν οι Ρώ­σοι ψυχίατροι.». Τι σημαίνει ως προς ό,τι μας απασχολεί η τροπή της διαφορετικό­τητας σε «αρρώστια»; Δεν είναι δυνατή η ανάπτυξη του μεγάλου αυτού θέματος εδώ. Μία κρίσιμη παρατήρηση μόνο, για τη σύνδεση της φυλετικής εκδοχής της ε­θνικής ενότητας με την ιατρική εκδοχή της ατομικής διαφορετικότητας. Δηλαδή, για την αναγωγή του κοινωνικού-ψυχικού στο βιολογικό-φυσικό στην πληρότητά της: από την ανθρώπινη κοινωνία συνολικά στον άνθρωπο ατομικά.

Γυρνάμε στις αρχές: το 1883, όταν ο Γκάλτον (συγγενής του Δαρβίνου) άνοιγε μαζί με άλλους τον δρόμο για τον κοινωνικό δαρβινισμό και, σε αυτό το πνεύ­μα, εισηγήθηκε την ευγονική, που μετά πενήντα χρόνια ενέπνευσε στο τρίτο Ράιχ την κάθαρση της άριας φυλής. Και κάνουμε ένα άλμα στο σήμερα, που με διάφο­ρους τρόπους ρητούς και άρρητους αναβιώνει ο κοινωνικός δαρβινισμός. Τι θα μπορούσε να εννοεί ο Ουίλσον (βραβείο Pulitzer) με όσα μας λέει στο βιβλίο του «Για την ανθρώπινη φύση»; (10) Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, η «Ελπίδα», λέ­ει ότι «Με τον καιρό θα συσσωρευτεί αρκετή γνώση για τα γενετικά θεμέλια της κοινωνικής συμπεριφοράς» και ότι «θα υπάρξουν τεχνικές» με τις οποίες «μέσω της συμβατικής ευγονικής θα συντελεστεί μια αργή εξελικτική αλλαγή». Και τότε, συνεχίζει, «το ανθρώπινο είδος θα μπορέσει να αλλάξει την ίδια του την φύση». (11)  Μέχρι τότε, αλλά —υποθέτουμε— και μετά, ως προς τη γενετική δομή της μετα­βαλλόμενης «φύσης» του ανθρώπινου είδους, θα ισχύει ότι «Οι κοινωνίες μας βα­σίζονται στο σχέδιο των θηλαστικών». Και τι είναι το «σχέδιο των θηλαστικών» στην γενετική του δομή; Είναι ένα σχέδιο κατά το οποίο «το άτομο αγωνίζεται κατά πρώ­το λόγο για την προσωπική αναπαραγωγική του επιτυχία και κατά δεύτερο λόγο για αυτήν των πλησιέστερων συγγενών του». Όσο για τους άλλους, τους μη-συγγενείς κοινωνικούς του εταίρους, το σχέδιο προβλέπει μόνο μια «φειδωλή συνεργασία» έναν «συμβιβασμό για την απολαβή οφέλους». (12)  Και τα περί φιλίας, συνα­δελφικότητας και συντροφικότητας, που θεμελιώνουν το ήθος του κοινωνικού κινήματος; Αυτά —το γενετικά ορθό επιβάλλει να θεωρήσουμε ό­τι— αντιστοιχούν, με τα λόγια του Ουίλσον, σε «ένα νοήμον μυρμήγκι (υποθέτοντας προς στιγμή ότι τα μυρμήγκια και άλλα κοινωνικά έντομα κατάφεραν να εξελιχθούν σε όντα με υψηλή νοημοσύνη)». Γιατί; Επειδή το μυρμήγκι, ως κοινωνικό έντομο, σύμφωνα με τον Ουίλσον και πάλι, «μπορεί να θεωρήσει αυτή τη διευθέτηση (την «κατά συμβιβασμό» και μόνο «φειδωλή συνεργασία για την απολαβή οφέλους») βιολογικά βλαβερή και την ιδέα της ατομικής ελευθερίας εγγενώς κακή»(ό.π). Για να συνεννοούμαστε σήμερα, «ατομική ελευθερία» είναι η ελευθερία της ατομι­κής ιδιοκτησίας στην οποία θεμελιώνεται η ελευθερία της αγοράς: η ελευ­θερία που αντιστοιχεί στο γενετικό σχέδιο των θηλαστικών, σε αντιδιαστολή με τη συλλογικότητα και τα συναφή περί φιλίας κτλ που αντιστοιχούν στο γενετικό σχέδιο των κοινωνικών εντόμων. Αυτά λοιπόν ως προς την ανθρώπινη κοινωνία συ­νολικά.

Περνάμε τώρα στον άνθρωπο ατομικά. Το θέμα είναι η «ψυχοπάθεια» και η προς αντιμετώπισή της κλινική μεταρρύθμιση που είδαμε παραπάνω. Δεν είναι μόνο οι φυλακές που μεταρρυθμίστηκαν σε κλινικές. Κάθε κρίσιμος για τη υλο­ποίηση του «σχεδίου των θηλαστικών» κοινωνικός χώρος χρειάζεται σήμερα, σύμ­φωνα με την οπτική του βιολογικού αναγωγισμού, κλινική μεταρρύθμιση. Και πρώ­τα απ’ όλα τα σχολεία. Η συνταγογράφηση φαρμάκων για τη θεραπεία της δι­αφορετικότητας —την επιστροφή στην «κανονικότητα» των σχέσεων— δεν έχει πλέον όριο ηλικίας. Και ένα μικρό παιδί (που δεν έχει ακόμη χρονίσει), αν δεν συμ­μορφώνεται με την «κανονικότητα» των φυσικών και κοινωνικών του σχέσεων υφί- σταται πλέον φαρμακοθεραπεία. Μετά το αντιψυχιατρικό κίνημα της δεκαετίας του 60 (Laing, Cooper) που αποκάλυψε το ιδεολογικό κάλυμμα της φερόμενης ως «ια­τρικής» αντιμετώπισης της μη αποδεκτής διαφορετικότητας, η ψυχιατρική επιστρέ­φει θριαμβικά σήμερα σε εξουσιαστικούς πολιτισμικούς κύκλους.

Έχει ιδιαίτερη σημασία στο σημερινό πολιτισμικό πλαίσιο να τονιστεί η δυνα­μική της φυλετικής διάστασης του εθνικού φασισμού: ο βιολογικός αναγωγισμός της δεν έχει δεσμεύσεις, δεν έχει λόγο να περιορίζεται στο κοινωνικό σύνολο και στο σύστημα των κοινωνικών σχέσεων, εκτείνεται θεωρητικά σε κάθε άνθρωπο α­τομικά και στην κάθε προσωπική του σχέση. Το θεωρούμενο ότι μεταφέρεται με το «αίμα», είναι ένα βιολογικό σχέδιο, καθολικό για τη φυλή και ατομικό για το κάθε μέλος της. Εάν η δυναμική του νέου κρατικού-πολιτισμικού φασισμού συνδέεται με το εγγενές της κρατικής του υπόστασης, εθνικής και υπερεθνικής, η δυναμική του νέου εθνικού-φυλετικού φασισμού συνδέεται με την καθολικότητα του βιολογικού του αναγωγισμού. Ο εθνικός φασισμός σήμερα ολοκληρώνεται ως γενικά βιολογι­κός και όχι μόνο φυλετικός.

Θα πρέπει εδώ, κλείνοντας, να επαναλάβουμε αυτό που ειπώθηκε στην αρχή: οι δύο μορφές του νέου φασισμού, η κρατική και η βιολογική, διαφέ­ρουν μεταξύ τους αλλά δεν αντιτίθενται, είναι συμπληρωματικές όψεις του φασι­στικού φαινόμενου. Στο φασιστικό πνεύμα, το κράτος είναι ένας κοινωνικός οργα­νισμός κατ’ εικόνα του βιολογικού οργανισμού.

Θεσσαλονίκη Μάρτιος 2013

 

[1]  Δημοσιευμένο στο περιοδικό σημειώσεις της στέπας # 3 (Φασισμός και καθημερινή ζωή). Ιούνιος 2013. Θεσσαλονίκη: εκδόσεις των ξένων .

[2]  Αντρέ Γκλυκσμάν. 1976. Φασισμοί παλιός και Νέος. Μτφρ. Χριστίνα Σταματοπούλου. Αθήνα: Στο­χαστής.

[3]  Δημήτρης Κωτσάκης. 2012. 3 και 1 Κείμενα. Αθήνα: Εκδόσεις των συναδέλφων.

[4]  βλ. Κ.Τίσνταλ – Α.Μποτσόλα. 1984. Φουτουρισμός. Μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ. Αθήνα: Υπο­δομή. σ.227 4

[5]  Γκλυκσμάν ό.π σ.28

[6]  Για περισσότερα σε σχέση με τη βιοπολιτική παραγωγή βλ. 3 και 1 κείμενα ό.π σ. 45 – 55

[7]    ό.π. σ.73

[8]    Γκεόργκι Ντιμιτρόφ.1975. Ο Φασισμός Μτφρ. Δ.Χ.  Αθήνα: Πορεία. Παραθέματα από σ. 25

[9]  Γκλυκσμάν, ό.π. ζ.63

(10) Edward O. Wilson. 1998.  Για την Ανθρώπινη Φύση.Μτφρ. Αμαλία Ναθαναήλ. Αθήνα:Σύναλμα

(11) ό.π. σ. 222

(12) ό.π. σ.213

Αναδημοσίευση από: http://eleftheriakos.gr/node/597

 

24 μετανάστες νεκροί στο Αιγαίο

602-0-20121104_120224_1E20F469

Τουλάχιστον 24 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους νωρίς το πρωί όταν ένα πλοιάριο φορτωμένο με μετανάστες χωρίς χαρτιά που κατά πάσα πιθανότητα είχε ως τελικό προορισμό την Ελλάδα βυθίστηκε στα ανοιχτά των τουρκικών ακτών, όπως μετέδωσε το τουρκικό ειδησεογραφικό πρακτορείο Dogan.
Γύρω στις 2 τα ξημερώματα η τουρκική ακτοφυλακή έλαβε σήμα έκτακτης ανάγκης από τον καπετάνιο του σκάφους ο οποίος ανέφερε ότι βυθιζόταν στα ανοιχτά του Εζίνε, στην επαρχία Τσανάκαλε. Σύμφωνα με τον καπετάνιο στο πλοιάριο επέβαιναν πάνω από 30 άτομα.
Σκάφη της ακτοφυλακής, ένα ελικόπτερο και ένα αεροσκάφος που έσπευσαν στην περιοχή εντόπισαν τα πτώματα 18 αρχικά και στη συνέχεια 24 ανθρώπων και κατάφεραν να ανασύρουν ζωντανούς από τη θάλασσα 12 μετανάστες χωρίς χαρτιά.
Σύμφωνα με τις τουρκικές αρχές, το πλοιάριο πιθανότατα είχε ως τελικό προορισμό τη Λέσβο.


gommone_immigrati

 

Αναδημοσίευση από: http://clandestinanews.wordpress.com/

Loïc Wacquant – Σχεδιάζοντας την αστική απομόνωση στον εικοστό-πρώτο αιώνα

puni

Αποτελεί τιμή για μένα να γίνεται αντικείμενο παρατήρησης και προσοχής η δουλειά μου από μελετητές της αρχιτεκτονικής και μου δίνει χαρά η πρόσκληση να κάνω αυτή τη διάλεξη.[1] Στην πραγματικότητα είναι διπλή η χαρά καθώς μεγάλωσα σε μια Ευρωπαική πνευματική παράδοση με πολύ χαμηλό επιστημονικό κατώφλι, οπότε θεωρώ τον εαυτό μου όχι τόσο κοινωνιολόγο αλλά έναν γενικό κοινωνικό επιστήμονα που τυγχάνει να έχει προσληφθεί σε ένα Τμήμα Κοινωνιολογίας. Και θεωρώ ουσιαστικό συστατικό των επαγγελματικών μου καθηκόντων να απασχολούμαι με ζητήματα πέρα από τα όρια των επιστημών, καθώς και πέρα από το χάσμα μεταξύ φιλολογικών κι επαγγελματικών ενασχολήσεων. Επιπλέον, το θέμα της αστικής απομόνωσης είναι ένα  θέμα που ταιριάζει πολύ μ’ αυτά τα είδη ανταλλαγών, από τις οποίες και οι ερευνητές και οι επαγγελματίες μπορούν να επωφεληθούν.

Προτείνω να σας προσφέρω κάποιο διανοητικό ερέθισμα κυκλώνοντας ένα ζήτημα στο οποίο έχω αφιερώσει πάνω από μια δεκαετία δουλειάς, και συγκεκριμένα, τις μεταβαλλόμενες μορφές αστικής περιθωριοποίησης στις εξελιγμένες κοινωνίες – αυτό που αποκαλώ αστική πόλωση από χαμηλά. Θα το κάνω αντλώντας υλικό από δυο πρόσφατα βιβλία μου. Το πρώτο, Απόβλητοι των πόλεων [Urban Outcasts], αναλύει τη μετάβαση του γκέτο των μαύρων Αμερικανών ύστερα από τις εξεγέρσεις του 1960 και τη συγκρίνει με την παρακμή της περιφέρειας των πόλεων της Δυτικής Ευρώπης με σκοπό να συνθέσει τις δυναμικές και την εμπειρία της υποβάθμισης στην προχωρημένη κοινωνία. Το δεύτερο βιβλίο, Τιμωρώντας τους φτωχούς: Η Νεοφιλελεύθερη Κυβέρνηση της Κοινωνικής Ανασφάλειας[Punishing the Poor: The Neoliberal Government of Social Insecurity], ανιχνεύει την πολιτική της τιμωρίας, παντρεύοντας την κατασταλτική «αρχή της ανταποδοτικότητας της κοινωνικής πρόνοιας» και την εκτεταμένη «αρχή της φυλάκισης», που παρατάσσει το κράτος για να επιβάλει ανασφαλή εργασία και να χαλιναγωγήσει την αταξία που προκλήθηκε από την αιφνίδια κατάρρευση του μαύρου γκέτο στην πλευρά των ΗΠΑ και την σταδιακή αποσύνθεση των εδαφών της εργατικής τάξης στην Ευρωπαϊκή πλευρά και την αντικατάστασή τους από ένα νέο καθεστώς αστικής φτώχειας που αποκαλώ «προηγμένη περιθωριοποίηση».

Nightingale Estate Hackney London One of Hackney s sink estates renowned for drug dealing violence

Αυτά τα δυο βιβλία συνδέονται στενά.[2] Πρώτον, χρονολογικά και θεματικά (αποτελούν μια συνέχεια) και, δεύτερον, εννοιολογικά: και τα δυο διερευνούν τον χωρικό εγκλεισμό ή περιορισμό ως τεχνική για τη διαχείριση προβληματικών κατηγοριών ή εδαφών, το θέμα της διάλεξής μου. Θα το προσεγγίσω σκιαγραφώντας αρχικά ένα υποτυπώδες πλαίσιο αναλύοντας τη χρήση του χώρου σαν μέσο κοινωνικού κλεισίματος κι ελέγχου στην πόλη. Ύστερα θα εφαρμόσω αυτό το σχήμα για να παρουσιάσω μια συμπιεσμένη ανάλυση των αποκλινουσών τροχιών του γκέτο των μαύρων Αμερικανών των Ευρωπαϊκών δήμων της αστικής τάξης με αυτές τις τρεις χωρικά κλιτές έννοιες του γκέτο, υπεργκέτο και αντιγκέτο.

Στοιχεία της κοινωνικοχωρικής απομόνωσης

Για να συνδέσω με την πράξη και την υπόθεση της αρχιτεκτονικής, επιτρέψτε μου να σκιαγραφήσω πρώτα ένα είδος αναλυτικής ιστορίας, μια ιστορία διαστάσεων και μηχανισμών που θα μας βοηθήσει να αποκτήσουμε μια ιδέα για τις μορφές αστικής ανισότητας και περιθωριοποίησης που αλλάζουν συνεχώς στην αυγή του αιώνα, και τι συνεπάγονται για το δομημένο περιβάλλον κι οπότε έμμεσα για τις επαγγελματικές σας ενασχολήσεις και στοχασμούς. Το βαθύτερο θεωρητικό αίνιγμα που δίνει ζωή στην εμπειρική ανάλυση των συγκεκριμένων εκδηλώσεων περιθωριοποίησης που παρουσιάζονται στο Απόβλητοι των πόλεων και στο Τιμωρώντας τους φτωχούς είναι η ανάπτυξη του χώρου σαν παράγωγο και μέσο εξουσίας. Μ’ αυτή την έννοια, γκέτο, υπεργκέτο και αντιγκέτο, καθώς και φυλακή, είναι τέσσερις από πολλούς σχηματισμούς μιας γενικής διαδικασίας που μπορούσε να αποκαλέσουμε κοινωνικοχωρική απομόνωση. Επιτρέψτε μου να εξηγήσω πρώτα αυτή την αφηρημένη έννοια κι έπειτα να εντοπίσω την γκετοποίηση και τις σχετικές έννοιές της στο αναλυτικό πλέγμα στο οποίο αγκυροβολεί.

Κοινωνικοχωρική απομόνωση είναι η διαδικασία όπου ιδιαίτερες κοινωνικές κατηγορίες και δραστηριότητες «μαντρώνονται», εγκλωβίζονται κι απομονώνονται σε ένα κλεισμένο και περιορισμένο τεταρτημόριο φυσικού και κοινωνικού χώρου. Το αγγλικό ρήμα “to seclude” («απομονώνω») εμφανίστηκε το 1451, προέρχεται από το Λατινικό secludere, που σημαίνει αποκλείω, απομονώνω, φυλακίζω.[3] Η κοινωνικοχωρική απομόνωση δύναται να αφορά σε πληθυσμούς (π.χ. αστούς, μετανάστες, θρησκευτικές αιρέσεις), θεσμούς (όπως ιατρικές εγκαταστάσεις, λέσχες, sex shops), και δραστηριότητες (σχολική εκπαίδευση, διακίνηση ναρκωτικών, ή καύση απορριμμάτων), αλλά μπορεί και να προσδιοριστεί σύμφωνα με το περιβάλλον: η αγροτική κοινωνικοχωρική απομόνωση συμβαίνει στην εξοχή ενώ η αστική κοινωνικοχωρική απομόνωση λειτουργεί μέσα κι έξω από την πόλη – ένα περιβάλλον που εγώ θα χαρακτήριζα όχι τόσο από «το μέγεθος, πυκνότητα, και ανομοιογένεια», σε κλασικό ύφος της Σχολής του Σικάγο μαζί με τον Louis Wirth, όσο από τη χωρική συσσώρευση κι έντονη επισώρευση διάφορων μορφών κεφαλαίου (οικονομικό, πολιτιστικό, κοινωνικό και συμβολικό) που το περιθάλπει μια διοικητική μηχανή – ακολουθώντας τα σχήματα των Pierre Bourdieu και Max Weber.

Les-4000-a-La-courneuve[1]

Σε καθένα από αυτά τα σκηνικά, μπορούμε να διανείμουμε μορφές κοινωνικοχωρικής απομόνωσης μαζί με δυο βασικές διαστάσεις. Η πρώτη είναι το επίπεδο στην κοινωνική ιεραρχία, είτε αυτή η ιεραρχία είναι βασισμένη στην τάξη (παραγωγική ικανότητα της αγοράς), εθνικότητα (τιμή), ή η κατάταξη σύμφωνα με το κύρος των τόπων – τυπικά αυτά συνδέονται στενά οπότε δεν αλλάζει θεμελιωδώς το συλλογισμό. Μπορούμε να χειριστούμε αυτή την ιεραρχία σαν ένα συνεχές ή, για χάρη της σαφήνειας, να την διχοτομήσουμε σε απομόνωση στην κορυφή κι απομόνωση στη βάση της κοινωνίας. Η δεύτερη διάσταση είναι αν η απομόνωση είναι επιλεκτική, απορρέει δηλαδή από την επιλογή και την επιθυμία να συμμετάσχει κανείς σ’ αυτήν ή να περιορίζεται η παρουσία κάποιου και οι περιπλανήσεις του σε μια συγκεκριμένη ζώνη, ή επιβεβλημένη, να έχει προέλθει από εξαναγκασμό, όπως όταν οι άνθρωποι υποχρεώνονται από εξωτερικές δυνάμεις να δίνουν λόγο για τις δραστηριότητές τους, να περιστείλουν τις κινήσεις τους,ή να περιορίζουν τη διαμονή τους σε συγκεκριμένη τοποθεσία. Στην πρώτη περίπτωση η κοινωνικοχωρική απομόνωση οδηγείται και παγιώνεται εξ αγχιστείας από μέσα, στη δεύτερη περίπτωση από εξωτερική εχθρότητα.

Μπορούμε να κατανείμουμε τις ιδανικες-τυπικές μορφές κοινωνικοχωρικής απομόνωσης στο δισδιάστατο διάστημα που ορίζεται από αυτούς τους δυο άξονες (βλ. εικόνα 1): Επιλεκτική έναντι της επιβεβλημένης, στην κορυφή ή στη βάση. Κοιτάζοντας στο πάνω δεξιά κομμάτι του τεταρτημορίου, στην πλευρά της επιλογής και ψηλά στον κοινωνικό και φυσικό χώρο, βρίσκετε αυτά τα άτομα που επιλέγουν την απομόνωση κι αναζητούν προστασία της ιδιωτικής τους ζωής, που επιθυμούν να βρίσκονται ανάμεσα σε ομοίους τους ή να αποφύγουν πληθυσμούς που υποτιμούν και ανούσιες δραστηριότητες. Αυτή η αυτό-απομόνωση στην κορυφή που τροφοδοτείται από προσανατολισμό στην ομάδα εκπροσωπείται από θύλακες της ελίτ ή παραδοσιακά ανώτερης τάξης περιοχές στην πόλη (όπως αυτές που ανεγέρθηκαν και υποστηρίχθηκαν ένθερμα από την ανώτερη αριστοκρατική τάξη του Παρισιού, όπως περιγράφεται από τους Pinçon και Pinçon-Charlot) και, σε μια υπερβολική μορφή, από τις «φρουρούμενες κοινότητες» που έχουν εξαπλωθεί στην κορυφή της κοινωνικής κι εδαφικής ιεραρχίας τις τελευταίες δυο δεκαετίες (όπου η εκούσια απομόνωση συγκεκριμενοποιείται από ένα φυσικό σύνορο, ένα φράχτη με μια πύλη και φρουρούς που παρέχουν επιτήρηση και προστασία) για να προσφέρουν ένα καταφύγιο κοινωνικής ομοιογένειας, ασφάλεια από το έγκλημα, και τις ανέσεις του να είναι κανείς μέλος μιας προνομιούχας κοινότητας και τοποθεσίας.[4] Οπότε στην κορυφή βρίσκεις αυτές τις ευγενικές δραστηριότητες να ασκούνται από ισχυρά άτομα, προικισμένα με το υλικό και συμβολικό κεφάλαιο να αποκλείουν άλλους και να αυτό-απομονώνονται, ενώ στη βάση έχουν συσσωρευτεί μη ευγενείς δραστηριότητες και βασανισμένοι πληθυσμοί στερημένοι από οικονομικό και πολιτιστικό κεφάλαιο, οι φτωχοί και ανυπόληπτοι. 

figure1

Εικόνα 1

Οι δυο κύριες μορφές εθνοτήτων-φυλών που αναπτύσσονται για να επιτελέσουν κοινωνικοχωρική απομόνωση στη βάση της αστικής ιεραρχίας είναι το γκέτο και οι εθνικοί θύλακες, που δεν πρέπει να συγχέονται καθώς βρίσκονται στα δυο άκρα του συνεχούς του επιβολής/επιλογής κι εξυπηρετούν διαφορετικές λειτουργίες. Σ’ αυτή τη μελέτη «Ο Φόβος του αγγίγματος» στη Βενετία του δέκατου έκτου αιώνα που αναζητεί τα ίχνη της εφεύρεσης του πρώτου γκέτο στην ιστορία, ο Richard Sennett επινοεί μια όμορφη έκφραση που αιχμαλωτίζει το σκοπό της. Αποκαλεί το γκέτο ένα αστικό προφυλακτικό, γιατί ο σχεδιασμός του επέτρεπε τη διείσδυση των Εβραίων στην Χριστιανική πόλη (τους χρειάζονταν για να τους προμηθεύουν με μια γκάμα οικονομικών, εμπορικών και πολιτιστικών υπηρεσιών ζωτικών για την επιτυχία της αυλής) ενώ τους απομονώνει για να αποφύγει στενή επαφή μαζί τους (πίστευαν το Εβραϊκό σώμα πως είναι διεφθαρμένο και διαφθορέας, φορέας ασθενειών και ιεροσυλίας). Το γκέτο προέκυψε σαν κοινωνικοχωρικός μηχανισμός που επιτρέπει την από κοινού οικονομική εκμετάλλευση και τον κοινωνικό εξοστρακισμό αυτής της κατηγορίας αποβλήτων: Οι Εβραίοι κυκλοφορούσαν αβίαστα μέσα στην πόλη για να εκτελούν τα ουσιώδη οικονομικά τους καθήκοντα στη διάρκεια της ημέρας, αλλά με το που έπεφτε η νύχτα επέστρεφαν πίσω από τις κλειδωμένες πύλες της συνοικίας τους υπό την απειλή αυστηρής τιμωρίας. Όταν κυκλοφορούσαν έξω από τα τείχη του γκέτο τους, τους είχε ζητηθεί να φορούν ένα ειδικό ένδυμα (όπως ένα κίτρινο καπέλο ή ένα μυτερό σκούφο) οπότε να τους αναγνωρίζουν οι Χριστιανοί κι έτσι να τους αποφεύγουν. Ο ίδιος χωρικός μηχανισμός είχε ξανα-ανακαλυφθεί και αναπτυχθεί τέσσερις δεκαετίες αργότερα στις βορειοανατολικές και μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ όταν οι μαύροι του Νότου μετανάστευσαν στις εξαπλούμενες βιομηχανικές πόλεις που ήθελαν μεν το μόχθο τους αλλά δεν επιθυμούσαν να αναμειχθούν με τους λευκούς κατοίκους, μην τυχόν κι αυτό φέρει «κοινωνική ισότητα» μεταξύ των επονομαζόμενων φυλών και την κατακραυγή της «επιμειξίας».[5] Σ’ αυτή την περίπτωση, το χρώμα του δέρματος διαφήμιζε την ιδιότητα του να είναι κανείς μέλος μιας κατώτερης κατηγορίας που θα έπρεπε να αποφεύγει, και η αυστηρά οριοθετημένη Bronzeville εξυπηρετούσε και σαν εργατικό δυναμικό και σαν προφυλακτικό δοχείο μολυσματικών σωμάτων.

Στα χρόνια του μεσοπολέμου, η Σχολή του Σικάγου, που εγκαινίασε την κοινωνιολογική μελέτη της πόλης στις ΗΠΑ, έκανε το θεμελιώδες σφάλμα να σωρεύσει τις οικιστικές και θεσμικές ομάδες που είχαν σχηματίσει πρόσφατα κύματα Ιρλανδών, Ιταλών, Πολωνών, και Γερμανών μεταναστών κάτω από την ασαφή σύλληψη του «γκέτο» που κάλυπτε τις συνοικίες των Εβραίων και την Black Belt (συνοικία των Μαύρων). Αυτό είναι που αποκαλώ το σφάλμα του Wirth, από τον Louis Wirth, έναν εκ των ιδρυτών της αστικής οικολογίας, για δυο λόγους. Πρώτον, όπως ο ίδιος ο Wirth, εν αγνοία του, αποδεικνύει στο κλασικό βιβλίο του Το Γκέτο, δεν υπήρξε ποτέ Εβραϊκό γκέτο στις ΗΠΑ, εκτός από αυτό που ήταν «στο μυαλό τους μάλλον», δηλαδή, ένα υποκειμενικό “we-feeling” και ένας πολιτισμικός προσανατολισμός – που είναι πολύ διαφορετικά από ένα συγκεκριμένο πια κοινωνικοχωρικό επινόημα. Δεύτερον και κυριότερον, αντίθετα με την Black Belt, την περιοχή αποκλειστικά των μαύρων στην οποία υποχρεούνταν να κατοικούν όλοι οι Αφροαμερικανοί ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης μέσω ενός συνδυασμού καταπίεσης, εκφοβισμού στους δρόμους, και συλλογικής βίας, αυτοί οι λευκοί εθνικοί θύλακες είχαν ανάμικτη σύνθεση, μετακινούνταν σε διαφορετικά μέρη, και περιείχαν μια μειονότητα μόνο των αντίστοιχων μεταναστευτικών πληθυσμών τους, που έμεναν εκεί κυρίως λόγω ταξικών φραγμών και πολιτισμικής έλξης.

Σε αρχιτεκτονικούς όρους, ο (λευκός) εθνικός θύλακας μπορεί να αναπαραστεί από μια γέφυρα, ενώ το (μαύρο) γκέτο θα μπορούσε να απεικονιστεί με ένα τείχος. Ο ένας είναι μηχανισμός ελαστικής και προσωρινής απομόνωσης μέσα σε μια πορώδη περίμετρο που λειτουργεί σαν θάλαμος εγκλιματισμού και ενδιάμεσος σταθμός προς την πολιτισμική αφομοίωση και την κοινωνικοχωρική ενσωμάτωση στην ευρύτερη κοινωνία. Το άλλο είναι ένα μέσο ανέλικτης και μόνιμης απομόνωσης μέσα σε ένα αδιάβροχο σάκο που εργάζεται προς την κατεύθυνση να απομονώσει και να διασπάσει τον πληθυσμό που προστατεύει στο διηνεκές (δηλαδή, μέχρι να διαλυθεί). Εν ολίγοις, ο εθνικός θύλακας και το γκέτο έχουν αποκλίνουσες δομές και εξυπηρετούν αντίθετες λειτουργίες∙ οπότε είναι θεμελιώδες κοινωνιολογικό σφάλμα να τα θεωρούμε το ίδιο. Αυτό είναι ένα λάθος που συνηθίζουν ακόμη να κάνουν οι κοινωνικοί επιστήμονες – εξετάστε, για παράδειγμα, την ιστορική αναδρομή του Zeitz της «εθνικής Νέας Υόρκης» ύστερα από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ένα σχετικό λάθος είναι αυτό που, αντικαθιστώντας την στέρηση εισοδήματος με εθνοφυλετικό κλείσιμο, συγχωνεύει το γκέτο σε «μια γειτονιά με ψηλή συγκέντρωση φτωχών ανθρώπων, ανεξάρτητα από την εθνική τους καταγωγή» (σ. 3). Σύμφωνα μ’ αυτό διαστρεβλωμένο ορισμό, που έγινε δημοφιλής στην προσανατολισμένη στην πολιτική έρευνα για την αστική φτώχεια στις ΗΠΑ τη δεκαετία του ’90, οι φτωχές αγροτικές επαρχίες και οι καταυλισμοί Ιθαγενών Αμερικανών είναι γιγαντιαία γκέτο, όπως θα ήταν και οι φτωχότερες συνοικίες μιας πόλης λευκών∙ αλλά το βενετσιάνικο gietto novo και η Bronzeville του Σικάγο στην ιστορική του κορύφωση δεν ήταν γκέτο! Αυτό αρκεί να δείξει την ασυναρτησία και την ασυμφωνία αυτού του στρεψόδικου ορισμού.

684918_vue-generale-d-un-quartier-de-marseille

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τη διαφορά μεταξύ γκέτο κι εθνικού θύλακα, είναι χρήσιμο να σχεδιάσουμε στο σχεδιάγραμμα των μορφών κοινωνικοχωρικής απομόνωσης στη βάση έναν τρίτο θεσμό αναγκαστικού περιορισμού: τη φυλακή. Η φυλακή χρησιμοποιεί το φυσικό περιορισμό των τοίχων και την εξουσία των φυλάκων για να διαχωρίζει τους κατάδικους, δηλαδή, μια κατηγορία ανυπόληπτων ατόμων, των οποίων τα δικαιώματα και οι επαφές με τους έξω ακρωτηριάζονται ως κύρωση για την παράβαση των κοινωνικών προτύπων συμπεριφοράς. Είναι ένα είδος δικαστικού γκέτο μέσα στη φυλακή όπου οι έγκλειστοι αναπτύσσουν μια δική τους παράλληλη κοινωνία και πολιτισμό ως απάντηση στην αναγκαστική απομόνωση και τις στερήσεις που προϋποθέτει.[6] Αντίστροφα, μπορούμε να σκεφτούμε το γκέτο σαν μια εθνοφυλετική φυλακή που θέτει σε περιορισμό έναν κακόφημο πληθυσμό σε μια ειδική περίμετρο στην οποία ο τελευταίος εξαναγκάζεται να αναπτύξει την μια ξεχωριστή σφαίρα ζωής αντιδρώντας στον χωρικό περιορισμό και τον κοινωνικό εξοστρακισμό. Μόλις συλλάβουμε την δομική και λειτουργική συγγένεια μεταξύ γκέτο και φυλακής (σημειώνεται με την εγγύτητά μεταξύ πάνω στο χάρτη μου των μορφών κοινωνικοχωρικής απομόνωσης), καταλαβαίνουμε γιατί η κατάρρευση του πρώτου ύστερα από τις εξεγέρσεις του ’60 οδήγησε στην ανάπτυξη του δεύτερου ως αντικατάστατου για να «μαντρώνεται» ένας πληθυσμός που θεωρείται άτιμος, στερημένος κι επικίνδυνος.[7]

Το γκέτο, εξ ορισμού, είναι ένα αστικό ζώο που προκύπτει στο πλαίσιο ενός πυκνού συνοικισμού που διψάει για την οικονομική αξία που παρέχει η στιγματισμένη κατηγορία – αλλιώς η τελευταία θα μπορούσε απλά να αποκλειστεί ή να εξοριστεί, όπως συνέβαινε περιοδικά με τους Εβραίους πριν από την έγερση των αστικών ηγεμονιών και στους μαύρους Αμερικανούς πριν την εκδήλωση του φορντισμού. Αν η διάλεξη Roth-Symonds ήταν μια σειρά από διαλέξεις κι όχι μόνο μια ομιλία, θα αφιέρωνα λίγες συνεδρίες για να αναλύσω τις μορφές του κοινωνικοχωρικού αποκλεισμού στο αγροτικό περιβάλλον, γιατί υπάρχουν επίσης πολλά που μπορούμε να μάθουμε από αυτή τη σύγκριση. Στην ύπαιθρο, ο σπουδαιότερος παράγοντας διαφοροποίησης των τύπων χωρικού εγκλεισμού είναι αν ο κατώτερος πληθυσμός πρέπει να κινηθεί για να προσφέρει εργασία ή να μετακινηθεί για να απελευθερώσει τη γη που καταλαμβάνει. Σε περιπτώσεις όπου η κυρίαρχη ομάδα δεν επιθυμεί, ή δεν μπορεί, να αποσπάσει εργασία από την υποδεέστερη ομάδα, αλλά προσπαθεί να οικειοποιηθεί το έδαφός της, όπως οι αποικιακές επιθέσεις σκόπευαν στην εποίκιση, συχνά γινόμαστε μάρτυρες της εμφάνισης ενός καταυλισμού, δηλαδή μια έκταση οριοθετημένη και κρατημένη γι’ αυτούς, συνήθως ευρισκόμενη σε μια μακρινή και σε αγρανάπαυση περιοχή, κυβερνούμενη από ειδικούς νομικούς κι εθιμικούς κανόνες σχεδιασμένους να επανενώσουν και να ακινητοποιήσουν τον πληθυσμό αυτό. Αυτή είναι η ιστορία των Ιθαγενών της Αμερικής σ’ αυτή τη χώρα:
Εξ αιτίας μιας σειράς δημογραφικών, πολιτισμικών και πολιτικών λόγων, δεν θεωρούνταν κατάλληλη προσφορά εργασίας αλλά καταλάμβαναν πολύτιμη γη που ήταν απαραίτητη στο αποικιακό πρόγραμμα της αγροτικής ανάπτυξης. Έτσι ασκήθηκε η κοινωνικοχωρική απομόνωση για να τους μεταφέρουν σε περιορισμένες περιοχές και να εξουδετερώσουν τις απειλές που εκπροσωπούσαν.[8] Καθώς κινούμαστε προς τα δεξιά στον άξονα γη/εργασία, βρίσκουμε μια σειρά από ενδιάμεσους αστερισμούς που υψώνονται για να εξασφαλίσουν την εργατική δύναμη υποδεέστερων πληθυσμών ενώ ταυτόχρονα τους αποτρέπουν από το να έρθουν στην πόλη, γιατί η πλήρης αστικοποίηση θα αύξανε το κόστος της παραγωγής τους και επίσης θα γεννούσε πιέσεις προς την επιμειξία (που με τη σειρά της θα υπονόμευε την εθνοφυλετική καθαρότητα και ιεραρχία). Σε τέτοια σενάρια, έχεις ένα στρατόπεδο, το οποίο έχει δυο βασικούς τύπους: Το στρατόπεδο εργασίας για τους μετανάστες εργάτες (καθώς και τους ποινικούς κατάδικους και πολιτικούς κρατούμενους) και το στρατόπεδο προσφύγων για τους πολιτικούς εξόριστους.[9]

Εν ολίγοις, η αρετή του σχήματος που έχει σχεδιαστεί εδώ είναι πως μας επιτρέπει να ενώσουμε τις διάφορες μορφές του κοινωνικοχωρικού αποκλεισμού σε ένα αναλυτικό πλαίσιο και να τα θεωρητικοποιήσουμε ενιαία, αντί να τα χειριζόμαστε ξεχωριστά, σα να ανήκαν σε διαφορετικά πεδία (αγροτικές σπουδές, αστική κοινωνιολογία, εγκληματολογία και ανθρωπολογία των τάξεων και της εθνότητας) και υπηρετούσαν ξεχωριστές λογικές. Πολλά χάνονται από το συμβατικό κατακερματισμό της έρευνας στους τρόπους που ο χώρος αναπτύσσεται για να ορίσει και να περιορίσει κατηγορίες και δραστηριότητες. Ο φυσιολογικός αστικός κοινωνιολόγος δεν δίνει σημασία στις επαρχιακές κοινότητες από τις οποίες προέρχονται οι μετανάστες των πόλεων και χάνει την ανάλυση της απόστασης που διανύθηκε που κάποιος γνωρίζει μόνο ανιχνεύοντας παρόμοιες κοινωνικοχωρικές διαδικασίες συγκέντρωσης, αποχωρισμού και συνάντησης που λειτουργούν σε διάφορα περιβάλλοντα. Όμοια, φοιτητές από περιοχές ανώτερης τάξης και φρουρούμενες κοινότητες αγνοούν τα γκέτο και τις φυλακές∙ ερμηνεύουν το σχηματισμό των θυλάκων των προνομιούχων σα μια διαδικασία που γίνεται από μόνη της, που δε συνδέεται με τη μοίρα των άπορων και των ανυπόληπτων κατηγοριών των ανθρώπων που έχουν παγιδευτεί στον πυθμένα του κοινωνικού και φυσικού χώρου όταν στην πραγματικότητα συνδέονται ευθέως (η πτώση του μαύρου γκέτο, εξαπολύεται τότε η ανεξέλεγκτη φυλετική βία, και είναι μια έμμεση αιτία της ανάπτυξης της φρουρούμενης κοινότητας).[10] Οι μελετητές που ερευνούν τη μετανάστευση εστιάζουν στους εθνικούς θύλακες – στις ΗΠΑ, κι αυτό σημαίνει φοιτητές από Ευρωπαϊκά, Λατινοαμερικάνικα και Ασιατικά μεταναστευτικά ρεύματα – κι αφήνουν στους ιστορικούς της Αφροαμερικάνικης αστικοποίησης τη μελέτη του γκέτο (υπάρχουν αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, όπως η μελέτη των αντιτιθέμενων διαδρομών των μαύρων, Ιταλών και Πολωνών στο Πίτσμπουργκ στο πρώτο μισό του αιώνα από τον Bodnar κ.α. (1983) αλλά είναι λιγοστές και διάσπαρτες). Τέλος, οι εγκληματολόγοι και οι ποινικολόγοι που ερευνούν τη φυλάκιση ποτέ δεν συσχετίζουν τη μεταβαλλόμενη δομή και ρόλο της φυλακής στις εξωτερικές μορφές του αναγκαστικού χωρικού περιορισμού που επιβάλλεται στη βασική πελατεία των σωφρονιστικών ιδρυμάτων, ενώ οι κοινωνικοί επιστήμονες που μελετούν το γκέτο των μαύρων δεν διερευνούν τη φυλακή, αν και η διάλυση του πρώτου αποτελεί σημαντική αιτία πίσω από την εκρηκτική επέκταση του δεύτερου καθώς ενώθηκαν με μια τριπλή σχέση λειτουργικής υποκατάστασης, δομικής συνέχειας και πολιτισμικού συγκρητισμού.[11]

Η κατηγορία της κοινωνικοχωρικής απομόνωσης μπορεί να εξυπηρετήσει όχι μόνο για να συγκρίνουμε και να αντιπαραβάλουμε τις εδαφικές εμπειρίες διαφορετικών πληθυσμών σε διαφορετικά επίπεδα στην κοινωνική δομή, αλλά επίσης να χαρτογραφήσουμε πως ο ίδιος πληθυσμός μπορεί να μαντρωθεί από ένα συνδυασμό εδαφικών επινοημάτων διαχρονικά. Για παράδειγμα, μπορεί κανείς να κολλήσει τη Νότια Αφρική σ’ αυτό το σχεδιάγραμμα και να συνδέσει όλη τη γκάμα των κοινωνικοχωρικών μορφών που εκσφενδονίστηκαν για να εδραιώσουν τη φυλετική κυριαρχία και την ταξική εκμετάλλευση στη διάρκεια της ζωής της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής. Στο αριστερό άκρο του φάσματος, θα έβρισκε κάποιος την θεσμοθέτηση των κτημάτων της αποικιοκρατίας υπό το καθεστώς του «απαρτχάιντ»(1910–1948) κι αργότερα τα μπαντουστάν, τα ανδρείκελα των μαύρων δημοκρατιών που εφηύραν οι λευκοί ηγέτες το 1958 για να «εξωτερικεύσουν» την ιθαγένεια των μαύρων. Προς τη μέση του σχεδιαγράμματος, θα εντοπίζατε τα ορυχεία, μια παραλλαγή του στρατοπέδου εργασίας που εξυπηρετούσε για να στρατολογούν και να καθορίζουν την εκ περιτροπής εργασία των μεταναστών προς όφελος των βιομηχανιών εξόρυξης στη διάρκεια και ύστερα από την «μεταλλευτική έκρηξη». Μαζί, κτήματα και στρατόπεδα εξόρυξης υποτίθεται ότι θα σταματούσαν την αστικοποίηση αλλά απέτυχαν, οπότε και οι μαύροι εγκαταστάθηκαν μαζικά μέσα σε πόλεις όπου αργότερα υποβιβάστηκαν σε κωμοπόλεις (η Νοτιοαφρικάνικη εκδοχή του γκέτο), στις οποίες σταδιακά συγκέντρωσαν τους πόρους για να προκαλέσουν και τελικά να ανατρέψουν τη λευκή εξουσία. Στο μεταξύ, στην κορυφή της οικονομικής, φυλετικής και αστικής δομής, οι θύλακες της ενισχυμένης ελίτ και οι διάφορες φρουρούμενες κοινότητες της ανώτερης τάξης ευημερούσαν, οι οποίες ήταν αποκλειστικά λευκές υπό το απαρτχάιντ, πριν γίνουν μερικώς μαύροι μετά το 1994.[12]

Η Νότια Αφρική είναι ένα ιδιαίτερα πλούσιο έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί κανείς να πραγματευτεί ζητήματα κοινωνικοχωρικής απομόνωσης γιατί είναι μια κοινωνία που έχει εξωθήσει την εδαφοποίηση της κυριαρχίας στα άκρα της.
Ειδικά στην εποχή του απαρτχάιντ, το κράτος δημιούργησε έναν ευρύ γραφειοκρατικό μηχανισμό και μια περίπλοκη ομάδα κανόνων σχεδιασμένων για να ενισχύσουν μια στενή αντιστοιχία μεταξύ συμβολικού χώρου (την άκαμπτη διαίρεση της κοινωνίας σε μια ιεραρχία αμοιβαία αποκλειόμενων επίσημων εθνοφυλετικών κατηγοριών), κοινωνικού χώρου (την κατανομή επαρκών πόρων σ’ αυτές τις κατηγορίες), και φυσικού χώρου (την αυταρχική διανομή πληθυσμών και σε πόλεις και σε αγροτικές περιοχές). Απ’ αυτή την άποψη, είναι το αντίθετο της Βραζιλίας, όπου η κηλίδωση χαρακτηρίζει και την εθνοφυλετική διαίρεση και την προβολή της στο χώρο. Αυτό επισημαίνει την ανάγκη για συγκριτικές σπουδές που διερευνούν ποιοι συνδυασμοί μορφών κοινωνικοχωρικής απομόνωσης αναπτύσσονται σε ποια είδη της κοινωνίας και γιατί.

images (1)

Δομή, Λειτουργίες, και Μοίρα του Αμερικάνικου Γκέτο

Ας θεωρήσουμε τώρα το γκέτο έναν τύπο κοινωνικοχωρικής απομόνωσης και τη μοίρα του γκέτο των Μαύρων Αμερικανών ύστερα από την παρακμή του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων έναν ιστορικό γρίφο. Για να κατασκευαστεί ένα γκέτο απαιτείται να συγκεντρωθούν τέσσερα δομικά στοιχεία. Πρώτο είναι το στίγμα: ένα γκέτο εγείρεται στην πορεία της αντιμετώπισης ενός πληθυσμού που αμαυρώνεται, δηλαδή, που είναι μολυσμένος και μολυσματικός στα μάτια της κυρίαρχης κατηγορίας, τόσο που η άμεση επαφή μ’ αυτόν πρέπει να είναι περιορισμένη αν όχι απαγορευμένη. Για τους Εβραίους στα γκέτο της Αναγέννησιακής Ευρώπης, το στίγμα ήταν εθνοθρησκευτικό, συνδεδεμένο με της ευρέως διαδεδομένη Χριστιανική πεποίθηση ότι οι Εβραίοι ήταν υπεύθυνοι για το θάνατο του Χριστού, φορείς μεταδοτικών ασθενειών, και ξενιστές ανηθικότητας και αιρέσεων.23 Για τους Αφροαμερικανούς στη βιομηχανική μητρόπολη στην εποχή του φορντισμού μεταξύ 1910 και 1970, ήταν το μίασμα που συνδεόταν με τη δουλεία, και που εμπλουτιζόταν με καθημερινές, θρησκευτικές, και ψευδοεπιστημονικές δοξασίες για την υποτιθέμενη κατωτερότητα κι ακόμη και κτηνώδη φύση των μαύρων. Ο δεύτερος θεμέλιος λίθος του γκέτο είναι ο περιορισμός: έχουμε δει ότι οι πληθυσμοί μπορούν να γίνουν εδαφικά συγκεντρωμένοι όχι μόνο ως αποτέλεσμα εξωτερικής επιβολής αλλά επίσης λόγω συγγένειας, μέσω επιλεκτικής απομόνωσης βασισμένης στην τάξη, την κουλτούρα, ή τον τρόπο ζωής. Δεν πρέπει να συγχέουμε αυτά τα δυο σενάρια. Για να επαναλάβω, στην Αμερική των αρχών του εικοστού αιώνα οι επονομαζόμενες λευκές εθνικότητες συναθροίζονταν χαλαρά και προσωρινά σε ανάμεικτους εθνικούς θύλακες (Μικρή Ιταλία, Μικρή Ιρλανδία, Γερμανόπολη, κλπ.) που είχαν προκύψει από έναν συνδυασμό της μεταναστευτικής εμπειρίας, της ταξικής θέσης, και της πολιτισμικής συμπάθειας∙ αλλά σαν ομάδες δεν είχαν ποτέ υποχρεωθεί να κατοικούν σ’ ένα σταθερό και κρατημένο γι’ αυτούς έδαφος όπου ζούσαν μόνο οι συμπατριώτες τους, όπως είχαν υποχρεωθεί οι Αφροαμερικανοί μετά τη δεκαετία το 1910.[13]

Το τρίτο συστατικό στοιχείο του γκέτο, είναι ακριβώς η εδαφική εκχώρηση: ένα γκέτο προκύπτει όταν ένας στιγματισμένος λαός έρχεται να ζήσει σε μια οριοθετημένη περιοχή η οποία του έχει εκχωρηθεί με τη βία και που με τη σειρά της είναι εκχωρημένη σ’ αυτόν, οπότε έχετε μια αμφίδρομη συνεκδοχή κατηγορίας κι εδάφους που οδηγεί σε εθνική ομοιογένεια και αποκλειστικότητα. Αυτό μας δείχνει το τέταρτο και τελευταίο συστατικό που σχηματίζει το γκέτο, και συγκεκριμένα, το θεσμικό παραλληλισμό. Καθώς ο στιγματισμένος πληθυσμός δέχεται πιέσεις να κατοικεί στην περιοχή που του έχει ανατεθεί, από την οποία δεν μπορεί να αποδράσει, αναπτύσσει ένα δίκτυο θεσμών που αντιγράφουν κι αντικαθιστούν τους θεσμούς της ευρύτερης κοινωνίας που τους έχει απορρίψει. Έτσι οι Εβραίοι στην πρώιμη σύγχρονη Ιταλία, όντας υποχρεωμένοι να ζουν σε μια κλειστή Εβραϊκή συνοικία (μέχρι τότε είχαν σε μεγάλο βαθμό επιλέξει να κατοικούν χωριστά) είχαν εκπονήσει μια πυκνή διάταξη πολιτισμικών, οικονομικών και φιλανθρωπικών οργανισμών καθώς και σφυρηλατήσει μια κοινή ταυτότητα παρακάμπτοντας τις κληρονομημένες διαφορές τους της εθνικότητας, γεωγραφίας και γλώσσας. Στην πραγματικότητα, το γκέτο είναι μια ανθεκτική κοινωνικοχωρική ασπίδα, ένας προστατευτικός θώρακας που δημιουργεί έναν ξεχωριστό βιόκοσμο (Lebenswelt) μέσα στον οποίο οι υποδεέστεροι μπορούν να ανασάνουν ελεύθερα μακριά από την άμεση επαφή με τον κυρίαρχο. Έτσι από την άποψη των Εβραίων στην πρώιμη σύγχρονη Ευρωπαϊκή πόλη, από την άποψη των Αφροαμερικανών στη μητρόπολη του φορντισμού, το να είναι γκετοποιημένοι τους πρόσφερε μια ξεχωριστή και προστατευμένη δική τους σφαίρα που ελαχιστοποιούσε την πρόσωπο με πρόσωπο αλληλεπίδραση και τριβή με τον κυρίαρχο, και τους έδινε τη δυνατότητα να συγκεντρώνουν οικονομικό κεφάλαιο, να εξελίσσουν διακριτά είδη πολιτισμικού κεφαλαίου και να σχηματίζουν το κοινωνικό κεφάλαιο που χρειαζόταν για να οργανώσουν και τελικά προκαλέσουν το στίγμα που έφεραν και τον αποκλεισμό που υπέφεραν. Η ισχύς του γκέτο ως ικριώματος κοινωνικής συνοχής και μηχανής πολιτισμικής παραγωγής επιτρέπει στους κατοίκους του να αντιστρέψουν το σθένος του αρνητικού συμβολικού κεφαλαίου που τους είχε καταλογιστεί συλλογικά – όπως εκδηλώθηκε με την επιδρομή του σλόγκαν “Black is Beautiful,”(το Μαύρο είναι Όμορφο) ταυτόχρονα με τα κύματα των εξεγέρσεων τη δεκαετία του ‘60 – και τελικά να επιτεθούν στο ίδιο το κοινωνικοχωρικό επινόημα που τους ορίζει και τους περιορίζει.

Σε ένα βιβλίο μου που θα κυκλοφορήσει προσεχώς στα Αγγλικά με τον τίτλο The Two Faces of the Ghetto – Τα δυο Πρόσωπα του Γκέτο (το οποίο όσοι από εσάς ξέρετε άπταιστα Γερμανικά μπορείτε να διαβάσετε με τον πιο υποβλητικό τίτλο Das Janusgesich des Ghettos), κάνω την παρατήρηση ότι τα γκέτο έχουν αντιμετωπιστεί μέσα από ένα στενό ηθικό πρίσμα συνοψισμένο από την λανθασμένα αυτονόητη εξίσωση: μελετώ την φυλετική κυριαρχία = είμαι ενάντια στο ρατσισμό = τα αντικείμενα που μελετώ είναι καταδικαστέα.29 Σαν τύποι φυλετικής κυριαρχίας, τα γκέτο προσβάλλουν τις ηθικές ευαισθησίες μας στο μέτρο που παραβιάζουν τις ιερές και όσιες αρχές της ατομικής ισότητας κι αξιοπρέπειας για όλους. Σαν αποτέλεσμα, απεικονίζονται επίμονα σαν ειδεχθείς συναστερισμοί με αρνητικό νόημα που θέλεις να καταδικάσεις, να εμποδίσεις να συμβεί, ή να εργαστείς για να το υπονομεύσεις. Αλλά το γενναιόδωρο ηθικό αίσθημα που τροφοδοτεί αυτή την αγανάκτηση αποτελεί σοβαρό εμπόδιο στην κοινωνιολογική ανάλυση. (Αυτή είναι μια ιδιαίτερη εφαρμογή της γενικής αρχής του κοινωνικού επιστημονικού συλλογισμού που ο μέντορας και φίλος μου Pierre Bourdieu αγαπούσε να τονίζει: «Τα καλά αισθήματα κάνουν κακή κοινωνιολογία.»)

Η κατηγορούσα προσέγγιση (prosecutorial approach) που έχει κοινώς υιοθετηθεί από κοινωνικούς αναλυτές τους έχει εμποδίσει από το να αναγνωρίσουν πως ένα γκέτο είναι ένα διπρόσωπο επινόημα: είναι δια μιας και αδιάσπαστα ένα εργαλείο υποταγής και αγωγός προστασίας, ενότητας και συνοχής. Πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση για τα κρυμμένα και ενάντια στο ένστικτο οφέλη της γκετοποίησης, που προσφέρει στην κατώτερη εθνοφυλετική κατηγορία ένα όχημα για αυτό-οργάνωση και κινητοποίηση κι έτσι τους επιτρέπει να μοχλεύσουν τη «δύναμή τους από κάτω». Γι’ αυτό τα γκέτο είναι δομικά ασταθείς σχηματισμοί που έχουν περιορισμένη διάρκεια ζωής (έξω από βασισμένους στο κράτος κοινωνικούς σχηματισμούς): φυτεύουν και μεγαλώνουν τους σπόρους της ίδιας τους της καταστροφής ενδυναμώνοντας τους υποδεέστερους και ποντίζοντας άγκυρες σε προεξέχοντα και ξεκάθαρα εθνοφυλετικά σύνορα μπορούν να γίνουν στόχος επίθεσης – ενώ άλλοι σχηματισμοί εθνοφυλετικής κυριαρχίας, όπως θολές διακρίσεις και ο διασπασμένος διαχωρισμός του είδους που έζησαν οι μετααποικιακοί μετανάστες στη Δυτική Ευρώπη ή οι Βραζιλιάνοι με το σκούρο δέρμα, για παράδειγμα, το κάνουν ακόμη πιο δύσκολο για έναν στιγματισμένο και φτωχό λαό να ενωθεί σαν ομάδα και να προκαλέσει την περιθωριοποίησή του.

Τι συνέβη στο γκέτο των μαύρων Αμερικάνων ύστερα από τις ταραχές της δεκαετίας του ’60; Αν κατανοήσετε ότι ένα γκέτο δεν είναι απλά ένα απομονωμένο μέρος, μια περιοχή με ερειπωμένα σπίτια και κοινωνική εγκατάλειψη, μια «κακόφημη» γειτονιά που περιέχει όλων των ειδών τις κοινωνικές παθολογίες, και μεταξύ αυτών τη φαυλότητα και τη βία (τι μπορεί να γίνει αφού καταρρεύσει)∙ αν κατανοείτε πως είναι ένα ιδιόμορφο κοινωνικοχωρικό επινόημα στοχευμένο προς την επίτευξη της οικονομικής εκμετάλλευσης και του κοινωνικού εξοστρακισμού, τότε μπορείτε να ανιχνεύσετε τα αίτια της βάναυσης κατάρρευσης του “Bronzeville” της Αμερικής ύστερα από την κορύφωση του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων. Το γκέτο διαλύθηκε και καταπλακώθηκε από τα ερείπιά του, όπως φάνηκε, υπό την πίεση τριών συγκλινουσών δυνάμεων. Η πρώτη είναι οικονομική: είναι η στροφή από την βιομηχανική οικονομία του Φορντ, αγκιστρωμένη από την εργοστασιακή παραγωγή τοποθετημένη μέσα στην πόλη και που απαιτούσε πλήθη ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού, σε μια αποκέντρωση βασισμένη στις υπηρεσίες οικονομία στην οποία ο αυτοματισμός, η παγκόσμια μετεγκατάσταση, και η ανανεωμένη μετανάστευση των κατώτερων τάξεων κατέστησε του μαύρους εργάτες περιττούς. Ο δεύτερος παράγοντας είναι δημογραφικός και πολιτικός: είναι αυτό που αποκαλώ η μεγάλη μετανάστευση των λευκών. Οι ιστορικοί έχουν γράψει σπουδαία βιβλία για τη μεγάλη μετανάστευση των μαύρων από το Νότο προς την πόλη του Βορρά μεταξύ των δυο Παγκοσμίων πολέμων,[14]αλλά ακόμη περιμένουμε έναν κατανοητό απολογισμό της μαζικής λευκής φυγής προς τα προάστια σαν αντίδραση στη μαύρη είσοδο και της εκκωφαντικής επίδρασης της στην Αμερικάνικη κοινωνία, πολιτισμό και πολιτική.[15]

Στις δεκαετίες του ’60 και ’70, οι λευκοί έφυγαν κατά εκατομμύρια για να αναδημιουργήσουν στα προάστια την κοινωνική και χωρική απόσταση από τους μαύρους του νότου που συρρέουν στη μητρόπολη. Αυτή η τεράστια μετακίνηση πληθυσμού μετέθεσε το εκλογικό κέντρο βάρους της χώρας από τις κεντρικές πόλεις στα προάστια, μειώνοντας έτσι την πολιτική απήχηση ενός πληθυσμού που ζούσε μέσα στην πόλη κι είχε ήδη περιθωριοποιηθεί στην οικονομική σφαίρα. Επίσης προξένησε τη δημοσιονομική κρίση των πόλεων τη δεκαετία του ’70 που χρησιμοποίησαν οι πολιτικές ελίτ σαν πρόσχημα για να συρρικνώσουν τα προγράμματα για τους φτωχούς και να επαναπροσανατολίσουν την αστική πολιτική προς την πρόβλεψη εταιρικών υπηρεσιών και ανέσεις για τη μεσαία τάξη. Η τρίτη δύναμη που διέλυσε το γκέτο είναι η επιτυχημένη μαύρη κινητοποίηση εναντίον της λευκής κυριαρχίας, με το μορφή του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων και το ριζοσπαστικό παρακλάδι του, το Κίνημα της Μαύρης Δύναμης, στράφηκαν στην μετωπική πρόκληση της κοινωνικοχωρικής απομόνωσης και της οικονομικής ανισότητας στη μητρόπολη.

Αυτοί οι τρεις παράγοντες συνέκλιναν στην κατάρρευση του γκέτο, που έδωσε τη θέση του σ’ έναν δυαδικό συναστερισμό συντεθιμένο από το υπεργκέτο και τις δορυφορικές μαύρες γειτονιές της μεσαίας τάξης.
Η μαζική φυγή των λευκών στα προάστια δημιούργησε τις κενές θέσεις που έδωσαν τη δυνατότητα στην Αφροαμερικάνικη μεσαία τάξη να μεταναστεύσει, να αναπτυχθεί εκεί, απομονωμένες περιοχές γειτονικές στο ιστορικό γκέτο, ξεχωριστά από τους λευκούς αλλά κι από τη μαύρη κατώτερη τάξη που είχε παγιδευτεί στη Bronzeville που κατέρρεε.
Έτσι η δεκαετία του ‘70 εισήγαγε μια διπλή διαδικασία κοινωνικής διαφοροποίησης και χωρικού διαχωρισμού του μαύρου πληθυσμού, με τρόπο που η κοινωνικοχωρική απομόνωση των Αφροαμερικανών στην πόλη συνεχίστηκε, αλλά μέσω ενός διχαλωτού επινοήματος που εξέφραζε δυο ξεχωριστά αστικά δοχεία: το υπεργκέτο, για τις επισφαλείς φατρίες της εργατικής τάξης και απομονωμένες φυσικά και κοινωνικά γειτονιές διαχωρισμένες από το υπεργκέτο, για τις μεσαίες και ανώτερες τάξεις.

Τρεις ιδιότητες διαχωρίζουν το γκέτο του τέλους του αιώνα από το κοινό γκέτο που δημιουργήθηκε τη δεκαετία του ’10, άνθισε γύρω στο ’50, και κατέρρευσε στα τέλη του ’60. Πρώτον, το υπεργκέτο στερείται οικονομικής λειτουργίας επειδή η εργατική δύναμη που περιέχει έχει καταστεί υπεράριθμη. Δεύτερον, ο οικονομικός πλεονασμός έχει οδηγήσει σε κοινωνική από-διαφοροποίηση και σε εξανέμιση της μαύρης μεγαλοαστικής τάξης, τόσο που το υπεργκέτο είναι διπλά διαχωρισμένο σε φυλή και τάξη. Τρίτον και αναμενόμενο, έχει απογυμνωθεί από το σύνολο των εσωτερικών θεσμών που προστάτευαν από την κυριαρχία και παρέχουν το πλαίσιο της καθημερινής ζωής. Οι κοινωνικοί θεσμοί του ιστορικού Bronzeville έχουν αντικατασταθεί από τις γραφειοκρατίες κοινωνικού ελέγχου του κράτους: η πρόνοια μετατράπηκε σε ανταποδοτικότητα, τα δημόσια σχολεία υποβαθμίστηκαν στην κατηγορία των σωφρονιστικών ιδρυμάτων, κι επιθετική αστυνομία, ποινικά δικαστήρια, κι ένα αδιάκριτο σύστημα φυλακών και οι προεκτάσεις του, δηλαδή οι πράκτορες που επιτηρούσαν τους υπό όρους αποφυλακισμένους.32 Εν ολίγοις, το υπεργκέτο είναι ένα κοινωνικοχωρικό επινόημα στραμμένο προς το γυμνό αποκλεισμό που διασπά τη μαύρη κοινότητα σε κοινωνικές τάξεις και δεν προσφέρει καμία από τις συλλογικές προστασίες και παράπλευρα οφέλη της γκετοποίησης.

Ευρωπαϊκή απομόνωση: Από τις γειτονιές της εργατικής τάξης στο αντιγκέτο

Ας διασχίσουμε τώρα τον Ατλαντικό για να ανιχνεύσουμε την πορεία της παρακμάζουσας περιφέρειας της Δυτικοευρωπαϊκής πόλης μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Για να ξεκινήσουμε, αυτά τα εδάφη της εργατικής τάξης έχουν κοινώς απεικονιστεί – και υποτιμητικά χαρακτηριστεί- ως «γκέτο μεταναστών» στη διαμάχη μεταξύ μέσων και πολιτικής, όταν στην πραγματικότητα ήταν ανάμεικτες περιοχές και ως προς το επάγγελμα και ως προς την εθνικότητα.[16] Εκτός από μερικές τοπικές εξαιρέσεις, τα banlieues της Γαλλικής κατώτερης τάξης περιέχουν πληθυσμούς που είναι στην πλειοψηφία τους Γάλλοι και μίγματα κατοίκων που προέρχονται από μια έως δώδεκα ντουζίνες εθνικοτήτων. Ιστορικά, έχουν στηριχτεί στην εργασία σε εργοστάσια και χαρακτηριστεί από τη σφιχτή ενσωμάτωση της μισθωτής εργασίας, των δημοτικών υπηρεσιών, της εργατικής γειτονιάς και της οικογενειακής ζωής. Αυτή η στενή εφαρμογή όμως μεταξύ εργοστασίου, τοπικής εξουσίας, και κοινότητας διαλύθηκε υπό την πίεση της αποβιομηχανοποίησης και μαζικής ανεργίας, της παγκοσμιοποίησης της εκπαίδευσης ως τρόπου πρόσβασης σε πολύτιμες κοινωνικές θέσεις, και αλλαγές στις κρατικές πολιτικές.

banlieu

Θα εστιάσω στην κρατική πολιτική σε σχέση με τη στέγαση χαμηλών εισοδημάτων, μιας και αυτό είναι ένα ζήτημα που ενδιαφέρει τους αρχιτέκτονες και τους πολεοδόμους. Για το θέσουμε σχηματικά, τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, οι κυβερνήσεις της Δυτικής Ευρώπης έχουν κάνει μεταστροφή από την χρηματοδότηση κατασκευής κοινωνικής στέγασης για την εργατική τάξη στη χορήγηση επιδοτήσεων για ατομικά νοικοκυριά για να τους βοηθήσουν να κινηθούν προς την αγορά των ιδιωτικών κατοικιών. Αυτό έχει δώσει τη δυνατότητα σε οικογένειες της κατώτερης και μεσαίας τάξης να φύγουν από μεγάλα συγκροτήματα του δημόσιου τομέα και να κινηθούν σε ατομικά σπίτια σε ιδιωτικές εκτάσεις. Η προσφορά αυτών των υλικά σταθερών νοικοκυριών άφησε πίσω στις εργατικές κατοικίες μόνο οικογένειες τα εργατικής τάξης, ακριβώς όταν εκείνες υπονομεύονταν από μια δραματική αύξηση της ανεργίας και μια αμείλικτη εξάπλωση της αβέβαιης εργασίας. Το αποτέλεσμα ήταν η φυσική φθορά, η οικονομική εξαθλίωση και η δημόσια δυσφήμιση της αστικής περιφέρειας που τώρα γίνεται παγκοσμίως αντιληπτή σαν τα κολαστήρια των πόλεων στα οποία μόνο οι απόβλητοι της κοινωνίας θα ανέχονταν να ζήσουν.

Τίθεται τότε το ερώτημα: μήπως αυτά τα εξαθλιωμένα και στιγματισμένα εδάφη της εργατικής τάξης εξελίσσονται έτσι που να γίνονται γκέτο ή σαν γκέτο; Έχοντας σφυρηλατήσει μια ενδελεχή περιγραφή του τι είναι γκέτο, μπορούμε να παράσχουμε μια ενδελεχή απάντηση. Αν δεν είχαμε ξεκαθαρίσει εννοιολογικά τι εννοούμε με τον όρο, η ερώτηση θα ήταν είτε κενή νοήματος ή ανεπίλυτη. Ανάλογα, αν επιμείνετε στην αδιαμόρφωτη ακόμη παραδοσιακή έννοια που κυριαρχεί σαν ρεύμα στην καθημερινή ζωή, στα μέσα, και σε μεγάλους τομείς της έρευνας, στην θολή και μονίμως μεταστρεφόμενη συνηθισμένη σύλληψη του γκέτο σαν μια «κακή γειτονιά», ή μια απομονωμένη, φτωχή, βίαιη, ή ερειπωμένη περιοχή στην οποία θα προτιμούσατε να μην πάτε ή να ζήσετε, τότε μπορείτε να βρείτε γκέτο σχεδόν παντού. Και τα γκέτο εξαφανίζονται τόσο γρήγορα όσο εμφανίζονται, εξαρτώμενα από ένα πλήθος συγκυριακών παραγόντων όπως τις τάσεις του εγκλήματος και τα ποσοστά ανεργίας! Τότε όμως, αν δεχτούμε οποιονδήποτε από αυτούς τους ορισμούς, οι δυο περιπτώσεις – κανόνες του γκέτο, τα gietto της Βενετίας, της Φλωρεντίας, ή της Ρώμης του δέκατου έκτου αιώνα και οι Bronzeville που άνθισαν στα μέσα του εικοστού αιώνα στο Σικάγο, το Ντητρόιτ, ή τη Νέα Υόρκη δεν ήταν γκέτο! Έχει λοιπόν η περιφέρεια της εργατικής τάξης των πόλεων της Δυτικής Ευρώπης κυλήσει προς την κατεύθυνση των γκέτο; Η απάντησή μου σ΄ αυτή των ερώτηση είναι σταθερά και απερίφραστα αρνητική. Θα σας κατευθύνω στο Απόβλητοι των Πόλεων για τις εμπειρικές λεπτομέρειες. Εδώ θέλω να τονίσω τέσσερις τάσεις που δείχνουν πως οι κακόφημες περιοχές της Ευρωπαϊκής μητρόπολης έχουν ταξιδέψει προς την αντίθετη κατεύθυνση, οπότε μπορούμε να πούμε ότι μετατρέπονται σε αντιγκέτο – αν θέλουμε να κρατήσουμε αυτή τη γλώσσα, την οποία δε θεωρώ ούτε εύστοχη ούτε χρήσιμη.

Πρώτον, γκετοποίηση σημαίνει ότι τα μέλη μιας περιορισμένης κατηγορίας αναγκάζονται να ζήσουν σε ένα ξεχωριστό χώρο κρατημένο γι’ αυτούς, που μηχανικά μεταφράζεται στην αύξηση της εθνικής ομοιογένειας. Όμως οι παρακμιακές περιοχές της Κόκκινης Ζώνης του Παρισιού και τα συγγενή banlieues της Γαλλίας έχουν γίνει λιγότερο ομοιογενή ως προς αυτό στις τελευταίες δυο δεκαετίες. Όταν έκανα έρευνα πεδίου στην πόλη La Courneuve το 1991, κοντά στο αεροδρόμιο Charles de Gaulle, ο πληθυσμός που κατοικούσε σ’ αυτό το κακόφημο συγκρότημα κατοικιών των Les Quatre mille προερχόταν από εικοσιέξι εθνικότητες. Όταν επέστρεψα σ’ αυτή την πόλη για να συζητήσω για το βιβλίο μου με τοπικούς ακτιβιστές το 2006, ανακάλυψα ότι το συγκρότημα τώρα φιλοξενούσε γύρω στις 62 εθνικότητες.

Ένας δεύτερος δείκτης γκετοποίησης είναι η αυξανόμενη οργανωτική πυκνότητα: μια στιγματισμένη κατηγορία τοποθετημένη σε έναν κρατημένο γι’ αυτήν θύλακα θα τον γεμίσει με δικούς της θεσμούς, όπως έχει καταγραφεί στην ανάπτυξη κι αυξημένη διαφοροποίηση άτυπων και επίσημων οργανισμών. Αλλά τα εδάφη της εργατικής τάξης σ’ όλη τη Δυτική Ευρώπη, από τις κεντρικές περιοχές της Βρετανίας στο Γερμανικό Ruhr και στα quartieri degradati των πόλεων της βόρειας Ιταλίας, έχουν γίνει μάρτυρες του τελείως αντίθετου: της παρακμής και του θανάτου των τοπικών οργανισμών, ειδικά εκείνων που προσφέρουν αρωγή στη βιομηχανική εργατική τάξη και στη σφαίρα της εργασίας και σ’ αυτή της γειτονίας. Περισσότερο συχνά, οι σύλλογοι παρόντες σ’ αυτές τις περιοχές είναι άμεσα ή έμμεσα παρακλάδια του κράτους, και συγκεκριμένα, δημόσιες γραφειοκρατίες και κοινοτικές αντιπροσωπείες που στηρίζονται στο χρήμα του κράτους.

Τρίτον, νωρίτερα τόνισα ότι το γκέτο είναι μια μηχανή πολιτισμικής συγχώνευσης που τρέφει την ανάδυση ενός κοινού ιδιώματος ταυτοποίησης και διεκδίκησης δικαιωμάτων που περικλείει τα διάφορα συστατικά στοιχεία του στιγματισμένου πληθυσμού. Έτσι η γκετοποίηση διέβρωσε τη διάκριση μεταξύ των Ασκενάζι και των Σεφαραδιτών στην περίπτωση των Εβραίων, και παρόμοια λείανε τις διαφορές μεταξύ Νέγρων και μιγάδων που είχαν τη φιλοδοξία να αναγνωριστούν σαν ξεχωριστή κατηγορία μέχρι τη δεκαετία του ’20 στην περίπτωση των Αφροαμερικανών. Και πάλι, τα παρηκμασμένα εδάφη της εργατικής τάξης της Δυτικής Ευρώπης αποκλίνουν από αυτό το σχήμα μέσα στην αξιοθρήνητη αποτυχία τους να εξασφαλίσουν μια ενοποιημένη ταυτότητα για τους κατοίκους τους. Εδώ και τριάντα χρόνια, πολιτικοί και δημοσιογράφοι έχουν ανακοινώσει ότι το «γκέτο» έχει φτάσει στη Γαλλία κι έχουν καταγγείλει, με τρομαχτικούς όρους, την υποτιθέμενη «Αμερικανοποίηση» της πόλης, στην πραγματικότητα όμως οι κάτοικοι των banlieues παραμένουν βαθιά διχασμένοι ως προς την τάξη, την εθνικότητα, την εθνότητα (μέσα στην εθνικότητα), την ηλικία, και τη γενιά. Ένα παράδειγμα: στην La Courneuve, πριν από τρεις δεκαετίες στους ενοικιαστές του Les Quatre mille παραχωρήθηκε η ελεύθερη χρήση ενός οικοπέδου της πόλης για να χτίσουν ένα τζαμί. Όμως οι διάφοροι πληθυσμοί που εξασκούν την Ισλαμική πίστη – Μαροκινοί, Αλγερινοί, Τυνήσιοι, Τούρκοι, λιγοστοί Κινέζοι, κι αυξανόμενοι αριθμοί μεταναστών από την Ανατολική Αφρική – έχουν αποδειχτεί ανίκανοι να έλθουν στην ελάχιστη συμφωνία να ξεκινήσει το έργο, εφόσον ο καθένας επιθυμεί να λειτουργεί τον δικό του ξεχωριστό τόπο λατρείας. Ο φόβος πως το Ισλάμ θα μπορούσε να προβάλει μια κοινή κοσμοθεωρία κι ένα ιδίωμα ικανό να ενοποιήσει μετααποικιακούς μετανάστες στα Γαλλικά banlieues, στα Βρετανικά “sink estates,” (εργατικές κατοικίες), στο Γερμανικό Problemquartier, κλπ., έχει αποδειχτεί αβάσιμος. Ο μόνος συμβολικός δείκτης που μοιράζονται οι κάτοικοι των Γαλλικών banlieues είναι το στίγμα ότι κατοικούν σε μια περιοχή εγκατάλειψης.

Ένα τέταρτο χαρακτηριστικό του γκέτο είναι ότι τα όριά του είναι αδιαπέραστα, καθώς στοχεύει στον περιορισμό όλων των μελών της στοχοθετημένης κατηγορίας, ανεξάρτητα από το εισόδημά τους και την κοινωνική θέση. Τα Εβραϊκά γκέτο της προεπαναστατικής Ευρώπης, σαν αυτά της Φρανκφούρτης και της Πράγας, είχαν πλούσιους και φτωχούς Εβραίους μαζί∙ το Bronzeville του Σικάγο είχε κλειδωμένες μέσα στην περίμετρό του όλες τις τάξεις των μαύρων, από τους άπορους μέχρι τους εύπορους, τους εγκληματίες και τους ευυπόληπτους, ακόμη κι ενώ αυτοί συνέρεαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις μέσα στη Μαύρη Ζώνη. Όχι και τόσο στην Ευρωπαϊκή αστική περιφέρεια, όπου οι οικογένειες των μετααποικιακών μεταναστών που ανεβαίνουν στην κοινωνική κλίμακα – μέσα από τα σχολεία, ήσσονος σημασίας επιχειρηματικότητα, έμμισθη απασχόληση (συχνά στο δημόσιο τομέα), ή γάμους – άμεσα μετακομίζουν έξω από τις φτωχογειτονιές τους. Και, όπως με τους Λατινόφωνους και τις αποκαλούμενες Ευρωπαϊκές εθνικές μειονότητες, η ανοδική κοινωνική κινητικότητα οδηγεί σε χωρική διασπορά και κοινωνική ενσωμάτωση. Οι Αλγερινοί κυριαρχούσαν κάποτε στο βόρειο Les Quatre mille, τη συστάδα του συγκροτήματος στη La Courneuve όπου έκανα παρατηρήσεις το 1991∙ είκοσι χρόνια αργότερα, έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από αυτό το συγκρότημα (για να αντικατασταθούν από οικογένειες Ανατολικοαφρικάνικης και Ασιατικής προέλευσης). Εκείνοι και τα παιδιά τους έχουν μεταναστεύσει σε παρόμοια συγκροτήματα στην Κόκκινη Ζώνη του Παρισιού ή ανέβηκαν στην κοινωνική δομή και διασκορπίστηκαν στον αστικό χώρο, αφού αναμείχθηκαν με «λευκές» Γαλλικές οικογένειες παρόμοιας κοινωνικής τάξης. Υπάρχει μια ευμεγέθης ψευδο-αστική και αστική τάξη Βοριεοαφρικανικής προέλευσης στη Γαλλία – που μερικές φορές χαρακτηρίζεται ως beurgeoisie (αστική τάξη προερχόμενη από Αραβικές χώρες)– αλλά δεν υπάρχουν πουθενά αναγνωρίσιμες περιοχές της μεσαίας τάξης των beur Βορειοαφρικανών.[17]

Εν ολίγοις, οι φθίνουσες περιοχές της κατώτερης τάξης της Ευρωπαϊκής μητρόπολης γίνονται όλο και πιο εθνικά ετερογενείς και λιγότερο πυκνές οργανωτικά∙ τα όρια τους είναι πορώδη κι απέτυχαν να σφυρηλατήσουν μια κοινή πολιτισμική ταυτότητα. Κι από τις τέσσερις απόψεις, υπακούν σε μια κοινωνικοχωρική δυναμική ακριβώς αντίθετη από αυτή που παράγει ένα γκέτο. Γι’ αυτό τα αποκαλώ αντιγκέτο, μέσω της πρόκλησης που θέλω να απευθύνω στους θιασώτες της μοδάτης θέσης της «Αμερικανοποίησης» της Ευρωπαϊκής πόλης. Ύστερα από προσεκτική εξέταση, η γλώσσα της γκετοποίησης αποδεικνύεται θεμελιωδώς ακατάλληλη για να περιγράψει την αστική απομόνωση στη Δυτική Ευρώπη στην αυγή του εικοστού πρώτου αιώνα.

resizedimage250189-63rdStreet_AddictionCorrected

Συμπέρασμα

Επιτρέψτε μου τώρα, σαν συμπέρασμα, να έρθω στο τελευταίο στοιχείο στην εξίσωση της αστικής απομόνωσης. Για να κατανοήσουμε τη λογική υποβαθμισμού στην Αμερικάνικη και Ευρωπαϊκή μητρόπολη, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τα κριτήρια βάσει των οποίων πληθυσμοί διαχωρίζονται και σπρώχνονται στον πυθμένα του συστήματος διαστρωμάτωσης των χώρων που συνθέτουν την πόλη. Στις ΗΠΑ, ο εξορισμός σε γκέτο καθορίζεται από την εθνικότητα – δηλαδή, από αυτή την αλλόκοτη παραλλαγή της απαρνημένης εθνικότητας που κοινώς αποκαλούμε «φυλή» – και μεταγενέστερα μεταβλήθηκε σε τάξη (με την ανάδειξη του ντουέτου που σχηματίστηκε από το υπεργκέτο και το δορυφόρο της διαχωρισμένης μαύρης μεσαίας τάξης), και ευδιάκριτα εντάθηκε από το κράτος μέσω των οικονομικών, προνοιακών, εκπαιδευτικών, στεγαστικών και υγειονομικών πολιτικών του, όλες εκ των οποίων εργάζονται προς την κατεύθυνση της εμβάθυνσης των ανισοτήτων στην πόλη και της κατοχύρωσης της φτώχειας. Μπορούμε να αθροίσουμε αυτή τη δυναμική με τον αλγεβρικό τύπο: (E > Τ) x Κ που σημαίνει «η κοινωνικοχωρική απομόνωση καθορίζεται από έναν συνδυασμό όπου η εθνικότητα υπερτερεί της τάξης και πολλαπλασιάζεται από το κράτος». Αντίθετα, στη Δυτική Ευρώπη, η τάξη προηγείται της εθνικότητας στον καθορισμό του υποβιβασμού, και η περιθωριοποίηση είναι προστατεύεται σθεναρά κι εν μέρει μετριάζεται από το κράτος, μέσω ενός συνδυασμού καθολικής κοινωνικής προστασίας και στοχευμένων παρεμβάσεων που σκοπό έχουν να ελέγξουν την αστική μετάβαση, δίνοντας μας τον αλγεβρικό τύπο: (Τ > E) χ Κ.

Αυτό διευκρινίζει την πρώτη λέξη στον τίτλο της διάλεξής μου: «Σχεδιάζοντας την αστική απομόνωση στον εικοστό πρώτο αιώνα». Και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού, αποδεικνύεται τελικά ότι ο μεγάλος αρχιτέκτονας της αστικής περιθωριοποίησης, λόγω παράλειψης ή ανάθεσης, είναι το κράτος. Το κράτος είναι ο παράγοντας που θέτει τις παραμέτρους σύμφωνα με τις οποίες η κατανομή των ανθρώπων, πηγών, και δραστηριοτήτων επιτελείται κατά μήκος του ανά δυο χώρου που περιγράφεται στο σχεδιάγραμμα της κοινωνικοχωρικής απομόνωσης. Μέσα από τα διάφορα προγράμματά του, από την πολεοδομία, τους δημοσιονομικούς κανονισμούς, τη δημοσιονομική πολιτική, και τις επενδύσεις υποδομής, μέχρι την εδαφικά διαφοροποιημένη πρόβλεψη για ουσιαστικά δημόσια αγαθά όπως η στέγαση, η εκπαίδευση, η υγεία, η πρόνοια, και η αστυνόμευση, το κράτος καθορίζει την έκταση της απόστασης μεταξύ της κορυφής και της βάσης της τάξης μέσα στην πόλη∙ τα οχήματα, τους δρόμους, και την ευκολία με την οποία αυτή η απόσταση μπορεί να διανυθεί∙ Και ποια είδη κοινωνικοχωρικής απομόνωσης βγάζουν ρίζες κι αναπτύσσονται (αν οι στερημένες και κακόφημες κατηγορίες θα μαντρωθούν σ’ ένα γκέτο, έναν εθνικό θύλακα, ή σε μια φτωχογειτονιά∙ πόσο μεγάλο είναι το σύστημα των φυλακών πόσο κλειστές κι απομονωμένες είναι οι περιοχές της ανώτερης τάξης, κλπ.). Μέσα από τη δομή και τις πολιτικές τους, μοτίβα δράσεων και μη, ο Λεβιάθαν καθορίζει την έκταση, εξάπλωση, και ένταση της περιθωριοποίησης στην πόλη. Αυτό υπονοεί ότι, στο βαθμό που συνεργάζονται για να διαμορφώσουν το δομημένο περιβάλλον, οι πολεοδόμοι και οι αρχιτέκτονες μετέχουν στην παραγωγή του χώρου της κοινωνικοχωρικής υποβάθμισης. Και θα εμπλακούν ακόμη περισσότερο στο σχεδιασμό της αστικής απομόνωσης καθώς οι προηγμένες κοινωνίες όλο και πιο πολύ στηρίζονται σε χωρικές «λύσεις» για κακοφορμισμένα κοινωνικά προβλήματα στη διττή μητρόπολη.[18]

Σημειώσεις

[1] Αυτή είναι μια συνοπτική κι αναθεωρημένη εκδοχή της έκτης διάλεξης Roth-Symonds και της εναρκτήριας ομιλίας στο Συμπόσιο για τους Χωρικούς Αναλφαβητισμούς, που ανακοινώθηκε στη Σχολή Αρχιτεκτονικής του Yale στις 27 Μαρτίου, 2009. Έχω αποκόψει πολλά διαφωτιστικά παραδείγματα και αναλυτικές παρεκβάσεις, αλλά διατήρησα την προφορική μορφή της ομιλίας. Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους Iben Falconer και Όλγα Παντελίδου που ευγενικά στάθηκαν σαν οδηγοί μου στο σύντομο ταξίδι μου στη γη της αρχιτεκτονικής του Yale, και τον Jack Brough για την υπομονετική του βοήθεια στην προετοιμασία αυτού του κειμένου, και τους Megan Comfort και Zach Levenson για καθυστερημένα αλλά οξύνοα σχόλια που βοήθησαν στη διευκρίνισή του.

[2] Για μια συζήτηση για το πρακτικό υπόβαθρο και τους θεωρητικούς στόχους αυτών των δυο βιβλίων, δείτε την ανακεφαλαίωση των αναλυτικών διασυνδέσεων τους στο Loïc Wacquant , “The Body, the Ghetto and the Penal State,” Qualitative Sociology 32, νο. 1 (Μάρτιος 2009): 101–29.

[3] Το Αγγλικό Λεξικό της Οξφόρδης (δεύτερη έκδοση, 1989) αποδίδει έξι έννοιες στο ρήμα “to seclude”∙ οι δυο πρώτες εξυπηρετούν πολύ καλά το σκοπό μου: «Κλείνω εκτός, εγκλείω ή περιορίζω έτσι ώστε να αποτρέψω την πρόσβαση ή την επιρροή από έξω. Επίσης, εγκλείω ή περιορίζω (ένα υλικό αντικείμενο) σε ένα ξεχωριστό μέρος»∙ «Με μια ευρύτερη έννοια: Αποσύρω ή προφυλάσσω από τη δημόσια θέα∙ υπαναχωρώ από ευκαιρίες κοινωνικής συναναστροφής». Η σημασιολογική ευρύτητα του όρου εκτείνεται μέχρι την περίληψη των εννοιών του εξοστρακισμού και της απέλασης. Στα μεσαιωνικά μεσαία Αγγλικά, το ρήμα to seclude επίσης σήμαινε αποστερώ δικαιώματος, αποκλείω κάποιον από ένα προνόμιο ή την αξιοπρέπειά του.

[4] Edward J. Blakely και Mary Gail Snyder, Fortress America: Gated Communities in the United States (Washington, DC: Brookings Institution, 1999); Rowland Atkinson and Sarah Blandy, επ.,Gated Communities: International Perspectives (New York: Routledge, 2006).

[5] Allan H. Spear, Black Chicago: The Making of a Negro Ghetto, 1890–1920 (Chicago: University of Chicago Press, 1968); Gilbert Osofsky, Harlem: The Making of a Ghetto — Negro New York, 1890–1930, 2η έκδοση. (New York: Harper and Row, 1971); Kimberley L. Phillips, Alabama North: African-American Migrants, Community, and Working-Class Activism in Cleveland, 1915–1945(Urbana: University of Illinois Press, 1999).

[6] Η αναλογία υψώνεται στο επίπεδο της ομολογίας όταν κάποιος θυμάται ότι η φυλακή επινοήθηκε στο τέλος του δέκατου έκτου αιώνα όχι σαν μηχανισμός που τιμωρεί το έγκλημα αλλά σαν εργαλείο χαλιναγώγησης του αστικού περιθωρίου και για να ενσταλάξουν την ηθική της εργασίας στους «γεροδεμένους ζητιάνους» που απειλούσαν τη δημόσια τάξη και τις εργασιακές σχέσεις στην αναδυόμενη καπιταλιστική πόλη. Βλ. Pieter Spierenburg, The Prison Experience: Disciplinary Institutions and their Inmates in Early Modern Europe (New Brunswick, NJ: Rutgers University Press, 1991).

[7] Loïc Wacquant , “Deadly Symbiosis: When Ghetto and Prison Meet and Mesh,” Punishment & Society 3, . 1 (Φθινόπωρο 2001): 95–133; Wacquant, Punishing the Poor, κεφάλαιο 6.

[8] Stephen Cornell, The Return of the Native: American Indian Political Resurgence (Oxford: Oxford University Press, 1988). Αυτή είναι επίσης η περίπτωση των ιθαγενών Κανάκ στη Νέα Καληδονία, ένα νησί του Νότιου Ειρηνικού που αποτέλεσε Γαλλική Αποικία κι όπου πραγματοποίησα τις πρώτες κοινωνιολογικές μου έρευνες στη δεκαετία του ’80, που αποτελεί τη μοναδική περίπτωση στην πρώην Γαλλική Αυτοκρατορία η οποία ανέπτυξε ένα διπλό σύστημα δικαίου και ιδιοκτησίας που υλοποιήθηκε με κτήματα/καταυλισμούς που υπάρχουν μέχρι και σήμερα. Βλ. Claude Liauzu, επ., Dictionnaire de la colonisation française (Paris: Larousse, 2007).

[9] Υπάρχουν πολλά ακόμη που μπορούμε να μάθουμε γι’ αυτό το μέτωπο από τις προκλητικές έρευνες του ανθρωπολόγου Michel Agier που έχει ακολουθήσει τις δυναμικές της περιθωριοποίησης μελετώντας την «καταστροφή» της πόλης σε περιπτώσεις που κυμαίνονται από περιοχές κατώτερης τάξης σε παρακμή μέχρι τα γκέτο και τα στρατόπεδα προσφύγων απ’ όλο τον κόσμο και ατόμων που έχουν εκτοπισθεί σε τρεις ηπείρους. Βλ. Michel Agier, L’Invention de la ville: Banlieues, townships, invasions et favelas (Paris: Archives Contemporaines, 1999); Agier, Gérer les indésirables: Des camps de réfugiés au gouvernement humanitaire (Paris: Flammarion, 2008).

[10] Επιπλέον, οι περισσότερες μελέτες των κοινοτήτων των πυλών έχουν εκπονηθεί από πολεοδόμους κι ανθρωπολόγους, δυο επιστημονικοί κλάδοι των οποίων οι μεθοδολογικές τάσεις τους αναγκάζουν να απομονώνουν τα αντικείμενα τους από τις μεγαλοδομές τις εξουσίας.

[11] Wacquant, “Deadly Symbiosis.”

[12] Martin J. Murray, Taming the Disorderly City: The Spatial Landscape of Johannesburg After Apartheid (Ithaca: Cornell University Press, 2008); A.J. Christopher, The Atlas of Changing South Africa (New York: Routledge, 2001).

[13] Thomas Lee Philpott, The Slum and the Ghetto: Immigrants, Blacks, and Reformers in Chicago, 1880–1930 (New York: Oxford University Press, 1978); Stanley Lieberson, A Piece of the Pie: Blacks and White Immigrants Since 1880 (Berkeley: University of California Press, 1980).

[14] Βλ., για παράδειγμα, Joe William Trotter, Jr., επ., The Great Migration in Historical Perspective: New Dimensions of Race, Class, and Gender (Bloomington: Indiana University Press, 1991); Alferdteen Harrison, επ., Black Exodus: The Great Migration from the American South(Indianola, MI: University Press of Mississippi, 1992); James N. Gregory, The Southern Diaspora: How the Great Migrations of Black and White Southerners Transformed America (Chapel Hill: University of North Carolina Press, 2007).

[15] Βασικά συστατικά των συντηρητικών πολιτικών μετά τη δεκαετία του ’70 και στα προάστια και στην πόλη, όπως η εξέγερση κατά της φορολογίας, η ώθηση προς την ιδιωτικοποίηση δημοσίων υπηρεσιών, και η ζήτηση για σχολικά κουπόνια, καθιερώθηκαν μέσα στο χωνευτήρι της «λευκής φυγής» ως μια απόπειρα ενός ισχυρού κοινωνικοχωρικού κινήματος για να αντεπιτεθούν και να αντιστρέψουν ακόμη τις κατακτήσεις του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων. Βλ. Kevin M. Kruse,White Flight: Atlanta and the Making of Modern Conservatism (Princeton: Princeton University Press, 2007).

[16] Βλ. Jean-Marc Stébé, La Crise des banlieues: Sociologie des quartiers sensibles, 3η έκδοση (Paris: Presses Universitaires de France, 2007) για τη Γαλλία, και Sako Musterd, Alan Murie, και Christian Kesteloot, επ., Neighbourhoods of Poverty: Urban Social Exclusion and Integration in Comparison (London: Palgrave Macmillan, 2006), για την Ευρώπη γενικότερα.

[17] Catherine Wihtol de Wenden and Rémy Leveau, La Beurgeoisie (Paris: CNRS Editions, 2007). Παραγόμενος από την αντιστροφή της λέξης arabe στην αργκό, ο όρος beur χρησιμοποιείται συχνά στην καθημερινή ζωή και στη δημόσια συζήτηση για να προσδιορίσει του Γάλλους Μαροκινής καταγωγής (αν και πολλοί από αυτούς τον βρίσκουν προσβλητικό και τον απορρίπτουν).

[18] Για ένα διαφωτιστικό παράδειγμα, διαβάστε τον απολογισμό του Fairbanks του έργου της ανεπίσημης οικονομίας ανόρθωσης σπιτιών για ναρκομανείς κι αλκοολικούς μέσα στην καρδιά της πόλης της Φιλαδέλφεια σαν ένας «νέος τρόπος περιορισμού που αναμιγνύει κι αναταράσσει τους άπορους σε περιοχές εδαφικά συγκεντρωμένης φτώχειας» στην μεταπρονοιακή εποχή της νεοφιλελεύθερης μετάβασης. Robert P. Fairbanks, How It Works: Recovering Citizens in Post-Welfare Philadelphia (Chicago: University of Chicago Press, 2009), 268.

Ο Loïc Wacquant είναι καθηγητής κοινωνιολογίας και συνεργαζόμενος ερευνητής στο Earl Warren Legal Institute, του πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, Berkeley
Αναδημοσίευση από: http://www.re-public.gr/?p=2517